του χαϊδεύω το κεφάλι και λυπάμαι
για όσα μου έχουνε συμβεί
δεν είμαι βέβαιος αν με αναγνωρίζει
αλλά έτσι κι αλλιώς
αυτό δεν είχε ποτέ σημασία
Μήνας: Ιανουαρίου 2026
είναι ένα θαύμα
αυτή η κρύα Παρασκευή
μόνος στο σαλονάκι μου
είναι ένα θαύμα
που κανείς δεν θα πιστέψει
ευτυχώς
σαν να μην υπάρχω
όλοι ελπίζουν πως αύριο είναι Παρασκευή
ο γίγαντας διαβάζει το βιβλίο του
η Μάρω τρώει μια λιχουδιά
κανείς δεν ξέρει πού πήγα
κανείς δεν ρωτάει αν έφτασα
όλοι ελπίζουν πως αύριο η Παρασκευή
θα οδηγήσει στο Σαββατοκύριακο
κάποιος θα κοιτάξει το ρολόι και θα δει
πως θέλει ακόμα μία ώρα για να γίνει 9:00
κάποιος άλλος με την σειρά του
θα εξασκείται στην δική του απουσία
θα σκεφτεί ξανά πώς ίσως ήρθε ο καιρός
να αδειάσει την βιβλιοθήκη
η ιστορία έχει γραφτεί
σαν να μην υπάρχω
όχι ακριβώς σαν να μην υπήρχα ποτέ
αλλά σύντομα
μες στα κατάμαυρα βλέφαρα
αυτού του απέραντου κενού
Θυμάμαι τον παππού μου σκεπασμένο μες στα βαριά του τσόλια, το κεφάλι κρυμμένο μέχρι ψηλά προς τη μεριά του μικρού ξύλινου παραθύρου, όλο το χειμώνα, χρόνια ολόκληρα, χωρίς σημασία καμιά για το ποιος έμπαινε ποιος έβγαινε από το υγρό κατώι, ακίνητος σαν ξεβρασμένο κήτος πάνω στο ντιβάνι. Θυμάμαι χαιρότανε όποτε πέρναγα κάνα μάθημα και φώναζε ζήτω δυνατά μέσα από το ακουστικό. Κι ύστερα κουκουλώνονταν και πάλι μέχρι τα αυτιά και σώπαινε. Τώρα ξέρω πως δεν κοιμότανε. Είχε κλειστά τα μάτια μα δεν αφήνονταν στο κύμα. Ταξίδευε ολοταχώς προς τα πίσω μες στο φουρτουνιασμένο του μυαλό. Αναζητούσε την πηγή με το αθάνατο νερό. Το φιλί της ή ποιος ξέρει τι; Το ίδιο του το φάντασμα; Δεν ήταν χαζός. Ήταν απλά πολύ κουρασμένος για να πιστεύει σε οτιδήποτε άλλο πέρα από τα παραμύθια που πλέκει ο χρόνος σε όποιον βλέπει στη ροή της άμμου που πέφτει το ποτάμι που θα τον ξεβράσει ως την θάλασσα.