Πέρα από την άγραφη θάλασσα, τα χαλκοπράσινα βουνά, αζύγιστα και φρόνιμα, με τις ρυτίδες τους και τις ουλές τους, σκαμένες στην πέτρα και λειασμένες από ξερό, ασυλλάβιστο χώμα, κουβαλούν τις ρυθμικά στροβιλιζόμενες ανεμογεννήτριες που παραχαράσσουν τον ορίζοντα σε ένα παιχνίδισμα ολωσδιόλου ανθρώπινο. Ο ήλιος θριαμβεύει στις πλαγιές καθώς χρυσίζει απαλά στα τελευταία του σινιάλα, αφήνοντας την σκιά από την άλλη μεριά να βαθαίνει, έως την κοιλάδα ενός μυστικού που αδημονεί να αναδυθεί. Δυο γλάροι φτεροκοπάν διακριτικά πάνω στις ρίζες του κύματος, ολόγυρα στην βάρκα που υπενθυμίζει στο τοπίο, αν και φευγαλέα, ποιος το οδηγεί στο βέλος του χρόνου. Σίγουρος πια για την έκβαση των χρωμάτων και των σχημάτων, αποφασίζω να κλείσω τα μάτια, αφήνοντας απέξω όλα τα στίγματα του αναπάντητου φωτός, για να διαβάσω την αμήχανη φλέβα της αναπνοής μου.

Δρόσιζε και γλύτωνε τα μάτια της πάνω στα φρεσκοπλυμένα, εφηβικά μπουτάκια που διάβαιναν την πόρτα του ναού. Μέχρι και τις μεγάλες, φαρδιές γάμπες, τυλιγμένες μέσα στα χοντρά καλσόν κατάφερνε να συνταιριάξει με τον δεκαπενθήμερο ήλιο του Αυγούστου και την ομορφιά της απώλειας, ενός ακόμα καλοκαιριού ή και όλων μαζί. Μα τι στο διαόλο, απορούσε κι έγλυφε τον ιδρωτα που κυλούσε από το μέτωπό της ως τις ρίζες της συκιάς που βόλευε το μπανιστήρι της. Μπαίνουν μέσα σε ένα σπίτι, μόνο και μόνο για να βγουν απ’ αυτό. Και που θα πάνε; Εδώ θα ‘ρθουν.

Χρησιμοποίησα τον ίδιο στίχο χίλιες φορές.
Επιτέλους, δεν έχει καμιά σημασία ποιος πλήγωσε ποιον.
Ούτε καν το αν κάποιος είναι πλέον νεκρός.

Κάτι έχω κάνει και γω που να μην έχει σημασία.
Ελπίζω το μέλλον να με γλυτώσει για αυτό.
Ή ας είναι ο ίδιος αέρας που πετάει στην χλόη.
Μια φροντίδα λιγότερη για ότι απομένει.

Κοιμάμαι θα πει ξυπνάω μες στο σώμα μου
Ξυπνάω θα πει κοιμάμαι στο δικό σου
Το ίδιο ισχύει και για τον θάνατο

Κωλοχανείο.
Η αθανασία είναι ένα κενό γράμμα.
Άντε βρες ποιος το ‘πε κι αυτό.

Εγώ είμαι πιο σημαντικός από μένα.

Κάθε τι που σπάει αναδημιουργεί τον χρόνο.
Η ποίηση μου διατηρεί το άλλοθι της απόστασής μας.
Ένα έτσι, φάε γιουβέτσι.

Προσπαθώ να σε αγαπώ αλλά δεν ξέρω αν υπάρχω.
Πάλι, τρεις μόλις μπύρες είναι πιο σημαντικές από μένα.

Φυσάει, αλλά δεν ξέρω πως προφέρεται.
Ρίξτε έναν ωκεανό στις στάχτες μου.
Χτίστε μια διώρυγα στην καρδιά μου.
Να περνάνε οι μέρες κι οι φίλοι δίχως θυμίαμα.

Μακάρια η βροχή του οινοπνεύματος.
Γιατί αυτή είναι η παραγκούπολη των ουρανών.

Μπλα, μπλα, μπλα, μου χεις λείψει, γαμημένα όλα.

 

Ο Γιώργος δεν ήταν ποτέ φίλος μου, με τον τρόπο που κάποιους ανθρώπους τους αγαπάς ακριβώς για αυτό, αλλά του οφείλω την εκκίνηση της ποιητικής μου καριέρας. Παίζαμε εκείνη την εποχή σε μια μπάντα μαζί κι αν δεν με εκτιμούσε ιδιαίτερα σαν τραγουδιστή, τουλάχιστον δεν πρέπει να με σεβόταν καθόλου σαν καλλιτεχνική προσωπικότητα εν γένει. Από κει κάπου του έφτασε κι η ατάκα πως επιβιώνω το ίδιο κοινότυπα με το στυλό που έγραφε τους στίχους του συγκροτήματος και το σώμα που κρατούσε το μικρόφωνο σε πλήρης θέα στα λάιβ μας. Ειδικά όταν κάτι τέτοιο λέγεται μετά από λίγες παραπάνω μπύρες μιας καθημερινής με δουλειά στην οικοδομή την επόμενη χρειάζεται μια απάντηση που δεν θα διστάσει να κόψει το αίμα στα δυο. Κυκλοφορούσα μέρες θυμάμαι μαζί της, μα ήρθε σιμά κοντά ένα απόγευμα μες στον κρύο Γενάρη της χρονιάς εκείνης, που αδημονούσε για γενναίες και ριψοκίνδυνες πράξεις. Έφτιαξα το μπλογκ κι ανέβασα μεμιάς ότι είχα έτοιμο σε κειμενογράφο. Τις επόμενες μέρες προστέθηκαν τα πρώτα της φρέσκιας μου ανάσας στα μούτρα του κι ας είχα καιρό να τον δω. Γρήγορα κατάλαβα πως βρήκα τον τρόπο να λέω σε όλους αυτό που θα ήταν καλύτερα να μην ξέρουν και ποτέ να μην μάθουν, γιατί είναι προτιμότερο να πεθαίνεις μόνος παρά να πεθαίνεις απλά. Έπειτα ήρθαν κι άλλα ψευδώνυμα με παρόμοιες ή αντίθετες διαστάσεις κι ένιωσα ζεστά, ικανός να συνεχίσω να σπέρνω, να σκαλίζω και να τρυγώ ένα δέντρο με καρπούς τα γνωστά μου ψέματα, τις απεγνωσμένες μου αλήθειες και ρίζες που απλώνονται ολοένα κι ως την φλέβα που σφυράει το βράδυ στην οθόνη, στο ίδιο γραφείο, με την ίδια καρέκλα, εδώ και χρόνια στο ίδιο φευγιό. Τις προάλλες τον συνάντησα και με ρωτούσε τι κάνω. Ότι πάντα, ρε φίλε, του απάντησα, κι αυτό πλέον αρκεί για ένα ακόμα κείμενο.

Κι αφού στην περίπτωσή μας το νόμισμα δεν υπάρχει
θα ήταν καλύτερα πετώντας το στον αέρα
να ποντάρουμε πως θα χαθεί
ανάμεσα σε όλα αυτά
που είναι ήδη
χαμένα.

Tickets

thumbnail

Αγαπητά μου παιδιά,

Ξεκίνησα να σας λέω τις ιστορίες των εισιτηρίων κι είπα να το πω όλο. Ότι σώνεται τέλος πάντων για απόψε.

Στον Ντίνο, που τον ακύρωσα.

Suede: Σκάω ψαρωμένος για το indie που δεν κορύφωσα ποτέ και βλέπω τον τύπο από την γκαράζ μπάντα του προηγούμενου live στο Gagarin με μπλούζα Monster Magnet. Πρέπει να υπέθεσα πως κάτι σημαντικό πρόκειται να συμβεί. Δεν θυμάμαι, ήμουν με την Χρύσα. Μάλλον ήθελα να πετάξω κάτι από πάνω μου αλλά τελικά κατέβασα δυο κοπέλες μέχρι την κοντινότερη στάση.

Fu Manchu: Το 19 φαίνεται. Καμιά δωδεκαριά σκειτάδες και γω. Με καμπάνα και μάτια ως την θάλασσα. Όμορφα, ήσυχα, just like a hippie should. Η μπάντα έμοιαζε να κινείται από κάπου μακριά.

Orange Goblin: Μια καλή παρέα είναι όσες περισσότερες μπύρες και κείνο το βράδυ χωρούσαμε κάτι περισσότερο. Τα απολύτως απαραίτητα.

Gong: Δεν θυμάμαι κανέναν, μήτε σένα Φόρη, ίσως να λείπει πια κι όλο το μαγαζί, αλλά εκείνη η σκιά, το κρανίο της γυναίκας, καθώς φεγγοβολά και λάμπει και υπόσχεται πως τα κορμιά μας είναι το ίδιο σώμα. Μαλάκα, σίγουρα κάτι υπάρχει ακόμα εκεί. Σχεδόν φαίνεται.

Κ. Βήτα: Όσες φορές δεν ήταν αρκετές μιας και για να πεις την αλήθεια χρειάζεσαι όλη την νιότη που μπορείς να προσφέρεις. Νιώθαμε το κοινό. Ήταν πάρτι, μα ο καθένας γνώριζε πόσο έχει κοστίσει.

Radio Birdman: Εισιτήριο για τα τελευταία 30 λεπτά και φουλ στο πιόμα, μανούρα, ξεφτίλα, πουν’ το, πουν’ το το δαχτυλίδι, απορώ πως έφτασα σπίτι με τέτοιο κατακλυσμό. Συνέχισε να βρέχει για μήνες.

Monster Magnet: Ναι θέλω οτιδήποτε υπάρχει, ακόμη κι αν είναι ναρκωτικά, σύμπαν, σεξ, δύναμη. Αγαλματάκια ακούνητα, ψιψίνες. Τα δόντια τρίζουν και δεν γυρνάμε να ζητήσουμε ούτε κουράγιο. Αρένα. Κάποιος ουρλιάζει, λες να είμαι εγώ;

Portishead: You knew it could not happen again. Too young, too careless, too sorry. Τι κρίμα που ήμασταν τόσο χαζοί για ένα τέτοιο φως.

Blur: Ο τύπος που πήδησε στην πρώτη νότα των Deus ήμουν εγώ, από το έδαφος στο τίποτα.

ΥΓ: Billακο περιμένω το ίδιο κι από σένα. Κι εσύ κέρνα το σε κάποιον άλλο, ρε παιδί μου.

bore ink

Κανείς δεν με ρώτησε για το νόημα εκείνου του περίφημου στίχου μου για το φως των αστεριών. Έτσι αναγκάστηκα να απαντήσω πως δεν είναι σωστό να αποκρίνεσαι σε ερωτήσεις που δεν έγιναν. Όποιος με άκουσε θα θεώρησε πως μιλάω στον εαυτό μου και αυτό ήταν η αμέσως επόμενη, ή πιθανώς κι η προηγούμενη, ερώτηση κι απάντηση σε οτιδήποτε θα επιθυμούσατε να πούμε.

 

 

 

Είχαμε τα χειρότερα ναρκωτικά για τον καλύτερο εαυτό μας μέχρι που δεν είχε πια σημασία τι καίγονταν.
Από κει και πέρα η φύση έγινε μπλε. Αναπαράσταση άδειων δωματίων.
Επαρκής χώρος για άχρηστη μαγεία.
Η σπουδαιότερή μας σκέψη
α
π
έ
χ
ε
ι πατώματα.

Μένουμε μόνοι μας με τους ανθρώπους λες κι η μοναξιά μας ανήκει.
Μα δεν είναι παρά ένα δώρο φτηνό σε όσους ακόμα ψιθυρίζουν το όνομά τους.

Όσο μεγαλώνεις δεν χρειάζεσαι φίλους αλλά εχθρούς.
Αδιαφορείς για την νίκη ή την ήττα.
Προσδοκάς αίμα. Γνήσιο, αστραφτερό αίμα.

Όπως και να ‘χει θα συνεχίσω να μισώ αυτή την πόλη.
Απλά αύριο δεν θα χρειαστεί να το υπογράψω.
Θα πρέπει να φορέσω το κεφάλι μου ξανά.
Να αφήσω τον ίσκιο μου να μπλεχτεί στα πόδια σου.
Δευτέρα κίτρινη σαν κάτουρο από στραβό μεθύσι.
Με τσατσάρες κι απολυμαντικά μαντηλάκια.
Όλοι οι δρόμοι να οδηγούν πάλι πίσω.
Κάπου μεταξύ πουθενά και μιας θύμησης αυτού.
Πολύχρωμοι μπάτσοι και μαυροφορεμένες γριές.
Πανδημία, απομόνωση, ύφεση, κατάθλιψη.
Οθόνη στην οθόνη με ένα φάντασμα να πλανιέται.
Ο Μάης είναι σκληρός σαν καλό ποίημα.
Από εκεί που κάθομαι βλέπω μόνο τα γόνατά μου.
Ίσως θα ήταν καλύτερα να ξαπλώσω.

Πευκούλια «Σημειώσεις απ’ το δρόμο»

Ποιος χρειάζεται τις αναμνήσεις ενός τύπου για τα Πευκούλια; Η απάντηση είναι ξεκάθαρη σε όποιον έχει βρεθεί στην παραλία, διαισθανόμενος την συλλογική της μνήμη ως αναπόσπαστο κομμάτι της. Για όποιον βίωσε και βιώνει τον αέναο κύκλο της πρώτης και παντοτινής βουτιάς στο μαγικό της στερέωμα. Κύματα φωτός και ύλης που σμίγουν για να γεννήσουν ξανά το καλοκαίρι μας, την αγάπη μας για την ζωή, την ελευθερία μας, τους έρωτές μας και την βαθιά μας φιλία. Το φυσικό μυστικό της παραλίας ανεμίζει στις σελίδες του Βασίλη κι όποιος αφουγκραστεί προσεκτικά μπορεί να ακούσει τον ήχο της πρώτης τρομπέτας, ίσως και της τελευταίας για μερικούς από μας.

Πευκούλια «Σημειώσεις απ’ το δρόμο»  του Βασίλη Νικολόπουλου

 

 

I stole an A from a passing stranger and then a B from a book I loved.
Y was a gift from you and finally two S’s fell down from the summer sky.
I wrote them down and waited till there was nothing left.

Karma is a fridge. It can preserve almost everything.

Karma is a glitch. You can never be sure if its working or not.

Karma is bridge. As soon as you cross it you are all the way back.

Karma is an itch. You can take pleasure but it will get even worst.

Karma is a peach. You can either eat it or fuck it.

Karma is a ditch. It can save you but you might be dead, already.

Karma is a pitch. Its easiest to roll down.

Karma is a grinch. Don’t get married to it.

Αυτή τη φορά περίμενα ως τα μεσάνυχτα ∙
ένα θαυμάσιο γυναικείο ουρλιαχτό
από τα διπλανά διαμερίσματα,
για να συνεχίσω να ζω
στο δικό μου.

Είμαι ο θάνατός σου, είσαι η ζωή μου.
Είμαστε εθισμένοι στην αποτυχία της γοητείας.
Κλειστά σινεμά, χιονισμένα βουνά, γέφυρες σηκωμένες
παραιτημένα ποδήλατα, άδεια πάρκινγκ, ετοιμόρροπα @@@@.
Μια ακόμα ευκαιρία να πούμε την αλήθεια ξοδεύτηκε στο πλεονάζον φως.

Το ραδιόφωνο έπαιζε μονάχα παράσιτα εδώ και χρόνια.
Όσα χρόνια χρειάστηκαν, τελικά, για να διαπιστώσουμε πως ήταν χαλασμένο.
Τα ίδια πάνω κάτω, δηλαδή, που απαιτούνταν για να συνεχίσουμε
να απολαμβάνουμε την ακρόαση.

Το παράθυρο είναι κομμένο δέντρο.
Ναρκωτικά, τηλεόραση, καθρέπτες.
Κάθε επαφή διανύεται ανάστροφα.
Παρκαρισμένα αμάξια εξηγούν τον
δρόμο. Μοιραζόμαστε την αναμονή
σε βάρδιες. Στο ίδιο πάντα ποτήρι.
Κάτω απ’ το τραπέζι, στην άκρη του
κρεβατιού, πίσω από την εξώπορτα.

Τα δύο μέτρα μεταξύ μας αρκούν
για να περάσει ο μεγαλύτερος ελέφαντας του κόσμου.
Αν καταφέρει πρώτα να βγει απ’ το δωμάτιο.
Ή κι αν τα 3 ευρώ την ώρα
μπορέσουν να κρατήσουν το δωμάτιο όρθιο.
Μένουμε σπίτι για να μην μας πλακώσει.
Μένουμε σπίτι με την ελπίδα ενός σεισμού.
Εδώ ιός. Εκεί Υιός. Ήμουνα νιος και γέρασα.
Κάποιοι θα ταξιδέψουν. Λίγοι θα φτάσουν.
Η λύση θα είναι πάντα η ίδια.
Ο ουρανός είναι ένα γράμμα χωρίς παραλήπτη.
Άνθρωποι όλων των εποχών, επιβιβαστείτε.
Ζώντες και τεθνεώτες, τωρινοί και μέλλοντες.
Ο ουρανός είναι ένα γράμμα δίχως αποστολέα.
Άνθρωποι όλων των εποχών, μεταβιβαστείτε.

Η μοναξιά είναι το νέο προϊόν.
Είτε είσαι μόνος, είτε στο τρένο τον 6:00.
Είτε έχεις σπίτι, είτε όχι,
αν και σε αυτή την περίπτωση έχεις κάνει τα ψώνια σου.
Ο Κινγκ Κονγκ τεμπελιάζει σε μια πλατεία
περιμένοντας την κορύφωση του Θείου Δράματος.
Θα κέρναγες οποιονδήποτε έναν καφέ
αρκεί να καθόσασταν στο ίδιο τράπεζι.
Οι πάγοι λιώνουν.
Οι έρημες γωνιές της πόλης έχουν χάσει την αίγλη τους
κι οι στύλοι σίγασαν.
Το παράξενο δεν χαμογελά.
Τα αστέρια συνεχίζουν να κοιτάν απορημένα.
Καμία φύση δεν σε βοηθάει να γδυθείς.
Κάθομαι με ένα παλτό γεμάτο ντροπή στη μέση του σαλονιού.
Αγοράζω εισιτήριο για όλες τις συναυλίες που ακυρώθηκαν.
Το καθημερινό ψωμί έρχεται απ’ τις πρίζες.
Μαζί με καρτ ποστάλ από την τελευταία μας μπύρα μαζί.
Ανά ώρα νέες προφητείες ανακυκλώνουν τον ορίζοντα.
Όλα τα παράθυρα ζέχνουν ασπρόμαυρο φιλμ.
Προσπαθείς να θυμηθείς ένα σπίτι έξω από την πόλη.
Ζητάς βοήθεια, μα όλοι κοιμούνται.
Τα βιβλία μπορούν να περιμένουν για πάντα
και για αυτό αρχίζεις να τα λοξοκοιτάς με αηδία.
Σκέφτεσαι να στείλεις αυτό το ποίημα στους φίλους σου
μα το έχεις ήδη κάνει.

Το παράθυρο είναι η πιο κοινή βρισιά. Κοιτάμε μέσα ή έξω από αυτό μόνο και μόνο για να επιβεβαιώσουμε  τους τοίχους που το περιβάλλουν. Σε κάθε του γωνία εξελίσσεται το μαρτύριο της ανοησίας μας πως η ελευθερία συνίσταται από αυτό που μπορούμε να δούμε και όχι το αντίθετο.

Αμέτρητες επιτύμβιες στήλες της αστικής μας ευδαιμονίας βράζουν τα αποφάγια της τυφλότητάς μας μέχρι να γίνουν ο χυλός που θα καλύψει ότι απέμεινε από κάποιον ορίζοντα στο βάθος.

Ένα παράθυρο για το ψέμα που μας συντηρεί. Ένα ακόμη για την προδοσία του φέγγους. Δύο περισσότερα για να θάβουμε τους νεκρούς μας. Εκατομμύρια παράθυρα σχηματίζουν την όψη ενός προσώπου όταν δεν υπάρχει κανείς.

Ο τοίχος παραμένει ατόφιος, ανορθόγραφος και λιγομίλητος, μια ανάμνηση από όταν ήμουν ακόμη παιδί. Όταν είχα την ικανότητα να τον διαθλώ στις πιο απίθανες αλήθειες, ενός οποιουδήποτε κόσμου. Τότε που μπορούσα να ακόμη να πετάω, απλά και μόνο ζητώντας του να παραμείνει τοίχος.

Όλοι έχουμε μια στιγμή στην ζωή μας από όπου συνέχεια πετάμε για να φτάσουμε σε τούτη εδώ ακριβώς την στιγμή. Η ώρα, το μέρος, το σώμα, ο σκοπός που αν κλείσουμε τα μάτια θα μπορούσαν κάλλιστα να επαναληφθούν καθώς τα ανοίγουμε ξανά. Εκείνη η πίστη πως το όνειρο υπάρχει για όσο το κρατάς στα χιλιόχρονα, βαριά σου βλέφαρα και η υπόσχεση πως θα επιστρέψεις σε αυτό για όσο παραμένει όνειρο. Το αειθαλές παράθυρο που ορίζει τον ορίζοντά μας. Οι αισθήσεις που κατέκτησαν το σώμα σου για σένα και στο παρέδωσαν να το γευτείς, να το μυρίσεις, να το κρατήσεις για πάντα ζωντανό όπως εκείνη την στιγμή. Η πρώτη και τελευταία στιγμή αυτού που πάντα θα θες και θα μπορείς να είσαι. Με βλέπω να γκαζώνω στην στροφή, πάνω στο σκουτεράκι, είναι άνοιξη, η πόλη κίτρινη σαν τσιγαρόχαρτο σιγοκαίγεται ανέμελη, τα φιλιά της έχουν εισχωρήσει πιο βαθιά από ότι είμαι, τα χάδια της σχηματίζουν ακόμα το μέλλον μου, σε λίγο φτάνω στους φίλους μου, έτοιμος να καταναλώσω οτιδήποτε λέγετε βράδυ, νύχτα, γιορτή, χορός, μουσική, το μηχανάκι απογειώνεται, αντίο μάγκες και να ‘μαι πάλι εδώ, μέχρι την επόμενη φορά.

Τελικά κρεμόμουν από μία κλωστή.
Μια μικρή μύγα που ανέπνεε την φαντασία.
Ήταν πραγματικά πολύ εύκολο να γίνω ο άνθρωπός σου.

Aδιαίρετη,
αδιάκοπη,
αδιάλειπτη, αδιάσπαστη,
αείροη, αέναη, άκαμπτη,
ακατάπαυστη, ακούραστη, αλλεπάλληλη,
ανεμπόδιστη, ανένδοτη, ανενόχλητη, ανεξάντλητη, άνευ
διακοπής, ανηλεής, ανυπολόγιστη, απανωτή, άπαυστη,
άπειρη, απεριόριστη, άσβεστη, ασταμάτητη, ατέλειωτη,
ατελείωτη, ατέρμονη, αχανής, διαρκείας, διαρκής,
διηνεκής, εκτεταμένη, έμμονη, ενιαία,
εξακολουθητική, επαναλαμβανόμενη,
επανειλημμένη, επίμονη, μόνιμη,
μονοκόμματη, ολοπαγής, παντοτινή,
παρατατική, παρατεταμένη, πυκνή,
ρέουσα, σταθερή, συμπαγής, συναπτή,
συνδεδεμένη, συνεχής, συνεχόμενη,
συχνή, τακτική, χρόνια,
σιωπή.

Κάθομαι και περιμένω. Αυτό που θέλω να συμβεί είναι πολύ απλό. Είμαι σίγουρος πως μέχρι το τελευταίο ποτήρι του μπουκαλιού θα τα έχω καταφέρει. Βοηθάει και η κουβέντα που προηγήθηκε με την γυναίκα. Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων. Κοιτάω τα αραδιασμένα πράγματα στο γραφείο. Τον χρόνο που δαπανήθηκε για να επιστρέψουν όλα τους από την αχρηστία. Από την γέννηση. Ώπα. Απότομη στροφή σημαίνει πατιλίκια με το χέρι στα μπούτια σου. Κοιτάω το καντράν και δεν λέει παρά τον αχνό περίπλου των σχημάτων. Χρειαζόμαστε μια σφαίρα στο κεφάλι μας. Την προσωδία της φωνής που θα μας πνίξει. Ένα ξεβρασμένο αστείο στις όχθες του Ευφράτη. Κοίτα μας πως τρυπάμε το κρίνο στο δάχτυλο, περιμένοντας να προδώσει την σκιά του. Πέρασε ήδη η ώρα των τέκνων μου και ετοιμάζομαι να προσχώσω την πέτρα στον ήλιο. Τα φαντάσματα περιπολούν τις αρτηρίες μου κι ο χρόνος είναι η πληγή που ανασαίνει την πλήξη μου. Τράκαρα. Επιτέλους. Οτιδήποτε ιερό απαιτεί ένα αίμα για να παρθεί. 159 λέξεις. Δεν θέλω να πω κάτι, απλά να γράψω.

 

Η μοναξιά είναι στο κέντρο του σύμπαντος όταν το σύμπαν είναι κενό.
Αυτή η απόσταση που διανύεις για να παραμείνεις ακίνητος.

Μετράω τρεις πόρτες μέχρι τον δρόμο. Καθώς είμαι άφραγκος μετράω τέσσερα χιλιόμετρα μέχρι το δάσος. Εκεί, έπειτα από μία ζωή κουράγιο και πάνω κάτω καμιά τριανταριά δέντρα εισέρχομαι στο απόλυτο σκοτάδι. Μετράω τέσσερα, πέντε, έξι δευτερόλεπτα και πέφτω στα γόνατα. Με τις άκρες των δαχτύλων μου πιάνω δύο πετρούλες και τις μετράω ξανά και ξανά. Μετράω ως το δέκα και ξανασηκώνομαι. Αρχίζω να βαδίζω προς τα μπρος, με αργά και μουδιασμένα βήματα, μετρώντας τα ένα ένα. Στον αριθμό εφτά βημάτων σταματώ, ανακουφισμένος και περήφανος για την πορεία που διένυσα. Σηκώνω το κεφάλι στον ουρανό που εκπέμπει πάνω από τις κορφές των δέντρων κι αντικρίζω τόσα αστέρια που αν έκανα τον κόπο να τα μετρήσω θα ξημέρωνε. Παρόλα αυτά μετράω τυχαία είκοσι από αυτά. Πλέον, δεν νιώθω φόβο αλλά μια γλυκιά, ιαματική έξαψη. Νιώθοντας πως τόσα μετρήματα δεν πήγαν στράφι αρχίζω να βαδίζω ξανά. Η καρδιά μου χτυπά πανηγυρικά. Κάνω δέκα βήματα, παραξενευμένος από την ομαλότητα του εδάφους. Θυμόμουνα πως μετά το μικρό πλάτωμα που σε υποδεχόταν υπήρχε μια ανηφόρα, διάσπαρτη από λακκούβες και κοτρόνες. Ετοιμάζομαι να μετρήσω άλλα δέκα βήματα όταν ακούω από πίσω μου ένα γρύλισμα που αμέσως γίνεται γάβγισμα σπάζοντας όλο το τοπίο σε κομμάτια. Δεν μετράω το κλαψούρισμά μου και καθώς αντιλαμβάνομαι πως το γάβγισμα πλησιάζει κι αρχίζω να τρέχω με μεγάλα, άτσαλα βήματα, δίχως να καταλαβαίνω αν κρατάω την ευθεία, μάλλον πηγαίνοντας δεξιά κι αριστερά, ξάφνου πατώντας σε μία λακκούβα, πέφτοντας, το γάβγισμα να δυναμώνει, σηκώνομαι, τρέχω πάλι, χτυπάω το κεφάλι μου σε κάτι, πέφτω. Ανοίγοντας τα μάτια μου το φύλλωμα των δέντρων λαμπύριζε μέσα σε ένα ολόφρεσκο φως. Μέτρησα ένα καρούμπαλο στο μέτωπό μου και τρεις γενναίες γρατσουνιές στα δυο μου χέρια. Μέτρησα, ακόμη, ακριβώς τα ίδια χιλιόμετρα, τις τρεις ολόιδιες πόρτες και διακόσες ογδόντα εννιά λέξεις για να επιστρέψω στο δωμάτιο μου.

Κάθε μέρα μένω στο σπίτι και κρατάω την πόρτα κλειστή.
Ευτυχώς, δεν χρειάζεται να κάνω το ίδιο με τα παράθυρα.
Από αυτά πάντοτε επιστρέφω.

Ένα για τη μπάρα

Περνώντας με πορτοκαλί

(στο ένα έτσι)

Μια πανδημία μόνο από μια προηγούμενη μπορεί να σε σώσει. Είναι σαν να σκοτώνεις το hangover σου αποφασίζοντας να πιεις ξανά. Μόνο που εδώ έχεις την επιλογή ή έτσι νομίζεις. Η θέση πως όταν ένα κακό σε έχει ήδη βρει οτιδήποτε άλλο θα σε αφήσει ανέγγιχτο απορρίπτεται και μόνο ως ουτοπική μπορεί κάποιος να την χαρακτηρίσει.

Όταν θα βρεθούμε στο δρόμο σίγουρα θα ξαναγελάσουμε κοιτώντας ο ένας τον άλλο κατάφατσα. Θα έχει μείνει κάτι άλλο εκεί έξω που να αξίζει; Έστω μια μπάρα που να χρεώνει φθηνά;

Ο λόγος για να αποδεχτείς οποιαδήποτε πρόσκληση ή πρόκληση είναι ο ίδιος για τον οποίο μπορείς να την απορρίψεις, εφόσον έχεις αναγνωρίσει στο πρόσωπό σου το μεγαλείο του αδιεξόδου που σου χαρίστηκε.

Δείτε την αρχική δημοσίευση

Απ’ το μπαλκόνι υπάρχει ένα διάστημα
που αναγνωρίζει το πρόσωπό σου σε κάθε του επιστροφή.
Αυτό το ποίημα μέθυσε πιο γρήγορα από την σιωπή σου.
Είναι τότε που το σύννεφο προδίδει τις επιφάνειες
κι η όλη η ανακατανομή πάει στράφι.
Θα χρειαστώ ένα καινούριο εσώρουχο.
Γυρνάς το παράθυρο σε λα μείζονα, ανασαίνεις την ορθογραφία κεφαλαίων.
Στο πορτοφόλι μου έχω κάτι ψιλά.
Φτάνω μα δεν περιμένω παραπάνω από ότι έφυγα.
Χρησιμοποιώ το ίδιο ρεύμα δεκαετίες.
Υπομονή και πλησμονή κι ένα φεγγάρι απόσταγμα.
Χρυσά αντικλείδια ταξιδεύουν τον ποταμό.
Άναψε η απόστασή σου.
Το ψέμα στην χαραυγή του είναι ο λόγος που ζω.
Πιο εκλεκτικό απ’ την θλίψη μου.

Η μουσική είναι το καλύτερο πράγμα που συνέβη ποτέ στην ανθρωπότητα. Και τα κόμικς. Κι η πίτσα. Και η μπύρα. Και το ουίσκι. Κι η γυναίκα που αγαπώ. Και το διαδίκτυο. Και η λογοτεχνία. Κι η ποίηση. Και ο κειμενογράφος. Μόλις έσβησα τις πολυκατοικίες. Αν και με τις παρούσες συνθήκες θα μπορούσαν να γίνουν ο ύμνος της νεωτερικότητας. Και το τζάκι. Και η θέρμανση γενικά. Και το τηλέφωνο. Κι η σοφία του σκοταδιού. Κι η μέριμνα του φωτός. Κι η μνήμη. Ναι κυρίως αυτή. Όταν οι ιστορίες μοιάζουν να επαναλαμβάνονται αρκεί μια σπιθαμή από δαύτη για να νιώσεις κάτι πιο παλιό από τον εαυτό σου. Κι οι παντόφλες.

Μήτσο, σ’ αγαπώ και μου λείπεις.
Βασίλη, σ’ αγαπώ και μου λείπεις.
Φόρη, σ΄ αγαπώ και μου λείπεις.
Νίκο, σ’ αγαπώ και μου λείπεις.
Θανάση, σ’ αγαπώ και είμαι σίγουρος πως μου λείπεις.
Θέλετε να βρεθούμε να παίξουμε φτυσιές;

Οι μέρες συναγωνίζονται τις νύχτες σε οράματα. Μια ανθρώπινη φιγούρα βγαίνει στο πιο μακρινό μπαλκόνι του ορίζοντα, στέκεται κι αγναντεύει δίπλα στην σημαία που κλώθει ο αέρας και ξαναχάνεται πίσω απ’ τον τοίχο. Ένα περιστέρι στέκει για ώρες πάνω στον στύλο μιας τηλεοπτικής κεραίας, ακούνητο κι ασμίλευτο από το περιβάλλον, αναγκάζοντας τα σύννεφα να κατεβούν πιο χαμηλά για να το κρύψουν. Το δάσος κρατά την αναπνοή του, στοιχειώνοντας το τοπίο σαν σύμβολο που κρούει την σιωπή. Κι έπειτα το σκοτάδι, βραδυκίνητο και σαφές, υπερτερεί του ονείρου και συνεργεί στην πιθανότητα όλα αυτά να συμβούν ξανά και ξανά, με τον ίδιο αλλότριο τρόπο, μέχρι να πειστείς πως και συ δεν είσαι παρά ένα όραμα καταμεσής της φρίκης.

Είμαστε μόνοι μας. Η ανθρωπότητα διάλεξε να κρυφτεί κάτω από το χαλί. Ή μέσα σε μια σακούλα σκουπιδιών. Εξάλλου για κει προορίζονταν. Τυχαίοι άνθρωποι συνομιλούν μεταξύ τους με την βοήθεια συσκευών. Κανείς δεν ξέρει τον άλλο κι ούτε νοιάζεται. Είναι απλά η πρόφαση για να συνεχίζουμε να βουρτσίζουμε τα δόντια μας. Είμαστε άγνωστοι μέσα σε άγνωστες πόλεις και άγνωστα διαμερίσματα. Δεν γνωρίζουμε πως βρεθήκαμε εδώ μα και να το ξέραμε δεν θα άλλαζε κάτι. Ψάχνουμε για ίχνη κίνησης στα απέναντι μπαλκόνια εξασκώντας τα μάτια μας στην απουσία αυτής. Σε αυτό το κρυφτό κανείς δεν έχει αναρωτηθεί ποιος τα φυλάει. Ίσως να μην έχει πια σημασία. Αρκεί να μην μας βρει. Όταν καταφέρει να τελειώσει το μέτρημα. Είμαστε οι τελευταίοι ενός είδους που έχει ήδη εξαφανιστεί. Είμαστε το φάντασμα που αδημονεί να κλείσει την πόρτα. Να την διπλοκλειδώσει και να πάψει με την σειρά του να υπάρχει, αφήνοντας τον δρόμο ελεύθερο για το επόμενο κορόιδο. Είμαστε ελεύθεροι να πεθάνουμε με τον ένα και μοναδικό τρόπο που έχουμε να ζήσουμε. Λέγοντας ψέματα ο ένας στον άλλον πως είμαστε ζωντανοί. Χτυπώντας λίγα πλήκτρα πάνω στις άδειες ώρες, ικανά να υπερασπίσουν αυτό το ψέμα έναντι οποιασδήποτε ενναλακτικής.

 

Δεν ήρθε η Κυριακή.
Απέμεινε στα μισά της βδομάδας
να κοιτά από τον καναπέ την εξώπορτα.

Δεν ήρθε η Κυριακή.
Κάποιοι λεν πως δεν υπήρξε ποτέ.
Μα εγώ θυμάμαι την αλμυρή της δίψα.

Όλα μοιάζουν το ίδιο ασάλευτα με χτες.

Δεν ήρθε η Κυριακή.
Ήταν αναμενόμενο πως θα κάποτε θα συνέβαινε κι αυτό.
Τόσο μα τόσο προβλέψιμο από μέρους της.

ο χρόνος είναι μια ιστορία που δεν μπορεί να ειπωθεί

Όλοι το ξέρουν πως ο χρόνος έχει δύο πρόσωπα. Ένα το δικό σου και ένα με αυτό που θα πεθάνεις. Κανείς όμως δεν θέλει να πιστέψει πως καλύτερα είναι να φυλάς ένα τουλάχιστον από τα δύο για όταν ο χρόνος θα σε επισκεφτεί. Οι περισσότεροι σπαταλούνε πότε το ένα και πότε το άλλο, πότε και τα δύο μαζί, σε κάθε ευκαιρία, όπως με μια ακόμα φωτογραφία στο δίκτυο ή κατά την διάρκεια μιας κραυγής θυμού στα μούτρα ενός αγνώστου που διέσχισε τον δρόμο ενώ η προτεραιότητα ήταν δικιά τους, αγνοώντας πως το πρόσωπο αυτό, που τόσο ανέξοδα σπατάλησαν, θα ήταν η μία και μοναδική τους ελπίδα για να χαρίσουν στον χρόνο την υπόστασή του και στους εαυτούς τους την αιώνια έξοδο από αυτόν. Κανείς πραγματικά δεν νοιάζεται να αναλάβει υπεύθυνα τους όρους αυτού του παιχνιδιού. Σάμπως και ο χρόνος είναι κάνα παιδαρέλι που μόλις το αγριοκοιτάξεις θα φύγει κλαίγοντας παίρνοντας μαζί του κάθε πιθανή και απίθανη ιστορία σου βαθιά μέσα στο δάσος της λήθης, εκεί όπου το φτωχικό του σπιτικό καίγεται κάθε στιγμή και αναδημιουργείται.  Το μόνο που ο χρόνος μας ζήτησε ποτέ ήταν μία και μόνο εικόνα μας αποκλειστικά δική του και εμείς του το αρνούμαστε. Από την πρώτη και ισόβια εικόνα του προσώπου μας που αφήνουμε να διαρρεύσει σε κάθε στιγμιότυπο της πλάσης, λες και είναι απαραίτητο ο κόσμος να χτιστεί πάνω σε αυτό το παλίμψηστο αλλήθωρων ματιών και ξεδοντιάρικων χαμόγελων, έως και την τελευταία μας εικόνα, του παγερού και ακράδαντου μηδέν που μας περιλούζει, καθείς από μας υπεισέρχεται οικειοθελώς στην δικαιοδοσία της αιωνιότητας, αυτού του μόνου και απεχθέστερου αντιπάλου του γλυκού μας και καλοπροαίρετου χρόνου.  Όσοι από σας μπορείτε ακόμα να διαισθανθείτε το τι σημαίνει να είσαι όσο το δυνατόν μακρύτερα από την αγκάλη αυτού του βυζανιάρικου γερομαθουσάλα καλό θα ήταν να ακολουθήσετε προσεκτικά τα χνάρια του δικού σας, μοναδικού προσώπου σαν κλέφτης που παραφυλά την λεία του στο σκοτάδι. Πλησιάστε επιφυλακτικά και προς Θεού Χρόνου και πάσας Στιγμής αλλάξτε θέση, σαν δύο άνθρωποι που είναι όμως ένας, ή χτυπήστε πισώπλατα με όλη σας την δύναμη και με κλειστά τα μάτια κάντε αυτό το πρόσωπο να αφανιστεί μια για πάντα από μπροστά σας.

Είναι μία ακόμα
ερώτηση κι άλλη μια στις
χιλιάδες που προηγούνται μέσα
στο μικρό δωμάτιο που
σφραγίζουν την
είσοδο στην
μία και
μοναδική
απάντηση που
ζητάς. Έτσι μονάχα
μπορείς να συνεχίσεις
να είσαι μόνος.

Οι πρώτες οκτώ μέρες σε τροχιά κι ο πλανήτης εξακολουθεί να μοιάζει αδιάφορος σαν σφαίρα. Λαμβάνω το σήμα του το ίδιο ψυχαναγκαστικά όπως κι όταν υπάκουα στον κύκλο της ημέρας και των εποχών του. Χαζεύοντάς τον από τα φινιστρίνια, κυρίως όταν βρίσκεται στο φως, μου φαίνεται αδιανόητο πως κατοικείται ακόμα. Φτάνω στο σημείο να απορώ αν οι φίλοι μου, οι γονείς μου, ακόμη κι η γυναίκα μου, ζουν εκεί κάτω, τρώνε, αναπνέουν κι είναι πραγματικά όντα ενός εξίσου πραγματικού κόσμου από τον οποίο κι εγώ ο ίδιος προέρχομαι. Μου φαίνεται πιο πιθανό να βρίσκομαι εδώ από πάντα, μόνος, απέναντι σε ένα εξίσου έρημο και αφιλόξενο μέρος όπως αυτό. Όταν γυρνάω μέσα στη νύχτα του, η φωταψία που αναβλύζει στα εδάφη του μου υπενθυμίζει τα ονόματα και τις λέξεις που με συνδέουν μαζί του, καθώς και τον σκοπό της ύπαρξής μου στην μεταξύ μας απόσταση. Μα ακόμα και με την επίγνωση όλων αυτών των ανατριχιαστικών λεπτομερειών η αποστροφή μου για τον κόσμο αυτό παραμένει αδιαμφισβήτητη. Οποιοσδήποτε όρος για μια πιθανή επιστροφή μου είναι πλέον αδύνατον να επιτευχθεί. Ήμουν πάντα εδώ, ακόμα κι όταν δεν το ήξερα πως αυτή είναι η φυσική μου θέση, και θα μείνω για πάντα εδώ, να ερημώνω αυτή την γη, να την εκμηδενίζω, από κάθε είδους ζωή μα και κάθε είδους θάνατο, με όλη την δύναμη της δικής μου άπειρης ερημιάς.

 

 

Κι έχει ησυχία. Σαν όλοι να πέσαμε για ύπνο.
Απαλά, δίχως απότομα τινάγματα ποδιών.
Κι όλοι να βλέπουμε το ίδιο όνειρο, περίπου.
Πως ο πρώτος που θα ξυπνήσει θα είναι ήδη νεκρός.

Ίσως αύριο να μην βγούμε καν για την βόλτα
του τετραγώνου. Η ανταπόκριση από το
πεδίο της μάχης είναι εξουθενωτική.
Ακόμη και τα σύννεφα δείχνουν
να μην νοιάζονται. Ίσως αύριο
μείνουμε μέσα, όσο βαθιά
χρειάζεται, για να σας
βρούμε και να σας
φιλήσουμε
δυνατά.

Ένας άνθρωπος χωρίς φόβο είναι ένας άνθρωπος χωρίς ελπίδα.
Η φωτιά άνοιξε το πιθάρι και σκόρπισε παντού.
Όπως η καρδιά μας χαίρεται καθώς αγκαλιάζουμε την καταστροφή.

Έμεινε ένα δωμάτιο κι ένας κόσμος.
Το ένα μες στ’ άλλο.
Απέξω η ζωή που δεν σου ανήκει.
Απέξω η ζωή που χαράμισες.
Απέξω η ζωή μόνη της.
Χαζεύει τα σύννεφα και το φεγγάρι
τους άδειους δρόμους και τις πλατείες
και περιμένει κάποιον να φανεί.
Ξέρει πως δεν θα αργήσει.

Ο γιος μου χορεύει κι είναι άνοιξη.
Η γυναίκα μου τραγουδά κι είναι βράδυ.
Μες στην ευτυχία όλα μοιάζουνε ιδανικά.
Ακόμη κι ο θάνατος στο προσκεφάλι μας.
Ο κόσμος στριφογυρνά και είναι ακόμα Κυριακή.

Στα αλήθεια δεν με ενδιαφέρει η απάντηση.
Θα μπορούσε να ‘τανε ένα οποιοδήποτε δάσος.
Σημασία έχει να συνεχίσω να ρωτώ.
Μ’ αγαπάω. Δεν μ’ αγαπάω.

Κυρτή σιωπή χαλύβδωνε το μπράτσο μου στην μπάρα. Ήταν μεσάνυχτα κι ήμουνα μόρτης. Κάποιος έπρεπε να ανταλλάξει την ανθρωπότητα με ένα καλό μεθύσι. Οι προσφορές έδιναν και έπαιρναν τον ίδιο πάντα οίκτο. Κάποιος έπρεπε να παραγγείλει την απόλυτη καταδίκη όλων μας. Ήμουνα σίγουρος πως είχα το σάλιο για κάτι τέτοιο. Σε πλησίασα και σου ζήτησα να γδυθείς. Με υπάκουσες δίχως ανάσα και στάθηκες μπροστά μου. Γράπωσα το μπουκάλι από τον λαιμό, το έσπασα με μιας κι ότι απέμεινε από αυτό, σαν ιερό, σαν φλόγα, το έμπηξα με δύναμη στον λαιμό σου. Το αίμα πρόθυμα κύλησε και συνέχισε να κυλά, εξίσου άπληστα και με λαχτάρα, ακόμα κι όταν πια τα πάντα είχαν χαθεί μέσα στο κόκκινο.

Για τι ακριβώς θέλεις να μιλάει; Εδώ το σελοφάν σκίζεται μα παραμένεις άκαπνος. Ή το ίδιο βαριεστημένος όπως μετά το κλασικό συναίσθημα Τεταρτιάτικης ευγνωμοσύνης. Μια βάρκα καταμεσής του πελάγους δεν αποσκοπεί παρά να διευρύνει τον ορίζοντα της απελπισίας σου. Κι ένα βουνό χρησιμεύει για να πηδήξεις από την βάρκα και να προσπαθήσεις να πνιγείς. Έπειτα είναι τόσες οι φωνές που θα μπορούσες να χρησιμοποιείς που κανένας καθρέπτης δεν θα στέρευε από νερό, μα ποιος προτίμησε τα πλούτη από την δόξα. Πλήκτρο το πλήκτρο συμμαζεύεται η απορία, κρυσταλλώνεται στο δεκάλεπτο του ντους, άντε και στο πλύσιμο των δοντιών και πάλι καλά που υπάρχουν οι γιατροί για να μας πείθουν για την ματαιότητα των ζωγράφων. Ακόμα όμως να απαντήσεις. Για τι ακριβώς θα ήθελες να μιλάει; Ή ποιο δάχτυλο θα προτιμούσες να πιπιλάει; Ερωτικά και απείθαρχα, με μικρές δαγκωματιές στο νύχι, στην άκρη του και στη βάση του, να ψιθυρίζει το σιρόπι και να χύνεται ως τον καρπό, να γέρνει από δεξιά κι από αριστερά, να λιγοθυμά το δάχτυλο, να χάνεται για πάντα, να μην μπορεί να δείξει, ούτε να ξύσει, ούτε να κρατήσει ένα ήλιο εκεί ψηλά, να έχουν να λένε οι άνθρωποι πως ήταν δάχτυλο και όχι πιγκουίνος. Από την άλλη όλο λες πως μια βαθιά αλληλεγγύη θα έστρωνε τον ουρανό ολάκερο στα πιάτα μας, μα και πάλι ποιος τόλμησε να σβήσει το όνομά του από τα σύννεφα.

 

 

 

σε Φόρη και Κραχ

Το χέρι χέρι των φίλων άνηκε εξ ολοκλήρου στον ήλιο καθώς ο ένας πετούσε πάνω απ’ τον βράχο στην ακροθαλασσιά κι ο άλλος σημάδευε από κει όλους εμάς πίσω απ’ την κάμερα με κάτι μεγαλύτερο από χαμόγελο, σπουδαιότερο από το σώμα ενός νεαρού άντρα καταμεσής Αυγούστου. Η φωτογραφία αυτή θα συνόδευε πλέον όλες τις εναπομείνασες προσπάθειες να μείνουμε για πάντα νέοι όπως το νέος είναι κάτι δίχως παρελθόν και μέλλον, δίχως αιτίες και αιτιατά, αλλά μονάχα η στιγμή, η απαστράπτουσα στιγμή της ευτυχίας μας καταμεσής όλης της ευτυχίας του να είμαστε εκεί την στιγμή αυτή. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, καθώς κάθε χαρούμενο σκυλί γοργά αποκτάει σπίτι, έτσι και εμείς βρεθήκαμε σχετικά εύκολα να κρατάμε προσωπικές σημειώσεις γύρω από την φύση των στιγμών που είχαν συσσωρευθεί και να διασταυρώνουμε αυτές τις σημειώσεις με όποιον μας πρόσφερε την έξοδο προς κάτι πιο σίγουρο από τον χρόνο. Δεν άργησε να συμφωνηθεί η λήξη του καλοκαιριού, έπειτα από κάμποσα συναπτά καλοκαίρια, γεγονός που ανακούφισε τους περισσότερους και μας ανάγκασε όλους να ψωνίσουμε κασκόλ και μπουφάν και γάντια, για αποφυγή οποιασδήποτε παρεξήγησης.

 

 

 

Είχα κάμποσες καλές ιστορίες κάπου μεταξύ της φήμης μου ως ψυχικά ασθενούς και της εκτίμησης των αφεντικών μου ως υπόδειγμα εργαζoμένου. Ίσως θα έπρεπε να δαπανώ περισσότερο χρόνο σε κεντρικές πλατείες ή πολυσύχναστα εμπορικά μαγαζιά. Ίσως έτσι πρόσθετα μια ατελέσφορη αίσθηση ψόγου στην ήδη περιχέουσα παρακμή. Σαν τους ήρωες αυτών των ιστοριών που αδημονούν να υπερθεματίσουν σχετικά με τον ρόλο της νύχτας σε αυτές, καθώς και για το κόστος των επιδέσμων που χρειάστηκαν για την φροντίδα του δεξιού χεριού του φεγγαριού μετά το κλείσιμο κάθε κεφαλαίου, μα είναι πράγματι πολύ νωρίς για οποιοδήποτε λυκόφως να ουρλιάξει τα άντερά του στα μούτρα μας. Συνεχίζουμε να αναπαράγουμε τα μυστικά που δεν αποκαλύφθηκαν ούτε στο ίδιο τους το χνώτο και ελπίζουμε σε κάμποσα τσιγάρα παραπάνω προκειμένου κάποιος να κουραστεί και να αναλάβει την ευθύνη της διάψευσής τους. Μέχρι τότε ίσως θα ήταν καλύτερα να μην σου τηλεφωνώ Κυριακάτικα ζητώντας σου να μου πεις ποιος είσαι.

 

Κουκούλα και πλάτη
Να στρίβω γωνίες
Αέναη μάχη
Περιπολίες
Το κέντρο ζυγώνει
Το αίμα θολώνει
Μαβιά Αντιγόνη
Το χώμα σου στρώνει
Η τρύπα απλώνει
Και σώνει

Πρέπει να είναι πιο σύντομο απ’ την αλήθεια και
πιο θαυματουργό από μια πέτρα στην ακροθαλασσιά.
Πρέπει να στέκει περήφανο ως ψεύτης
καταμεσής ενός ανίατου Αυγούστου.
Πρέπει να σου θυμίζει πως επέστρεψες ενώ
ακόμα δεν έχεις φύγει. Πρέπει να προσγειώνεται
με την περίφημη μέθοδο της ενατένισης
της καλλίγραμμης γάμπας στην ουρά του ταμείου.
Πρέπει να απαντά στον πρώτο τυχόντα με στοργή
πως καλύτερα θα ήταν να είναι αυτή η τελευταία
απάντηση της ζωής του καθώς έτσι αγαπητέ μου
ο κόσμος εξακολουθεί να είναι ένα καταπληκτικό μέρος
για να ανθίσουν οι εφιάλτες μας. Πρέπει ακόμα
να πείσει και σένα πως κάθε προσταγή είναι
το εισιτήριό σου για την λήθη.

Διαβάζω καθημερινά υπέροχα ποιήματα.
Μα δεν τα πιάνω.
Δεν προφταίνω μα διαβάζω κι άλλα.
Μα δεν τα βλέπω καν.
Έπειτα αρχίζω να τα σιγομουρμουράω.
Μα δεν έχουν καμία γεύση και το στομάχι μου γουργουρίζει.
Παίρνω να γράψω δυο στίχους δικούς μου.
Μα τίποτα δεν ακούγεται εκτός από το βουητό της μηχανής.
Όταν στο τέλος της μέρας το σκοτάδι κυκλώνει
αναρωτιέμαι αν αυτό που χάθηκε κάποτε θα επιστρέψει
κι αν τότε θα είμαι πράγματι ευτυχισμένος.