μουτζούρα


Λευκό κανείς δεν πρόλαβε να δει, κανείς δεν μπόρεσε να πει, καθώς ευθύς το μαύρο εγώ κι εσύ και όλοι μας χαράζουμε. Αλήθεια, πως να ορίζεται η απόλαυση αν όχι με την διαμάχη δύο δυνάμεων, εξίσου ισχυρών, που η κάθε μια την άλλη ποθεί να κατακτήσει, να εξαφανίσει μες τη δικιά της φύση. Πέραν πάσης αλληγορίας είναι σαφές πως το πρωταρχικό μέλημα κάθε λέξης είναι η εναντίωση της στο φάσκιωμα της σελίδας, του τοίχου ή του σώματος. Η μονοχρωμία τους αποτελεί μια απειλή και μια ύβρις απέναντι στον κόσμο αυτό και γι’ αυτό η διάρρηξη της αποτελεί μονόδρομο για τον άνθρωπο που γνωρίζει το πως και το γιατί εξακολουθεί να υπάρχει. Ένα περιβάλλον δεν μπορεί να οριστεί ως τέτοιο αν και εφόσον δεν κατακρημνίζει την απολυτότητα κάθε απόχρωσης. Πριν καν με γνωρίσω οφείλω να αντιπαρατεθώ στο κενό που χάσκει ολόγυρα μου. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος από το να σηματοδοτήσω εμένα ως το σημείο από όπου θα αρχίσει η επέκταση μου και η κατάληψη κάθε χώρου που δύναμαι να καταλάβω. Πόσο συχνά αγνοούμε πως η μεγαλύτερη καταστροφή συνίσταται από την αντίρροπη πορεία της δημιουργίας. Προς την κατάλυση, δηλαδή, των πάντων και τη σύζευξη τους στο απέραντο και δίχως επιστροφή λευκό. Οι λέξεις αυτές δεν αποσκοπούν σε τίποτα άλλο πέρα απ’ την διάσπαση, σε κάτι λιγότερο ξένο κι επικίνδυνο, αυτού του άδηλου τοπίου.


Η μούσα είπε άτιτλο


Μακάρια η αναγκαιότητα του τώρα
με τους τρόπους του φωτός της σύγχυσης και του ήχου
νύχτες και μέρες όλα σε ένα
η στιγμή της ζωής μου μια θεσπέσια συμφωνία
απλά συνεχίζοντας να γράφω αυτό το τραγούδι
συνεχίζοντας να το τραγουδώ.

Κανά τσιγάρο λέξεις προσπαθώντας να συγκεράσεις γνώση και άγνοια ένα αδιόρατο συναίσθημα που υπόσχεται πως θα καταλύσει το στερεότυπο της μοναξιάς εν είδη οφθαλμού βοώντος εν την οθόνη σημείο τήξης σημείο τομής σημείο σημείο σημείο σημείο ζωής.

Υπόσχομαι πως την επόμενη φορά θα μαντέψω τα ονόματα σας, τον τρόπο που εκφέρετε το σίγμα, έναν οποιονδήποτε επταψήφιο κωδικό και ποια ήταν η τελευταία φορά που επικαλεστήκατε τη δικαιοσύνη. Ελπίζω τότε να πειστείτε πως τα παιδιά σας αξίζουν ένα καλύτερο μέλλον.

Έπειτα από αλλεπάλληλες αναγνώσεις απηυδισμένος αναφώνησα » Tς, τς, Έλλιοτ… ».

Η προεκλογική καμπάνια ξεκίνησε με ένα πολύ δυνατό σύνθημα – Ουδείς έκων ηλίθιος.


ποιοί


Δεν είμαστε δημοσιογράφοι των καιρών, μα ποιητές του σπειρώματος της ιστορίας, οπότε ας τελειώνουμε επιτέλους με τη σύνταξη των βιογραφικών μας. Τέτοιες προσδοκίες δεν ταιριάζουν με τον προορισμό της ποίησης. Του εναντίον, φασκιώνουν τις λέξεις, κατακρεουργούν τους ήχους, αποκοινωνικοποιούν τους χώρους, σύρουν το στίχο σαν βορά, εν ονόματι της ταυτοποίησης ενός πλήθους ανωνύμων.


=


Ο κατάλληλος, ο διαλεχτός εχθρός σου είναι αυτός που πλένει το πρόσωπο σου το πρωί, αυτός σε πάει στη δουλεία, αυτός σε φέρνει σπίτι, αυτός σε ταΐζει, αυτός καπνίζει τα τσιγάρα σου, αυτός πίνει τον καφέ σου, αυτός παίρνει τηλέφωνο τους φίλους σου, αυτός κοιμάται με την γυναίκα σου, αυτός διαβάζει τα βιβλία σου κι αυτός είναι που πίνει τις μπύρες σου στο καφενείο. Χωρίς αυτόν πια ξέρεις πως είσαι ένα τίποτα. Ξέρεις, επίσης, πως αν δεν ήταν ο ορκισμένος εχθρός σου θα μπορούσες σχετικά εύκολα να τον αγαπάς.


 

<<<


Ανοίγοντας μία μία τις προτάσεις
έβγαλα τη ζώνη του πατέρα απ’ το λαιμό και την ακούμπησα στο πάτωμα.
Όταν βέβαια το κρίνω απαραίτητο πέφτω και την σκεπάζω με το κορμί.
Δεν είναι ούτε φρόνιμο ούτε σωστό να την αφήνω συνέχεια μόνη.


συνεπαγωγή


Όταν στο τέλος της ιστορίας οι λέξεις χάσουν όποια σημασία τους έχει απομείνει είμαι πεπεισμένος πως δεν θα σταματήσω να χτυπώ είτε γράμματα είτε ακόμη σύμβολα ακατανόητα, παντελώς αδιαφορώντας για κάθε έρεισμά τους, καθώς κατέστη πια σαφές πως ο λόγος κι η ύπαρξη αυτή αυτόματα συνεπάγονται και με οποιοδήποτε τρόπο.


αμπλαούμπλες


Όσα νιώθω φυσικά και δεν αρκούν,
μα πραγματικά πόσα μπορούν να ειπωθούν γύρω από ένα τραπέζι;
Υποψιάζομαι πως πλέον οι συνάνθρωποι μας είναι απλά μια αφορμή
για να ανοίγουμε τα στόματα μας.
Γέμισε το διαδίκτυο με πειστήρια της εκδοχής
πως ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου είναι ο ίδιος άνθρωπος.


 

Μιλώντας για αυτό που μιλάνε όλοι


Αγκίστρωσε την καρδιά του και την πέταξε στο βαθύ διάστημα
ανάμεσα σε δύο γράμματα.
Συναρπαστικό και βασανιστικό συνάμα
δεν ήταν σκοτάδι
δεν ήταν φως
έμοιαζε με βόμβο
μια φωνή που πάσχιζε να συμπεριλάβει σε έναν και μόνο ήχο
τα πάντα.
Επιθυμούσε να νιώσει, να καταλάβει, να μάθει.
Επιθυμούσε τη φωνή, τη λάτρευε
μα όσο κι αν προσπαθούσε
ήταν απλά αδύνατο να ξεχάσει
πως ήταν άνθρωπος.


 

Καλημερούδια


Πρώτα κατέφθασαν τα ρήματα, διαμέσων των δημογερόντων της πλανητικής κωλοτρυπίδας κι ακολούθησαν οι ορδές των φανατισμένων χρυσοθήρων, με μοναδικό καημό να μην γίνει λόγος για τα επίθετα που μας συγγενεύουν με τον εχθρό.

Αρκεί να καταλύσουμε την υποψία πως ο λόγος οφείλει να αρθρώνεται κι αναληφθήκαμε δια παντός εις του ουρανούς ενός αυταπόδεικτου ειρμού χρωματιστών κουμπιών.

Αυτόματες σκέψεις γαζώνουν τις λεπτεπίλεπτες κλεψύδρες της νόησης κι η άμμος της δημιουργίας χύνεται και φτιάχνει την παραλία απ’ όπου θα εισέλθουμε ξανά στον ωκεανό του ενός κυττάρου.

Ένα κι απαράλαχτο, από κάθε τι, προσδοκά την επανάληψη του εαυτού του ως την επιβεβαίωση της παντοδυναμίας του απέναντι στο μηδέν που πάντα καραδοκεί.

Το βαθύ πηγάδι της αυτογνωσίας έχει στερέψει κι απ’ τους τοίχους του αντιλαλούν μακροσκελή κι επαναλαμβανόμενα φωνήεντα. Είναι ο αέρας κι η φωτιά που ψάχνουν για ακόμα μια φορά, γη να ερωτευτούν.

Σε σώμα υγιές κι επισφαλές, ο τόνος ενός ποιητή, σημαίνει τον συναγερμό, το συρφετό των ορισμών ενός ανέστιου πλήθους λέξεων και ονομάτων. Αναμεταδίδει την επιούσια παραβολή της κύμανσης απ’ το μηδέν ως το άπειρο.

Τα στόματα και τα μάτια και τα χέρια τιθασεύονται στην επιτάχυνση της καρδιάς του κτήνους, εκεί που το σιωπηλό, ανέραστο ψύχος στέφεται βασιλιάς κι υπήκοος.