Πευκούλια «Σημειώσεις απ’ το δρόμο»

Ποιος χρειάζεται τις αναμνήσεις ενός τύπου για τα Πευκούλια; Η απάντηση είναι ξεκάθαρη σε όποιον έχει βρεθεί στην παραλία, διαισθανόμενος την συλλογική της μνήμη ως αναπόσπαστο κομμάτι της. Για όποιον βίωσε και βιώνει τον αέναο κύκλο της πρώτης και παντοτινής βουτιάς στο μαγικό της στερέωμα. Κύματα φωτός και ύλης που σμίγουν για να γεννήσουν ξανά το καλοκαίρι μας, την αγάπη μας για την ζωή, την ελευθερία μας, τους έρωτές μας και την βαθιά μας φιλία. Το φυσικό μυστικό της παραλίας ανεμίζει στις σελίδες του Βασίλη κι όποιος αφουγκραστεί προσεκτικά μπορεί να ακούσει τον ήχο της πρώτης τρομπέτας, ίσως και της τελευταίας για μερικούς από μας.

Πευκούλια «Σημειώσεις απ’ το δρόμο»  του Βασίλη Νικολόπουλου

 

 

Karma is a fridge. It can preserve almost everything.

Karma is a glitch. You can never be sure if its working or not.

Karma is bridge. As soon as you cross it you are all the way back.

Karma is an itch. You can take pleasure but it will get even worst.

Karma is a peach. You can either eat it or fuck it.

Karma is a ditch. It can save you but you might be dead, already.

Karma is a pitch. Its easiest to roll down.

Karma is a grinch. Don’t get married to it.

Αυτή τη φορά περίμενα ως τα μεσάνυχτα ∙
ένα θαυμάσιο γυναικείο ουρλιαχτό
από τα διπλανά διαμερίσματα,
για να συνεχίσω να ζω
στο δικό μου.

Είμαι ο θάνατός σου, είσαι η ζωή μου.
Είμαστε εθισμένοι στην αποτυχία της γοητείας.
Κλειστά σινεμά, χιονισμένα βουνά, γέφυρες σηκωμένες
παραιτημένα ποδήλατα, άδεια πάρκινγκ, ετοιμόρροπα @@@@.
Μια ακόμα ευκαιρία να πούμε την αλήθεια ξοδεύτηκε στο πλεονάζον φως.

Το ραδιόφωνο έπαιζε μονάχα παράσιτα εδώ και χρόνια.
Όσα χρόνια χρειάστηκαν, τελικά, για να διαπιστώσουμε πως ήταν χαλασμένο.
Τα ίδια πάνω κάτω, δηλαδή, που απαιτούνταν για να συνεχίσουμε
να απολαμβάνουμε την ακρόαση.

Το παράθυρο είναι κομμένο δέντρο.
Ναρκωτικά, τηλεόραση, καθρέπτες.
Κάθε επαφή διανύεται ανάστροφα.
Παρκαρισμένα αμάξια εξηγούν τον
δρόμο. Μοιραζόμαστε την αναμονή
σε βάρδιες. Στο ίδιο πάντα ποτήρι.
Κάτω απ’ το τραπέζι, στην άκρη του
κρεβατιού, πίσω από την εξώπορτα.

Τα δύο μέτρα μεταξύ μας αρκούν
για να περάσει ο μεγαλύτερος ελέφαντας του κόσμου.
Αν καταφέρει πρώτα να βγει απ’ το δωμάτιο.
Ή κι αν τα 3 ευρώ την ώρα
μπορέσουν να κρατήσουν το δωμάτιο όρθιο.
Μένουμε σπίτι για να μην μας πλακώσει.
Μένουμε σπίτι με την ελπίδα ενός σεισμού.
Εδώ ιός. Εκεί Υιός. Ήμουνα νιος και γέρασα.
Κάποιοι θα ταξιδέψουν. Λίγοι θα φτάσουν.
Η λύση θα είναι πάντα η ίδια.
Ο ουρανός είναι ένα γράμμα χωρίς παραλήπτη.
Άνθρωποι όλων των εποχών, επιβιβαστείτε.
Ζώντες και τεθνεώτες, τωρινοί και μέλλοντες.
Ο ουρανός είναι ένα γράμμα δίχως αποστολέα.
Άνθρωποι όλων των εποχών, μεταβιβαστείτε.

Η μοναξιά είναι το νέο προϊόν.
Είτε είσαι μόνος, είτε στο τρένο τον 6:00.
Είτε έχεις σπίτι, είτε όχι,
αν και σε αυτή την περίπτωση έχεις κάνει τα ψώνια σου.
Ο Κινγκ Κονγκ τεμπελιάζει σε μια πλατεία
περιμένοντας την κορύφωση του Θείου Δράματος.
Θα κέρναγες οποιονδήποτε έναν καφέ
αρκεί να καθόσασταν στο ίδιο τράπεζι.
Οι πάγοι λιώνουν.
Οι έρημες γωνιές της πόλης έχουν χάσει την αίγλη τους
κι οι στύλοι σίγασαν.
Το παράξενο δεν χαμογελά.
Τα αστέρια συνεχίζουν να κοιτάν απορημένα.
Καμία φύση δεν σε βοηθάει να γδυθείς.
Κάθομαι με ένα παλτό γεμάτο ντροπή στη μέση του σαλονιού.
Αγοράζω εισιτήριο για όλες τις συναυλίες που ακυρώθηκαν.
Το καθημερινό ψωμί έρχεται απ’ τις πρίζες.
Μαζί με καρτ ποστάλ από την τελευταία μας μπύρα μαζί.
Ανά ώρα νέες προφητείες ανακυκλώνουν τον ορίζοντα.
Όλα τα παράθυρα ζέχνουν ασπρόμαυρο φιλμ.
Προσπαθείς να θυμηθείς ένα σπίτι έξω από την πόλη.
Ζητάς βοήθεια, μα όλοι κοιμούνται.
Τα βιβλία μπορούν να περιμένουν για πάντα
και για αυτό αρχίζεις να τα λοξοκοιτάς με αηδία.
Σκέφτεσαι να στείλεις αυτό το ποίημα στους φίλους σου
μα το έχεις ήδη κάνει.

Το παράθυρο είναι η πιο κοινή βρισιά. Κοιτάμε μέσα ή έξω από αυτό μόνο και μόνο για να επιβεβαιώσουμε  τους τοίχους που το περιβάλλουν. Σε κάθε του γωνία εξελίσσεται το μαρτύριο της ανοησίας μας πως η ελευθερία συνίσταται από αυτό που μπορούμε να δούμε και όχι το αντίθετο.

Αμέτρητες επιτύμβιες στήλες της αστικής μας ευδαιμονίας βράζουν τα αποφάγια της τυφλότητάς μας μέχρι να γίνουν ο χυλός που θα καλύψει ότι απέμεινε από κάποιον ορίζοντα στο βάθος.

Ένα παράθυρο για το ψέμα που μας συντηρεί. Ένα ακόμη για την προδοσία του φέγγους. Δύο περισσότερα για να θάβουμε τους νεκρούς μας. Εκατομμύρια παράθυρα σχηματίζουν την όψη ενός προσώπου όταν δεν υπάρχει κανείς.

Ο τοίχος παραμένει ατόφιος, ανορθόγραφος και λιγομίλητος, μια ανάμνηση από όταν ήμουν ακόμη παιδί. Όταν είχα την ικανότητα να τον διαθλώ στις πιο απίθανες αλήθειες, ενός οποιουδήποτε κόσμου. Τότε που μπορούσα να ακόμη να πετάω, απλά και μόνο ζητώντας του να παραμείνει τοίχος.

Όλοι έχουμε μια στιγμή στην ζωή μας από όπου συνέχεια πετάμε για να φτάσουμε σε τούτη εδώ ακριβώς την στιγμή. Η ώρα, το μέρος, το σώμα, ο σκοπός που αν κλείσουμε τα μάτια θα μπορούσαν κάλλιστα να επαναληφθούν καθώς τα ανοίγουμε ξανά. Εκείνη η πίστη πως το όνειρο υπάρχει για όσο το κρατάς στα χιλιόχρονα, βαριά σου βλέφαρα και η υπόσχεση πως θα επιστρέψεις σε αυτό για όσο παραμένει όνειρο. Το αειθαλές παράθυρο που ορίζει τον ορίζοντά μας. Οι αισθήσεις που κατέκτησαν το σώμα σου για σένα και στο παρέδωσαν να το γευτείς, να το μυρίσεις, να το κρατήσεις για πάντα ζωντανό όπως εκείνη την στιγμή. Η πρώτη και τελευταία στιγμή αυτού που πάντα θα θες και θα μπορείς να είσαι. Με βλέπω να γκαζώνω στην στροφή, πάνω στο σκουτεράκι, είναι άνοιξη, η πόλη κίτρινη σαν τσιγαρόχαρτο σιγοκαίγεται ανέμελη, τα φιλιά της έχουν εισχωρήσει πιο βαθιά από ότι είμαι, τα χάδια της σχηματίζουν ακόμα το μέλλον μου, σε λίγο φτάνω στους φίλους μου, έτοιμος να καταναλώσω οτιδήποτε λέγετε βράδυ, νύχτα, γιορτή, χορός, μουσική, το μηχανάκι απογειώνεται, αντίο μάγκες και να ‘μαι πάλι εδώ, μέχρι την επόμενη φορά.

Τελικά κρεμόμουν από μία κλωστή.
Μια μικρή μύγα που ανέπνεε την φαντασία.
Ήταν πραγματικά πολύ εύκολο να γίνω ο άνθρωπός σου.

Aδιαίρετη,
αδιάκοπη,
αδιάλειπτη, αδιάσπαστη,
αείροη, αέναη, άκαμπτη,
ακατάπαυστη, ακούραστη, αλλεπάλληλη,
ανεμπόδιστη, ανένδοτη, ανενόχλητη, ανεξάντλητη, άνευ
διακοπής, ανηλεής, ανυπολόγιστη, απανωτή, άπαυστη,
άπειρη, απεριόριστη, άσβεστη, ασταμάτητη, ατέλειωτη,
ατελείωτη, ατέρμονη, αχανής, διαρκείας, διαρκής,
διηνεκής, εκτεταμένη, έμμονη, ενιαία,
εξακολουθητική, επαναλαμβανόμενη,
επανειλημμένη, επίμονη, μόνιμη,
μονοκόμματη, ολοπαγής, παντοτινή,
παρατατική, παρατεταμένη, πυκνή,
ρέουσα, σταθερή, συμπαγής, συναπτή,
συνδεδεμένη, συνεχής, συνεχόμενη,
συχνή, τακτική, χρόνια,
σιωπή.

Κάθομαι και περιμένω. Αυτό που θέλω να συμβεί είναι πολύ απλό. Είμαι σίγουρος πως μέχρι το τελευταίο ποτήρι του μπουκαλιού θα τα έχω καταφέρει. Βοηθάει και η κουβέντα που προηγήθηκε με την γυναίκα. Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων. Κοιτάω τα αραδιασμένα πράγματα στο γραφείο. Τον χρόνο που δαπανήθηκε για να επιστρέψουν όλα τους από την αχρηστία. Από την γέννηση. Ώπα. Απότομη στροφή σημαίνει πατιλίκια με το χέρι στα μπούτια σου. Κοιτάω το καντράν και δεν λέει παρά τον αχνό περίπλου των σχημάτων. Χρειαζόμαστε μια σφαίρα στο κεφάλι μας. Την προσωδία της φωνής που θα μας πνίξει. Ένα ξεβρασμένο αστείο στις όχθες του Ευφράτη. Κοίτα μας πως τρυπάμε το κρίνο στο δάχτυλο, περιμένοντας να προδώσει την σκιά του. Πέρασε ήδη η ώρα των τέκνων μου και ετοιμάζομαι να προσχώσω την πέτρα στον ήλιο. Τα φαντάσματα περιπολούν τις αρτηρίες μου κι ο χρόνος είναι η πληγή που ανασαίνει την πλήξη μου. Τράκαρα. Επιτέλους. Οτιδήποτε ιερό απαιτεί ένα αίμα για να παρθεί. 159 λέξεις. Δεν θέλω να πω κάτι, απλά να γράψω.

 

Μετράω τρεις πόρτες μέχρι τον δρόμο. Καθώς είμαι άφραγκος μετράω τέσσερα χιλιόμετρα μέχρι το δάσος. Εκεί, έπειτα από μία ζωή κουράγιο και πάνω κάτω καμιά τριανταριά δέντρα εισέρχομαι στο απόλυτο σκοτάδι. Μετράω τέσσερα, πέντε, έξι δευτερόλεπτα και πέφτω στα γόνατα. Με τις άκρες των δαχτύλων μου πιάνω δύο πετρούλες και τις μετράω ξανά και ξανά. Μετράω ως το δέκα και ξανασηκώνομαι. Αρχίζω να βαδίζω προς τα μπρος, με αργά και μουδιασμένα βήματα, μετρώντας τα ένα ένα. Στον αριθμό εφτά βημάτων σταματώ, ανακουφισμένος και περήφανος για την πορεία που διένυσα. Σηκώνω το κεφάλι στον ουρανό που εκπέμπει πάνω από τις κορφές των δέντρων κι αντικρίζω τόσα αστέρια που αν έκανα τον κόπο να τα μετρήσω θα ξημέρωνε. Παρόλα αυτά μετράω τυχαία είκοσι από αυτά. Πλέον, δεν νιώθω φόβο αλλά μια γλυκιά, ιαματική έξαψη. Νιώθοντας πως τόσα μετρήματα δεν πήγαν στράφι αρχίζω να βαδίζω ξανά. Η καρδιά μου χτυπά πανηγυρικά. Κάνω δέκα βήματα, παραξενευμένος από την ομαλότητα του εδάφους. Θυμόμουνα πως μετά το μικρό πλάτωμα που σε υποδεχόταν υπήρχε μια ανηφόρα, διάσπαρτη από λακκούβες και κοτρόνες. Ετοιμάζομαι να μετρήσω άλλα δέκα βήματα όταν ακούω από πίσω μου ένα γρύλισμα που αμέσως γίνεται γάβγισμα σπάζοντας όλο το τοπίο σε κομμάτια. Δεν μετράω το κλαψούρισμά μου και καθώς αντιλαμβάνομαι πως το γάβγισμα πλησιάζει κι αρχίζω να τρέχω με μεγάλα, άτσαλα βήματα, δίχως να καταλαβαίνω αν κρατάω την ευθεία, μάλλον πηγαίνοντας δεξιά κι αριστερά, ξάφνου πατώντας σε μία λακκούβα, πέφτοντας, το γάβγισμα να δυναμώνει, σηκώνομαι, τρέχω πάλι, χτυπάω το κεφάλι μου σε κάτι, πέφτω. Ανοίγοντας τα μάτια μου το φύλλωμα των δέντρων λαμπύριζε μέσα σε ένα ολόφρεσκο φως. Μέτρησα ένα καρούμπαλο στο μέτωπό μου και τρεις γενναίες γρατσουνιές στα δυο μου χέρια. Μέτρησα, ακόμη, ακριβώς τα ίδια χιλιόμετρα, τις τρεις ολόιδιες πόρτες και διακόσες ογδόντα εννιά λέξεις για να επιστρέψω στο δωμάτιο μου.