Για κείνον


Για κείνον το στίχο
δε θα κοιμηθώ κι απόψε.
Για κείνον το στίχο
που πρέπει να γραφτεί.
Για κείνον το στίχο
που ξέρω πως υπάρχει.
Για κείνον το στίχο
που όλα θα τα αλλάξει.
Για κείνον το στίχο
που χρόνια περιμένω.
Για κείνον το στίχο
μάταια πάλι ξαγρυπνώ.


 

Advertisements

Φυσικά και δεν έχει απολύτως καμία σημασία. Εσύ τι περίμενες;


Υπέροχα
Ανακαινισμένοι
Με την πληρότητα
Της αδιαφορίας
Είμαστε
Ο χώρος
Όπου τα πάντα
Συμβαίνουν
Όπως
Για παράδειγμα
Ο επερχόμενος
Θάνατος σου


 

απροσδιόριστο


Μπούκωσε το
Να μην μείνει πείνα να πει τίποτα
Κλειδαμπάρωσε το
Να μην μείνει φόβος να πει τίποτα
Πρόδωσε το
Να μην μείνει πόνος να πει τίποτα

Είναι αυτή η επίταξη του τέλους
Που φανερώνει το μέλλον μας

Είναι η αγάπη που φανερώνεται
Μονάχα ως θάνατος

Διάλεξε την κατάλληλη πορεία στη ζωή σου
Και μπορεί να γίνεις ποιητής
Θα το μάθεις όταν συνειδητοποιήσεις
Πως αυτό που κερδίζεις είναι κι αυτό που χάνεις
Ή τέλος πάντων κάτι παρόμοιο
Ή ίσως την ευκολία να κοιτάς τον εαυτό σου στον καθρέπτη

Μην ενημερώσεις για τις προθέσεις σου
Καθώς αυτές πρέπει να διατηρούν το προσωπικό τους όφελος
Μην επιτηρείς τις προθέσεις σου
Καθώς μονάχα ελεύθερες μπορούν να αποβούν μοιραίες
Μην συντονίζεσαι
Καθώς μονάχη είναι η αλήθεια σου
Όσο κι αν ελπίζεις το αντίθετο

Αν σώνει και καλά θες να υπερασπίσεις κάτι
Ας είναι μονάχα αυτή η διάθεση
Που σε ‘κανε να πεις ότι είπες
Αφού και συ ξέρεις πως δεν υπάρχει τίποτα άλλο

Καληνύχτισε γλυκά τους πάντες
Και ξύπνα


 

Πι τι μπόινγκ

στον Νίκο


Αρχικά, τεντώνουμε τα δάχτυλα του αριστερού μας χεριού. Έπειτα με τον δείκτη του δεξιού μας χεριού ακουμπάμε το μικρό δάχτυλο του αριστερού και αναφωνούμε την φράση ‘’πι τι μπόινγκ’’. Συνεχίζουμε προς τον αντίχειρα του αριστερού μας χεριού, επαναλαμβάνοντας σε κάθε δάχτυλο την παραπάνω φράση. Ο δείκτης του δεξιού χεριού είναι απαραίτητο να ακουμπάει το κάθε δάχτυλο. Όταν τελικά φτάσουμε στον αντίχειρα, ο δείκτης τον ακουμπά επανειλημμένα και η φράση μας μετατρέπεται σε κάμποσα ‘’πι τι’’ και ακολούθως σε πολλαπλά ‘’μπόινγκ’’.

Ελπίζω να το ευχαριστηθείτε όσο και εμείς.


Υγ: Αριστερόχειρες μπορούν να το εφαρμόσουν απλά αντιστρέφοντας τα χέρια.

Write it, post it, forget all about it.


Υπέροχα διογκωμένες οι κόρες μου
σφήνωσαν στο άδειο κουτάκι της μπύρας
εδώ και καμιά δεκαετία.

Η χειρότερη πανσέληνος ever ever
αρκεί για να μεταμορφωθείς
σε μισάνθρωπο.

Ω, μακάρια ηδυπαθής μου ματαιοδοξία
μην βρεις ποτέ το άλλο σου μισό.
Ορκίσου μου.

Ω, είναι η νεότητα μια πορδή,
λίγο πριν αρχίσει το χέσιμο.


 

άκυρο


Εξορύσσοντας ότι καλό μου ‘χει μείνει και δωρίζοντας το εις το διηνεκές, κατανοώ πως γρήγορα πρέπει να εφεύρω την διαχείριση της μοναξιάς μου.

Να βαυκαλιστώ με την πιθανότητα ενσωμάτωσης μου σε ένα προσχέδιο μεταγενέστερο μου.

Κατακρημνισμένος απ’ την επευφημία των ειδώλων μου, ακολουθεί η αυτοεξορία μου στην φυγόκεντρη ανωνυμία του χάους.

Επάρατος και βδελυρός πια, συμπίπτω μονάχα με την εύνοια του θανάτου μου.


Άσχημη πόλη

Στο Αγρίνιο


Άσχημη πόλη, δεν μπορώ να ζω μαζί σου. Ήλπιζα πως θα τα καταφέρω και για το σπίτι που θα μέναμε μαζί, μα το νοίκι ολοένα κι αυξάνεται. Το σπίτι αυτό δεν είναι δικό μας, καθώς φιλοξενεί τις τσιρίδες του μπάσταρδου από τον πάνω όροφο και τις λαϊκό r’n’b’ μαλακίες των διδύμων απέναντι. Τα χασμουρητά του από κάτω και την σχιζομοναξιά του απέναντι σε μορφή χορτοκοπτικού που δουλεύει όλη μέρα. Ο θόρυβος που παράγει κάθε άνθρωπος είναι κριτήριο της αρετής του.

Άσχημη πόλη, με κατατροπώνεις. Έχεις φάει φίλους και στέκια, στέκια και φίλους κι όσα κρατάν ακόμα, τρων απ’ τη σάρκα τους. Μας καταπίνεις όλους μες στο σουξέ της δημοκρατίας σου, όπως πέντε γορίλες τα βάζουν με μια μαϊμού. Επεκτείνεσαι προς τα πάνω, αφήνοντας τα πόδια σου να μαραζώσουν. Να βρωμίσουν μοχθηρία κι αγένεια. Να πήξουν στις πλαστικές σακούλες σκουπιδιών που σκάνε με ορμή από ψηλά κι ανοίγουν τα σωθικά τους στα κεφάλια μας, ενώ ταυτόχρονα ο καλλωπισμός σου γδέρνει και ξηλώνει κάθε ευκαιρία ανταπάντησης από μέρους μας.

Άσχημη πόλη, σε σιχάθηκα. Έλεγα να βολτάρω μέσα στους δρόμους σου μα είναι γεμάτοι συντριβές. Χωροταξικός σωβινισμός και φαλλοκρατική αισθητική. Σκατόφατσες, σκατόφρονες, ευφραίνοντες το σκατό τους, που θέλουν να χώσουν τα κεφάλια μας μέσα στην κωλοτρυπίδα τους και περιχαρείς να φωνάξουν αλληλούια. Η έλευση του θεού τους περνά απ’ την δική μας υποταγή. Στην αδυναμία μας να συνθλίψουμε το καλοκουρδισμένο τους πορτοκάλι αντί της φερέφωνης μας συνδιαλλαγής.

Άσχημη πόλη, δεν έχω κάτι άλλο να κάνω μαζί σου. Είμαι ορκισμένος εχθρός σου μέχρι να δω τις στάχτες σου να αναβλύζουν την πρώτη μου και μοναδική ανάσα. Αποσκοπώ τον αφανισμό σου. Την κατοχή σου από μια οργασμική πανδαισία χρωμάτων. Απ’ τους ήχους των ζώων που βίαια εξημέρωσες. Απ’ την άνοιξη των αισθήσεων που χρόνια τώρα προβοκάρεις. Θέλω να σε δω να γεύεσαι τους καρπούς σου και να ασφυκτιάς, ρημαγμένη κι αβοήθητη, μπροστά στο χαμογελαστό πρόσωπο της λευτεριάς μας.


Μια ευκαιρία ακόμα


Μονάχα εσύ ξέρεις αν έχω γράψει έστω και ένα ποίημα. Εγώ δεν θα μπορέσω να έχω ποτέ αυτή τη γνώση. Γιατί αν κατάλαβα κάτι για την ποίηση είναι ότι θέλει πάντα να κοιτάει μπροστά. Γιατί πρωτίστως η ποίηση είναι αυτό που περιμένουμε να συμβεί.

Κοιτώντας τον εαυτό σου διαρκώς μέσα απ’ το πρίσμα παρελθοντικών αναφορών δεν μπορείς να περιμένεις τίποτα καλύτερο πέρα από ιδιοτροπίες. Παρόλες τις γενικές εντυπώσεις δεν θα γίνεις ποτέ σοφότερος, μα αντιθέτως θα σε τσακίσει η επιθυμία σου να αγαπηθείς. Για κάτι που και συ ο ίδιος δεν θα είσαι ποτέ σίγουρος ότι αξίζεις. Για κείνες τις στιγμές που ενώ ήταν χορτασμένες τώρα πρέπει να ταϊστούν ξανά και συ δεν αρκείς.

Οι αντανακλάσεις ενός σώματος που αναπόφευκτα γερνά κι ενός μυαλού που προσπαθεί να φύγει απλά εντείνουν τις καταστάσεις αυτές, δίχως την παραμικρή παρακαταθήκη δημιουργίας.

Διαβάζω τον εαυτό μου σημαίνει πως χάνω την πίστη μου στο να αρθρώσω τον εαυτό μου.

Καθώς η μέρα χαράζει πόσο λιπόψυχο είναι να κρύβομαι πίσω απ’ κλειστά παράθυρα. Ακόμη κι αν ονειρεύομαι πως έξω είναι μια πλάση υπέροχη, άραγε πόσο τελικά μπορώ να κρατηθώ μακριά απ’ την απόλυτη συντριβή κάθε παραπετάσματος. Άραγε, δεν πρέπει να ζω;

Αυτή είναι η ευκαιρία μου λοιπόν. Να, τώρα μόλις ίσως καταφέρω να πω αυτό που θέλω να πω. Ίσως, έστω για μια στιγμή, πειστώ πως αυτό είναι αυτό που έχω να πω. Κι ύστερα ας γίνω ότι θέλει.


νέα


Αλυσοπρίονα
Νικηφόρες ιαχές
Λευκές σελίδες
Τρύπες στα σύννεφα
Διακόπτες που ανοιγοκλείνουν
Καταμέτρηση σεντς
Απανωτά ξυρίσματα
Απανωτά τσιγάρα
Παιδιά που πρέπει να με μισήσουν
Νέες προσθήκες στο ιατρικό μου ιστορικό


 

Λαλά λαλιά


Γνώρισα τον H. πίσω το 2003 σε βραδινές κούρσες που γυρόφερναν στους δρόμους του Καΐρου. Θυμάμαι καθίσαμε σ’ ένα αμμόλοφο για να χαζέψουμε ένα σκοτεινό κομμάτι του Νείλου κι έπειτα στον 15ο όροφο του Marriott Hotel όπου παρέα με κάτι καρχαρίες προσπαθούσαμε να μαντέψουμε αν οι ταράτσες των σπιτιών έχουν ή δεν έχουν δορυφορικά πιάτα. Τελικά οι φωτογραφίες απάντησαν καταφατικά. Μα το αξιομνημόνευτο στη συνάντηση μου με τον H. ήταν όταν μια νύχτα, που ακολούθησε το πιώμα ως την άκρη της, χάνοντας την υφιστάμενη αγγλόφωνη επικοινωνία μας, αρχίσαμε να ανοιγοκλείνουμε ήχους με τα στόματα μας που ενώ δεν ανήκαν σε καμιά γνωστή γλώσσα κατόρθωσαν να μας κάνουν να πούμε πράγματα που ούτε καν φανταζόμασταν. Μεταξύ αυτών, ο H. μου εκμυστηρεύτηκε πως είμαι κι εγώ ο David Bowie και πως ήδη έχω καταφέρει να αιχμαλωτιστώ στην αιωνιότητα. Αν και καταλαβαίνω πως είναι κάπως παράλογες ιδέες, αναγνωρίζω πως στην τελική με γαληνεύει όταν σκέφτομαι πως κατά πάσα πιθανότητα είχε δίκιο.


Η Σφραγίδα


Έπαιζα στην αυλή της γιαγιάς μου, μικρούλης σαν όνειρο, μες στα χώματα και τα χαλίκια. Έτσι όπως αλαμάνιαζα με βρήκε ένα καρφί πάνω απ’ το γόνατο. Έτρεξα στο κατώι να δει η γιαγιά τι έγινε, γιατί εγώ δεν μπορούσα να κάνω κάτι. Βλέποντάς με, έμπηξε αμέσως τις φωνές και τότε κατάλαβα πως κάτι κακό συνέβη. Την κοιτούσα αποσβολωμένος καθώς αυτή με παρακαλούσε να κλάψω. Πείστηκα εύκολα, γιατί την αγαπώ και πήρα ένα παράπονο που πρώτη φορά ένιωθα. Βγάλαμε έπειτα το καρφί κι αφού ηρεμήσαμε, η καλή μου έσφαξε μια κότα για με ευχαριστήσει. Τη θυμάμαι να γυρνά ολόγυρα δίχως κεφάλι και τη γιαγιά μου να χαίρεται και να γελά σαν σε γιορτή.


Ακροαματικά


Ωρέ μαλάκηδες,
υπάρχουν τόσα ξενόγλωσσα τραγούδια
που ταράσσουν τις καρδιές μας,
χωρίς να ‘χουμε την παραμικρή ιδέα
του τι λένε
κι όμως ακόμα δεν μπορούμε,
όπως στεκόμαστε ολονυχτίς στη μπάρα,
να πούμε ο ένας στον άλλον
ένα γειά.
Γειά,
ωρέ μαλάκηδες.


 

Νισάφι


Κλωτσιά στο μουνί
Γροθιά στον κώλο
Το στόμα στραπατσαρισμένο
Κομμάτια
Οι ρομαντίκες σου
Τα μπιμπελό σου
Οι μεγάλες εποχές
Επιπλέουν μες στα σκατά
Ολοένα νεκροί
Ολοένα νεκροί
Με αγκυλωμένα τα άκρα
Προσευχόμαστε στους σπινθήρες