Πρέπει να τρως τις καραμέλες σου
Να μην σε σφίγγουνε οι τρέλες σου
Να βλέπεις πάντοτε ευθεία
Πρώτα και κύρια τη μπατσαρία
Κι οπως γυρίζεις το κεφάλι
Να μένει πίσω σου η ζάλη
Όλη η κόλαση άλλοι
Να την ρουφάν με κουτάλι
Δίπλα απ’ το μανουάλι
Τίγρης από τη Βεγγάλη
Μασάμε και το μπουκάλι
Πυρομανία και πάλι
Μην πάει στράφι το χάλι
Γουστάρω που μαι ξεσγάλι
Yo
Είναι καλό να έχεις φίλους
Μονάχα πρόσεχε του ψύλλους
Αφήνουνε κάτι τρύπες
Δεν ξες αν μπήκες ή βγήκες
Καλύτερα σπάστο και φάτο
Απ’ την κορφή ως τον πάτο
Να τρέξεις πάλι σαν νιάτο
Σε συννεφάκι αφράτο
Ηλιόλουστο κωλονάτο
Τρίποτα χάος μπομπάτο

Διάλεξα έναν στίχο σαν αυτόν

για να ζήσω και να πεθάνω.

Όχι σαν ποιητής

αλλά σαν κάποιος που δραπετεύει

από τον εαυτό του

για να παραμείνει άνθρωπος.

Ότι δεν είπα ή δεν τόλμησα να πω

θα γίνουν τα ποιήματα ενός νέου κόσμου

δίχως την παραμικρή ανάμνηση κάποιου

σαν αυτού που υπήρξα.

Η ελευθερία μου θα είναι το προνόμιο

όλων των μελλοντικών λέξεων.

Με τον τρόπο των ανθρώπων

που παραμένουν ένδοξοι και περήφανοι.

Το χώμα που παρασέρνει η βροχή

ενώ η φωτιά τραγουδάει τον άνεμο.

στο αλάνι

Έχω πάντα έναν φίλο.

Έναν μονάχα κάθε φορά.

Κι ας αλλάζει συχνά πρόσωπο, όνομα κι ιστορία.

Τα πάμε καλά, αν και βαριόμαστε συνήθως

τον μονότονο κι εξομολογητικό τόνο

της μοναξιάς μας. Καμιά φορά παρόλα αυτά

μπερδεύομαι

κι αρχίζω να μιλάω σε άλλον από αυτόν

που έχω μπροστά μου ή ακόμη χειρότερα

σε όλους τους μαζί

αραδιάζοντας κουβέντες, μυστικά και πεποιθήσεις

δίχως να θυμάμαι σε ποιον ανήκαν αρχικά

ή αν είναι ένας άλλος τρόπος

για να αναζητήσω την αλήθεια,

καθώς για τον καθένα τους προσπαθώ

με μεγάλη δυσκολία

να παραμείνω ο ίδιος,

αν όχι αυτός που όλοι τους ξέρουν

κι εμπιστεύονται.

Τότε, όταν τα μάτια του φίλου μου

απορούν εκστατικά

είναι που τρέμω μήπως και ‘γω τελικά

δεν είμαι παρά ένα άλλο φάντασμα στο δωμάτιο

ή μήπως απλά είμαστε όλοι τρελοί για δέσιμο.

στους παλιούς μας φίλους

Μου ζήτησε να του πω ποιος είμαι.

Αρνήθηκα.

Όχι γιατί δεν ήθελα ή γιατί δεν ήξερα τι να πω.

Αλλά γιατί αν το έκανα

θα έπρεπε να αποκλείσω όλα αυτά που δεν είμαι.

Βρίσκεσαι σε ένα σημείο της πόλης που ζεις και κοιτάς τριγύρω. Σήμερα βλέπεις τον γιο σου και την ανιψιά σου να παίζουν με μια μπάλα στο άδειο δημοτικό πάρκινγκ στην παλιά σου γειτονιά. Έχει βρέξει νωρίτερα κι η μπάλα βρέχεται και κολλά άμμο και χαλίκια που λερώνουν τα χέρια και τα ρούχα των παιδιών. Κοιτάς ανατολικά και βλέπεις τον δρόμο που μεγάλωσες. Μπορείς να τον κοιτάς για χρόνια, από την πιο παλιά ανάμνηση έως και την πιο πρόσφατη, από το ποδήλατο που έστριβε στο τέλος του για να διανύσει κατ’ επανάληψη το μήκος του έως και την τελευταία φορά που πάρκαρες πριν κάνα μήνα και έφυγες με σκασμένο λάστιχο. Ο δρόμος που σε δίδαξε πως η αγάπη και το μίσος είναι δυο αλληλοσυμπληρούμενα συναισθήματα. Θα ήθελες να συνεχίζεις να τον κοιτάς όπως ο πατέρας σου φεύγει για δουλειά ή όπως επιστρέφεις από οπουδήποτε αρκετά μακριά για να ανοίξεις την πόρτα του πατρικού σου με προσμονή αλλά το κεφάλι γυρνάει αμέσως βόρεια. Ο πλάτανος από το μικρό πάρκο κι οι τελευταίοι όροφοι του λυκείου σου ψιθυρίζουν τα ίδια γλυκόλογα σαν τότε. Τα λιωμένα παγωτά καταμεσής μεσημεριού Αυγούστου στα παγκάκια, όταν κάτι τέτοιο θεωρούνταν πράξη ηρωικής φιλίας ή απόδειξη της νίκης μας επί της πόλης, τα έο μέσα από τα κάγκελα του προαυλίου και τα σάλτα μας στην προσωπική μας μυθοπλασία, τα μπουγέλα τους τέλους της σχολικής χρονιάς παρέα με τα λευκά φανελάκια των κοριτσιών, κάμποσοι χωρισμοί κι άλλα τόσα ξεκινήματα. Κοιτάς δυτικά. Στην θέση της παιδικής χαράς υπάρχουν πλέον μόνο φαντάσματα. Τα παλιά σφαγεία κρέμονται ακόμα στα μάτια σου σαν τα δάκρυα που έριξες για να τα νικήσεις. Οι φωνές των μεγαλύτερων αγοριών αντηχούν ξανά τα τέρατα που κατοικούν μέσα στο σκοτεινό βασίλειο των σκουριασμένων τσιγκελιών και των φρικτών θανάτων. Μαθαίνεις πάλι εκεί πως ο φόβος είναι ένα πλάσμα που πνίγεται με την ανάσα σου. Μια ακόμα ματιά. Νότια φεύγει από πάντα η εθνική. Τα λίγα μέτρα που σε χώριζαν και σε χωρίζουν από την πέμπτη ταχύτητα κι ένα καθρεφτάκι που δείχνει ολοένα και λιγότερα. Όλο λες πως θα φύγεις μα η ώρα πάντα περνά. Έπιασε ψιλόβροχο ξανά. Κοιτάς τα παιδιά και τους φωνάζεις να έρθουν κοντά σου.

Στο δρόμο υπάρχουν άνθρωποι που σε ξέρουν.

Σου λένε πάντα αυτό που πρέπει να ακούσεις.

Άγνωστα πρόσωπα, βουβά, που δεν σε βλέπουν.

Μπορεί κι εσύ να είσαι ένας από αυτούς.

Κρατούσα λίγο από τον θάνατό μου

στην γλώσσα μου,

μόνο και μόνο για να μπορούν οι άνθρωποι

να διακρίνουν στα λεγόμενά μου

την έξοδο από κάθε ερμηνεία

και προς κάθε ατελεύτητη σιωπή.

Αυτό ήταν πάντοτε αρκετό

για να με αγαπάνε

δίχως τις ωμότητες της πίστης.

Μα το μεγάλο κομμάτι της ανυπαρξίας μου

το φύλαγα πάντα

μέσα στο δειλινό νανούρισμα

της ακριβής μου μοναξιάς,

μακριά μες στον απόηχο ενός ορίζοντα

που συνθλίβεται καθώς ξεμακραίνει.

Έτσι κατάφερα κι εγώ να τους αγαπήσω

δίχως την παραμικρή ελπίδα

να αποφύγω την αγάπη αυτή.  

Εγώ ήμουν χάλια, παρατημένος έξω από οποιοδήποτε μέρος γνώριζα ή είχα κάποτε επισκεφτεί, περιμένοντας το σινιάλο από τα ίδια μου τα πόδια προκειμένου να πάρω τον δρόμο της επιστροφής. Έλυνα και έδενα ξανά και ξανά τα κορδόνια των παπουτσιών μου, τσιμπούσα τις γάμπες μου και τράβαγα τις τρίχες των ποδιών μου, μέχρι και που κλώτσησα με το ένα μου πόδι το άλλο κι όμως παρέμενα καρφωμένος εκεί, μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων όσων γνώριζα ή είχα κάποτε συναναστραφεί, ο ίδιος πάντα αναίτιος φταίχτης μιας αναπόδραστης παραμονής που άρχιζε να διαρκεί σχεδόν όσο ολόκληρη η ζωή μου. Τότε ήταν που μου πέρασε απ’ το μυαλό να ποντάρω στα χέρια μου. Άρχισα να τα κουνώ, να τα στριφογυρίζω, να τα τινάζω λες κι ετοιμάζομαι να πετάξω, να χαράζω γράμματα, λέξεις κι αριθμούς στον παχύ αέρα μπροστά στο πρόσωπό μου. Δεν έχω διανύσει ακόμα παρά ελάχιστα εκατοστά.

Α, κορνίζαρα και το αυτοκόλλητο του ιού με τον Βάνεγκεμ, αυτό με το κλουβί που δεν βγαίνουμε, καλό.

Ναι, πάντως φίλε μου άρεσε που στον οίκο του Μ η Scarlet Witch τρελαίνεται, νομίζω πως καθώς μεγαλώνουμε όλοι μας έχουμε κάτι που δεν πάει καλά, που μας τρελαίνει.

Ρε συ καμάρι αυτό είναι το κλειδί που κρατάμε σφιχτά πάνω μας για να παραμείνουμε στο κλουβί. Καλό, ε;

Ναι, καλό.

Το να κλαις έχει απολέσει πια την μαρτυρία του. Όπως και το να οργίζεσαι, αν κι ο τονισμός μιας τέτοιας εθελούσιας εξόδου βρίσκεται πάντα στην λήγουσα με ότι αυτό επιφέρει. Το να χαζεύεις τα αστέρια ή την πασχαλίτσα πάνω στα φύλλα της χλόης ήταν ανέκαθεν πράξεις συνθηκολόγησης. Ίσως, τελικά, αυτό που έχει ακόμα κάποια σημασία, σε τούτο τον κόσμο της αέναης φυλλοροής, είναι να σιωπάς. Απόλυτα και κατανοητά. Σαν μέσο παράδοσης της αλήθειας στην ώρα της και στην σωστή πάντα διεύθυνση. 

Πρέπει πάντα κάτι να διακυβεύεται.

Η σιωπή, το γέλιο σου, η πορεία του σαλιγκαριού

ή ακόμη ο απόπλους της νύχτας.

Μονάχα έτσι διατηρείς την ελπίδα

αυτή σου η κίνηση να αποβεί μοιραία.

Ξέρεις, υπάρχουν τόσες φάσεις μόνο και μόνο

γιατί μιλάμε για αυνανισμό. Όχι, πάσο!

Κάποιες χαμουρεύονται μεταξύ τους

αλλά πάντα με τον κίνδυνο ενός ατυχήματος.

Μην παρεξηγηθώ, η κατάληψη ήταν το αλάτι μου

για πολύ καιρό. Αν κάποιοι ακολουθούν

τις οδηγίες του γιατρού ας παραμείνουν υγιείς.

Όπως και να ‘χει όλοι θα κατουρήσουν στον Άκρο.

Ίσως το καζανάκι εκεί μας διδάξει τα βασικά.

Διηγούμαι μια καταπληκτική ιστορία όπου δύο φίλοι βγαίνουν στο κυνήγι του ακούσματος. Πρέπει να ήταν δύο γιατί θυμάμαι που ο ένας βαστιόταν απ’ τον άλλο για να σταθούν όρθιοι. Αν ήταν τρεις ή περισσότεροι θα είχαν γκρεμοτσακιστεί στην πρώτη ανάθεση ρόλων. Ήταν κάποιο προάστιο της παραλιακής. Μπορεί και λίγο πιο πάνω. Το μόνο σίγουρο είναι πως το δειλινό τους βρήκε στο πόδι της περιοχής κι όλα τριγύρω μύριζαν φτήνια και συνενοχή. Η άκρη ήταν γνωστός του ενός ή του άλλου και με το που σήκωσε το τηλέφωνο εμφανίστηκε μέσα από μαγικούς καπνούς δίπλα τους, χαμογελώντας συγκαταβατικά και εχέμυθα. Πήρε το χαρτί κι ενώ έφυγε για να φέρει το deal στην ουσία έμεινε μαζί με τους δύο φίλους, αυτά τα αγνά και άγαρμπα μαστούρια, προκειμένου να εξακριβώσει το κατά πόσον οι δυο τους είναι μια ευκαιριακή πρόζα στην λογοτεχνία του περιθωρίου ή αν, αντιθέτως, φιλοδοξούσαν να δουν το ονόματά τους δίπλα στον φωταγωγημένο υπόνομο όλων των ξακουστών περιττωμάτων. Τα παλικάρια αντιλήφθηκαν την παρουσία απουσία του και προσπάθησαν να μην δώσουν σημασία αλλά να προσηλωθούν στην αναμονή της ντόπας τους μιας και τίποτα άλλο δεν μπορούσε να τους προσφέρει ο χρόνος σαν έννοια ή σαν πρακτική πέρα από αυτήν. Το θεατρικό εκτυλίχτηκε σε ένα από κείνα τα τσουρομαδημένα παρκάκια της τσιμεντομάνας. Όσο βάθαιναν οι ερωτήσεις του βαποριού τόσο μεγάλωνε κι η απόσταση των φίλων από την ακτή. Σύντομα άρχισαν να νιώθουν πως βρίσκονται καταμεσής ενός ωκεανού ματιών, δοντιών και μαύρων νυχιών ακονισμένων σε κάτι φλώρια σαν και του λόγου τους και άρχισαν να ψελλίζουν πως αν αργήσει η δουλειά δεν τους πειράζει να φύγουν και με άδεια χέρια γιατί έχουν να γυρίσουν σπίτι να κρυφτούν σε μια πρόχειρη ποδιά της μάνας τους που είχανε φέρει από το χωριό ειδικά για τέτοιες περιστάσεις. Ο μάγκας που κατάλαβε με τι έχει να κάνει είπε να τους χαρίσει ένα δομικό αξιοθέατο της φάσης, όχι τόσο για να μάθουν επιτέλους να συλλαβίζουν σωστά το όνομα της πόλης όσο για να τους πείσει πως η διαδρομή είναι διασκεδαστική αν ο κώλος σου ξέρει να τις αρπάζει. Χεράκι χεράκι τους πήγε μέσα από τα στενά στην παρακάτω πιάτσα από όπου ένα και μόνο βλέφαρο στα καλοκάγαθα γεροντάκια με τα τακούνια, τις ζαρτιέρες και τα βυζιά έκανε τον έναν να ξεράσει και τον άλλο να ζητά συγχώρεση και για τους δυο τους κι έτσι με τα μούτρα κατεβασμένα την πούλεψαν, πήραν το λεωφορείο για το χωριό και το γυρίσανε στο τσίπουρο.

Το μέλλον είναι μια αλαλάζουσα σιωπή

ενώ ένα παιδί ξημερώνει πάντα Σάββατο.

Χολιασμένη αποταμίευση εαρινών μανιφέστων.

Ένα κεφάλι για κάθε χέρι

ένα λουρί που τα κρεμάει στα σύρματα.

Μπαρούτι, φλεγμονή, οριζόντια θλίψη.

Χωράνε περισσότεροι στην λήθη από ότι στην sim.

Μαθαίνεις τα τεχνάσματα των ποντικιών.

Μαθαίνεις ακόμα να ξαγρυπνάς πλάι τους.

Μαθαίνεις να μισείς τις πόρτες που ανοιγοκλείνουν

κι όλους αυτούς που κουδουνίζουν κλειδιά

και σπέρνουν ψίχουλα βουτηγμένα στην κόλλα.

Θες να βγεις, μα ξέρεις πως είσαι ήδη έξω.

Πολύ μακριά από οποιαδήποτε φουρτούνα

να σου γδάρει το πρόσωπο, να σε ρίξει γυμνό

μες στην ανείπωτη ερημιά

να σου καρφώσει το μαχαίρι στην σπλήνα.

Καθόταν στη μέση της χωμάτινης αυλής με τα μάτια της καρφωμένα πάνω μου. Δύο μεγάλα πανάκριβα μάτια που με ικέτευαν να παραμείνω αληθινός. Την κοίταζα κι εγώ, κάπως κλεφτά από την ντροπή μου που υπέκυψα ξανά στο πρώτο φίδι που μου πρόσφερε μια δαγκωνιά από το απαγορευμένο μου μυαλό, καθώς απομακρυνόμουν χιλιόμετρα μακριά της, πέρα από τους τοίχους, μακριά, πέρα από τα υπόλοιπα ψυχάκια, τους γιατρούς, τις νοσοκόμες, τα λουριά και τα αχνιστά καζάνια με τους ύπνους, πέρα από τα φρεσκοπλυμένα προάστια, μακριά ως τη θάλασσα, σε κείνο το σημείο που πίστεψα πως κανένα όνειρο δεν στερεί από την πραγματικότητα το στέμμα και την βάναυση ομορφιά, στο ίδιο σημείο που λάθεψα, αγνοώντας πως τα όνειρα είναι πλάσματα δίχως λογική, ανεπηρέαστα από τις δυνάμεις που κρατάνε το αίμα στις φλέβες μας ή την αγάπη στα όρια της κατανόησής μας και πως αν τους δοθεί η ευκαιρία αυτό που πραγματικά είναι προορισμένα να κάνουν είναι να μετατρέψουν κάθε ανάσα που θα τους δώσεις, κάθε παραμικρό ίχνος της ζωής που θα τους χαρίσεις, στο όνειρο κάποιου άλλου, ενός άγνωστου και κτηνώδους ξένου που σε ονειρεύεται ακριβώς όπως και συ τον εαυτό σου. Την κοιτούσα και προσπαθούσα με ότι είχα πιστευτό να θυμηθώ πως η αγάπη της για μένα είναι η αλήθεια όσων Θεών μπορούν να υπάρξουν.

Για να τρυπήσεις τον πάτο του βαρελιού πάει να πει πως έχεις κάτσει πολύ καιρό εκεί μέσα και πως κανένας άλλος τρόπος διαφυγής δεν είναι δυνατός. Για να έχεις καθίσει πολύ καιρό μέσα στο βαρέλι σου πάει να πει πως το ήθελες, όπως όλοι μάλλον θέλουμε ένα υγρό ανήλιαγο μέρος για να σαπίσουμε. Για να θες να μπεις μες στο βαρέλι πάει να πει πως το βαρέλι σου προσφέρθηκε ως επιλογή που ήσουν έτοιμος να αποδεχθείς. Το ότι το βαρέλι σου προσφέρθηκε ως δελεαστική επιλογή σε αντίθεση ας πούμε με μια μπανιέρα ή με ένα μπαλκόνι με θέα στο Αιγαίο πάει να πει πως αυτό που πραγματικά επιθυμείς είναι να κρυφτείς. Με αυτά τα δεδομένα μπορεί να έχεις κάνει μια εξαιρετική επιλογή αν εξαιρέσουμε την πιθανότητα το βαρέλι να είναι απλά μια φαντασίωση που σε βοηθάει να κρατάς τα μάτια σου κλειστά.

Καθώς η μέρα τελειώνει μετράς τις ώρες που θα ήθελες να κοιμηθείς, τις αφαιρείς από όσες μπορείς να κοιμηθείς, πολλαπλασιάζεις το αποτέλεσμα με όσα στραβά κι ανάποδα σου  συνέβησαν μόλις σήμερα, και για τα οποία αισθάνεσαι ανίκανος να αντιδράσεις, και βρίσκεις σε πόσους ανθρώπους, αύριο πάλι, πρέπει να προσπαθήσεις να φερθείς ευγενικά και με σεβασμό, ίσως και με ένα ελάχιστο αλλά όχι μηδαμινό ποσοστό αλληλεγγύης,  προκειμένου να πείσεις τον εαυτό σου πως δεν είσαι ένα εκτρεφόμενο ζώο.  

«Πρέπει να γυρίσουμε πριν να είναι αργά», είπαν σύσσωμα τα γράμματα των ανθρώπινων γλωσσών, που προσπαθούσαν να χωρέσουν την γνώση μιας ολόκληρης ζωής σε κείνη την στιγμή που ήταν όλο κι όλο το μερίδιο τους. Γρήγορα και δίχως ιδιαίτερη φαντασία σχημάτισαν λέξεις, ακατάληπτες και βουβές, σπρώχνοντας το ένα το άλλο, πολλές φορές με τόση φούρια που ξένα μεταξύ τους αλφάβητα μπλέκονταν σε κτηνώδεις ακροβασίες απαράμιλλης παραφροσύνης και με ένα μικρό σάλτο πήδηξαν μέσα στην αριθμογραμμή.

Η μάνα στάθηκε στην άκρη του κρεβατιού γαλήνια και γυμνή από κάθε ιστορία που την συνέδεε μαζί μου. Μια απλή γυναίκα, γύρω στα πενήντα, με εμφανή τα σημάδια της κούρασης από όσα αναγκάστηκε να οικειοποιηθεί προκειμένου να τα εξουδετερώσει. Από πίσω της απλώνονταν τα κειμήλια όλων αυτών των ανόητων πολέμων, δίνοντας στους τοίχους του φτωχικού δωματίου μια αίσθηση πράου ηλιοβασιλέματος. Στο πρόσωπό της δεν υπήρχε το γνώριμο ίχνος της αγωνίας που της αντικατόπτριζα τόσα χρόνια ως το κυρίαρχο διακύβευμα των μαχών. Έδωσε στον χώρο μια ακόμα πνοή ειλικρίνειας κοιτάζοντάς με όλο κατανόηση και προσμονή και μου είπε, «Θα είμαι εδώ για πάντα». Παρέμεινα ξαπλωμένος κι ακίνητος, νιώθοντας την τρέλα μου να μετουσιώνεται σε μαγεία, προσπαθώντας να την ευχαριστήσω κρατώντας τα μάτια μου ανοιχτά μέχρι εκεί που αλήθευαν. Παρέμεινα σιωπηλός καθώς αυτή σηκώθηκε απαλά και βγήκε από το δωμάτιο, αφού πλέον ήμουν βέβαιος πως δεν υπήρχε καμία ανάγκη να βιαστώ να πω όσα ακόμη δεν γνώριζα. Μόλις είχε δημιουργηθεί ο χρόνος για όλα όσα έπρεπε να ειπωθούν και να γίνουν.

Για χρόνια υπήρξα ο χειρότερος πελάτης της νύχτας. Κρατούσα

το σπίρτο στο στόμα μου και δεν ανέπνεα παρά μονάχα αν το

κρύο γινότανε ποινή. Στο κομοδίνο δίπλα στο γαλάζιο κρεβάτι

μια λάμπα φθορίου και μια προσευχή μάχονταν για την επιβίωσή

μας, φτύνοντας με στο πρόσωπο όποτε πήγαινα να λιποθυμήσω.

Μέχρι και η κιθάρα μου προσποιούνταν το τέλειο έγκλημα με μένα

να τραγουδάω το περίγραμμά μου στους τοίχους κι έπειτα να

προσπαθώ να ταιριάξω στο χειροκρότημα που έφτανε από μακριά.

Το να τσιγάρο άναβε το άλλο κι όλα μαζί πλέναν το πρόσωπό μου

στην ανενδοίαστη λιτανεία της απουσίας σας. Τόσος πόνος

ελεύθερος από ιστορία και τιμή ξημέρωνε το αύριο σε κείνη

την ανόητη επανάληψη ενός στίχου παντελώς άσχετου με όλα αυτά.

Το όνομά μου θα αποδειχθεί λάθος.

Όπως και κάθε όνομα με την δικιά μας ιστορία.

Πρόσεχε! Αν κάποτε με χρειαστείς

δεν έχεις παρά να προφέρεις

τη λέξη που κρατάς στο στόμα σου

εκείνη μόλις τη στιγμή

μα με κάθε ένα πικρό της γράμμα λιγότερο.

Άπλωνε το αριστερό του χέρι και καθάριζε το παρμπρίζ από την υγρασία ενώ με το δεξί κρατούσε το τιμόνι. Το λεπτό του λιπόσαρκο χέρι σε αντίθεση με τα γινωμένα μπράτσα των άλλων αντρών μου έδινε την αίσθηση πως δεν απέχουμε τόσο πολύ ούτε σε ηλικία ούτε σε ρόλους. Ήξερα εξάλλου πως ο χρόνος είχε κατά κάποιο τρόπο σταματήσει για αυτόν από πολύ παλιότερα. Το καθημερινό πετρωμένο του πρόσωπο το μαρτυρούσε σε κάθε ευκαιρία. Το αμάξι ξεχώριζε, με τα φωτεινά του κίτρινα και μαύρα γράμματα πάνω στο λευκό αμάξωμα, με την επωνυμία μας σε κάθε του πλευρά και τα βαριά σίδερα που εξείχαν από την καρότσα. Στο μπάσκετ δεν ήμουνα ποτέ καλός, αν και ψηλός και γεροδεμένος, ήμουν πάντα πολύ άγαρμπος. Σχεδόν αδυνατούσα να κατανοήσω την ακολουθία των κινήσεων που απαιτούνταν για να κατέβεις το γήπεδο, να κάνεις το lay up ή να σουτάρεις με πιθανότητα να χτυπήσεις την μπασκέτα. Έπαιρνα rebound κι έκανα φάουλ όταν μου το ζητούσαν. Με περίμενε κάθε Παρασκευή στο απέναντι δρομάκι για να με κατεβάσει σπίτι. Το έκανε αποκλειστικά για να δηλώσει την παρουσία του, για να με κάνει να καταλάβω πως αυτό ήταν μια υποχρέωση που του ανήκει και την αναλαμβάνει. Κλείνοντας την πόρτα του αμαξιού, φεύγοντας από την προπόνηση, ελάχιστες φορές με ρωτούσε αν όλα ήταν καλά μιας και ο ίδιος ήξερε πως δεν θα ακούσει την απάντηση. Με στενοχωρούσε όποτε το έκανε αυτό. Άλλοτε απαντούσα από την κάψα ακόμα του παιχνιδιού κι άλλοτε απλά μουρμούριζα κάτι ακατάληπτο. Τις περισσότερες φορές απλά ξεκινούσαμε βουβοί για το σπίτι. Στον δρόμο η πόλη ακόμα υπόσχονταν κάτι αόριστο. Ένιωθα ήδη πως αυτή η κούρσα θα είναι ότι πιο κοντινό μπορούμε να έχουμε οι δυο μας εκείνα τα χρόνια. Η θλίψη μου ανακατεύονταν με την θέλησή μου να τον αποδεχτώ. Θυμάμαι ακόμα πως στο μικρό ασανσέρ της πολυκατοικίας απέφευγε να με κοιτάξει. Εγώ ανυπομονούσα να μπω στο σπίτι και να ακούσω τις φωνές της μητέρας και της αδερφής.

«Δεν είδα τίποτα, από σεβασμό και μόνο στην θνητότητά μας. Ακόμα ελπίζω πως αυτό δεν θα αλλάξει», είπε με την βαθιά φωνή του, την απαλή και ονειροπόλα. Χτύπησε το παιδί χαϊδευτικά στον ώμο. Από μακριά ακούγονταν το κοφτό λαχάνιασμα των μηχανών.

Κάθε φορά

που κλειδώνεις την πόρτα

κάποιος σε αποχαιρετά. Δεν θυμάσαι

ποτέ ποιος ήταν ή αν απλά τον φαντάστηκες να

φεύγει. Κάθε φορά που κοντοστέκεσαι για να ελέγξεις

αν η πόρτα κλείδωσε, πριν ή αφότου στριφογυρίσεις το

κλειδί, βρίσκεσαι αυτόματα στην λάθος μεριά,

εγκλωβισμένος ανάμεσα στην πόρτα και

την

ε

λ

ε

υ

θ

ε

ρ

ί

α

σου.

Κλέβει τον ύπνο σου η έρμη χώρα
Σε προσηλύτισε το μαύρο φως
Ορμάς και στέκεσαι μπροστά στην ώρα
Χείλη που μίσεψαν όλο σ’ το βιός.

Κρένεις κι η απόσταση σου επιστρέφει
Τρύπια η Άνοιξη μπάζει βροχή
Κι ο άπνοος λύκος που γυροφέρνει
Σφίγγει στα δόντια του μια μαύρη ευχή

Δώσε το χρόνο στη σιωπούλα να ανάψει
Κάθε σου σκέψη καπνός να γενεί
Μόνος παρέα με την άστραφτη πλάση
Λέξη μη στάξει σ’ ουρανό και σε γη

Δώσε στον κόσμο την ευχούλα να αδειάσει
Το κύμα να πάρει και σένα μακριά
Να μείνει η αγάπη σαν άστρο που τρέμει
Στο δείλι που πέφτει μια ιαχή μακρινή

Δώσε το σάλτο ως την άκρη της μέρας
Μια σφαίρα στο στήθος είναι τούτη η ζωή
Μόνος παρέα με την άστραφτη πλάση
Λέξη μη στάξει σ’ ουρανό και σε γη

Για να καταφέρω τούτη την ειμαρμένη μοναξιά χρειάζομαι τον καθένα σας.

Αγαπημένα μου πρόσωπα και άγνωστοι αδίστακτοι ελεήμονες περαστικοί

σας παρακαλώ μην με ακολουθήσετε και μην πιστέψετε πως με θυμάστε.

¨Μια Άλλη Κυριακή¨

Περνώντας με πορτοκαλί

[…ναι, θα βρεθούμε σ’ ένα μπαρ που δεν θα υπάρχει,

θες να το λέμε “Bluebird” ;]

¨Μια Άλλη Κυριακή» [ -Αφανίζοντας ύπουλα τη Νύχτα- ¨Αγαύη¨ (Αγρίνιο 2019) ] Σύνθεση/παραγωγή/ερμηνεία – Γιώργος Γιαννόπουλος Στίχοι – Βασίλης Νικολόπουλος

Δείτε την αρχική δημοσίευση

«Όταν μπορείς να ξέρεις τα πάντα θα ήταν ίσως προτιμότερο να μην τα μάθεις ποτέ», ακούστηκε μια γέρικη αντρική φωνή από πίσω του. Γύρισε να κοιτάξει, υποψιασμένος ταυτόχρονα πως σε κάθε παιχνίδι υπάρχουν κανόνες που λησμονιούνται προς χάριν της απόλαυσης του παιχνιδιού, και αντίκρισε ένα ερωτευμένο ζευγαράκι να χασκογελά αγκαλιασμένο. Γύρισε μπροστά του και όλα φάνηκαν τόσο αληθινά απ’ άκρη σ’ άκρη αυτής της γης όσο και η κεντρική λεωφόρος με τις πολύβουες μηχανές που μόλις είχαν σταματήσει στο γύρισμα του φαναριού δίνοντας του την ευκαιρία να περάσει απέναντι.

«Εκείνο που θα σε δικαιώσει», ψέλλισε, «δίχως να σε κάνει δικό του». Συνεχίσαμε να περπατάμε ώσπου βρήκαμε ένα πέτρινο παγκάκι και κάτσαμε. Το σούρουπο ανέδιδε μια ευχάριστη δροσιά. Τα πρώτα αστέρια είχαν ήδη αρχίσει να πλέουν όταν αποχαιρετιστήκαμε για τελευταία φορά.

Απ’ το μυαλό μου ένας άνθρωπος σαν και μένα παίρνει τα μάτια του από τις κορφές των δέντρων μπροστά στο παράθυρο, σηκώνεται από την παλιά ξύλινη καρέκλα και φορά ένα τζιν και το μπουφάν του, βάζει τα παπούτσια του κι ανοίγει την πόρτα και φεύγει δίχως να ξέρει ή να θυμάται αν η πόρτα έκλεισε πίσω του, βάζει το αμάξι μπροστά και οδηγεί μέχρι την χώρα του νησιού, μέσα από τους στενούς υγρούς σκοτεινούς δρόμους, με τα παράθυρα ανοιχτά και gun club στο τέρμα, μπαίνει στο λιμάνι και στο πρώτο καράβι που περνά απέναντι, καπνίζοντας όλες αυτές τις ώρες αμέτρητα τσιγάρα και μη πίνοντας ούτε μια γουλιά νερό, κάθεται στο ψηλότερο κατάστρωμα με τον αέρα να τον αρρωσταίνει και να τον κάνει να τρέμει με όλη του την δύναμη, όπως ακριβώς το γουστάρει κι όπως το σαπιοκάραβο δένει πετάγεται στην άσφαλτο και δέρνει τα άλογά του, με μίσος σχεδόν κι απέραντη αγάπη, φτύνει στροφές κι ευθείες, αφήνει πουρμπουάρ στα διόδια, μπαίνει στην γη του και δέχεται την γλυκιά της απελπισία και σπρώχνει μια ταχύτητα ακόμα εκεί που δεν υπάρχει και φτάνει στην πόλη του, στα χιλιοσπασμένα φανάρια του, στο δρόμο που μένει, στο σημείο που λέγεται σπίτι του, τραβάει χειρόφρενο με κουμπωμένη τρίτη, κατεβαίνει, πηδάει τις σκάλες ως τον όροφο, ανοίγει την πόρτα και τους χαμογελά απαλά.

Ο κύριος κοίταξε τον ουρανό με περιφρονητικό ύφος, καθάρισε το μονόκλ του και το ξαναφόρεσε. «Προτιμώ να πληρώνομαι», είπε, «παρά να πληρώνω». «Φουκαρά μου!» αναστέναξε ο χαμάλης. «Και για τους δυο μας το αντάλλαγμα είναι πολύ πιο μεγάλο».

Στο γύρισμα της ρουλέτας κάποιοι γοητεύονται από την περιστροφή και μόνο του μικρού τροχού και θα τους ήταν αρκετό να τρέχουν αδιάκοπα με τα μάτια τους πίσω από την δαιμονισμένη μπίλια ακόμη κι αν αυτή δεν σταματούσε ποτέ και πουθενά. Όμως καθώς κι αυτή υπόκειται στους μεγάλους παλιούς νόμους, αργά ή γρήγορα, θα φωλιάσει και θα κοιμηθεί μες στο τυχερό νούμερο, προκαλώντας ρίγη συγκίνησης σε όσους κυριεύονται από την επιθυμία τους να μαντέψουν την θέση της πάνω στο νικητήριο ταμπλό. Κι είναι κι αυτοί που μετά από κάμποσα πονταρίσματα, επιτυχή ή όχι, προτιμούν να παγώσουν την ρουλέτα μακριά από κάθε κίνδυνο ή ελπίδα, κάθε πόνο ή ευχαρίστηση που αυτή θα τους προσφέρει αποδεχόμενοι την μοίρα τους ως ένα από καιρό νεκρό πράγμα. Κάπως έτσι οι περισσότεροι συνεχίζουν να δίνουν στο παιχνίδι την ζωή που του ανήκει καθώς το μαυροκόκκινο αστέρι γυρνάει και γυρνά, γύρω από τα παθιασμένα στοιχήματα νικητών και χαμένων, είτε το θέλουμε είτε όχι.

Όλοι μας ξέχασαν ελάχιστα παραπάνω από ότι εμείς οι ίδιοι τον εαυτό μας. Κι είναι αυτή η μικρή διαφορά που αφήνει τόσο πολύτιμα περιθώρια στο να συμφιλιώσουμε επιτέλους όλους τους φόβους μας με μια ακλόνητη απάθεια.

Στο επιθυμητό και ακριβές σημείο επιστροφής της νύχτας μπορείς να αποστρέψεις το βλέμμα σου από την ανθολογία των λεπτοδεικτών. Το αν θα ανοίξεις ένα παράθυρο στην ανορθογραφία κάμποσων τυχαίων ονομάτων έγκειται στο μερίδιο τυφλότητας που δικαιούσαι. Το πως παίρνει μπροστά το μηχάνημα εγγραφής της φωνής σου και καταφέρνει να λειτουργεί παρά την πίστη σου στο συκώτι που διυλίζει το ουίσκι με την φαρμακευτική σου αγωγή δικαιολογείται με τον ίδιο μπάτσο που γύρισε το κεφάλι σου σε κείνο το πρώτο capwalk ανεξαρτητοποίησης. Ο Ηλίας συνέχιζε να στέκει σιωπηλός και αλληλέγγυος με τον τρόπο μιας ξερολιθιάς καταμεσής Αυγούστου. Κατάφερε να τρελαθεί, να γίνει καλά και να τρελαθεί ξανά πριν πεις επιβίωση. Το υπόλοιπο ενός οποιουδήποτε τέλους μιας ακόμη ιστορίας είναι αυτό που αποσιωπάται καλύτερα πριν να συμβεί. Η αλήθεια είναι πως ανησυχώ με τα λίγα άκρα που μου έχουν απομείνει. Ανησυχώ για την απόφαση που παρήγγειλα από τον επόπτη της ονειροποιίας μου να μου επιβληθεί η είσοδος στο πάνθεο της λησμονιάς με αντάλλαγμα τον εγκιβωτισμό μου στην πάχνη του πάρκου Αγρινίου σε μήνα Φεβρουάριο. Δεν θυμάμαι κάτι άλλο. Σελίδα μία από μία, 183 λέξεις, Ελληνικά.

Το μυστήριο σου ζεσταίνει την πλάτη αφήνοντας το νερό να τρέξει ως τους αγκώνες και τις γάμπες σου. Το μικρό σπίτι αιωρείται μες στο απρόσκλητο σκοτάδι γύρω από τον άνεμο και τα μακρινά σινιάλα μιας ζωής που παρά τις όποιες προσπάθειες δεν θα μοιραστούμε μάλλον ποτέ. Όσο κι αν βλέπω την αγκαλιά σου να κυρτώνει γύρω από το φως δεν είμαι σίγουρος πως μπορώ να σημαδέψω την καρδιά σας και να πετύχω την άρνηση της απόστασης μεταξύ μας. Ή τουλάχιστον την υπόσχεση πως αυτή θα γίνει ο μελλοντικός μας παραδείσιος κήπος. Πως η ταχύτητα που θα αναπτυχθεί καθώς τα σώματά μας θα έλκονται όλο και πιο δυνατά μέχρι να σμίξουν ξανά δεν θα καταφέρει μια τελευταία υπέρλαμπρη και καινοφανής σύγκρουση που θα μας συντρίψει έως τα βάθη της κοινής μας μοίρας.

Καθώς αφαιρούμε έναν έναν
τους λόγους που μας έκαναν να πιστέψουμε
ο ένας τον άλλο
μένει ένα ολόχρυσο, αγνό φεγγάρι
να μας στρώνει τον δρόμο προς τον ουρανό.

Είχε τα πιο γοητευτικά μάτια ψυχικού νοσήματος που είχα δει ποτέ μου. Κάτι μεταξύ σπείρας και βραχονησίδας του Αιγαίου. Με περίμενε ακριβώς εκείνη την στιγμή, ασάλευτος στη μέση ενός τσιμεντένιου σιδερόφραχτου προαυλίου μιας παλιάς και ετοιμόρροπης μονοκατοικίας, μπροστά από το ακράδαντο ηλιοβασίλεμα, κρατώντας ένα σβηστό πούρο στο αριστερό του χέρι, μόνο και μόνο για να μου δώσει την πληροφορία της καταγωγής του ανθρωπίνου γένους. Μου είπε να στρίψω δεξιά μετά το παρκαρισμένο skoda. Τον ευχαρίστησα και καθώς με κοίταζε ολόισια στο πουθενά με αποκάλεσε γιο του. Κούνησα συγκαταβατικά το κεφάλι μου κι έφυγα. Τον είδα να μικραίνει μες στον καθρέπτη μου μέχρι την επανέναρξη της σκηνής σε ένα άλλο μέρος και σε έναν άλλο χρόνο και με τα ίδια πάντα μάτια στραμμένα πάνω μου.

Το παιχνίδι έχει κάποιους κανόνες.
Μονάχα αν τους παραβείς
μπορείς να παίξεις το κεφάλι σου σαν
μπάλα από άχυρο και την καρδιά σου σαν
την μονόχορδη κιθάρα του βοριά.
Απάτησε με κάθε σου ματιά κι ως
την ελάχιστη χειρονομία
τον εαυτό σου με κάποιον άλλο
και αρκέσου στο να περιμαζέψεις
το είδωλο που θα περισσέψει
από έναν κοινό καθρέπτη
καταμεσής μια φλέβας από
άνεμο και σκόνη.

Είσαι ευτυχισμένος, πρωτίστως, όταν κάποιος άλλος σου λέει αυτό που θα έλεγες και συ αν αυτή η κουβέντα δεν γίνονταν ποτέ και συνέχιζες να στέκεις ολομόναχος στο κέντρο του μικρού δωματίου καπνίζοντας τσιγάρα και περιμένοντας την κλήρωση ενός λαχείου.

Δεν καταλαβαίνουμε αν είμαστε χαρούμενοι ή λυπημένοι.
Δεν ξέρουμε αν είμαστε οι νικητές ή οι χαμένοι.
Δεν θυμόμαστε αν όλα αυτά έχουν ήδη συμβεί
ή πρόκειται για μια ακόμα πιθανή εκδοχή του μέλλοντός μας.
Το μόνο που σίγουρα μπορούμε να παραδεχτούμε
είναι πως είμαστε πέρα ως πέρα ηλίθιοι
κι ικανοί για μια τελευταία απολαυστική και γελοία φάρσα.

Τώρα ξέρεις πως νιώθουν τα καταχωνιασμένα βιβλία στην αποθήκη.

Το κρασί που ξίνισε και το ψωμί που μούχλιασε μες στην σακούλα.

Το ποδήλατο που σκουριάζει στο μπαλκόνι και τα παιχνίδια

που φυλάς από την παιδική σου ηλικία.

Τώρα ξέρεις πως ότι δεν ζει

είναι ο θάνατος

που σε γυροφέρνει.

Χρειαζόμαστε την ποίηση για να διασφαλίσουμε τα σύνορά μας
να περιορίσουμε τα όρια μας, να διευρύνουμε το κενό μας
να παραμείνουμε ανολοκλήρωτοι.
Η ποίηση προσφέρει γνώσεις και βοηθάει να κοιμηθεί ο άνθρωπος
και να χάσει τον εαυτό του στον ύπνο της καθημερινότητας.
Τολμώ ακόμη να πω ότι η ποίηση είναι το απλό και εύκολο μέσο
που μας βοηθά να κατέβουμε πιο χαμηλά
και να μείνουμε όσο το δυνατόν πιο μακριά από τον Θεό.

Κάθε μη αντιστρέψιμο λάθος αναζητά τον τόπο της ταφής του.

Μικρό το λάθος, μικρό το μνημείο του

παραχωμένο μες σε ανόητες εκφράσεις και ελεήμονες συμπεριφορές.

Μεγάλο το λάθος και θα χρειαστείς ένα νεκροταφείο

για όσους δεν επιθυμούν να παραμείνουν ζωντανοί αναμεσά μας.

Σκότωσα τους γονείς μου κι έπειτα τους συγχώρησα.
Θα μπορούσα να κινηθώ προς την αντίθετη κατεύθυνση
αλλά είχα έναν κόσμο να θρέψω κι ήμουν απλά ένα παιδί.

Σαν να σου τελειώνουν τα τσιγάρα και να θες να τα δώσεις όλα. Σε κείνη την γαμημένη στιγμή που ο άνθρωπος που στέκεται δίπλα σου είναι ότι σπουδαιότερο έχει υπάρξει. Όχι γιατί είναι άνθρωπος ή γιατί στέκεται δίπλα σου αλλά γιατί ακριβώς σαν ένας άνθρωπος που στέκεται δίπλα σου υπάρχει. Σε κοιτά στα μάτια κι αναγνωρίζεσαι. Κοιτάς τα χείλη του και συλλαβίζεις την ιστορία της γαμημένης μας ευτυχίας. Τον αγαπάς όπως μονάχα ότι είναι καταδικασμένο να αγαπήσει αγαπά. Πέφτεις στα γόνατα για να φιλήσεις τον ουρανό που απλώνεται μπροστά σας κι είναι μονάχα μια φτηνή προσευχή στον κόσμο που σας περιβάλλει να σταματήσει έστω για μια στιγμή και να σας κάνει το ίδιο άτομο, την στιγμή αυτή που ξέρεις πως ο ήλιος που θα ανατείλει θα είναι μια παραδοξότητα της αιώνιας σας αγάπης.

Μια υπερπιθανή θεώρηση του «ένα έτσι» από ένα φίλο της σελίδας

Το «ένα έτσι» είναι ένας ποιητικός μηχανισμός. Αποτελείτε από ένα σταθερό μεταλλικό στέλεχος, που λειτουργεί ως βάση και από τον κύριο μηχανισμό του, που προσομοιάζει με κιάλι. Αυτή τουλάχιστον ήταν η αρχική του μορφή. Η λειτουργία του είναι να υποβάλει κάτι απλό (υλικό ή άυλο) σε ακτινοβολία που εκπέμπει από τον κύριο μηχανισμό του και στη συνέχεια να το μετατρέπει σε κάτι σύνθετο. Αν είχαμε, λόχου χάρη, ένα δισδιάστατο αντικείμενο, ο ποιητικός μηχανισμός «ένα έτσι» θα το απεικόνιζε ως ν-διάστατο κύβο (υπερκύβο). Το υποκείμενο που χειρίζεται τον μηχανισμό, σύμφωνα με υποθέσεις, λειτουργεί κάπως έτσι: γράφει κάποιες σκέψεις του, ακολούθως τις υποβάλει στην ακτινοβολία του μηχανισμού. Οι νέες, σύνθετες πια, σκέψεις, με την μορφή ποιημάτων, αναρτώνται στο διαδίκτυο. Δεν είναι όλες οι αναρτήσεις (ίσως πάνω από χίλιες) επεξεργασμένες από τον μηχανισμό αυτόν, αλλά δεν δύναται να εξακριβωθεί ο ποιοτικός και ποσοτικός τους διαχωρισμός.

Η αλήθεια είναι, ότι αν και σήμερα, χρησιμοποιείται ως ποιητικός μηχανισμός, το «ένα έτσι» κατασκευάστηκε για άλλους λόγους, σε άλλα μέρη. Συγκεκριμένα, στο σύμπαν μιας παράλληλης διάστασης του δικού μας σύμπαντος, μια ομάδα όντων, θα μπορούσαμε να πούμε, τηρώντας τις αναλογίες, μια ομάδα φοιτητών, κατασκεύασε έναν μηχανισμό για να κάνει λίγο πιο σύνθετη τη ζωή τους. Η ζωή στο κόσμο που διέμεναν τα όντα, είχε εξελιχθεί τεχνολογικά, ξεπερνώντας αισίως το σημείο της αυτοκαταστροφής ενός τεχνολογικά αναπτυγμένου πολιτισμού, σε τέτοιο βαθμό, όπου δεν υπήρχαν πια προβλήματα. Η συνέπεια ήταν ότι η ζωή είχε γίνει πολύ απλή. Τα πράγματα ήταν αφόρητα απλά. Και αυτό για κάποιους έπρεπε απλά να αλλάξει. Κάποιοι έπρεπε να αντιδράσουν. Χωρίς, ωστόσο, να σημαίνει πως αυτό ήταν κάτι το απλό. Έτσι, η εναντίωση στην επιβαλλόμενη απλότητα, ξεκινούσε από την διαπίστωση πως το να αντισταθείς δεν ήταν κάτι απλό. Αυτή ήταν μια πρώτη -αν και απλή- νίκη του κινήματος κατά της απλότητας. Η πιο ριζοσπαστική πτέρυγα του κινήματος κατά της απλότητας αποφάσισε να κατασκευαστεί ένας μηχανισμός ως όπλο που θα έκανε τα απλά πράγματα σύνθετα. Όμως, με την ολοκλήρωση της κατασκευής, ο μηχανισμός, απλά εξαφανίστηκε. Οι αγωνιζόμενοι κατασκευαστές έμειναν να κοιτάνε απλά το κενό.

Τι είχε συμβεί; Ο μηχανισμός, υπερφορτώθηκε από την αυξημένη ροή πολλαπλών ερεθισμάτων απλότητας και για να μην αυτοκαταστραφεί, διέρρηξε το χωροχρονικό συνεχές και μεταφέρθηκε σε ένα πολυσύνθετο κόσμο. Ο εν λόγω κόσμος, είναι τόσο σύνθετος, που ένας απλός βραστήρας λειτουργεί αξιοποιώντας τη σκοτεινή ενέργεια, τα παιδιά νανουρίζονται με πιθανές εκδοχές ενοποιημένων θεωριών, ενώ μια κλασική φοβία είναι ο φόβος του υποατομικού κενού. Δυστυχώς, όμως, η κατασκευή του δε μπορούσε να διακρίνει το ύψος της σύνθεσης και έτσι άρχισε να αναλύει σε πιο σύνθετο τον ήδη πολυσύνθετο κόσμο στον όποιο είχε μεταφερθεί. Η  καμπύλωση και το σπάσιμο του χωροχρονικού συνεχούς -για άλλη μια φορά- ήταν αναμενόμενη. Μετά από ένα μεγάλο διαδιαστατικό ταξίδι διάρκειας πολλών νανοσεκόντ, μεταφέρθηκε στη Γη -ένα απλό οινοποτείον λίγο πιο κάτω από την Αχαρνών και Χέυδεν. Το υποκείμενο το συνέλλεξε κρυφά και το ήπιε. Να σημειώσουμε πως ο μηχανισμός, λόγω των αλλεπάλληλων χωροχρονικών μετατοπίσεων, είχε συρρικνωθεί και είχε γίνει μικρό σαν μια φακή. Το υποκείμενο δεν άντεξε την αλλόκοτη μικρο-γεύση του και το απέβαλλε (ξέρασε) σε ένα πεζοδρόμιο. Με τα χρόνια η βροχή μετέφερε το «ένα έτσι» σε  μια πλατεία με σκιές. Εκεί, ίσως όχι τυχαία, αντάμωσε πάλι με το υποκείμενο. Εκείνο το κανάκευσε για να το αρπάξει ύπουλα και να το ενσωματώσει μέσα στο μάτι του. Το «ένα έτσι» είναι πλέον το βλέμμα του υποκειμένου. Το εφαρμόζει, όμως, μόνο για την κατασκευή ποιημάτων.

Τι θα συμβεί, αν το υποκείμενο, στρέψει το βλέμμα του και σε άλλα πράγματα;

Τι θα συμβεί, αναρωτιούνται όλοι, αν το υποκείμενο στρέψει το βλέμμα του στον ίδιο του τον εαυτό. 

Αλίμονο, λεμέ εμείς, αν το στρέψει προς την ίδια την ανθρωπότητα. Αν ήδη δεν το έχει κάνει…

Ήταν η τελευταία μέρα κάμποσων καλοκαιριών. Μάης μήνας με μακριά λυτά μαλλιά να φιδορμάνε στον ανοιχτό ουρανό της κούρσας που μας έβγαζε ολόισια από την κατουρημένη πόλη στο παραθαλάσσιο χωριό. Ένας, δύο, τρεις, τέσσερις και ΄γω, από κολλητοί μέχρι άγνωστοι πήραμε το δρομάκι για την παραλία πίσω από το βουνό. Δεν ξέρω πως έκατσε μα σε όλη την αφήγηση φοράω ένα ζευγάρι γυαλιών ηλίου με μωβ φακό που προσδίδουν στις σκηνές το απαιτούμενο ρεσάλτο προς την ανυπαρξία. Με μια πετσέτα, τα τσιγάρα του κι ένα νερό ο καθένας μας αδειάσαμε στην μέση της παραλίας με καμιά διακοσαριά έρημα μέτρα να μας χωρίζουν από τα τέλη της. Δοθήκαμε μεμιάς στα ευγενικά σαγόνια του ήλιου και την οριζόντια βροχή που ριχνόταν σε ύψη δύο μέτρων μέχρι τις πατούσες μας.

Photo finish: Ο ένας πνίγονταν κι ο άλλος προσπαθούσε να τον σώσει, ο άλλος κουκουλωμένος με την πετσέτα του προσπαθούσε να τιθασεύει ένα τσιγάρο από τον άνεμο που το σκόρπαγε πριν γίνει τσιγάρο, ο άλλος τον έπαιζε με πλάτη σε δώδεκα ή και περισσότερες γυναίκες που είχαν έρθει πριν λίγη ώρα δίπλα μας και πλατσούριζαν γυμνές κι ευτυχισμένες, ω, μα τα θεία ολόλευκα κορμιά τους, ενώ τις κλεφτοκοιτούσε τρελαμένος κι εγώ πηγαινοερχόμουν στην παραλία γύρω γύρω από ένα σημείο που δεν ήξερα αν υπάρχει ή αν είναι ένας τρόπος για να αποδεχτώ την προέλαση του φθινοπώρου.

Στον δρόμο της επιστροφής όλοι γελούσαμε με τα μεγαλύτερα στοματά μας και κανακεύαμε την ηλιθιότητά μας να σηκωθούμε και να φύγουμε από την παραλία μες στο καταμεσήμερο μόνο και μόνο για να γυρίσουμε πίσω σε ένα εφηβικό δωμάτιο για το απόγευμα κι ίσως μετά ουζερί. Το αμάξι έπαιζε συνέχεια ένα χιτάκι της εποχής που λέγοταν lucky girl και μίλαγε για χωρισμό ή κάτι τέτοιο. Όλα αναποδογύρισαν κι όλα βρήκαν την θέση τους ξανά το ίδιο εύκολα όπως πάντα.

Όλοι είναι μόνοι τους.

Με κείνη τη σκέψη πως θα γίνουν κάποιος άλλος.

Κάποιος που δεν θα έχει ανάγκη αυτόν που είναι.

Όποια κι αν είναι η απάντηση η ερώτηση είναι πάντα η ίδια.

Μπορεί πλέον να μην γυρνάμε γύρω γύρω από τον εαυτό μας

μες στα στενά σαλόνια της ενηλικίωσής μας

Σίγουρα βρήκαμε πιο έξυπνους τρόπους για να ζαλιζόμαστε

αλλά αυτό το αίσθημα της ναυτίας δεν λέει να φύγει πια

Το στομάχι πάντα δεμένο στο θαλασσοδαρμένο ναυάγιο

Καθώς βουλιάζει και βουλιάζει και χάνεται

Κατά πάσα πιθανότητα θα καταφέρω να μετρήσω

Μέχρι το χίλιες χιλιάδες

Και θα ναι κάμποσες φορές δύο

Κι άλλες τόσες φορές τρεις

Και μια τελευταία φορά χίλιες χιλιάδες

Μα θέλω να ξέρεις

Πως κλήρωσε κάθε μία από αυτές

Με ένα χαμόγελο και μία πίκρα

Μια τρύπια ομπρέλα στην ξαστεριά

Αρκετή πληρωμή για χίλιες χιλιάδες κι άλλη μία

Φορά που θα σου πω το σ’ αγαπώ

Ξέρεις τώρα, σαν να έχει συμβεί από πάντα

Απλά να το ξέρεις ήμαστε εμείς

Χίλιες χιλιάδες φορές το ίδιο ξανά και ξανά

Άλλο ένα βράδυ που απορώ τι δουλειά έχω εγώ μες σε αυτή την πρόταση. Άλλο ένα βράδυ που ελπίζω η επόμενη πρόταση να δώσει μια απάντηση σε αυτό ή σε οποιοδήποτε ερώτημα ικανό να με βγάλει σε μια παράγραφο, τουλάχιστον. Μικροί σβόλοι ψωμιού πεταμένοι σε έναν τυχαίο δρόμο πολύ μακριά από το σπίτι που έζησα κι ακόμη μακρύτερα από οποιοδήποτε σπίτι θα έκανα δικό μου. Απλά, η σιωπή μιας δίχως νόημα κίνησης. Η αδιάκοπη επανάληψή της σε τρομοκρατεί και σε γαληνεύει ταυτόχρονα, υποβαθμίζοντας τον λόγο σου σε προσευχή και ανυψώνοντας τον στην άναρθρη κραυγή ενός θηρίου που κατασπαράζει τον εαυτό του. Έπειτα, αρχίζεις να διακρίνεις μια εποχή εκεί που ο χρόνος τελειώνει. Είναι ο τόπος που τα πουλιά τσιμπολογάν την καρδιά σου και πλέκουν φωλιές με ότι ξεβράζει η λήθη σου. Περίμενα πολύ καιρό για μια διάψευση των όσων ορκίστηκα, μα δεν απομένει παρά να πω ψέματα ξανά.

Σε αυτή την πόλη δεν περπάτησα ποτέ.

Σύρθηκα, γονάτισα και έπεσα νεκρός.

Η πόλη ήταν πάντα καλή μαζί μου.

Μα τώρα μου λέει, σήκω και ζήσε.

Προστάτευσε τον εαυτό σου από τους άλλους.

Ο θάνατός σου με προσβάλλει, μου λέει.

Η πόλη έχει πλέον για τα καλά τρελαθεί.

Ξεχνάει πως η πτώση μας είναι η κοινή μας μοίρα.

Έκανα τόσο καιρό να ανακτήσω τον ήχο του ονόματός μου
όταν προφέρεται ή τον τρόπο που γράφεται
ή το βλέμμα που φέρνει στα πρόσωπα των φίλων μου
όταν με προσφωνούν και λογαριάζουν πως θα απαντήσω
που πλέον δεν έχει την παραμικρή σημασία
όταν το όνομα αυτό είναι απλά κάτι που αιωρείται
δίχως σκοπό ή νόημα ή πιο απλά κάτι που πέφτει
όπως η νυχτερινή βροχή πάνω στα φύλλα των δέντρων.

Μου λέει, να βγεις στην τηλεόραση να δείξεις το τέρας και να πεις, να! κυρίες και κύριοι, να το τέρας που ζει ανάμεσά μας, αυτό το βδελυρό συνονθύλευμα νοσηρότητας και αμαρτίας που κατασπαράζει τις αθώες ψυχές παιδιών σαν και μένα, που τις καταπίνει αμάσητες και τις κρατά μήνες και χρόνια φυλακισμένες μες στο σαπιόχολο στομάχι του, μακριά από τον δρόμο τον καλό και την αγάπη των στοργικών τους μανάδων, κλπ., κλπ., ξέρεις εσύ, μου λέει. Τον κοίταζα μες στα μικρά του ταλαιπωρημένα από την υπέρμετρη χλιδή μάτια, κοίταζα το φρεσκοξυρισμένο πάντα πρόσωπό του, την δεμένη για σεμινάριο δεσίματος γραβάτα του, το ακριβό του ρολόι, τα ογκώδη επιστημονικά βιβλία που τον περιστοίχιζαν, το τακτοποιημένο γραφείο του με όλα τα λογής συμπράγκαλα που αρμόζουν σε έναν μέντορα της ψυχής, ως και τα αναμνηστικά από τα ταξίδια του στο εξωτερικό, Παρίσι, Λονδίνο, Νέα Υόρκη, αραδιασμένα στο περβάζι του μεγάλου παραθύρου που έβλεπε σε έναν ακάλυπτο με φοίνικες και προσπαθούσα να σκεφτώ αν είμαι ήδη στην τηλεόραση κι αν αυτό είναι ένα παγκόσμιας εμβέλειας σόου που τρέχει μόνο και μόνο για να δει όλος ο πλανήτης πως απορεί ένας άνθρωπος σαν και μένα όταν του προτείνουν να τον ταΐσουν με την ίδια του την καρδιά και καθώς η τηλεθέαση χτυπάει κόκκινο αν τελικά θα την φάει κι αν είναι τόσο μεγάλος παίχτης που διατίθεται να αφήσει και έναν τυχερό από το κοινό, έναν αδερφό στην απελπισία, μια μάνα που ξέρει πως το κουτάλι κόβει περισσότερο από το πιρούνι, ένα οποιονδήποτε που επιθυμεί να σώσει την νύχτα από το φεγγάρι, να πάρει μια μικρή μπουκίτσα. Αυτό που λέτε δεν γίνεται, του είπα. Δεν υπάρχει περίπτωση. Με παρακάλεσε κάνα δυο φορές ακόμα και αφού κατάλαβε πως δεν ήμουν το πρόθυμο θηρίο του φημισμένου τσίρκου του και πως αν ποτέ πήδαγα μέσα από το φλεγόμενο στεφάνι μάλλον θα έπαιρνα φωτιά και θα χανόμουν, πριν το πολυπόθητο χειροκρότημα αποθεώσει και τους δυο μας, μου είπε πως  χρόνος μας τελείωσε. Άκουσα το παρασύνθημα με ανακούφιση. Άφησα στο τραπέζι τα 100 ευρώ του εισιτηρίου της παράστασης και ξεκουμπίστηκα από κει.

Οι γλάροι γελούσαν δυνατά όμοια με κείνη την φλέβα γυαλιού που σπάει. Όποτε γυρνούσα το βλέμμα μου προς τον ουρανό μοιάζανε με σταυρωμένες κατάρες μα δεν μπορούσα να τους δω. Καθόμουν στα βράχια, πότε βαθιά μες στις λουφαξιές τους πότε στην άκρη τους κοιτώντας ίσια στο νερό που έβραζε από κάτω. Ήμουν εκεί από το πρωί και είχε πάει ήδη μεσημέρι. Είχα φύγει από το κέντρο χαράματα ψάχνοντας ένα μέρος που θα υπάκουε στον αγώνα του μυαλού μου να σταματήσει τις ακροβασίες και τις τολμηρές επιδείξεις με τα σαρκοβόρα στόματα της τρέλας. Οδηγούσα ώρες μέχρι εκείνη την παραθαλάσσια γωνιά στην άκρη της πόλης. Ό ήλιος συντρόφευε την απόγνωσή μου από το μενεξεδί σπαρτάρισμα μέχρι και το αυτοκτόνο λευκό κι οι γλάροι δεν σταματούσαν να γελούν, καθώς γοητευμένοι μαζεύονταν κοπάδια ολόκληρα σαν λιγωμένοι κλέφτες με το μάτι καρφωμένο στο πολύτιμο απομεινάρι του νου μου. Για ώρες υπήρχα εγώ, τα ζοφερά χαχανητά τους κι η θάλασσα ως πέρα ως το τελείωμα κάθε ιστορίας ενός νέου που κίνησε στην περιπέτεια με μόνο του όπλο μια ψυχή που χωράει όλη την φρίκη των αστείων που συγκολλούν την πραγματικότητα πάνω στα μάτια και στα χέρια του καθενός μας. Έπειτα από ώρα, δίχως απόφαση και τόλμη, σηκώθηκα από κει κι έβαλα μπροστά την μηχανή μέχρι το σπίτι της. Με περίμενε με δάκρυα και γέλια. Με τρόμαξε αμέσως το μάτι στο στόμα της και το στόμα στα δυο της μάτια, όπως μπλέκονταν τα δόντια με τα βλέφαρα, που κλείστηκα στο κρεβάτι με πόνο βαθύ. Το κρεβάτι πήρε να τρέμει και να κρέμεται πάνω από την κόλαση όπως η προσευχή του ετοιμοθάνατου και δεν ήξερα αν πρέπει και εγώ να πέσω μαζί με αυτό μέχρι το τέλος του κόσμου. Από κείνη την στιγμή ξεκινάει μια πολύ περίεργη ιστορία που δεν έχει έρθει η ώρα ακόμη να συμβεί.

Για άλλη μια μέρα ο κόσμος διαιρέθηκε με το ένα
και αποδείχτηκε ξανά πως μια τέτοια πράξη έχει νόημα
μονάχα ως απόδειξη πως μια τέτοια πράξη είναι δυνατή.

Για άλλη μια μέρα ο κόσμος πολλαπλασιάστηκε με το ένα
και αποδείχτηκε ξανά πως μια τέτοια πράξη έχει νόημα
μονάχα ως απόδειξη πως μια τέτοια πράξη είναι δυνατή.

Για άλλη μια μέρα ο κόσμος, όπου κι αν βρίσκεται, έμεινε ο ίδιος
και αποδείχτηκε ξανά πως ένας τέτοιος κόσμος έχει νόημα
μονάχα ως απόδειξη πως ένας τέτοιος κόσμος πράγματι υπάρχει.

Ήταν ένα διάστημα στη Γη που τα αστέρια ήταν πιο κοντά απ’ το περίπτερο μα αυτό δεν είχε την παραμικρή σημασία καθώς αυτό που χρειαζόσουν ήταν πάντα λίγο περισσότερο καπνό και όχι ανέξοδα γαλαξιακά ταξίδια.

Και άλλοι ποτέ η σκιά έρχεται και φεύγει

χωρίς ιδιαίτερο φωνήεν ή σύνορο
μεταξύ λησμονιάς και αναισθησίας.
Επιμένω να αντικατοπτρίζω την ιστορία μου

πάνω στο κρίνο πρόσωπο του φίλου μου

που δεν φοβάται να τυλίξει το κουβάρι της
γύρω από τον λαιμό του και να κρεμαστεί.
Αιωρείται η αγάπη μας πάνω από λίμνες
και θάλασσες ανομολόγητου γκρι.
Σαν υπόσχεση που τελειώνει
πριν το θέρος σκεβρώσει σε σήματα διάσωσης.
Ο θρυμματισμός μίας και μόνης καρδιάς
η μονοκοντυλιά ενός φλεγόμενου δάσους
ο δολοφόνος καθώς πλένει τα χέρια του.
Πως είμαστε γλάροι. Ένα κομμάτι αντίο
τεμαχίζει τα οράματα μια στέρνα που λυσσομανά
η φρίκη στοχεύει φτύνω τρίχες από το γυμνό μου στόμα
ξώφαλτση μπουνιά στο μπράτσο της μάνας.
Οι κορφές ξοπίσω ως έπαλξη Ασίγαστος ο ουρανός
Αδυσώπητο το αεράκι Φτεροκοπά το τοπίο
Μια έκβαση από κύμα Τα σύννεφα λυγάνε
Βέλος φλέβα σιωπής σκαμμένες πέρα τελείες..

Κι αφού γλυτώσαμε ο ένας απ’ τον άλλον

με περίσσεια ευκολία

δεν έμενε παρά να σφραγίσουμε

πόρτες και παράθυρα

ήλιο και φεγγάρι

μέσα στο μαύρο κενό

των ιδιοφυών μας τάφων

προσδοκώντας την χάρη

της αληθινής μας ζωής.

Ευτυχώς, το σκοτάδι

ήταν γεμάτο προσφορές

για τον καθένα μας.

Ξέρεις, δεν χρειαζόμαστε πολλές γεύσεις στην ζωή μας.
Μια, δυο αγαπημένες και στη σωστή δόση κάθε φορά.
Το παιδί τον κοίταξε και του είπε,
Και πως ξέρουμε ποια γεύση να διαλέψουμε;
Ο άντρας δεν χρειάστηκε χρόνο για να απαντήσει.
Προετοίμαζε αυτή την απάντηση χρόνια τώρα.
Μα πάντα διαλέγουμε την γεύση που είμαστε ελεύθεροι να διαλέψουμε,
είπε χαμογελώντας περιπαιχτικά.

Ένα μάτι την ημέρα καίει στόμα, μύτη και αυτιά.
Παραλυμένοι.
Μια κυκλώπεια κωλοτρυπίδα έτοιμη να χέσει τον νέο αιώνα.
Πόσους νεκρούς αγόρασες σήμερα;

Παραπάνω από ένας γνωρίζεις πως είναι να τρως τσόφλια.
Παρακάτω από δύο θυμάσαι να λες αντίο στον πρώτο τυχόντα.
Περίπου τρεις μαθαίνεις την ευτυχία σαν μια έξοδο κινδύνου.
Έως τέσσερις απολαμβάνεις την πραγματικότητα στο περυτίλιγμά της.
Απόλυτα πέντε αρκείσαι στην επανάληψη της σιωπής.
Ακριβώς έξι τους μετράς ξανά και ξανά.
Κι εφτά, οχτώ, εννιά, δέκα μπορείς να προσποιηθείς πως είσαι κάποιος από αυτούς.

Δεν έχω ταβάνι.
Είναι ένας άντρας και το παιδί του.
Ο άντρας το βρίζει και το παιδί τρέχει πέρα δώθε.

Όυτε πάτωμα έχω.
Είναι ένας γέρος που αλυχτάει κι ακονίζει μαχαίρια.

Οι γύρω τοίχοι είναι μια πόλη
διαιρεμένη σε ένα μάτι και χιλιάδες στόματα.

Αιωρούμαι εδώ με έναν τρόπο να φύγω.

Τι χαμπάρια, ρε; Έφαγα κάτι ρεβίθια το μεσημέρι κι είμαι όλο το απόγευμα σαν μαλακία. Τώρα έβαλα κρασί να πιώ κι αράζω. Στολίσαμε και δέντρο. Έτσι είναι. Μετά την 17 Ν έρχεται το merry Christmas. Τον Αμερικάνο δεν τον αποφεύγεις πια. Κατά τα άλλα το μάθημα το πρωί ήτανε φιάσκο και κούναγα το κεφάλι μου στην οθόνη των παιδιών μην έχοντας να πω κάτι για να διασκεδάσω τις εντυπώσεις. Τουλάχιστον κάποια από αυτά με έχουνε γραμμένο κανονικά. Εσύ, τι άλλα; Σώπα! Όχι, όχι, καταλαβαίνω. Ναι, ρε μαλάκα. Κοίτα είναι απλό. Όσο εσύ δεν μιλάς μπορώ εγώ να λέω ότι θέλω. Ναι, ρε! Μην σκας. Αφού ρε μαλάκα μόνος μου το κάνω αυτό εδώ το μπουρδελάκι των σκέψεων και της πρόζας εσύ γιατί στεναχωριέσαι πως δεν είσαι εδώ. Ρε είσαι bro, ρε αλάνι. Κι ας μην είσαι εδώ εγώ ότι πω θα το ακούσεις και συ. Λοιπόν ξεκόλλα. Η φάση είναι εντατική και ξύλο. Ναι ρε, θα μας βαράνε μέχρι να αρρωστήσουμε και να ζητήσουμε συγνώμη. Και για τα δύο, εννοείται. Γιατί δεν σου ‘χει τύχει να τις αρπάξει και μετά για να καταφέρεις να σταθείς να πάρεις το φταίξιμο εσύ, που δεν ήσουν αρκετά σκληρός ή κάτι τέτοιο. Τι να κάνουμε; Κοίτα, άμα είσαι μια ζωή στην φάπα δεν σε παίρνει για πολλά. Μέχρι κι ο τελευταίος σκατόφλωρας θα θέλει να στην πέσει. Χρειάζεται κάτι καλό για να γυρίσεις το κλίμα. Κάτι περισσότερο από ηρωικό. Χρειάζεται αναίδεια και τρέλα. Ξέρεις γιατί ο τρελός είναι ο πιο δύσκολος αντίπαλος; Γιατί παίζει πάντα στην έδρα του, με χιλιάδες φανατισμένους οπαδούς να τον επευφημούν και τους διαιτητές να είναι η μάνα του κι η αδερφή του. Αν αυτό το προσόν το πασπαλίσεις με μπόλικο θράσος έχεις καταφέρει να διαλύσεις το παιχνίδι και να το στήσεις από την αρχή. Φυσικά ρε μαλάκα και θα το φτιάξουμε σαγιονάρα και τσαφ στον Αυγουστιάτικο ουρανό. Ότι θέλουμε θα κάνουμε. Μπορείς εσύ να τους πεις την αλήθεια; Ποια αλήθεια; Πως ο θεός μένει στην πολυκατοικία σου μεταμφιεσμένος στον κυρ Νίκο του 1ου ορόφου, που μένει ολομόναχος εδώ και 6 χρόνια γράφοντας το παραμύθι που θα μας στείλει όλους στο διάολο. Ναι, ρε. Κιόλας τέσσερα ποτηράκια και δεν ξέρω τι λέω. Στα αρχίδια μου. Κουβέντα δεν ήθελες. Άντε γαμήσου. Συγνώμη. Είναι δύσκολη περίοδος, φίλε. Τόσοι άδικοι πόλεμοι γέμισαν τα ράφια μας που πιστέψαμε πως με λίγη τύχη θα πεθάνουμε κυνηγημένοι και σοφοί. Κοίτα μας. Μια μαλακία χυλωμένη και πεζή και άγευστη. Σαν τα ρεβίθια που ΄φαγα. Έλα, ναι, καληνύχτα.

Έρχονται μνήμες από την τελευταία υποψία του ορίζοντα που όσο κι αν θεριεύουν την πίστη μου στην όραση ταυτοχρόνως συμμαχούν με τον διάολο που την καταλύει. Καθώς διανύουν όλη την μεγαθηρική απόσταση που ενώνει τις συλλαβές της πραγματικότητας μεταξύ τους καταφέρνουν με το άλμα τους αυτό να καταστήσουν αυτήν και το μπάσταρδο συγγενολόι της ικανούς να τραφούν με το ίδιο τους το σώμα, αποδεικνύοντας σε μια στιγμή πως αρκεί η ίδια αυτή στιγμή σε αυτό τον άλλο τόπο και χρόνο για να αναιρεθούν κι οι δυο τους στην αναίμακτη θηριωδία του τίποτα.  

Η μητέρα είναι η πιο κοινή οδός των μαρτυρίων. Επενδύει την μαγνητική της αστραπή σε όλα τα ψήγματα της κοινωφελούς μας απουσίας/παρουσίας.

Πριν από επιτύμβιες πρέζες μοναχικό προφίλ μέλλοντος ψιθυρίζει βρισιές σε γλαυκόλευκα οπίσθια.

Παρατηρούμε πως ο ορίζοντας παραμένει ανέξοδος κατά την διάρκεια ενός απόλυτου απογεύματος με ξαναζεσταμένο φαγητό και γρήγορη μοίρα. Διατείνεται έως την προσοχή ημέτερων απουσιών στο ίδιο πάντα ανακουφιστικό φωνήεν. Ω, ω, ω, ω, ω, ω, ω, ω. Τα βαλτοτόπια στο παραμύθι χασκογελούν απελευθερωμένα.

Ο σκύλος είναι το τελευταίο δόντι στην καρδιά σου. Μπλαβίζει η φρέσκια ανοσηρότητα του χρόνου.

Είναι η ώρα που το κριθάρι θα έγερνε στο φύσημα της εισόδου των πρώτων θαμώνων της μπάρας της Καραϊσκάκη. Θα δούλευε ο bro κι η μουσική θα ‘ταν κάποιος δίσκος el jazzy chavo. Κάποιος μόνος του πίσω από την μηχανή του καφέ θα είχε ήδη αργήσει. Άλλος ένας με περισσότερο χρόνο απάνω του θα έπινε καφέ κοιτώντας αδιάκοπα το κινητό του κάτω από την κούκλα του μουστακαλή ακροβάτη. Στα έξω τραπέζια τα πιτσιρίκια θα έρχονταν και θα φεύγαν με αυξανόμενη ταχύτητα. Εγώ μαζί με έναν ακόμα θα ανοίγαμε το βράδυ. Το φως ακόμη δυνατό θα τέντωνε τα λαρύγγια μας σε άσπρο πάτο ψηλού ποτηριού. Δυο τρεις κουβέντες, αναπάντητα ερωτήματα για τις δυνατότητες του αποψινού βραδιού κι επιστροφή στο παγωμένο μπουκάλι. Πάλι θα κοιτούσα το ρολόι μου και θα υπολόγιζα τον απαιτούμενο χρόνο της χαλάρωσης, του ακούσματος, της πιθανότητας να πάω κι από την Καραπαπά, όπως κι αυτήν να ανατραπούν όλα σε ένα βαθύ ξενύχτι με φίλους ή χωρίς και δυο, τρία ποιήματα στο τσεπάκι μου για αύριο. Εξάλλου θα είχα ήδη υποσχεθεί στο σπίτι μου πως θα βγω μόνο για μια μπύρα κι οι υποσχέσεις είναι αυτές που μας έφεραν εδώ που είμαστε. Υποσχέσεις για έναν καλύτερο κόσμο αρκεί να καταφέρεις να μείνεις ζωντανός. Θα ένιωθα ήδη τον πρώτο στίχο να πλάθεται. Σιγά σιγά το μαγαζί θα γέμιζε, θα ανταλλάζαμε αστεία με ύφος αστείο και σοβαρό και θα ψήναμε ο ένας τον άλλον να πιούμε κι άλλο. Θα ‘ρχόταν κι αυτός, θα αράζαμε σε τραπεζάκι έξω, δίπλα στην σόμπα κι η νύχτα θα είχε σφραγιστεί ως τέτοια κι απόψε. Το μόνο που θα μας έμενε θα ήταν να μην την προδώσουμε σε ανέξοδες ηλιοφάνειες και μηρυκασμούς αχώνευτων προβλημάτων. Τη νύχτα πρέπει να την έχεις από κοντά, να την κανακεύεις και να την φροντίζεις αλλιώς θα σε πετάξει στο πρώτο τυχαίο πρωινό που θα βρει, μες σε ατσαλάκωτα σεντόνια και σεταρισμένες πιτζάμες.  Έπειτα, όπως είναι προδιαγεγραμμένο στους δρόμους αυτής της πόλης, θα πηγαίναμε κι από κει, να εισπράξουμε την απαραίτητη βουβαμάρα και σπίντα προκειμένου να φτάσει η ώρα του γυρισμού. Αν ήμασταν τυχεροί θα φωλιάζαμε ο ένας μες στον άλλον μέχρι οι ασυναρτησίες να αποκτήσουν νόημα κι αν όχι θα έφευγα σίγουρα πρώτος για να ανέβω σουζάτος ως την κυρά μου. Ναι, έτσι θα γινόταν, έτσι έχει γίνει χίλιες φορές και θα ξαναγίνει. Αρκεί να ‘πα να γαμηθούν όλα, να σε πάρω τώρα τηλέφωνο, να βρεθούμε να πλακωθούμε στο πιώμα, γιατί αύριο μάγκα μου; Το αύριο είναι ο πιο σίγουρος τρόπος για να χαθούμε, κι είναι κρίμα. Υγεία.

Το σπίτι έχει αρχίσει και παίζει μαζί μου. Το ψυγείο παριστάνει το μηχανάκι που ανηφορίζει τον δρόμο. Το φως μένει ανοιχτό στον διάδρομο λες και κάποιος έρχεται. Τα τσιγάρα καπνίζουν μόνα τους στο τασάκι ίσως γιατί όλοι βγήκαν στο μπαλκόνι κάτι να δουν. Κάποιες στιγμές ο από πάνω βήχει και γυρνάω να δω αν φοράει μάσκα. Η αντανάκλασή μου στο τζάμι δεν φοράει το σκατόπανο και νιώθω ικανός να του χαμογελάσω. Κλείνω τα μάτια και νομίζω πως έχω μετρήσει χίλιες φορές μέχρι το εκατό αφού δεν μπορώ να βγω να ψάξω κανέναν. Η πόλη σβησμένη με κάνει να νιώθω πως αιωρούμαι στο διάστημα. Το σπίτι δεν παίζει καλά μαζί μου. Είναι σχεδόν σίγουρο πως θα τσακωθούμε κάποια στιγμή.

Γνώριζα το σκοτάδι μόνο σαν πράξη
εθελούσιας βλάβης. Κάτι που

μπορεί να σφραγιστεί από

μέσα, απαλά και ένοχα.
Δεν φανταζόμουν πως η

απουσία σου θα με

φυλάκιζε έξω απ’ το
σώμα μου, βαθιά

μες στην
ολότελη

ν

ύ

χ

τ

α.