Βγαίνει με μια πρόταση η ζωή.
Άντε και μ’ ένα σύριγμα.
Ελάχιστοι το τόλμησαν
κι ακόμη λιγότεροι το κατάφεραν.
Συνήθως επικρατεί φασαρία.
Ακατανόητα πολύ φασαρία.

Advertisements

Δεν υπάρχει μέρος μακριά απ’ τον άνθρωπο.
Δεν υπάρχει χρόνος, μήτε σοφία, μήτε σιωπή.
Έως και τα ζώα, ταπεινωμένα, αναγκάστηκαν
να απαγγέλουν ποίηση.
Έως και τα χρώματα, βαριεστημένα, ανακάλυψαν
τον μόχθο της επιβίωσης.
Δεν υπάρχει μέρος μακριά απ’ τον άνθρωπο.
Δεν υπάρχει όνειρο, μήτε χαρά, μήτε λύπη.
Δεν υπάρχει κάποιος άλλος που να ‘μαι εγώ.

Γάμα το μέλλον.
Υπάρχουν χίλιοι τρόποι για να πεθάνεις
και μόλις ένας για να ζήσεις.
Γάμα το μέλλον.
Άσε τους κάθε λογής τυχοδιώκτες
να ψέλνουν τις προσευχές τους
να θυσιάζουν τα παιδιά τους
να ρίχνουν τα εντόσθιά τους στην φωτιά.
Εσύ κλείσε το μόνο σου δάκρυ
σε μια σταγόνα της βροχής
κι άστην να κυλήσει
να σπάσει και να χαθεί.

Αν λίγους στίχους μόνος μου
κατάφερνα να γράψω
δίχως εγώ να έγραφα
δίχως χαρτί να υπάρχει

Δίχως να χω τα μάτια μου
δίχως και τα δικά σου
δίχως τον κόσμο αυτόν εδώ
δίχως κι άλλον κανένα

γράμματα

Η ζωή προηγείται της τέχνης.

Η τέχνη προηγείται της ιδέας.

Η ιδέα προηγείται της κοινωνίας.

Η κοινωνία προηγείται της ιστορίας.

Η ιστορία προηγείται της επιθυμίας.

Η επιθυμία προηγείται της τρέλας.

Η τρέλα προηγείται της ελευθερίας.

Η ελευθερία προηγείται της ζωής.

Όταν το πιώμα ξέρει τι λέει εγώ δεν ξέρω ποιος είμαι κι έτσι είμαστε κι οι δύο χαρούμενοι. Όπως θα γράφω τις στροφές εσύ αν θέλεις κοιταζέ με. Ο Τσαρλς επιβλέπει την ευδαιμονία και της αποψινής μας απόγνωσης. Χαίρε πάτος αμέτρητος και άσπρος, κατάλευκος, χιόνι, γαλακτώδες, μάρμαρο. Με όσες λέξεις η παγωμένη μας καρδιά ξέρει να σε προσφωνεί. Ευτυχώς κανείς μας δεν μοιάζει να σαλεύει κι έτσι είμαστε όλοι σίγουροι πως η χαρά μας ανήκει. Γλίτωσε και το αύριο από την προσπάθειά του να υπάρξει. Με λίγη τύχη μπορεί να παρασύρει και το μεθάυριο και μια αλυσιδωτή αντίδραση να μας χαρίσει τη ζωή που δεν θα ζήσουμε αλλά εκατομμύρια άλλες ζωές, βουβές και ταπεινωμένες, στο κολαστήριο που αρμόζει στους πραγματικούς ήρωες αυτού του ανθισμένου βράχου.

Πέστροφες ανεβαίνουν τον ποταμό
Καθώς μετράω το μηνιάτικο
Και το ξαναμετράω
Καρποί ονειροπολούν
Και γω μετράω το μηνιάτικο
Και το ξαναμετράω
Και μένω πάντα ίδιος

μια τρίχα από την γάμπα του Κορτάσαρ

Υπάρχω υπακούοντας τη μόνιμη αλλαγή που με δαπανά στο ισάξιο σφρίγος  θανάτου και έρωτα. Στην διαύγεια ενός θαλερού απογεύματος πυροδοτείται η ζωή μου πέρα από κάθε νομοτέλεια. Παλινδρομώντας μεταξύ ιδέας και συναισθήματος μαθαίνω να επιβιώνω με τον σαφή τρόπο του μέλλοντος. Ο πόνος απαλύνεται μονάχα για να διεκδικήσει ξανά το σωτήριο μερίδιό του στην διήγησή μου. Γεμάτος αναίσχυντους τόνους στην πρωτοκαθεδρία των φωνήεντων. Ήσυχη απόκλιση, αδαής μεμψιμοιρία, όλα διατυπώνονται με την εγγύτητα του μεσημεριού, με τον ήλιο ακριβώς δοξασμένο να συγχωρεί και να εκπληρώνει τις εκάστοτε ερμηνείες. Απαράβατος ο νόμος της εξάρθρωσης της γνάθου από τις ανεκμετάλλευτες λέξεις. Σιωπή ικανή να συγκεκριμενοποιήσει το απαράθετο. Χρόνια κομψευόμενη ανοησία. Μνημείο που λοξοδρομεί από την γνώση. Αγχόνη εντολοδόχος της πρόνοιας. Η μόνη επαναφορά έγκειται στο σημείο του πόθου, είτε χαίρεις καθοδηγητή. Πριν από κάθε επινόηση εξάλλου υπάρχει ένας οργανισμός συμφερόντων.

Τόσο
λευκό
το μαύρο
κι όμως υπάρχει
ιστορία και σήμερα.
Με τον ίδιο τρόπο που
τα παιδιά εξαφανίζονται
από το χρώμα των ματιών
τους. Το δάσος κορυφογραμμεί
κι ένας ακέραιος ουρανός. Ήδη ακούγεται
το ικετευτικό αλύχτισμα των πρώτων πυξίδων.
Μαζί τους άνθρωποι μοιάζουν να κινούνται, να
δείχνουν ο ένας στον άλλον πως συμφωνείται μια
ψευδαίσθηση. Πως συναρτείται το χαμόγελο και το
γέλιο και η πίστη στις ανακαλύψεις που έπονται. Ένα
ακόμη τσιγάρο φιλοδωρεί την τροχία μου γύρω από τον
κόσμο. Πριν τελειώσει κι αυτή η παράγραφος πρέπει να σκεφτώ
κάτι σαν πόρτα. Ή τραπέζι. Θα τηλεφωνήσω στην δουλειά και θα δηλώσω
άρρωστος.

Αν κι όταν πια έρθει η ώρα
να μάθεις το όνομά μου
αυτό που έχω ή αυτό
που θα αποκτήσω
μην τολμήσεις να
πιστέψεις πως
τ’ όνομα αυτό
είναι δικό μου
όπως ίσως το
δικό σου
όνομα
σου
ανήκει.

ενδιάμεσοι στίχοι

Η ανάσταση καλλωπίζεται με μια μεγαλειώδη αποκοτιά.

Το αλάτι σπινθήρες μνησικακίας.

Χρεωστικά χειροκροτήματα ελέους.

Πρόγκα θησαύρισε στο αγέρι.

Κριτήριο μεταποιείται για ηδονή.

Η σκέψη καμώνεται τον λόγο.

Περιορίσου στο απόρρητο.

Υφολογικοί συνδαιτημόνες.

Γούρνα, μηδέν του ορίζοντα, κρατήρα κατόπτρου.

Έτσι απλά συνέβη η Κυριακή.
Δυο νεκροί καθώς κουβέντιαζαν μεταξύ τους.
Ο ένας εκθείαζε τα οφέλη της επιστήμης
κι ο άλλος υπερασπίζοταν πως είναι ο θεός.

Θες γνώση, κλείσε τα μάτια.
Θες ευτυχία, κλείσε τα αυτιά.
Θες χρόνο, κλείσε το στόμα.
Θες ομορφιά, κλείσε τη μύτη.
Θες φίλους, δέσε τα χέρια σου πισθάγκωνα.

Η γλυκιά μελωδία αποβαίνει σοφία
Η υπέρτατη ευκαιρία
Για το σώμα να κινήσει
Τον απόηχο να νικήσει

Τα ρα ραμ, όλα ποθούνται
Καταφέρουν τη σιωπή
Πι πι ριμ, όλα γεννιούνται
Σφιχταγγίζουν την πνοή

Η απλή μελωδία που συμβαίνει μέσα σ’ όλα
Ένα σκούξιμο, μια βρύση και του παπουτσιού μου η σόλα
Τραγουδώ κι άρα γνωρίζω τη ζωή μου να ορίζω
Τραγουδώ κι άρα μπορώ να πιστεύω στο θεό

Του ρου ρουμ, όλα σημαίνουν
Οτιδήποτε μπορείς
Πι πι ριμ, όλα και όλα
Είναι εδώ και είσαι εσύ

Σε κοιτώ και σκέφτομαι ένα στίχο
Έναν ακόμη στίχο σαν όλους αυτούς
Που σκέφτομαι όταν σε κοιτάζω
Και ξέρω πως δεν σε ενδιαφέρει
Αν φτιάξω ένα ή χίλια ποιήματα
Αρκεί να μην πάρω τα μάτια μου
Από πάνω σου. Ξέρω ακόμη πως
Αυτό που θες πραγματικά είναι
Να μην πάρω τα μάτια μου από
Πάνω σου μέχρι να ξεχάσω πως
Φτιάχνονται τα ποιήματα.

Το ευλύγιστο μουρμουρητό της νύχτας, η σκέψη, το πράγμα,   , το μέλλον επιταχύνεται στο επόμενο γράμμα, καμία απόσταση εντωμεταξύ δεν προκύπτει, παραμένουμε όπου μας βρίσκεις, κανένας και σήμερα, κανένας κι εγώ, χρησιμοποιούμε τη λέξη για να αποφύγουμε το σώμα, που συρρικνώνεται σε αυτό ακριβώς που σημαίνει, να είσαι οτιδήποτε μπορεί να λεχθεί, με ήχο, χρώμα και σιωπή, στο ανόητο κόσμημα της ποίησης.

Ακριβώς αφότου κλείνει η διαφήμιση
Με λεμόνι και φως
Τα ονόματα των ποιητών που ποθώ
Αποκυρήσσουν την πίστη μου
Στην λογοτεχνία
Μα μην πολυχαίρεσαι καλέ μου
Έχω τόσα μα τόσα πολλά να χάσω ακόμα.

αυτό είναι το μπλογκ μου

Υπάρχουν γύρω στις κάμποσες
Εκατομμύρια λέξεις
Που δεν έχω γράψει ακόμα
Κι ούτε πρόκειται
Γιατί δεν μπορώ.
Όλες μαζί κι η καθεμία μόνη
Είναι ότι καλύτερο υπήρξα ποτέ.
Αρκεί να παραδεχτείς ότι με
Αγαπάς / εγώ το έχω ήδη κάνει
Και θα γνωρίζουμε πως κανένα λάθος
Δεν μένει ατιμώρητο.

Κανείς μας δεν θα απαθανατιστεί
Κι απόψε και κάθε βράδυ
Γιατί είμαστε εδώ
Δίχως μύθους
Δίχως θεούς
Ολομόναχοι
Και λατρεμένοι.

Υπάρχουν τόσα προβλήματα
Για τον καθένα μας
Κι άλλα τόσα
Για τον καθένα μας
Άλυτα κάθε βράδυ
Που χάρις σε αυτά
Τα καταφέρνουμε
Και πέφτουμε για ύπνο.

σχόλιο για την ιστορία

Περιμένουμε του νικητές. Έρχονται από στιγμή σε στιγμή. Από αιώνα σε αιώνα. Αυτοί είναι η ελπίδα μας κι η ανταμοιβή μας. Για τις μάχες που δεν δώσαμε και τους αγώνες που προδώσαμε. Η πλάση ολάκερη θα σιγήσει λυτρωμένη. Θα βρούμε, επιτέλους, μια ήσυχη ζωή ανάμεσα στους αμέτρητους νεκρούς μας. Περιμένουμε τους νικητές. Δίχως αυτούς ο πόνος θα είναι ατελείωτος κι η απώλεια διαρκής. Ποιοί θα είναι κανείς δεν ξέρει. Περιμένουμε τους νικητές.

πάλι

Πάλι το γνωστό θέμα
Μεταμφιέζεται
Για να προσποιηθώ πως δεν το ξέρω
Και πως μόλις τώρα ανακαλύπτεται
Προς μεγάλη μου χαρά και τιμή.

Με αυτόν τον τρόπο αυτή τη φορά
Τον ίδιο με κάθε άλλη
Πάλι με λέξεις στη σειρά
Πάλι με μένα να αδημονώ
Να φωνάξω πως τα κατάφερα.

σχόλιο για την ιστορία

Μια από τις λιγότερο πιθανές προτάσεις για να αρχίσει μια ιστορία παραμένει αυτή η οποία διατυπώνει μια εικασία για την πιθανότητα αυτής της πρότασης. Εξάλλου ο καιρός είναι πάντα αυτό που είναι, ένα συνονθύλευμα ουσιαστικών και επιθέτων που διαπερνά κατά πολύ την εισαγωγή ενός κειμένου. Το ίδιο ισχύει και για τους ήρωες, παρότι αποτελούν τις εχέγγυες φωνές μιας εξιστόρηρησης, εξακολουθούν να εποπτεύουν το κείμενο ακόμη και στην απόλυτη σιωπή τους. Έτσι μένει πάντα ικανοποιητικός χρόνος για τα πράγματα και τις λέξεις που ο ίδιος ο συγγραφέας επιθυμεί, σε μια ατέρμονη προσπάθεια να παραμείνει ο κυρίαρχος αυτού του παιχνιδιού, και οι οποίες, παρά την κοινή πεποίθηση, πρωτοστατούν στην δημιουργία τόσο του έργου όσο και στην ευχαριστήση που μπορεί κάποιος να αντλήσει από αυτό. Μα ακόμη και οι πιο ανορθόδοξες εισαγωγές δεν αποτελούν παρά παραφράσεις μιας τυφλής υπακοής στον ρόλο των ηρώων της εκάστοτε ιστορίας και του περιβάλλοντός τους. Αυτό, νομοτελειακά, οδηγεί στην σταδιακή περιδίνιση του κειμένου σε υφάλους κοινοτοπίας και περιφρόνησης του χαρίσματος του να πλάθεις μύθους που υπερβαίνουν την παγιωμένη ανθρωποκεντρική διάρθρωση. Ίσως ήρθε η στιγμή για τις ιστορίες μας να πηγάσουν από όλον αυτόν τον κόσμο που μας περιστοιχίζει μυστικός κι ακλόνητος, μα προς θεού, δίχως την παραμικρή προσάρτησή του στον δικό μας παραδοσιακό εαυτό. Ιστορίες με την ευαισθησία και την ικανότητα να επαναπροσδιορίσουν ότι μας έχει απομείνει να πούμε.

μονάχα η ποίηση

Μας βρήκε η ποίηση
Εύκολους και πανεπόπτες
Έτοιμους να προσδώσουμε στο νόημα
Έναν οποιονδήποτε κόσμο
Και μόνο αφού μετονομαστούμε χίλιες φορές
Να μηνύσουμε τις λέξεις που δεν πέθαναν μαζί μας
Μας βρήκε η ποίηση
Ικέτες και φλεγματικούς
Στον ποδόγυρο της μούσας
Να μουρμουράμε πανηγυρικές λεωφόρους
Με νεκρές επιγραφές και τιμές σκοτωμένες
Εγκατελειμμένα βλέμματα να καρφώνουν τον ίσκιο μας
Μας βρήκε η ποίηση
Πρόχειρους κι απλόχερους
Ελεύθερους κι ήσυχους
Να ξεμακραίνουμε τον δρόμο
Να μην φτάσει κανείς
Κανείς να μη μας βρεί ποτέ
Μονάχα η ποίηση

Johnny was here

Το ότι μάλλον θα πεθάνω οφείλει να με αφήνει αδιάφορο, μα το ότι θα ξεχαστώ από όλους με απασχολεί επαρκώς. Ήδη πολλοί φίλοι το έχουν, ασυναίσθητα, στη λίστα με τις υποχρεώσεις τους κι όσο για κείνη την πρώτη αγάπη καταδικάστηκε, δίχως την παραμικρή ενοχή, να ετοιμάσει το εγχειρίδιο της πλήρους αμνησίας για το άτομό μου. Ίσως έχει κιόλας πουλήσει μερικά αντίτυπα. Είναι το βλέμμα των περαστικών που ποτέ δεν καρφώνεται στη γη, είναι κι αυτή η βλακεία να προσπαθώ να τα έχω καλά με όλους. Όσον αφορά την μνημόνευσή σου είναι προτιμότερο να ποντάρεις σε αυτούς που πλήγωσες παρά σε αυτούς που σε συμπάθησαν. Η ησυχία είναι γνωστό πως εξαφανίζει τα πάντα. Μα ακόμη κι αν παραδεχτώ πως οποιαδήποτε δημιουργία πάει στο βρόντο, ο κόσμος εξάλλου έχει βαρεθεί προ πολλού να συμπάσχει μαζί με όλη αυτή την πολύπλοκη τέχνη του να ζεις, είναι αυτονόητο πως μια μεγαλειώδης καταστροφή εξίσου γρήγορα θα λειανθεί από το κλωθογύρισμα του χρόνου κι απλά θα παρατείνει για κάποιο απειροελάχιστο διάστημα την μνήμη μου. Δυστυχώς, δεν διαφαίνεται κάποια δυνατότητα διαφυγής από τη λήθη.

Κι αφού μάθαμε τόσα πολλά
Για το ψύχος, τους φράχτες και το φεγγάρι
Για το καθένα χωριστά μα και για όλα μαζί
Αναγκαστήκαμε, προκειμένου η γνώση αυτή να στεριώσει
Να πιστέψουμε πως κάποιος μας αγαπά
Ακριβώς όπως και μεις μπορούμε να τον αγαπήσουμε

Τι είπαμε;

Τι γλυκό πλήκτρο η αφή
Κι η ευωδιά τι νους.

Σε μια άγνωστη γλώσσα μπορώ να πιστεύω πως σε λένε ότι για πάντα σε αγάπησα.

Τόσα ημερολόγια για μία καλημέρα. Τόσοι ποιητές για ένα φωνήεν. Τόσες επαναστάσεις για τον καθένα.

Ο αφορισμός άνθισε στα χέρια του σαν σαρκοβόρος ήλιος.

Το μοίρασμα τζογάρει στην ποίηση ή πως κάθε βιβλίο του Μπόρχες θα πρέπει να τιτλοφορείται ‘τα άπαντα’.

Ή αλλιώς δώσε κάθε ευκαιρία στο άδραγμα.

Κάθε στίχος είναι ελεύθερος όταν δεν είναι στίχος. Αυτό δεν επιδέχεται κάποια ανάλυση.

Τώρα αφού γέμισα την κοιλίτσα μου με αχινούς θα βουτήξω στην θάλασσα και θα κοιμηθώ.

Το περίοπτο φάντασμα

Εκείνη τη στιγμή που ο Θεός γεννιέται για να υπηρετήσει τον θάνατό Του και τον δικό σου. Τη στιγμή που ο πόνος εξελίσσεται σε ανυπαρξία. Στο τσάκισμα των διαχωριστικών γραμμών ανάμεσα σε σένα και τα πράγματα, ή τις λέξεις, και την ενοποίηση των πάντων σε ένα στατικό, αιώνιο, ανόητο τίποτα. Ακόμα μπορείς να κινείσαι, να παρατηρείς τον κόσμο ή την γυναίκα σου στο κρεβάτι, να αισθάνεσαι, μα τώρα ξέρεις πως τίποτα από όλα αυτά δεν σε αποδεικνύει ως το άτομο που τα πράττει. Ακριβώς όπως το κομμάτι ενός παζλ, συνταιριάζεσαι στην μεγάλη εικόνα, αδυνατείς να αποκοπείς από αυτήν κι απλά μεταφέρεσαι από το ένα σημείο στο άλλο, παραμένοντας εσαεί τμήμα της. Η παρατεταμένη ασφυξία εξελίσσεται στο αντιφέγγισμα μιας κρυστάλλινης σιωπής. Τα δάχτυλά σου, τα μάτια σου, κάθε σκέψη ή συναίσθημα που είχες ποτέ, διαλύονται και σκορπίζονται υπό το ακράδαντο φως της. Σε λίγο δεν θα ‘χει απομείνει ο παραμικρός κόσμος από ότι συνήθιζες να αποκαλείς ζωή. Καμία ευχή ή κατάρα δεν θα απομείνει εδώ. Εδώ, μονάχα όπως πάντα και παντού το κενό που πλάθει τον χρόνο.

Αδιαφορία.
Καλή λέξη για να δελεάσεις έναν απαιτητικό αναγνώστη.
Ανοησία.
Τον έχεις ήδη καβατζώσει.
Ελλιπής.
Πάνω που αρχίζει να δυσθυμεί ξανά
Αίμα Αίμα Αίμα Αίμα
Κουφάλα νεκροθάφτη, όλοι μας θα πεθάνετε μια μέρα.

Αν η λέξη αντιστεκόνταν στις επιθυμίες μου θα ήμουν ποιητής.

Αν ήμουν ποιητής μήτε η λέξη επιθυμίες θα ‘χε.

Ευτυχώς καμιά αλήθεια κι απόψε
Δεν είσαι εδώ
Ο κόσμος είναι ήδη νεκρός
Δεν νιώθω πείνα ή κούραση
Σύντομα θα κοιμηθώ
Τα τσιγάρα δεν μιλάνε
Τα ποιήματα έχουν ξεθωριάσει
Τα έπιπλα απλά στέκονται
Οι τοίχοι παραμένουν όρθιοι
Δεν είναι κανείς εδώ
Κανείς δεν θα μπορούσε να ναι εδώ
Όλα είναι τόσο ήρεμα
Ευτυχώς καμιά αλήθεια κι απόψε

Αν δεν πιστεύατε σε μένα
Θα μπορούσαμε ναμαστε παρεούλα ///

Κι ας μην ήταν το ποίημα η κοινή μας μοίρα.

Αν μονάχα ήμουν κάτι άγνωστο
Κι από καιρό αγαπημένο.

Τα δέκα λεπτά γίναν είκοσι / μα;
Καθώς άλλαξε το τριπ / πω πω
Στην ανακωχή / χμ
Που θεσπίζει τη μοναξιά / .

Ίσως αυτό το έξτρα δεκάλεπτο
Χρησιμοποιηθεί
Σε κάποια άλλη αλήθεια
Μακριά κι απ’ τους δυο μας

Αυτή η πόλη με τα κλειστά τα μπούτια
και τον μπούτσο στην διαπασών
ξεκοκαλίζει αφηγήσεις εγκλημάτων
πάθους τις στουμπώνει στην κλειδαρότρυπα
να ζηλεύει ο γείτονας να βαράει μαλακία
με τις κόρες τις επιτήδειες αναρχικές
που γνωρίζουν πως καυλώνει ο τσολιάς
και πως σπαράζει ο φλώρος
Αυτή η πόλη με τα χνώτα του αρνιού
και τα αχαμνά του τράγου σερβιρισμένα
στα ιδιαίτερα των σοφιστών και
στα καμπαναριά που ξεσκίζουνε
δύση κι ανατολή κι ανατινάσουν
κομψευόμενους δημογέροντες να
μοιραστεί η χάρις να κιοτέψουν
οι ληστές κι όλοι οι αλλοπαρμένοι
Αυτή η πόλη με τους φρόνιμους
επαναστάτες που ξέρουν πως
να στηθεί ένα γκουλάγκ και πως
ότι δεν φτάνει η αλεπού του βάζει
φωτιά και καίγεται και καλησπέρα
σας πόσο απεχθάνομαι να έρχομαι
σε ρήξη μαζί σας Όλοι χαρούμενοι
με τις μωρουδίσιες φατσούλες τους
να στάζουν κοπριά και λάβδανο
σαν από πάντα έτοιμοι για μια
μεγαλειώδης παρτούζα κανονικό
λουτρό αίματος μαχαίρια πιστόλια
δηλώσεις επί δηλώσεων και δώστου
ένας μπιντές για το καλό της πόλης
Αυτή η πόλη είναι το χαζό μου πόδι
που έχει αρνηθεί να πατήσει καταγής
κι όλο σέρνεται και μου ζητά
με ένα μπαλτά να το ελευθερώσω.

οι ήσυχες μέρες

Οι ήσυχες μέρες δεν χαίρουν ιδιαίτερης φροντίδας. Οι νεκροί χαμογελάν κολακευμένοι και δεν διστάζεις να τους προσφωνήσεις με ένα όνομα τυχαίο.

Το πριν και το μετά αλοίφονται πάνω σε μια φέτα ψωμί. Ψίχουλα σκορπισμένα εδώ κι εκεί μαρτυράν πως δεν υπάρχει φόβος για την επιστροφή.

Οι ήσυχες μέρες ξέρουν καλά πως δεν έχεις πρόσωπο, παρά ένα τσαλακωμένο σεντόνι, απ’ άκρη σε άκρη του κρεβατιού, που υποδέχεται τους φίλους που ποτέ σου δεν είχες.

Ο κήπος μοιάζει ξένος, όπως και κάθε κήπος, το ίδιο και το σπίτι κι η μητέρα, μα ξέρεις πως το κουβάρι ξετυλίγεται μόνο σαν κυλήσει. Ακόμη κι ένα μωρό γνωρίζει πως να κρατήσει τα μάτια του κλειστά.

Οι ήσυχες μέρες δεν ξεδιαλύνουν το φώς. Σιγομουρμουρά η σφενδόνη μια κατακλυσμική ικεσία και τα δάχτυλά σου απλώνονται στη γη, ριζώνουν, καρπίζουν και επιστρέφουν στο στόμα της.

Απλώνεται η νύχτα, αρχαίο γνωμικό, κι όλοι μαθαίνουν τη γεύση της σοφίας.

Κρύβεται το χτένι στα χέρια του Θεού κι όλοι μαθητεύουν στ’ άστρα.

Οι ήσυχες μέρες δεν ομολογούνται στις λέξεις που καραδοκούν. Ανά πάσα στιγμή μια φαντασία παύει την γνώση.

 

Είμαι όσο πρέπει μικρός
Για να ζω μονάχος
Είμαι όσο πρέπει νεκρός
Για να ζω με πάθος

Το άδειο σου χέρι
Μου προσφέρει ότι θέλω
Το άδειο μου χέρι
Όλα όσα πιστεύω

Είμαι ένα έρημος τόπος
Μες στην πικρή μου καρδιά
Έτσι μπορώ να αγαπώ αληθινά

Είμαι όσο πρέπει χαζός
Για να μην κάνω λάθος
Είμαι όσο πρέπει τρελός
Για να ζω με κάλλος

μία στις χίλιες

 

Η ζωή μετά το Θεό οδηγεί την έφοδο των αφεντικών στο διάστημα,μια μορφή ταπείνωσης που αναζητά το κατάλληλο έγκλημα και τιμωρία, την περιούσια αμερικάνικη λήθη, στη χώρα του εδώ και του τώρα, ένα αστείο εξάλλου όπως όλες οι φωτιές η φωτιά, ο ακατανίκητος πόλεμος και πόλεμος, το ταξίδι στην άκρη της νύχτας, ο μονόδρομος, ο μόνολογκ, καθώς θα διασχίζεις ένα πρωινό τον κόσμο με τη μουσική των αγρών γύρω απ’ την ηλεκτρισμένη πόλη, παρανουαρικό, ασκήσεις ύφους, ανιδεογράμματα, γουρούνια στον άνεμο σαν νυχτερινές ικεσίες, η μητέρα του σκύλου θα λέγεται αυτή τη φορά τριστέσσα, άριελ, στο παρίσι, στο τέξας έχοντας μια καρδιά από ζάχαρη, ζώντας μια ξεχωριστή πραγματικότητα, όλα τα ποιήματα, τη σιωπή του ξερόχορτου, την απροκάλυπτη φάρσα, αυτά τα 32 βήματα ή αλλιώς ανταποκρίσεις από το σπίτι των πεθαμένων, μια αδιάρρηκτη εποχή στην κόλαση, ένα τρελόχαρτο που τραγουδά τα άσματα του Μαλντορόρ, επιτείνοντας την αναγκαστική ανάπαυση ενώ το άλλο μισό, confiteor, για μια πορεία να ξεφυλλίζει τη λέξη, ακριβώς όπως οι μέρες αφηγούνται τα άπαντα της ζωής με τις απαραίτητες οδηγίες χρήσεως.

 

 

Πατέρα, θα γίνω πατέρας.
Μητέρα, θα γίνεις μητέρα.
Όλη η αγάπη που έχουμε νιώσει
θα γίνει δική μας.
Το παρόν του μέλλοντός μας.
Το στόμα του στίχου,
το μάτι της λέξης,
τα πόδια του ποιήματος.
Ο κόσμος θα γεννηθεί ξανά.
Θα μεγαλώσει γύρω μας.
Για πρώτη φορά θα αντικρίσω τον εαυτό μου
με συμπάθεια και φόβο αληθινό.
Ότι κι αν είμαστε μωρό μου
θα γίνουμε ότι χρειαστεί
για να ζήσουμε.

καραμέλα

Τρέχω προς τα κει
Σωστή αριθμητική
Με καθοδηγεί

Κάθε νόημα
Συμπεριλαμβάνεται
Στο μέτρο του

Νικά ο κόσμος
Που δεν περικλείεται
Στα αίτια του

Γίνονται ένα
Η σιωπή κι η λέξη
Μες στην κραυγή

Το απόγευμα
Βουβοί άδειοι δρόμοι
Σε κατευθύνουν

Ο νόμος λαλεί
Το νυχτερινό πρωί
Το κυνηγητό

Το ποίημα, το ποίημα. Το ποίημα.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που μήτε να αρχίσω το μπορώ
Μα μήτε και να τελειώσω.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που είναι τόσο μα τόσο λευκό
Μα και συγχρόνως τόσο μαύρο.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που θέλει να πει το σ’ αγαπώ
Ολόιδιο με το σε μισώ.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που ζει μέσα του ο κόσμος
Μαζί με μένα ή χωρίς.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που είναι ο φίλος μου ο καλός
Κι ο αγαπημένος μου ο εχθρός.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που όλο να καταλάβω προσπαθώ
Αν ποτέ θα καταλάβω.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που χει τη δικιά σου την φωνή
Και το δικό μου όνομα.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που χει τη δικιά μου την φωνή
Και το δικό σου όνομα.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που δεν έχει φωνή καμιά
Και όνομα κανένα.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που αν και δεν είναι ποίημα
Τα καταφέρνει μια χαρά.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που κανείς μας δεν θα γράψει
Κι όλοι μαζί θα τραγουδήσουμε.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που ολοένα φεύγει
Και έρχεται ξανά.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Κι ίσως να φταίω εγώ
Που ακόμα πιστεύω σε αυτό.

επιλεγμένη εικόνα

Κάθε λέξη που γεννιέται σήμερα στον κόσμο αποτελεί μια παράφραση της ανικανότητάς μας να επινοήσουμε την λέξη αυτή. Τα στόματά μας εκκρίνουν το απαραίτητο δηλητήριο για την επιβίωσή μας.

Κάθε μήνα γεννιέται ένα νέο άστρο ακριβώς όπως χιλιάδες παιδιά μαθαίνουν γραφή και ανάγνωση.

Η φύση δεν γοητεύτηκε ποτέ από την ιδέα του παραδείσου. Μια μικρή βόλτα στο πάρκο αρκεί για να σε πείσει.

Δύστυχε Καρλ! Η πολιτική για τον πραγματικό κόσμο είναι ότι ο αυνανισμός για την σεξουαλική πράξη.

Επιμένω πως ο χρόνος επήλθε της παρουσίας μας.

Πριν χρόνια φαντάστηκα πως είμαι ο Χριστός. Πολύ σύντομα βεβαιώθηκα συναντώντας κι άλλους σαν εμένα.

Οφείλουμε, επιτέλους, ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Σάντσο Πάντσα. Με τη βοήθειά του η δυστυχία μας σιγουρεύεται.

Πρόσεξε όταν χαρίζεις σε ένα παιδί τον θάνατό σου. Ίσως δεν καταφέρει ποτέ του να ζήσει.

 

περισσότερες επιλογές

Παρά τις συνεχείς λοιδορίες του κοινού ποτέ μου δεν πίστεψα πως έχω φωνή. Ακόμη και το πρόσωπό μου είναι ένα ψέμα σε πλήρης θέα.

Βεβαίως και υπήρξε ο φίλος που με αποκάλεσε ποιητή μα είχε ήδη ένα μεγαλεπίβολο όνομα στην πιάτσα.

Η χρόνια ενασχόλησή μου με την ενασχόληση περιμένει το κουδούνι για να σχολάσει. Δεν συμπεριλαμβάνεται σε αυτήν ο οίκτος που νιώθω ενιότε για όλους μας.

Από στιγμή σε στιγμή περιμένω μια ακριβέστερη προσέγγιση της λήθης. Διατηρούμαι για τον λόγο αυτό όσο το δυνατόν πιο τίμιος και φτωχός.

Υπερισχύει η άποψη πως ο ζουρλομανδύας δεν φέρει ευθύνη αλλά κανείς δεν σκέφτηκε πως η αγάπη τρέφεται από ότι βρει.

Εξάλλου, αναρωτηθήκατε ποτέ πως ένα υψωμένο χέρι αναλογεί σε τουλάχιστον ένα κατεβασμένο πόδι;

Η μητέρα.

Ειλικρινά, δεν αποσκοπούσα σε περαιτέρω προσοχή. Απλά, αδημονούσα να πείσω και να πειστώ πως τίποτα δεν φέρει την αξία που φέρει αυτό που δεν την φέρει.

Θυμάμαι τον Γιάννη τον Μπεκάτσα. Έμαθα φοράει κοντά παντελονάκια και κάνει την μπουγάδα στους παλιούς.

Θυμάμαι βέβαια και ένα σωρό άλλους χωρίς την παραμικρή λέξη.

Πόσο ιδανικά τα χαχανητά κωφεύουν τη φύση.

Πόσο λατρεμένη η απελπισία που χτίζει τον κόσμο. Τόσα τραγούδια, τόσοι έρωτες..

Πόσο; Τόσο! Είπε το 1 και βασίλεψε.

Από δω και πέρα κάθε ερώτηση θα θεωρείται μαλακία εκ προθέσεως.

 

ατυχίες νο. 5

Αν δεν οικοιοποιηθείς ένα πρόβλημα δεν μπορείς να μετέχεις στη λύση του.

Γάμα τον παράδεισο. Ο θεός μας κοστίζει την γη.

Ο φασισμός είναι η ερωτική ψευδαίσθηση μιας εμμονικής μοναξιάς.

Η αριστεροσύνη είναι μια δύστροπη γεροντοκόρη δεσποσύνη.

Κανείς δεν σκέφτεται ότι λέει κι όλοι λένε ότι σκέφτεται κάποιος άλλος.

Οι ίσες αποστάσεις σε ένα ζήτημα σε μετατρέπουν σε αγγελιοφόρο.

Μια αδικημένη μεγαλοφυία δεν διαφέρει από μια δικαιωμένη ηλιθιότητα.

Κάποιοι καταναλώνουν τέχνη για να ζουν κι άλλοι για να υπάρχουν.

Οι περισσότεροι ζευγαρώνουν προς αποφυγή παρεξηγήσεων.

Είναι εύκολο για το στόμα να βρει την κατάλληλη λέξη αλλά για τα μάτια αδύνατο.

ζωύφια

Όσο κι αν περιμένουμε
Θα έχω ήδη πει αυτό που λέω
Παρόμοιο σε ότι ίσως πίστεψες
Πως είναι

Θα ναι ένας τόπος
Ως πάντα μια σημασία
Όσων, όλων και τίποτα
Μικρή, θεόρατη

Κι ο χρόνος όλοι μας
Ότι ποτέ δεν θα ειπωθεί
Κι ο χρόνος κανείς
Ότι μοιραστήκαμε

Μάρτυρας

Νόμιζα ότι ήμουν αναπόφευκτος.
Γραφτό να συμβώ.
Κάθε μικρό μου κλώτσημα να είναι ένα μαχαίρι στην καρδιά σου.
Όταν βγήκα από μέσα σου ένιωσες ελεύθερη.
Όμως μετά με είδες.
Για ένα μόνο δευτερόλεπτο.
Έκλαιγα.
Κι ήμουν μικρός.
Και τότε ήξερες ότι είμαι ένα τίποτα.
Δεν ήμουν τίποτα.
Όχι ακόμα.

Κι αν είναι η μοίρα μου

Φθινόπωρο παλιό και γω ακόμα νέος. Δεκάχρονος και κάτι στο δωμάτιο με την πόρτα μου κλειστή. Κίτρινη λάμπα αναμμένη, από κείνες τις παντοτινά κίτρινες. Κανείς στο σπίτι, κανείς στην πόλη για όσο με νοιάζει. Μέσα από τα σκεπάσματα να μοιάζει πως δεν νοιάζει κανέναν. Ίσως αναρωτήθηκα τι θα γίνω όταν μεγαλώσω. Ίσως απλά να ήταν η στιγμή που μια φωνή ήθελε να μάθει τι ποθούσα και μου το πρόσφερε. Έτσι απλά. Αβίαστα. Με μια ευκολία περίσσια της απάντησα πως δεν επιθυμούσα το παραμικρό. Ακόμη φαντάζομαι την σαστιμάρα της στην απάντηση μου κι ας μην είχε ποτέ της πρόσωπο. Τόση που ξεκάθαρα και με τόνο ειρωνικό με ξαναρώτησε αν τουλάχιστον ήθελα ένα μεγάλο πούτσο. Στιγμιαία αρνήθηκα. Πιότερο για να της την σπάσω, δίχως να ξέρω το κατά πόσο όλα αυτά είναι αληθινά ή την χρήση ενός μεγάλου καυλιού. Δεν ξανακούστηκε τίποτα από τότε και ναι καμιά φορά θαρρώ πως κάτι δεν πήγε καλά.

Αν δεν μιλάς δεν ακούς
Αν δεν γεύεσαι δεν βλέπεις
Αν δεν ονειρεύεσαι δεν κινείσαι
Αν δεν ερωτεύεσαι δεν πεθαίνεις
Αν δεν σιωπάς δεν υπάρχεις
Αν σταματήσω εδώ θα έχω φτάσει εκεί που είμαι
Αν σταματήσεις εδώ θα έχεις φτάσει εκεί που πάω

Είμαι σίγουρος πως και σε αυτό το ποίημα ανήκει μια ιδέα.
Αδυνατώ, πάραυτα, να διακρίνω ποια είναι.
Είμαι σιγούρος, όμως, πως παρά αυτούς εδώ τους στίχους
η ιδέα θα φανερωθεί. Ακόμη πιο ισχυρή απ’ ότι προοριζόταν.
Όχι, φυσικά, πως αυτό το ποίημα την έχει πια ανάγκη.
Η ιδέα θα αναδυθεί αποκλειστικά για χάρη μιας άλλης ιδέας
και πιθανώς διαμέσω αυτής. Της ιδέας ενός άλλου ποιήματος.
Όταν αυτό γραφτεί.

Χρόνος δεν υπάρχει για τον αναγκαίο στίχο.
Ποιητής δεν υπάρχει για τον αναγκαίο χρόνο.
Ούτε μάτι υπάρχει, ούτε μύτη
ούτε γλώσσα υπάρχει, ούτε αυτί για τον αναγκαίο βίο.
Όλα αποτελούν μια φτηνή απομίμηση όσων ποτέ δεν συνέβησαν.
Απλά, εξελίσσουμε την εναλλαγή των ρόλων
του εχθρού και του φίλου
του μάρτυρα και του δυνάστη
του έρωτα και του τίποτα
πάνω στο ανέκπληκτο πρόσωπό μας.

Αν είχα μια Αθήνα να γράψω.
Ή έστω μια Πάτρα.
Με όλη τους την δόλια στοργή.
Αντ’ αυτού τούτη η πόλη.
Με αφήνει ήσυχο να μεγαλουργήσω.
Δίχως λέξεις να κρύψω.
Δίχως συμφορά και δίχως γιατρικό.
Ο παραμικρός φόνος γίνεται ρήση.
Το ίδιο και η αυτοχειρία.
Δεν μένει παρά να πω την σιωπή.
Συγχώρα με, μωρό μου.

Έσο έτοιμος

Το ζήτημα στην ποίηση είναι να αφήνεις
Να περνάνε οι διαφημίσεις ανώδυνα
Κι έπειτα να λες αυτό που δεν θες
Με τέτοιο τρόπο που να μοιάζει πως δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά
Κι από το πρώτο γράμμα να προετοιμάζεις την έξοδο
Πριν καν φανταστείς πως άνοιξε μια πόρτα
Με τη σιγουριά του χρόνου που χάνεται
Ή μιας θύμησης ανυπόστατης
Φορώντας πάντα τα παπούτσια σου
Έχοντας ενναλακτικό σχέδιο απόδρασης
Σε περίπτωση που αναγκαστείς να ομορφύνεις το κείμενο
Ή πιστέψεις πως υπάρχει κάτι το πολύτιμο σε αυτό.

Μια τρελλή, τρελλή καταδίωξη

Η γυναίκα μου βάζει ηλεκτρική σκούπα
και γω πίνω καφέ και γράφω μια ιδέα
που ούτε να την σκεφτώ δεν μπορώ
μα την ανεβάζω έτσι κι αλλιώς
και πάμε στο κέντρο και αγοράζω παπούτσια
και πίνουμε ένα εσπρέσο καπνίζοντας ένα τσιγάρο
για να της πω πως τελευταία είμαι υπερβολικά θλιμμένος
κι έπειτα έξω από το μάρκετ
όσο αυτή αγοράζει ζαμπονοτύρια και γάλατα
διαβάζω το σχόλιο του 42 και χαμογελάω
κι επιστρέφουμε σπίτι και τρώω δυο κομμάτια μακαρονό
και γράφω αυτή την ιδέα και την ανεβάζω
και σε λίγο θα έχω φύγει και πάλι.

ήταν ένας άνθρωπος που πλέον

Ήταν ένας άνθρωπος που πλέον
ήταν ένας άνθρωπος που πλέον
ήταν, δεν ήταν ένας άνθρωπος που πλέον
δεν ήταν κι ούτε θα γινόταν ποτέ ξανά ένας άνθρωπος
που πλέον ούτε άνθρωπος, ούτε κανένας πλέον
κανείς άνθρωπος, πλέον κανείς
ένας άνθρωπος που δεν ήταν κανείς
πλέον άνθρωπος ήταν, δεν ήταν
ένας, κανένας, ούτε πλέον, ούτε, ούτε
πλέον που άνθρωπος ένας ήταν, δεν ήταν κανείς
ούτε άνθρωπος, ούτε κανένας πλέον
δεν ήταν κι ούτε θα γινόταν ποτέ ξανά
πλέον άνθρωπος ένας, πλέον κανείς
ούτε πλέον, ούτε κανένας, ούτε ένας
ποτέ ξανά δεν ήταν ένας άνθρωπος
ούτε κανένας πλέον, ούτε πλέον, ούτε άνθρωπος
πλέον κανείς, ήταν, δεν ήταν, ούτε πλέον
ποτέ πλέον κανείς, ούτε ένας, ούτε κανένας
κανείς κι ούτε θα γινόταν ξανά άνθρωπος πλέον
κανείς κι ούτε πλέον, ούτε ένας
ήταν, δεν ήταν κανείς άνθρωπος.

Ελάχιστες γεωμετρίες εκδηλώνοντας αισθήσεις.
Διασχίζοντας μπροστά, πίσω. Έξω, μέσα.
Δηλώνοντας εδώ, εκεί,
χρησιμοποιώντας εδώ, εκεί
κατασκευάζοντας μέσα, έξω. Εδώ, εκεί.
Αναμένοντας Σκότος, Έρωτα.

 

Αυτές οι λέξεις
Κάθε στιγμή
Που δεν λέμε
Γύρω απ’ τα τείχη
Ως πέρα τον κόσμο
Είναι η μόνη μας ελπίδα
Για τ’ αύριο

diminuita

Η πρώτη σου αγάπη αδημονεί να επαναληφθεί.

Η αρμονία δυστροπεί μπρος στα πλήθη.

Η πληροφορία μας αποσύνθεσε.

Τα συναισθήματα δεν αποταμιεύονται.

Κάποιοι πιστεύουν ότι θα κατακτήσουν περισσότερα αν μιλάνε παρά αν ακούνε.

Αν θες να πεις την αλήθεια το πρωί λέγε ψέματα όλη νύχτα.

Ίσως αν ερωτευτώ κάποιον να σε αγαπήσω περισσότερο.

Αν καταφέρεις να χάσεις το βράδυ το πρωί θα είναι πιο εύκολο να κερδηθεί.

Εκείνες οι λέξεις
Το βράδυ
Που δεν λέμε
Γύρω απ’ τα τείχη
Ως πέρα τον κόσμο
Προετοιμάζοντας
Τ’ αύριο
Είναι πολύ

Απέναντι
Άδεια μπαλκόνια
Κομμάτια δρόμου
Βοή μακρινή
Μία φιγούρα
Σε μία στιγμή
Που πάντα ξέρεις
Να την κοιτάς
Τότε ακριβώς
Που υπάρχεις
Μαζί της
Ωσότου χαθεί
Όπως εσύ

Ό,τι θα μπορούσε να σωθεί.
Αν αναγνωρίζονταν ως κάτι σαν κάτι.
Ένα ακόμα βήμα στην ακολουθία.
Οι αισθήσεις σου.
Ίσως κι ανύπαρκτο.
Εξίσου ακατανόητο
με την στιγμή που πλάστηκε
ο κόσμος.
Σύντομα, ποτέ
κάποιος διάλογος
δίχως πρόσωπα.
Κανείς όπως πάντοτε.
Είμαστε εδώ, αγάπη μου.

Τίποτα δεν ανανεώνεται πιο γρήγορα από το παλιό

Αναμασώ φωνές.
Παρασιτικός διαβάζομαι.
Ολοστρόγγυλος.
Αδυνατώ να μεταφράσω.
Αδυνατώ να κριτικάρω.
Την γενιά μου την πούλησα με την σειρά μου.
Το ίδιο και το πνεύμα των ημερών.
Δεν αναζητώ.
Δημοσιεύω αμέσως.
Προπάντων στο facebook.
Δημοσιεύω τα πάντα.
Σύντομα οπουδήποτε.
Δεν είμαι καλός.
Δεν είμαι χορδή.
Δεν είμαι δράκος.
Δεν είμαι σκαφτιάς.
Δεν ξέρω μπάνιο.
Δεν είμαι άλτης.
Δεν είμαι ποιητής.
Δεν έχω γεννηθεί ακόμα.
Έχω τα δαχτυλά μου στη θέση τους.

Σωτηρία

Συγχωρέστε με, που δεν μπορώ να γράψω κάτι, οτιδήποτε
για κάποιον πόλεμο που ξεκινά ή τελειώνει
ή για τον έρωτα που πάντα προπορεύεται.

Ποτέ μου δεν κοίταξα τον νεκρό του σπιτιού μου.
Ποτέ μου δεν πίστεψα πως είμαι ικανός για αγάπη.

Μέσα στην μυθική εκεχειρία του λεπτοδείκτη
και την ανειλικρίνεια του ημερολογίου
γνωρίζω, μονάχα, πως να ζω.

Με καθορισμένο ψωμί και σαφές γάλα.

Με επιτήδειο έλεος για τα κατορθώματά μου.

Με την σύμφωνη γνώμη του Κυρίου.

Με την ζεύξη ουρανού και γης.

Συγχωρέστε με, που δεν μπορώ να γράψω κάτι, οτιδήποτε
για κάποιον άλλον από αυτό που είμαι
μιας και κανείς μας δεν είμαι εγώ.

Ήθελα να γίνω μουσικός, έπρεπε να γίνω ζωγράφος μα κατέληξα να ξεδιαλέγω λέξεις. Από κει και πέρα όλες οι ιστορίες αρχίζουν για να τελειώσουν, ξανά και ξανά, συμφιλιωμένες με την απροθυμία μου να τις αποκτήσω. Αν υπήρχε έστω και μια μικρή πιθανότητα η επόμενη λέξη να μεταμορφώσει αυτό το σάπιο κορμί σε κάτι το παντοτινό θα ήμουν ευτυχής μα όχι εγώ. Το να λέω κάτι δεν ισοδυναμεί με το να είμαι αυτό. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε μακράν περισσότερη έλξη μεταξύ εμού και της άκρης του ουράνιου τόξου. Από κει και πέρα ακολουθούν προσεγγίσεις, διαμάχες και αναστεναγμοί, όλα τους εξίσου ανώφελα μα ικανά να συντηρήσουν την αίσθηση πως το παιχνίδι συνεχίζεται μετά τις διαφημίσεις. Έπειτα, σας ευχαριστώ για την συντροφία σας και οτιδήποτε άλλο επιθυμώ ή κάτα κάποιον τρόπο επιθυμείται και σεις και σας συνιστώ μεγάλες δόσεις χίουμορ και κάθε λέξης που δεν διορθώνεται άμεσα από τον επεξεργαστή κειμένου. Μέχρι να αποκτήσουν οι αρτηρίες μας το δράμα των εθνικών οδών και τα μάτια μας ένα κάποιο πρόσωπο σας εύχομαι καλό νέο χρόνο ακριβώς όπως πάντοτε.

Φιλούρες

Εκείνη την μέρα η πληροφορία της απαράμιλλης ευδαιμονίας πλατάριζε στα στόματα ολονών. Δαγκώνοντας την ψυχή τους προσπαθούσαν να συντάξουν τον ευτυχέστερο αλαλαγμό όλων και να προτάξουν το ολοένα αυξανόμενο βουητό στα κρίματα του κόσμου όλου. Βουρκωμένα μάτια και θρυμματισμένες αγκαλιές αμολιόνταν δεξιά και αριστερά, άχνη ζάχαρη αιωρούνταν στον αέρα και χιλιάδες αποκεφαλισμένα κοτόπουλα ψέλναν την ακατάληπτη δόξα της αγάπης. Κανείς τους δεν πρόσεξε πως την άκρη του ξέφρενου αυτού στροβιλισμού κρατούσε στα χέρια του ένας μικρός χιμπατζής που όλο γελούσε και τραβούσε την σπείρα προς την μεριά του.

Ένα πραγματικά ευχάριστο ποίημα

Τουμ τα ραμ, του τζαμ που ραμ
Πι πιρίμ τσι μπομ κου τριμ
Κούτι κούτι κούτι λο
Βζζζζζζινγκ σιρίμ τσι φο λοκό
Μπλα μπλα μπλου, μπλι μπλο τρολό
Πι τι πι τι πι τι μπονγκ
Μπονγκ μπονγκ μπονγκ, μπονγκ μπονγκ μπονγκ
Ουιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι
Ουιιιιιιιιιι, ουι ουι ουιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι
Πουμ..

Αφού ξυπνήσω
προσπαθώ να βρω την κατάλληλη στιγμή να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι
ώστε να μην βρω τη γυναίκα μου στην τουαλέτα
να μην γαβγίζουν τα σκυλιά στο μπαλκόνι στο πρώτο τσιγάρο της μέρας
να μην περνάει αυτοκίνητο καθώς προσπαθώ να βγω απ’ το γκαράζ
να μην έχει πολλούς πελάτες η καφετέρια πριν από μένα
να μην βρω τους συναδέλφους μου στην είσοδο να χασκογελάνε
να μην είναι ο πεθερός μου σπίτι όταν πάω να πάρω το μεσημεριανό
να μην έχει γυρίσει η γυναίκα μου απ’ την δουλειά ώστε να κλέψω ένα τσιγάρο στο σαλόνι
να μην έχει γυρίσει το παιδί της από πάνω πριν με πάρει ο ύπνος
να μην έχουν γεμίσει όλοι οι διάδρομοι στο γυμναστήριο πριν προλάβω εγώ έναν
να μην χρειαστεί να έρθει κάποιος επίσκεψη πριν κάνω ντους
να με πάρει ο ύπνος πριν καταλάβω ότι όλα έχουν αποτύχει και σήμερα
να με πάρει ο ύπνος την κατάλληλη στιγμή
ώστε το επόμενο πρωί αφού ξυπνήσω
να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι την κατάλληλη στιγμή.

Έχοντας σφραγίσει την συντριβή μου
με τους πλέον κοινότυπους τρόπους
μα αρκούντως, και για μένα, απολαυστικούς
κατάφερα να γλιτώσω τα ποιήματα μου
από προσδοκίες που πιθανόν ανέκυπταν
από το ίδιο τους το σώμα
ή, ακόμη, από τις αντανακλάσεις αυτού στον περιβάλλοντα χώρο.
Φυσικά, η ελπίδα να με καταβροχθίσουν
μια ώρα αρχύτερα, κάποια από όλα αυτά
παραμένει, αισίως, το μοναδικό κίνητρο
για να εξακολουθώ να τους προσφέρομαι ολοκληρωτικά.

 

Στην άκρη του δαχτύλου υπάρχει ένα μάτι
στην άκρη του ματιού ένα στόμα.
Ακομά κι αν ήθελα να διανύσω την απόσταση
αντίστροφα, ως την καρδιά
θα έπρεπε, πρωτίστως, να κόψω το κεφάλι μου
και στη θέση του να βάλω έναν ουρανό
με κείνη την σωστή απόχρωση
που συνταιριάζει τα σφάλματα
σ’ ένα υπέροχο μηδενικό.
Μα όλο αυτό είναι ένα παιχνίδι το οποίο ξεκίνησα
κλαίγοντας
για τη βία που προηγήθηκε της δικής μου
δηλώνοντας, εξ αρχής, χαμένος και προσφιλής
στην γενικευμένη αίσθηση του χαμού
της αποξένωσης και της λύσσας.
Ενίοτε, μονάχα, οριζοντιώμαι
σε μια απέλπιδα προσπάθεια
να παραλληλιστώ με την φορά της κίνησης
και να ελεήσω λίγη απ’ την ευδαιμονία
— ίσως της μόνης εναπομείνουσας
του να είσαι αόρατος.

Είναι αδύνατον να διαβαστούν τόσα καλά ποιήματα.
Ακόμη και να γραφτούν είναι αδύνατο.
Δεν μπορούν να υπάρχουν, ούτε καν σαν σκέψη.
Από παντού καταφθάνουν, ολοένα και πιο όμορφα.
Κάποιο λάθος τραγικό πρέπει να συμβαίνει.

Μια νέα ζωή
Δεν αρκεί πια για τον στίχο.
Ένας άλλος κόσμος
Είναι η αναγκαία συνθήκη του ποιήματος.

Κανένα ποίημα δεν έχει πάνω από ένα φωνήεν
Κανένας άνθρωπος δεν έχει πάνω από μία σκέψη
Κανένα τραγούδι δεν έχει πάνω από ένα σκοπό
Κανένα σπίτι δεν έχει πάνω από έναν ένοικο
Κανένα όνειρο δεν έχει πάνω από ένα τέλος
Κανένα χρώμα δεν έχει πάνω από ένα σώμα
Κανένα σημείο δεν έχει πάνω από μία αγάπη
Κανένας δεν έχει πάνω από κανέναν

Ω! Τι γλυκιά η ρήση του φωτός
Με συναρπάζει
Όπως ξεμακραίνει αυτή η σιωπή
Μέχρι να φτάσει

Η συλλογή

Δάνεισα μια συλλογή ποιημάτων σε έναν φίλο.
Ήταν μια πολύ αγαπημένη συλλογή.
Δεν μου την έχει επιστρέψει ακόμα.
Έτσι, η συλλογή παραμένει αγαπημένη
και ακολούθως το ίδιο κι ο φίλος μου.
Κι αν διστάζω να ρωτήσω
τι έχει κάνει με την συλλογή ποιημάτων που του δάνεισα
είναι γιατί είμαι σίγουρος πως κι ο ίδιος την αγάπησε
και πιθανώς μαζί με αυτήν και κάποιον άλλο.

Κρατώ τα βράδια μου τρυφερά.
Μόνος φοβάμαι.
Ο κόσμος που σιωπά είναι
ολότελα δικός μου.
Όπως κι ο πόνος
όταν το τηλέφωνο χτυπά
και φαντάζομαι την φωνή σου.

Το ωραίο κλίμα

Σας χρειάζομαι δίπλα μου. Μου είστε αναγκαίοι.
Από νωρίς το πρωί που ντύνομαι αθόρυβα για να μην σας ξυπνήσω.
Έπειτα στη δουλειά, σε κάθε ευκαιρία, να κοιτώ το τηλέφωνο μην τυχόν και καλέσετε.
Πάντα σκέφτομαι τα γούστα σας και πόσο μπορώ να τα ικανοποιήσω.
Να αγοράσω το τυρί που σας αρέσει, να έχω μπόλικες παγωμένες μπύρες
να κατεβάσω, ακόμη, τρεις, τέσσερις καλές ταινίες για το βράδυ.
Τώρα, τελευταία, δεν σας κοιτώ ευθεία στα μάτια γιατί αισθάνομαι πως νιώθετε άβολα.
Πολλές φορές, σας αφήνω μόνους στο σπίτι για να ηρεμήσετε.
Αν χρειαστεί, εννοείται πως μπορώ να κοιμηθώ και στο αμάξι.
Πάντως δεν έχουμε τσακωθεί ποτέ, αυτό να λέγεται.
Ολόκληρη η σχέση μας είναι φτιαγμένη κατ’ αυτόν τον τρόπο.
Είμαι σίγουρος, όμως, πως αν σας συναντούσα ποτέ όλο αυτό το ωραίο κλίμα θα χαλούσε.
Είναι δύσκολο να συντηρήσεις κάτι τόσο καλό αν είναι αληθινό.
Ευτυχώς, δεν χρειάστηκε ποτέ να μάθω ποιοι είστε και πλέον δεν το θέλω.