Κάλεσα το 141
μα δεν έβγαλα γραμμή.
Βρήκα το 14844 και πήρα. Δεν ήσουν εκεί.
Το αυστηρά εγκάρδιο ύφος σου είχε αντικατασταθεί
από έναν απροκάλυπτα αστικό αισθησιασμό μίας άλλης.
Ήθελα να σου ζητήσω συγνώμη για τα χρόνια που πέρασαν
και να σε αποχαιρετήσω. Μάλλον άργησα. Δεν θυμάμαι τι ώρα ήταν.
Όχι πως είχε
ποτέ κάποια
σημασία.

9 στα 10 χιναράκια (στάνταρ)

Τον φίλο μου τον έφτυναν από ψηλά
όπως διασχίζαμε την πόλη
κι ήμουν εγώ αυτός που το διέψευδε
όταν κανείς μας δεν αναρωτιόταν αν πραγματικά συμβαίνει.
Έπειτα, κάποτε, χρειάστηκε να τόνε φτύσω στα μούτρα
μήπως κι έτσι πειστούμε πως αυτό έχει συμβεί.

Η νεροποντή τσαλάκωσε το δώμα στην άκρη του απογεύματος.
Ήταν σίγουρο πια πως κάποιος κοντοστάθηκε και κοίταξε προς τα κει
κι ίσως να απόρησε, δίχως κάποια ιδιαίτερη αφορμή
αφού και το σύννεφο εξάλλου δεν είναι ποτέ αυτό που νομίζεις
καθώς ήταν ο ίδιος που αργότερα εκφράστηκε αρνητικά
όταν ρωτήθηκε για την σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.

Το βράδυ στην θέση του είναι πολύ αργά.
Τόσο που ακόμη κι η απαλή σιωπή του είναι ένα ψέμα.
Το βράδυ στην θέση του είναι όλο σκοτάδι.
Τόσο που ακόμη και το αίμα αντικατοπτρίζει τα αστέρια.
Το βράδυ στην θέση του πάντοτε ξημερώνει.

Η αγάπη είναι το πιο επικίνδυνο μέρος στη γη.
Ίσως χρειαστεί να πεθάνεις για να το καταλάβεις.
Καλύτερα ρίχνε κάμποσες ερωτήσεις ξοπίσω της.
Και κράτα τες κλειδωμένες και νηστικές.

ο μπέμπης κοιμάται

3

Ένα ημερολόγιο είναι μεγάλο βάσανο όταν είσαι αριθμός.
Η ύπαρξή σου είναι προκαθορισμένη και δεδομένη.
Αυτό που χρειάζεσαι, σε αυτή την περίπτωση είναι να μην δίνεις σημασία.
Αν είναι δυνατόν, ξεκίνα έναν πόλεμο.

Paris

Καθένας ψάχνει τον κατάλληλο εαυτό για να αποδράσει.
Κάποιοι τον βρίσκουν σε σένα, κάποιοι σε κάτι απροσδόκητο.
Όπως η ζωή.

Zootopia

Ευτυχώς, χωράει πάντα ένας ακόμη άνθρωπος στην αγάπη μου
για το ζωικό βασίλειο.

Ηχεί σαν κήπος

Χρειάστηκαν κάμποσα αστέρια για να πειστεί για τον σκουπιδοτενεκέ
στο κέντρο του γαλαξία.

Ψυχοθεραπεία

Όλοι πάσχουν από κάτι περισσότερο από ότι μπορούν να αντέξουν.
Για μένα αυτό είμαι εγώ.

Τι Novalis τι Novartis

Η έμπνευση διακόπηκε όταν συνειδητοποίησε πως πρέπει ταυτόχρονα
να παραμείνει ζωντανός. Μπήκε για ένα ντους και πνίγηκε.

Κ.τ.λ.

Η ζωή είναι μια πολύ ωραία κατάσταση αρκεί να είσαι έτοιμος να
την απορρίψεις, κι όχι απαραίτητα για κάτι άλλο.

Φθινόπωρο αλλά δεν

Σε μεγάλο και βαθύ πηγάδι ζεσταίνουμε την απελπισία μέχρι να κάψει. Σοτάρουμε τα δάκρυα μας σε μέτρια προς δυνατή ανάμνηση για 2 λεπτά και προσθέτουμε το τέλος του κόσμου ανακατεύοντάς το γρήγορα, να λαδώσει καλά και να γίνει διάφανο, περίπου σαν το πρόσωπό μας. Προσθέτουμε την μελαγχολία του πρώτου φθινοπωρινού απογεύματος ενός τυχαίου έτους της παιδικής μας ηλικίας και το βλέμμα των μπάτσων όταν περνάμε από μπροστά τους. Συνεχίζουμε το σοτάρισμα για 2 λεπτά ακόμα και σβήνουμε με πένθος. Όταν απορροφηθεί όλο, προσθέτουμε την ζεστή αηδία σε άπειρες δόσεις, λίγο λίγο κάθε φορά, έτσι ώστε η διαδικασία να συνεχίζεται για πάντα. Αλατοπιπερώνουμε και συνεχίζουμε να ανακατεύουμε τακτικά την πίκρα μας για 15 λεπτά. Τέλος, αποσύρουμε από την φωτιά και προσθέτουμε το πρώτο μας φιλί και την τριμμένη προσευχή της μάνας μας. Ανακατεύουμε πολύ καλά και το πετάμε στα σκουπίδια.

 

Κάτι
για να
σωθώ. Σημαίνει
πως η μέρα θα αποχωρήσει
ευγενικά για ένα άλλο γαλαξία
κι η νύχτα θα επαναλάβει για πολλοστή
φορά τα χοντροκομμένα της αστεία κάπου
μεταξύ ονείρου και σκιάς. Επανειλημμένα θα
συγχαρείς τον θάνατο για την συνέπειά του και θα
αναρωτηθείς φωναχτά, κατά προτίμηση μπροστά σε
κάποιον που γλείφει ένα παγωτό, αν η ανθρωπότητα
είναι ο χρόνος που απαιτείται για να απαγορευτούν διαπαντός
τα αποσιωπητικά. Με λίγες ακόμα ανεπιτυχείς απομιμήσεις ενός
συγγραφικού ταλέντου θα φτάσεις να παραδεχτείς πως αφού δεν
έχεις ένα φίλο μα κι αφού δεν κοιτάς του δρόμου το στύλο μήπως τελικά
είσαι ο σκύλος του τραγουδιού, και σε αυτή την περίπτωση ποιος σε έχει; Τώρα
είναι που στην οθόνη πληκτρολογείτε το όνομά μου ή μήπως είναι καλύτερα να
επιστρέψω στο παλιό, καλό σχέδιο του Χριστού; Η αγορά σήμερα και πάλι ήταν ανοιχτή
σε προτάσεις μα δεν είχα καμία ελπίδα να πω αυτό που ήθελα μιας κι εδώ και καιρό είναι πιο εύκολο
να περνάω για ποιητής
παρά για άνθρωπος.

Δεν έχω άλλη επιλογή. Πρέπει να είναι πρωινό στο σπίτι μόνος. Να κάθομαι στο καναπέ δίπλα στην βιβλιοθήκη. Να κοιτώ τα βιβλία και τις ζωγραφιές. Οι κιθάρες να γρατζουνάνε. Να έχω πάρει άδεια από την δουλειά. Να νιώθω πως ο κόσμος είναι ένα τεράστιο μέρος που ακόμη κι αν μας χωρούσε δεν θα ήταν αρκετός. Να ξέρω πως σύντομα θα σε συναντήσω και θα είμαστε ελεύθεροι να αποχαιρετιστούμε κι έπειτα να βρεθούμε ξανά, τυχαία, με ένα άλλο όνομα και μια άλλη ιστορία για να ξεχάσουμε. Ο υπολογιστής και το τηλέφωνο χρειάζονται αυτή την ηλιοφάνεια όσο κι εγώ. Γράφω για να καταλάβω πως δεν έχω τίποτα άλλο πέρα από την στιγμή που το πλήκτρο συνηγορεί υπέρ της ζωής που μοιραστήκαμε πάνω σε όλες αυτές τις απίστευτες λέξεις ενός απόλυτα πραγματικού ονείρου. Σε ακούω να πλησιάζεις, δεν έχει σημασία προς τα που, είμαστε όλοι εκεί. Το μόνο που μετράει είναι πως όλη αυτή η ανατριχίλα στραφταλίζει πάνω στα πράγματα κι είναι ο καλύτερος τρόπος για να σε αγαπώ όπως μας αξίζει.

 

 

 

Κανείς μας δεν είναι ζωγράφος.
Κανείς μας δεν είναι ποιητής.
Κανείς μας δεν είναι μουσικός.
Το ότι όλοι αυτοί είμαι εγώ είναι κάτι που κανείς δεν σου χάρισε.
Σύντομα, δεν θα χρειάζεται καν να το ξέρεις.

Δημιουργώ και διαγράφω άδεια έγγραφα του word.
Δημιουργώ και διαγράφω άδεια έγγραφα του word.
Όσο συνεχίζω τόσο πιο δίκαιη μου φαίνεται σαν κίνηση.
Όσο συνεχίζω τόσο πιο ανόητη μου φαίνεται σαν κίνηση.
Κάθε ιστορία είναι το μέσο διαφυγής προς την αδιαφορία.
Προσποιούμαι την αγάπη σου και γράφω αυτούς τους στίχους.

στον theskyremainsthesame

Σκεφτόμουνα την φράση
χρειάζονται περίπου δύο λεπτά για να γραφτεί ένα ποίημα
όταν βρήκα ένα φίλο στον δρόμο
που δεν ήξερε αν ο φίλος του υπάρχει
κι έπειτα αμέσως μετά
τον πατέρα που ήξερε πως αγαπά το παιδί του
μα που ήξερε επιπλέον πως ήταν τρελός
κι έπειτα απλά χρειάστηκε λίγος χρόνος παραπάνω
για να φτάσω σπίτι
και να υποκριθώ τον ποιητή.

Junk boom

Πρέπει να βρω κάτι να πιαστώ
Μόλις πάλι πήδησα απ’ τον Τιτανικό
Πλατεία Ομονοίας και Γ΄ Σεπτεμβρίου
Παλεύω με τα κύματα στα βάθη ενός αστείου
Ίσως και να γέλασα ίσως να καίει κι ο ήλιος
Ο τρόπος που πεθαίνω σας φαίνεται γελοίος
Μα αυτό δεν είναι θάνατος Είναι ένα άυλο σώμα
Ο χρόνος που το πλαστικό γίνεται πάλι χώμα
Εκείνο το φιλί που μου ‘σβησε το στόμα
Το άσπρο που δεν πίστεψα ποτέ πως είναι χρώμα

ena etsi

Καθώς ο ένας κοιτούσε τον άλλο ξεχνούσαν πως μοιάζει το φως στην απουσία όλων όσων μπορούσαν να είναι.
Καθώς ο ένας κοιτούσε τον άλλο ανακαλύψαν το σκοτάδι.

ΚΟΥΖΙΝΙΚΑ
ΕΙΔΗ ΜΠΑΝΙΟΥ
ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΑ
ΕΙΔΗ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ
M’ ένα μισόγυμνο δέντρο απολαμβάνω την φαντασία μου
στοιχηματίζοντας στο μακάβριο.
Οι περαστικοί μου προτείνουν να ποντάρω περισσότερα
μιας και γράφω στο κινητό μου.

Κάποτε υπήρξε το σύμπαν.
Έπειτα ήρθε η αλήθεια με όλη της την παρακμή.
Προς το τέλος παρουσιάστηκε το ποίημα.
Μάταια προσπάθησε να κυκλώσει την σιωπή,
μα ήταν σίγουρα ένα φρικτό χαμόγελο.

Αμέτρητες δυνατότητες
να καταπιώ την γλώσσα μου.
Ανέξοδες και εγγυημένες.
Αμέτρητες δυνατότητες
να γλιστρήσει το κεφάλι μου
μέχρι τον υπόνομο και να χαθεί.
Αμέτρητες δυνατότητες
να σωθεί το ποίημα
δίχως να σώσει κανέναν.
Αμέτρητες δυνατότητες
να επαναληφθούν όλα αυτά
με την ίδια πάντα ανοησία.
Αμέτρητες δυνατότητες
να περάσει κι αυτή η νύχτα
χωρίς να ξέρω το γιατί.
Αμέτρητες δυνατότητες
να περάσουν όλα
και κανείς ποτέ να μην νοιαστεί.
Αμέτρητες δυνατότητες
που καταλήγουν πάντα εδώ.

Κάποιοι χρειάζονται κάποιους για να είναι κάποιοι.
Κάποιοι τους χρειάζονται όλους απλά για να είναι.
Κάποιοι δεν χρειάζονται κανέναν είτε για είναι είτε όχι.
Κάποιοι από δαύτους είμαι εγώ εκτός κι αν χρειαστείς να είμαι.

Κάθε λέξη είναι η υπόσχεση πως δεν θα ξαναγράψω.
Κάθε χρώμα είναι η βεβαιότητα πως δεν έχω γεννηθεί.
Κάθε ήχος είναι η προτροπή να εγκαταλείψω τον κόσμο.
Κάθε γεύση είναι η αποστολή λουλουδιών σε μια άγνωστη διεύθυνση.
Κάθε σώμα είναι η επιστροφή σε μια οποιαδήποτε ιδέα.
Κάθε στιγμή είναι η επανάληψη των παραπάνω.
Κάθε στιγμή που πέρασε είναι η άρνηση όλων αυτών.
Κάθε στιγμή που έρχεται είναι η πιθανότητα όλα αυτά να συμβαίνουν σε κάποιον άλλο.

 

είναι τόσο νωρίς για να είμαι κάποιος

Πριν ανοίξει ο υπολογιστής η πρώτη ατάκα είναι απόλυτη, μα ο κειμενογράφος είναι λιγάκι πιο αργός από μια αιώρηση σε κάθε φανταστικό ερώτημα μιας ακόμα ζωής, οπότε αρκούμαστε στην καταγραφή αυτής της στιγμής όπως αυτή εξελίσσεται. Εξακολουθώ να είμαι σίγουρος πως όλο αυτό μεταφράζεται στην τύχη του να κατανοείς πως η αφήγηση που έχει προηγηθεί αποτελεί σχετικά εύκολα μια ιστορία που κάποιος σαν εμένα μπορεί συνδέσει. Έπειτα το έπειτα μοιάζει τόσο απέριττο όσο ο νόμος της βαρύτητας. Χωρίς αυτόν θα εξακολουθούσαμε να ψάχνουμε την ετυμολογία των περισσότερων λέξεων. Όπως τώρα δας αναγνωρίζω πως η χαρά μου, αυτή που μετουσιώνει τον χρόνο σε αθανασία, πολλαπλασιάζοντας τον τρόπο του θανάτου, είναι αρκετή για να λέω πως ότι θέλω είναι αρκετό για να με οδηγεί και ταυτόχρονα να δημιουργεί τον δρόμο, ω! ελευθερία, πορτοκαλί απόσταγμα της νύχτας, ιερουργοί της ανόθευτης οδύνης να συστεγάζονται αυτές οι σκέψεις με ένα κορμί από χρόνια φθαρμένο κι όμως ανέτοιμο να αντιληφθεί ότι απλόχερα του δίνεται, εξηγώντας στα χρώματα το πως αναπνέουν όταν η ομίχλη έρπει σαν όραση, υπενθυμίζοντας στον φίλο να απουσιάζει τον τόπο, εφευρίσκοντας χίλιες προτάσεις για την σιωπή, μαλακώνοντας ολοένα την καρδιά μέχρι να αντλήσει τον φόβο του αντικατοπτρισμού της, υπήρξαν τόσες φορές που μετάνιωσα που υπήρξαμε μα κι άλλες τόσες που θα έδινα την αγάπη του Θεού στα όρνια μόνο και μόνο για να επαναληφθούμε άλλη μία φορά.

 

 

Σήμερα το γκρι.
Αύριο το μαύρο.
Σχεδόν πάντα το λευκό.
Αρκετές αποδείξεις
πως πρόκειται για μια βιαστική
και πρόχειρη δουλειά.
Ή απλά για ένα κακόγουστο αστείο.

Δεν υπάρχει πραγματικά χρόνος.
Η ζωή εξάλλου είναι πολύ όμορφη
για να δικαιολογήσει κάτι τέτοιο.
Μια επιπόλαιη ματιά
πάνω στο αίμα που χύνεται
όταν σκοτώνεις κάτι
είναι η μόνη στιγμή που θα βρεις.
Εκτός κι αν σκοτωθείς πρώτος.

ακρόραμα

Δεν είναι μόνο θέμα τεχνικής. Αν έχεις προσωπικότητα μπορείς ……………………………….. λάθος να λειτουργήσει για σένα. Σε κάθε ………………………….. είναι έτοιμος. Δημιουργεί ευκαιρίες σε κάθε του κίνηση. Ξέρει ποιος είναι …………………………………………………………………… Όχι μόνο το αποτέλεσμα. Μας τρέλανε. Χειροκροτούσαμε όρθιοι, είπε με ήρεμη φωνή που μεγέθυνε την αξία του προσώπου που περιέγραφε. Αυτό φάνηκε στο ματς με την αεκ, του είπε ο άλλος. Αυτόματα πρόσεξα πως το διπλανό παρεάκι κυρίων χαμογελούσε καταφατικά στα λεγόμενά τους. Δεν άργησαν να φανούν τα ζόμπι από την άκρη του δρόμου.

 

 

Ανεπίδεκτος σύννεφων. Αναπόδραστος αστείων.
Είναι το φθινόπωρο ο βαθυστόχαστος θάνατος της ανωνυμίας μας.
Ακριβή μας παραφροσύνη πως ότι πονάει δικαιούται ένα όνομα.

χίστορι

Όταν ΚΩΛΩΝΕΙΣ
Να φωνάξεις την σιωπή στα μούτρα σου
Με την αφέλεια ενός προπατορικού πόνου
ή πιθανώς με την αυταρέσκεια μιας υπόσχεσης
οπωσδήποτε αδιαφορώντας για τον πόνο
είναι το νερό που σε ξεπλένει
με τους χίλιους τρόπους μιας νοημοσύνης
το αύριο ενός από όλους όσους απήλθαν.

Κανείς δεν πρόσταξε τον Σίσυφο να ανεβοκατεβάζει την πέτρα.
Απλά αυτός θεώρησε καλή ιδέα να κερδίσει λίγο χρόνο προτού τρελαθεί.
Απ’ την άλλη θα ήταν πολύ πιο εύκολο να ήμουν τυφλός αν είχες κουφαθεί.
Όλοι υπολογίζουν την απόσταση από κάθε αγάπη που άργησε.
Έτσι διατηρείται μια λέξη για την λογική του θανάτου.
Δεν σε περίμενα να έρθεις κι άφησα το μάτι ανοιχτό.

μια κλειδαριά που γυρνάει
σαν
μια βρύση που τρέχει
σαν
έναν υπολογιστή που βουίζει
σαν
ένα παράθυρο σαν καθρέπτη
σαν
ένα κρεβάτι που τα κρατάει όλα στην θέση αυτή

σταμάτησε το αυτοκίνητο στο πλάι του δρόμου

Μάσησε τα δόντια του σαν τσίχλες
κι απ’ τον πρωκτό του ξημέρωσε η θάλασσα.
Ένα χαζό μακαρόνι, παραβρασμένο
τυλίχτηκε μέσα απ’ τα αυτιά του και τα ρουθούνια
και δέθηκε φιόγκος στην κορφή του κεφαλιού.
Επιτέλους, το αστείο δεν είναι πια διασκεδαστικό.

η πιο μεγάλη κι η χειρότερη ανία είναι το ποίημα

Η πιο μεγάλη κι η χειρότερη ανία είναι το ποίημα
που ενώ δεν υπάρχει
και τίποτα δεν καταφέρνει να το δημιουργήσει
αυτό γράφεται
με όλες τις άτολμες και τολμηρές του λέξεις
με όλη του την περιφρόνηση για τον καημένο τον ποιητή
και βγαίνει στο φως έτοιμο να καταστρέψει
τις φιλοδοξίες όλων όσων πίστεψαν
πως υπάρχει κάτι που πρέπει να σωθεί.

Προχώρησα πέρα από το ποίημα
και δεν βρήκα τίποτα.
Υπήρχες εσύ
κι ένας κόσμος σαν εσένα
κι η τεκίλα ήταν κρύα
και δεν με ένοιαζε ιδιαίτερα
αν θα επιστρέφαμε
σε κάτι πιο αληθινό
από τη νύχτα ολόγυρά μας
ή αν θα γεννούσαμε
έναν ακόμα ήρωα
για να κοιμηθούμε.

Δεν είμαι ο Τόμας Μπέρνχαρντ.
Δεν είμαι ο Άλιστερ Κρόουλι.
Δεν είμαι ο Στίβεν Κινγκ.
Δεν είμαι ο Κεν Κέσυ.
Δεν είμαι ο Λόρδος Βύρωνας.
Δεν είμαι ο Χάρι Πότερ.
Δεν είμαι ο Καρλ Μαρξ.
Δεν είμαι ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης.
Δεν είμαι καν εγώ.
Είμαι η ευχή ενός ανθρώπου πως τα πάντα
είναι ένα υπέροχο ποίημα
αρκεί το μηχανάκι που οδηγεί να φτάσει σπίτι.

τώρα μου μοναξιά
ταιριάζεις τη σιωπή μου
ο χρόνος μία γη
σβήνει φίλους
αφουγκράζεται
το καντήλι
πως αγκαλιάζω
πως προστάζω
άλλη ώρα
να μην ’ρθει

Κάποιοι σκάβουν για να βγουν.
Κάποιοι κοιτάνε για να φύγουν.
Κάποιοι πλαγιάζουν για να σωθούν.
Κάποιοι πεθαίνουν για να μείνουν.

Μα όλοι, μα όλοι γνωρίζουν για να είναι μόνοι.

Κάποιοι φτύνουν για να φαν.
Κάποιοι στριφογυρνάνε για να διψάσουν.
Κάποιοι αυτοτραυματίζονται για να γίνουν σκυλιά.
Κάποιοι ξερνάνε για να πιστέψουν.

Μα όλοι, μα όλοι γνωρίζουν για να είναι μόνοι.

Νέα, εξαφανισμένα, χορταίνουν το μεγαθήριο της ασφυξίας. Πύραυλοι
σε ιντερλούδια διάταξη, μαριονέτες τροπαιοφόρων συνθλίψεων
επιτύμβιες ονειρώξεις, σήμαντρα, σιρίτια, σήμερα
κατανοώ το παρελθόν ως την έξοδο προς
τον συντομότερο εφιάλτη, απαλά
τραβώ μια οποιαδήποτε
πρίζα, ανοίγοντας
το φεγγάρι
στην
μ
ο
υ
σ
ι
κ
ή.

Κάτι πρέπει να σημαίνει.
Κι ίσως αυτό το κάτι να είναι κάποιος σαν εμένα κι εσένα.
Τουλάχιστον έτσι είμαστε σίγουροι για την αποτυχία μας.

δερτμμμ

«… Ο κόσμος ξανά τέλειωνε κάθε νύχτα στην Σάντα Μαύρα μέσα σ’ ένα σκοτάδι παλιό πάντα. Ω σκοτάδι! Ψίθυρος όλων των δειλών στην μοντέρνα κωμωδία, πίσω απ’ το πεπρωμένο τους. Ο πρώτος τούτος κίνδυνος ήταν και δικός μας και τώρα το ‘ξερα. Στην καρδιά του καλοκαιριού, ανακάλυπτα επιτέλους πως φύλαγα μέσα μου έναν αήττητο χειμώνα».

 

Όπως έψαχνα να βρω κάτι λιγότερο από αυτό που γύρευα
ανακάλυψα τον τρόπο να χάνω οτιδήποτε είναι χαμένο
κι έτσι η αλήθεια διαιώνισε το τραχύ της αδυσώπητο ψέμα
και δεν έζησε κανείς καλά και κανείς καλύτερα.

Είμαι η πρόταση, η σχισμή ανάμεσα σε δύο προτάσεις, στο μυθιστόρημα που κάποιος γράφει με ένα χέρι λιγότερο από κανένα, βασισμένο σε μια ιστορία που ακούγεται αληθινή όταν ξέρεις πως όλες οι ιστορίες είναι ψέματα που περιμένουν να επαληθευτούν. Είμαι η παράγραφος, μια μικρή και μεγάλη παράγραφος, σχεδόν ολόκληρη και λευκή σελίδα, στο μυθιστόρημα που κάποιος δεν έγραψε ποτέ αλλά που κάθε νύχτα διαβάζεται από όλους μας για να ξεχαστεί στην πιο αποκρουστική αυγή ενός οποιουδήποτε αιώνα. Είμαι η λέξη, που δεν γράφεται ως λέξη, ίσως ως αριθμός ή τσάκισμα στα φύλλα, στο μυθιστόρημα που έχεις γράψει κάποια στιγμή στη ζωή που ποτέ σου δεν είχες και που τώρα αγοράστηκε από ένα κορίτσι στο υπαίθριο παζάρι βιβλίων στο νησί, στο βουνό και στο αγέρι. Είμαι το μυθιστόρημα της μόνης μου ελπίδας να έχει γραφτεί από κάποιον, σχεδόν από μένα τον ίδιο, ώστε εσύ να είσαι εκεί ανάμεσα στις λέξεις και τα πράγματα, ως πρόταση ή ως λέξη ή κεφάλαιο ή ακόμα ως αφιέρωση στις πρώτες σελίδες, και κανείς να μην μπορεί να αμφισβητήσει πως ξεφυλλίζοντάς το σε είδε να στέκεσαι με ένα βόμβο στα μάτια, στην αποβάθρα των πρώτων ονείρων, και να με κοιτάς.

 

 

 

Το καλοκαίρι είναι η επανάληψη όσων δεν προλάβαμε να πούμε μες στον χειμώνα.
Οπότε παραμένω γαντζωμένος στο άλλοθί σου για την δολοφονία μου.
Σε μια νέα αντίφαση θα επένδυα όλη μου την αγάπη στον αφανισμό της Ανταρκτικής.
Σύντομα, εξάλλου, έξαλλος θα υποφέρω κάμποσους θεούς λιγότερο.
Πατέρα, σε θερμοπαρακαλώ, μην ανάβεις τα μάτια σου όταν είσαι νεκρός.
Δεν πρόκειται να σου χαρίσω ούτε ένα βλεφάρισμα από τον ύπνο μου.
Το ρήγμα της ιστορίας μεγαλώνει από τον έναν στον άλλο θάβοντάς μας.

Εκείνο το δέντρο, στην κορφή του λόφου, ανάμεσα στις ελιές, τα πεύκα και τα κυπαρίσσια, πάνω από τα τελευταία σπίτια του χωριού, που από την άτονη γυαλάδα του μεσημεριού έως την ονειρική ανταύγεια στο δείλι έχω ξεχωρίσει κι ολοένα κοιτώ, δίχως να ξέρω αν κι αυτό με βλέπει ή αν, κυρίως, το δέντρο αυτό είμαι εγώ που βλέπω εμένα μέσα σε μια οποιαδήποτε ηλικία ενηλικίωσης της όρασης και των λοιπών αισθήσεων τεκμηρίωσης ενός μοναχικού θαύματος που αποκαλείται ύπαρξη, όλων όσων ποτέ δεν θα χρειαστεί να υπερασπίσουμε απέναντι στο φασματικό ψεύδος της λέξης ζωής.

Υπάρχει αυτό που δεν έκανα
στο χέρι που απλώθηκε εντός μου
ξυπνώντας με απ’ τ’ όνειρο.

Μα να, το τελευταίο μου φιλί
είναι ότι πια προσμένει
σαν γέρνει στο πλάι του κρεβατιού.

Αν είχα χείλη θα ‘μουνα ύπνος και για τους δυο μας
ακόμη και αν ήτανε κοινό το ονειρό μας.

Όμως τα χείλη γίνανε ενός κοράκου μάτι
που στέκει πάντα ανοιχτό κι άδειο μες στο σκοτάδι.

ποπ κορν

Είδαμε την ζωή μας στο σινεμά. Μια δραματική κοτσάνα με κάνα δυο σκηνές σεξ. Την διαβάσαμε στις εφημερίδες, στα περιοδικά, στις σελίδες ενός ακόμα μεγάλου αμερικάνικου μυθιστορήματος. Δεν την θυμόμαστε ακριβώς αλλά μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως στο τέλος ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Αρκεί κάποιος να πεθάνει για να ξέρουμε πως η ιστορία συνεχίζεται. Μήπως αυτός είμαι εγώ;

Όλα λειτούργησαν χάρις στον εθελοντισμό όλων μας. Αν κάνω πως σου λέω καλημέρα θα κάνεις πως στέκεσαι από πίσω μου στο ATM; Ακόμη και τα μυρμήγκια που βασάνισες στην κατασκήνωση στο βουνό όταν ήσουν μικρός είναι μια λήψη που χρειάστηκε χρόνια για να τελειοποιηθεί. Ή εκείνη η απόλυση που θα λάβεις σε λίγο καιρό από τώρα, άραγε με πόσα επίθετα θα ήθελες να διανθιστεί.

Η διανομή των ζωών μας πασχίζει για καλύτερη τιμή αγοράς και προπάντων για ένα, αν όχι μεγαλύτερο, τουλάχιστον πιο πιστό κοινό. Η έλλειψη αυτού μπορεί να αποβεί μοιραία για τους εκάστοτε πρωταγωνιστές. Για τον λόγο αυτό συνεχίζουμε να δίνουμε στους ανθρώπους μια αξία που ποτέ δεν είχαν.

Οι περισσότεροι είναι ευτυχισμένοι με όσα έχουν αναλάβει σαν μέρος του θιάσου. Άλλοι πάλι βαριούνται εύκολα. Μα όλοι είναι πεπεισμένοι πως το γύρισμα της σελίδας είναι η μεγαλύτερη ευτυχία σε ένα κόσμο που ακόμη και τα βιβλία είναι το ίδιο σκουπίδια με τον ήλιο. Απόλαυσε την προβολή της ζωής σου, ξανά και ξανά, μόνος ή με παρέα, αφού είναι γνωστό πως οποιαδήποτε άλλη επιλογή δεν πουλιέται ακόμα.

 

επιστροφή στην κανονικότητα

Όταν αρχίζεις να πιστεύεις
πως δεν αναπνέεις
και πως το μεγαλύτερο πάρτι της ζωής σου
πρόκειται να έχει συμβεί και να συμβαίνει
καλύτερα να φοβηθείς
και να γύρεις πάνω στην μπάρα
να πάρεις τηλέφωνο όποιον εμπιστεύεσαι
και να ικετεύσεις για την απάντηση
στο νόημα της ζωής και του σύμπαντος.
Εφόσον η κλήση τερματιστεί
τράβα σπίτι και αυτοκτόνα.

Όλες κι ακόμη περισσότερες λέξεις στήνουν το δράμα των φωνών μες στη γροθιά της.
*
Κανείς δεν ήταν σκύλος πριν τον ερχομό του σωτήρα.
*
Πριν τη νίκη γεννιέται ο ποιητής κι ακολούθως ο δήμιος που θα τον αποκεφαλίσει.
*
Όλοι την περίμεναν να τραγουδήσει μα πρώτος εγώ την είδα να πεθαίνει.
*
Η αλήθεια, όπως κι η δικαιοσύνη, είναι το ελιξίριο της νεότητας.

Το ένα δάχτυλο στον γκιώνη
Τ’ άλλο στον ύπνο του παιδιού
Γλίστρα απαλά ως του στύλου τη λάμπα
Κράτα μπαρέ τον ουρανό
Χτύπα τ’ ακόρντα, νύχτα μου
Χτύπα, θα ξημερώσει
Όταν τελειώσει η μουσική
Όλα θα έχουνε συμβεί

αποσφαλμάτωση

Πήρε την απόφαση πως κάθε απόφαση έχει ήδη παρθεί, ακόμα και όσες σε κάποιο άδηλο χρόνο θα προσπαθούσαν να την αναιρέσουν. Επιτέλους, όλοι θα ήταν ικανοποιημένοι με την ζωή τους, είτε την λογάριαζαν σαν ζωή είτε ως θάνατο. Συνέχισε να αναβοσβήνει, περισσότερο σαν υπενθύμιση των όσων έχουν προηγηθεί. Ήξερε πως το ίδιο θα κάνουν κι αυτοί.

 

διά

Πόσα σημεία μπορούν να διανύσουν την απόσταση της ζωής σου
Μέχρι γενναία κι άγρια να σιχαθείς την ψυχή σου
Ήμουνα πάντα μόνος μου μα ήμουνα μαζί σου
Κρεμάστε τον ντι τζέι στην αυλή του παραδείσου

Ποτέ μην επιτρέψεις στη μοναξιά να σε κάνει καλύτερο άνθρωπο από ότι μπορείς να είσαι.
*
Η έξοδος κινδύνου κάθε πολυκατοικίας βρίσκεται στο διπλανό διαμέρισμα.
*
Ίσως είναι προτιμότερο να κλέβουμε από τον ύπνο το φως παρά απ’ τα λουλούδια τις λέξεις.
*
Κάθε χρόνος είναι ο χρόνος της επιστροφής στην αναχώρησή σου.

Το να γεννιέσαι μόνος σου
δεν είναι παρά αναγκαίο κακό
μα το να πεθαίνεις μόνος σου
είναι προσβολή και σωτηρία.
Τόσους εαυτούς μες στα χρόνια
μόνο και μόνο για να αποτύχω
και στα δύο, εύκολα και με χαρά.

Κόρνα λεωφορείου επιδιώκει την αποτροπή της συγγραφής αυτού του κειμένου, ενώ ταυτόχρονα το αυτόματο πότισμα του γκαζόν της πολυκατοικίας διατηρεί την αναγκαιότητα, έστω και της παραμικρής προσπάθειας,  δημιουργίας του. Η προηγούμενη πρόταση καταφέρνει το πρώτο και ουσιαστικότερο πλήγμα, στην πρωτοφανή επιμονή με την οποία η κόρνα επιχειρεί να επικαλύψει κάθε φωνή μες στο κεφάλι μου, κι ακόμα περισσότερο να διαστρεβλώσει το λεκτικό υλικό αυτών των φωνών, σε βαθμό που να είναι αδύνατο αυτές να συνθέσουν μια ολοκληρωμένη και επαρκής πρόταση. Είναι βέβαιο, πως δίχως την βοήθεια του πιτσιλωτού και επαναλαμβανόμενου ήχου των μικρών μπεκ από το ισόγειο, ακόμη και η τρίτη αυτή πρόταση θα παρέμενε ένα ακατάσχετο συνονθύλευμα ελαφρού εκνευρισμού, παλιοκαιρισμένου μίσους και τάσης φυγής, εκφραζόμενο με την προσφιλή βωμολοχία της εποχής. Καθώς ολοκληρώνονταν η περιγραφή της μοίρας που δεν έτυχε στην παραπάνω πρόταση, τόσο η κόρνα όσο και ο μηχανισμός του αυτόματου ποτίσματος σταμάτησαν. Τούτο το κυριακάτικο πρωινό έχει έναν ακόμη λόγο να εξακολουθεί να είναι ήρεμο κι ευγενικό. Ίσως, τελικά, οι σύμμαχοι μα κι οι αντίπαλοι της κάθε ιστορίας να είναι απλά ο τρόπος με τον οποίο κάθε ιστορία διεκδικεί την ύπαρξή της.

 

 

βραδινό μπανάκι

troy

Μου πήρε από τον τρίτο στο ισόγειο για να δω και να κοιτάξω το τσιμπιδάκι στο πάτωμα του ασανσέρ. Άνοιξα, γρήγορα, το κινητό και το τράβηξα μια φωτογραφία. Βγαίνοντας από την είσοδο του κτιρίου είδα έναν γέρο να πλησιάζει. Εκείνη την στιγμή ήμουνα σίγουρος πως τον σιχαίνομαι απόλυτα, αν και δεν τον ήξερα, αλλά εύκολα χαμογέλασα και κατευθύνθηκα προς το πάρκινγκ.

Υ.Γ.: Στον δρόμο, τόσο οι πεζοί όσο και οι οδηγοί των οχημάτων που συναντούσα, με κοιτούσαν μέσα στα μάτια, στα δευτερόλεπτα που περνούσα από μπροστά τους, κι ήταν λες και με εκλιπαρούσαν να τους σιχαθώ κι αυτούς.

Τα καθαρά πιάτα στο νεροχύτη δεν θα σερβίρουν την είδηση του θανάτου μου.
*
Στενοχωριέμαι όταν μαθαίνω νέα από φίλους που δεν βλέπω πια. Σκέφτομαι πως διένυσαν τόση απόσταση κι εγώ δεν μπορώ να τους δώσω ούτε μια γουλιά νερό.
*
Η πόλη γκρεμίζεται πάνω στα κοντά φουστανάκια των κοριτσιών.
*
Τα μεσημέρια του καλοκαιριού μονάχα οι θεοί κυκλοφορούν ελεύθεροι ψάχνοντας για αυτό που θα τους εκθρονίσει.

θα ήμουν τυφλός αν όλοι το ξέραν

mat

Τα μάτια προσπαθούν να χωρέσουν τα σφραγισμένα σώματά μας. Μεγαλώνουν και πρήζονται κι αλληθωρίζουνε και συντρίβονται στο πρώτο, τυχαίο, νεκρό τοπίο και προσεύχονται να τον χωρέσουν ολάκερο τον κόσμο, να μην μείνει κάτι, οτιδήποτε, που τα χείλη θα αναγκαστούν να ψελλίσουν και τα χέρια ν’ αγγίξουν κι η φωτιά ανάμεσα στα σκέλια να κατασπαράξει. Έτσι κοιταζόμαστε και κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε τι είναι αυτό που ο καθένας μας αντικρίζει στα μάτια του άλλου ή στα μάτια τα δικά του, στο φως ή στο σκοτάδι, στο πόνο ή στην χαρά. Στην ζωή ή στον θάνατο.

 

Υπάρχει μια στιγμή που το ρολόι έχει μπαταρία
και το φωτάκι του λειτουργεί
και έχεις το κουράγιο και την δύναμη
να το πατήσεις
κι ας αδιαφορείς τελείως
για οποιαδήποτε ώρα και ημερομηνία
και το πατάς, και το κοιτάς
κι αντιλαμβάνεσαι
πως για μια ακόμη φορά
έχεις άδικο.

Το μαχαίρι την κοιτούσε με όλη του την κόψη, κατευθείαν μέσα από τα μάτια των αδερφών της.
Ελπίζω, είπε, κάποτε, να το μετανιώσετε πικρά. Αλλιώς, θα είμαστε όλοι μας χαμένοι.
Το μαχαίρι στυλωμένο πάνω της, μες στους αιώνες, κι η ίδια πάντοτε ευχή.
Τόσες πολλές, πολλές φορές ειπωμένη, σαν να ‘γινε κατάρα.

Αυτό που με πληγώνει
είναι πως όλη αυτή η αγάπη
δεν έχει καμία σημασία
αν θα αγαπηθεί
και πως πια
δεν με ενδιαφέρει.

Το μίσος δεν θα σώσει την παρτίδα.
Παίζει για τη φάση.
Και γαμώ, δηλαδή.

χαρμάνα

Το θαύμα γεννιόταν μπροστά μου. Η φωνή του ανθρώπου, αντικριστά μου, έβγαινε κατευθείαν από το στόμα του και τα μάτια του γέμισαν ολόκληρα, τόσο πολύ που υγραίνονταν, από την δική μου παρουσία. Οι προσευχές μου είχαν εισακουστεί. Ήμουν, ξανά, μια ακόμη τυχαία θλίψη στον πλανήτη Γη. Οι κράμπες στα πόδια μου είχαν ήδη αρχίσει να επανέρχονται.

Στο μικρό ορθογώνιο τρίγωνο που σχηματίζουν η τέντα, ο μπεζ τοίχος και το εμπριμέ σεντόνι που στεγνώνει πάνω στα κάγκελα του μπαλκονιού, χωράνε δυο σκεπές από καφέ κεραμίδια, μια πολύ μικρή σοφίτα με μια κλειστή παλιοκαιρισμένη, σιδερένια πόρτα, πίσω από το προφίλ ενός ηλιακού θερμοσίφωνα και τους ιστούς τηλεοπτικών κεραιών κι ευθύς από πάνω ένα άσπρο, παχύ, μελιστάλαχτο σύννεφο και το γαλάζιο του ουρανού. Δεν απομένει παρά η λεζάντα της εικόνας, με παχιά γράμματα στο πάνω μέρος αυτής, στις πρώτες σελίδες ενός περιοδικού γνώσεων και δεξιοτήτων, που θα θέτει ένα ερώτημα ολωσδιόλου ευκαταφρόνητο και δίχως δυνατότητα έγκυρης και αξιόπιστης απάντησης. Πιθανώς, η δημιουργία του ερωτήματος να ανατίθεται στον αναγνώστη.

 

μικρή βόλτα

Σήμερα περπάτησα μέσα από την πόλη. Η πόλη ήταν ανύπαρκτη ως βουνό και θάλασσα και μια ευγενική πεδιάδα, από όπου ο ήλιος και το φεγγάρι και τα άστρα δεν ψυχορραγούσαν στην καθιερωμένη τους θέση αλλά διαδραματίζονταν ως μια συνεχής ροή γεγονότων, κατά πλειοψηφία χρωματικών, σε μικρές οθόνες που οι κάτοικοι της πόλης κρατούσαν σφιχτά στα χέρια τους. Οι δρόμοι ήταν τραχείς και πολύ βρώμικοι κι η ανάσα τους μύριζε θειάφι. Αρχικά φορούσα μια χούφτα χάπια στην τσέπη του παντελονιού μου· σύντομα, όμως, τα κατάπια και συνέχισα γυμνός. Ο περίπατος στον άδειο από θαύματα δρόμο με συμπύκνωνε σε μια πρωτόγνωρη λύπη, από τη μια στιγμή στην άλλη ήταν εδώ κι ύστερα πάλι κάπου αλλού, δίχως την παραμικρή συνέχεια στην τρόπον τινά αφήγησή μου. Κάπως έφτασα σε μια πλατεία, ένα πλήθος ορμούσε μπρος στα πόδια μου, η ιστορία με άφηνε ταχύτατα πίσω της με τον έξοχο λευκό καπνό της. Σαν άγριο, μαύρο ποτάμι περνούσαν οι άνθρωποι μέσα από την πλατεία, κι όσο στεκόμουν εκεί, ήταν στα μάτια μου σαν να καμπυλώνει και να στριφογυρνά ή ίδια η φαρδιά πλατεία. Ένα σύννεφο γκρεμιζόταν με πάταγο στον ορίζοντα. Ξαφνικά, κάποιος που ποτέ μου δεν κατάφερα να εντοπίσω που ακριβώς βρισκόταν, με ρώτησε αν έχω δει τον εαυτό μου. Όχι, του είπα. Με ρώτησε αν πηγαίνω κοντά. Όχι, είπα, και ξάπλωσα κατάχαμα. Όχι πολύ αργότερα, είδα και άκουσα πως ήμουν κάποιος άλλος από αυτόν που ήμουν, ο ίδιος ακριβώς με κάποιον άλλον από αυτόν που έγινα. Μια παρέα παιδιών έσερναν το κουφάρι μου, τραβώντας το από τα πόδια, μέσα σε ένα καλντερίμι. Δεν χρειάζεται να δούμε κάτι το εξαιρετικά συνηθισμένο. Βλέπουμε ήδη τόσα λίγα.

116 tears

Κρατούσες πάντα ένα καθρέπτη κάτω απ’ την γλώσσα σου για να δικαιολογείς τις ξαφνικές εξόδους σου από την λογική της παρουσίας μας. Ακόμη πιο συχνά, όταν η διάθεσή σου αποζητούσε την εμβληματικότητα της αχανούς ερήμου, έβγαζες τον καθρέπτη από το στόμα σου και τον έστρεφες προς τα πρόσωπά μας και τον κρατούσες εκεί μέχρι να παραμορφωθούμε σε μια άτονη γυαλάδα. Κανείς μας ποτέ δεν σε κατηγόρησε για κάτι από όλα αυτά και σίγουρα κανείς δεν πρόκειται να το κάνει, κι ας ανοίγεις το στόμα σου διάπλατα στο φως του ήλιου προκαλώντας μας να τυφλωθούμε, καθώς πάει καιρός πια που όλοι μας σε αναγνωρίζουμε και συνεχίζουμε να σε αγαπάμε ως την φαιδρή αντανάκλαση του μονάκριβού σου καθρέπτη.

 

Οι κάλτσες είναι η απαραίτητη, απολαυστική μου διασύνδεση με αυτό τον κόσμο, δίχως την οποία το σώμα μου θα κατέρρεε σε μια ακατάσχετη ορθοδοξία. Μέσα στην βαμβακερή τους καρδιά συστήνεται η αρχή και το τέλος της αναπνοής όλων όσων υπάρχουν ή όχι τριγύρω μου. Αν και η μητέρα διαφωνεί έχω την ορατή και ακλόνητη πίστη πως γεννήθηκα μες σε ένα ζευγάρι κάλτσες και πως μεγαλώνοντας αυτό το αρχικό ζευγάρι έγινε σταδιακά ο λόγος που υπάρχω. Είναι μια δύναμη, μια ψυχή περίτεχνη σαν αθωότητα που κοσμεί όλες μου τις αισθήσεις και που πάνω της τεντώνω τα δάχτυλα των ποδιών μου φτάνοντας κάθε φορά πέρα από το ψηλότερο ράφι των λέξεων, σχεδόν εισέρχομαι ολόκληρος χάρις σε αυτήν, μες την απύθμενη θαλπωρή ενός παμπάλαιου μυστικού.

Από όταν αντικατέστησε το πρώτο ενικό πρόσωπο με το αντίστοιχο του πληθυντικού κατόρθωσε να κλίνει όποιο ρήμα κι αν τύχαινε, σε οποιονδήποτε χρόνο και πολύ προτού αυτό γίνει ουσιαστικό και εξαφανιστεί. Το μόνο ακόμη που χρειαζόταν ήταν η παρόμοια αντικατάσταση του δεύτερου ενικού μα δεν φαινόταν πουθενά το επίθετο που θα την πραγματοποιούσε.

 

δεν είναι περίεργο για την σκόνη
να ταξιδεύει στο διάστημα
ή να καταπίνει πλανήτες
μα ποιος το περίμενε
πως θα έπειθε
τον χρόνο
να
πεθάνει,
απλά
και
μόνο
αγαπώντας
τον εαυτό
της

αδικία

Στον ήχο του πρώτου πλήκτρου
ξέρεις πως κανείς κι απόψε
δεν θα σώσει το παραμικρό πέρασμα
αυτής της νύχτας
είτε λογοδοτεί για αυτό
είτε όχι
και πως στο τέλος
ο μόνος κερδισμένος
θα είναι η μέρα που θα ξημερώνει.

Μωρέ, θα φτιάξω μια σιωπή ολόγυρά μ’.
Θα ‘νε σέρνω σαν σκυλί από κοντά μ’.
Να σκιάζονται οι ανθρώποι να ρωτάνε
αν είμαι τάχα μ’ ζωντανός ή πεθαμένος.

να μην αποθηκευτεί

Πριν την αλήθεια ο ύπνος
την επιβίωση ακμάζει
ρουφώντας τον εαυτό σου μέχρι
να εξαφανιστείς
εκεί που υπάρχει η αγάπη
για ένα σωρό πράγματα
που δεν είμαι εγώ
και που τι κρίμα ποτέ
δεν θα γίνω.
Τουλάχιστον το σύνθημα
που μας αποξενώνει
« ελευθερία, θάνατος, δολοφόνοι ».

γκάβλα

Τα αύριο φωνές
καρδιά αποβαίνουν
κόσμος
σημειώνει συλλαμβάνει ραγίζει
αιώνα
φτερουγίζοντας ρουφάει αίσθησης καρδιά
σκάβουν σε βλέμμα δευτερόλεπτο
κατοικία μνημείο
Πέραν τροχιά
ήλιος πηγάδι γυρνάει μες στην πραγματικότητα του χρόνου
Πουλιά μοιραία ανόητα από θεό
Καθρέπτης τελειώνει ύπνο
Χάος αγάπης πράγματα
Γη λέξεις χτίζει αποκάλυψης
Τίποτα άστρα ενδύονται κυρίες

γελοιοποίηση

Έ
ν
α
ς
κ
ό
σ
μ
ο
ς
τελειώνει
μ
ε
ς
σ
ε
έ
ν
α
κ
ό
σ
μ
ο
π
ο
υ
δ
ε
ν
υ
π
ά
ρ
χ
ε
ι.
Τ
α
π
ο
υ
λ
ι
ά
α
π
α
ρ
ι
θ
μ
ο
ύ
ν
το
χ
ά
ο
ς
φ
τ
ε
ρ
ο
υ
γ
ί
ζ
ο
ν
τ
α
ς
α
π
ό
κ
α
ρ
δ
ι
ά
σ
ε
κ
α
ρ
δ
ι
ά.
Ο
ή
λ
ι
ο
ς
σ
η
μ
ε
ι
ώ
ν
ε
ι
τ
η
ν
τ
ρ
ο
χ
ι
ά
τ
η
ς
α
γ
ά
π
η
ς
π
ά
ν
ω
σ
τ
ι
ς
λ
έ
ξ
ε
ι
ς
κ
α
ι
τ
α
π
ρ
ά
γ
μ
α
τ
α.
Έ
ν
α
δευτερόλεπτο
γ
υ
ρ
ν
ά
ε
ι
τ
ο
βλέμμα
σ
τ
ο
ν
α
ι
ώ
ν
α.
Ο
ι
κ
υ
ρ
ί
ε
ς
σ
κ
ά
β
ο
υ
ν
τ
η
ν
γ
η
μ
ε
τ
α
τ
α
κ
ο
ύ
ν
ι
α
τ
ο
υ
ς.
Ο
ι
φ
ω
ν
έ
ς
ε
ν
δ
ύ
ο
ν
τ
α
ι
τ
ο
ν
θ
ε
ό.
Ο
κ
α
θ
ρ
έ
π
τ
η
ς
ρ
α
γ
ί
ζ
ε
ι
τ
α
ά
σ
τ
ρ
α.
Τ
ο
π
η
γ
ά
δ
ι
ρ
ο
υ
φ
ά
ε
ι
τ
ο
ν
ύ
π
ν
ο.
Τ
ο
μ
υ
ρ
μ
ή
γ
κ
ι
σ
υ
λ
λ
α
μ
β
ά
ν
ε
ι
τ
ο
αύριο.
Η
μ
έ
λ
ι
σ
σ
α
χ
τ
ί
ζ
ε
ι
τ
η
ν
α
π
ο
κ
ά
λ
υ
ψ
η.
Ό
λ
α
α
π
ο
β
α
ί
ν
ο
υ
ν
το ίδιο
μ
ο
ι
ρ
α
ί
α
μ
ε
τ
ο
τ
ί
π
ο
τ
α.
Η
κ
α
τ
ο
ι
κ
ί
α
τ
ο
υ
χ
ρ
ό
ν
ο
υ
ε
κ
κ
ο
λ
ά
π
τ
ε
τ
α
ι
σ
ε
μ
ι
κ
ρ
ά,
ανόητα
π
ά
θ
η.
Τ
ο
π
έ
ρ
α
σ
μ
α
α
π
ό
τ
ο
ν
έ
ν
α
κ
ό
σ
μ
ο
σ
τ
ο
ν
ά
λ
λ
ο
ε
ί
ν
α
ι
η
μ
ό
ν
η
πραγματικό
τ
η
τ
α.
Π
έ
ρ
α
ν
τ
η
ς
α
ί
σ
θ
η
σ
η
ς
τ
ο
υ
α
κ
ρ
ο
τ
ε
λ
ε
ύ
τ
ι
ο
υ
σ
κ
ο
τ
α
δ
ι
ο
ύ
υ
π
ο
λ
ε
ί
π
ε
τ
α
ι
έ
ν
α
ακόμη
τ
έ
λ
ο
ς.

Όποιος κι αν είμαι μα κι όποιος κι αν γίνω θα είμαι πάντα η μητέρα σου.
Ακόμη κι αν κάποτε δεν υπάρξουμε ποτέ η αγάπη μας είναι αιώνια.

Το μόνο που μας νοιάζει είναι να την ακούμε

Όσο η αλήθεια δεν διαπραγματεύεται
είναι αλήθεια.
Ειδικά αν είσαι ολομόναχος
απέναντί της
και το μόνο που σου απομένει
είναι η ακαταμάχητη επιθυμία
να την διαψεύσεις.
Μόνο και μόνο
για να μπορέσεις
όσο διαρκεί η επίδραση του ψεύδους
να κρατήσεις τα μάτια σου ανοιχτά
σε κάτι εξίσου επίπονο
ισάξια μονότονο
με το είδωλό σου
μέσα στα μάτια ενός άλλου
σαν εσένα.
Όπως κάθε αμάξι
που σέβεται τον δρόμο που διανύει
το μόνο που πραγματικά μπορεί να καταφέρει
είναι να τρακάρει
ένα ή περισσότερα αμάξια
στο διάβα του.
Η ποινή καθιερώνει τον κανόνα.

ατμόσφαιρα

Κάτι στιγμές πρέπει να μείνεις απόλυτα μόνος
για να ελπίσεις πως η ιστορία σου ανήκει
κι οι πιο ελπιδοφόρες εξ αυτών
είναι όταν περιστοιχίζεσαι
από ανθρώπους που αγαπάς.

tumblr_pqkiv97xH51qz6f9yo3_500

Κανένας άνθρωπος για κάμποσα χιλιόμετρα τριγύρω τη νύχτα κορυφώνει σε ολάκερη, την αψεγάδιαστη δοξασία της. Κανείς, μήτε κι αυτός που εδώ μόλις και για όσο είναι ικανός να αναγνωρίζει τον εαυτό του σαν την φτενή παρομοίωση ενός πυκνότερου σκοταδιού την στιγμή του δράματος, δεν γνωρίζει αν ανασαίνει όπως η ανάσα του λογίζει ή αν ακόμα τα βλέφαρά του γίνανε διάφανα αναγεννώντας την πλάση μες στην ιδανική της απουσία. Και το τραγούδι του ακουγόταν όσο ο ίδιος πίστευε πως τραγουδά, και η ζωή του έπαυε μέσα στις νότες του τραγουδιού του, κι ο χρόνος τύλιγε στον λαιμό του μια κλωστή και την έσφιγγε μέχρι να δακρύσει. Από εκεί συνέχισε κάτι σαν ιστορία που μονάχα εσύ θα μπορούσες να διηγηθείς.

αγορά θάλασσας

Υπάρχει μια στιγμή στη μέση ενός τυφώνα ή στη γωνία ενός μπαρ, τις πρώτες πρωινές ώρες, που αναρωτιέσαι, ταυτόχρονα, για το πως βρέθηκες στην θέση αυτή κι ακόμα αν είσαι εσύ ο ίδιος που κάνει αυτή την σκέψη ή έχεις αντικατασταθεί με κάποιον ή κάτι που αρκείται σε τέτοιες απορίες προκειμένου η καταστροφή να συμμαχήσει με την σιωπή που απλώνεται πάνω από τα φιλικά πυρά της βλεμματικής επαφής που απέμεινε γύρω από δέκα ή περισσότερα μπουκάλια μπύρας, ξεθυμασμένης και στυφής, σε παράτολμες επιχειρήσεις θάρρους ή αλήθειας, ανόητα απροκάλυπτης ως επιχείρημα υπεράσπισης της αποτυχίας της ή της θυσίας της για το κεφάλι μες στα παπλώματα ενός ακόμα αύριο.

Από τους χίλιους ορισμούς της αγάπης
ο πιο συνηθισμένος
είναι αυτός που δεν ορίζεται.
Τουλάχιστον έτσι
παραμένουμε πιστοί
στην ατέλεια της συνείδησής μας.

όπως πατέρας και γιος

Συναντηθήκαμε ξανά όταν ο ένας είχε πάρει την θέση του άλλου. Εσύ κλειδωμένος σε ένα κρεβάτι δίχως φως να μαθαίνεις να κατουράς και να χέζεις κι εγώ μπροστά στον υπολογιστή να προσπαθώ να δώσω στον χρόνο μια αιτία ισάξια με τον καθένα μας. Αναφωνώντας κι οι δύο το ίδιο όνομα σιγουρευτήκαμε για την αποτυχία μας.

 

προσευχόλογα

Δεν μου μιλάς πια κι εγώ όλο συμφωνώ μαζί σου.
Ούτε μ’ ακούς πια παρόλο που κοιμάμαι.
Δεν με κοιτάς κι ας έχω τα μάτια κλειστά.
Δεν με τρως κι ας μην υπάρχω.
Στην τελική ούτε εσύ υπάρχεις και σε έχω Θεό.
Η αγάπη μας είναι μια κόλαση και το ξέρεις.

μεγάλη Πέμπτη

Photo-0061_056

Υπήρχε μια πραγματικά υπέροχη ιστορία έως ότου αυτή η πρόταση πάρει μπρος μα τώρα πρέπει να αρκεστούμε στην πιθανότητα οι δύο αυτές ιστορίες να συναντηθούν κάποια στιγμή μετά το πέρας της τελείας.

 

πέτρα, ψαλίδι, χαρτί

Αντί πέτρας, η όψιμη μακαριότητα της καθημερινής ανοησίας
Αντί ψαλιδιού, η επισύναψη της λήθης με την δημιουργία
Αντί χαρτιού, η επιμνημόσυνη δέηση του ονείρου
Πόσες φορές θα παίξουμε;
Όσες χρειαστεί μέχρι το παιχνίδι να σπάσει τους κανόνες
Πόσες φορές θα παίξουμε;
Όσες χρειαστεί μέχρι ο κανόνας να σπάσει το παιχνίδι
Πόσες φορές θα παίξουμε;
Όσες χρειαστεί μέχρι κανόνας και παιχνίδι να γίνουν ένα
Πόσες φορές θα παίξουμε;
Όσες χρειαστεί μέχρι παιχνίδι και κανόνας να γίνουν εγώ

Το μέλλον είναι η χειρότερη φυλακή

Το μέλλον είναι η χειρότερη φυλακή.
Αν είσαι άπορος, ερωτευμένος ή καταζητούμενος
το μέλλον θα σε στραγγίξει
μέχρι την τελευταία του στιγμή.
Το παρελθόν δεν μπορεί να σε βοηθήσει.
Απλά επιτείνει τον πόνο.
Αν μονάχα μπορούσες σε κάθε σου βήμα
να μένεις ακίνητος
σε κάθε σου ανάσα
να είσαι νεκρός
ίσως το μέλλον να σε έβλεπε σαν
ένα αστείο παιχνίδι.

Ποια σκέψη μπορεί να σε έχει Κυριακή μεσημέρι στο τραπεζάκι του ουζερί καθισμένο στην τελευταία συνοικία της πόλης για ώρες πίνοντας μπύρα ολομόναχος κοιτώντας την άδεια πλατεία με μόνη υπόκρουση τα περαστικά αυτοκίνητα την μέρα να γκριζάρει ολούθε μια παρέα εφήβων να γελάει και να φεύγει διαγώνια στο τοπίο το διπλανό τραπέζι να είναι ένας απελπισμένος γέρος κι έπειτα κανείς η πόλη να στέκεται ολόρθη κι αδιαπραγμάτευτη να μην θυμάσαι γιατί γύρισες ξανά και γιατί θα ξαναφύγεις αλλά να ξέρεις πως αυτή είναι η μόνη σου επιλογή σε ένα διαρκές πηγαινέλα που δίνει στην απόσταση που διανύεται το δικαίωμα να είναι η απάντηση σε κάθε ερώτηση όπως τι απέγινε η μαύρη πέτρα ξοπίσω σου αν τελικά την αντάλλαξες με την καρδιά σου ή με την θύμηση μιας καρδιάς που κάποτε περηφανευόσουν πως σου άνηκε αν η καρδιά αυτή θα επιστρέψει αν επιστρέψει εκείνη μια οποιαδήποτε γυναίκα που από πάντα αγαπούσες αν ζει εδώ στην εσχατιά της ιστορίας σου αν ζει αν ζούσε ποτέ αν είσαι έτοιμος να παραδεχτείς πως σύντομα όλα αυτά δεν θα έχουν καμία σημασία καθώς θα παραμείνεις σε αυτό το τραπέζι μέχρι το βράδυ κι αποκαμωμένος και τύφλα πια θα συρθείς ως το σπίτι και θα κοιμηθείς δίχως την παραμικρή ανάμνηση μιας ακόμα ημέρας.

 

Απαίσιες συνήθειες

Τι απαίσια συνήθεια να ξυπνάς κάθε πρωί κυνηγημένος από το όνειρο χιλιάδων ρολογιών, να σηκώνεσαι από το κρεβάτι και να βλέπεις πως ένα από αυτά, πιθανώς το πιο διαβολικό, έχει επιζήσει του ονείρου, να το ακούς να χτυπά καθώς πίνεις το γάλα, καθώς φοράς το παντελόνι και τα παπούτσια σου, να το ακούς να σέρνει τους δείκτες του όλο και πιο δεξιά, καθώς το ραδιόφωνο μουρμουρίζει τις ειδήσεις, καθώς καλημερίζεσαι με τους συναδέρφους, να συνειδητοποιείς πως όλοι τους έχουν από ένα και δύο ρολόγια, που όσο θόρυβο κι αν παράγουν, ασυντόνιστα όπως είναι και ακανόνιστα όπως απαγγέλουν την ώρα, εσύ να συνεχίζεις να διακρίνεις ένα μικρό κενό ανάμεσα στους χτύπους, να ελπίζεις πως αυτό αρκεί για να σταθείς όρθιος μέχρι το τέλος της μέρας, κι η μέρα να φτάνει στο τέλος της κι εσύ να είσαι ακόμη αρκετά δυνατός για να ρίξεις μια τελευταία ματιά στο ρολόι σου, την τελευταία πριν κλείσεις τα μάτια, κι ευχηθείς αύριο να συνεχίσετε να συνεργάζεστε το ίδιο καλά κι αμερόληπτα.

Τι απαίσια συνήθεια να περπατάς στην πολυσύχναστη οδό, να παρατηρείς τους ανθρώπους δίχως να τους βλέπεις, να αναγνωρίζεις ανάμεσά τους τον παιδικό σου φίλο, να τον πλησιάζεις, κι αυτός την ίδια στιγμή που ετοιμάζεσαι να τον καλησπερίσεις με ένα πλατύ χαμόγελο να μεταμορφώνεται σε έναν άγνωστο, με χαρακτηριστικά που θα αποθάρρυναν ακόμη και τον πιο γενναίο μεταξύ μας να του απευθύνει το λόγο δίχως προηγουμένως να είναι σίγουρος πως έχει κάτι ισάξιο με την φοβερή του θωριά για να του προσφέρει, να φοβάσαι, κυρίως ως ένδειξη μεταμέλειας, να ζητάς επαναλαμβανόμενα συγνώμη καθώς αυτός απομακρύνεται από κοντά σου με την απάθεια της μεγάλης δύναμης, να κοιτάς τα περίλυπα πρόσωπα τριγύρω σου να αποστρέφονται με αηδία, να τρέχεις να κρυφτείς σε κάποιο απόμερο στενό, κι από εκεί να γλύφεις τον δρόμο ως το σπίτι, να κλείνεις πίσω σου την πόρτα, να σηκώνεις το τηλέφωνο, να καλείς στο σπίτι του φίλου σου, να το σηκώνει ο ίδιος και να σου διαβεβαιώνει πως ουδέποτε γνώριζε κάποιον με το όνομά σου.

Τι απαίσια συνήθεια να εφευρίσκεις την αλήθεια μέσα σε μια τυχαία συστάδα λέξεων, να την επαναλαμβάνεις σε όλες τις πιθανές διατάξεις των λέξεων αυτών, να προσθέτεις που και που και το όνομα της αγαπημένης σου, να τις γράφεις στην οθόνη ενός υπολογιστή, να τις ανεβάζεις στον παγκόσμιο ιστό, να υπάρχουν άνθρωποι που συνηγορούν υπέρ της αλήθειας αυτής, να τους ευχαριστείς και ταυτόχρονα να τους λυπάσαι, για το πόσο εύκολα κατάφεραν να πειστούν κι ευθύς να μετανιώνεις για την μπαγαποντιά σου και να κάνεις τα πάντα για να τους αποδείξεις το αντίθετο, να τα καταφέρνεις, κι έπειτα όταν πια κι αυτοί κι η αλήθεια σε αποχαιρετούν πικραμένοι να παίρνεις τις λέξεις που χρησιμοποίησες και με αυτές, όσο φθαρμένες και γεμάτες τρύπες κι αν είναι, να φτιάχνεις την φυλακή που θα εκτίσεις την ποινή σου.

Η αγάπη είναι η μάσκα του φόβου

Βαθιά μες στον ύπνο των ανθρώπων που σ’ αγαπάν υπάρχει ένα μέρος όπου κάθε του ανάσα σμιλεύει τον δρόμο που σ’ οδηγεί στο πλάι τους. Σε εκείνο το μέρος που οι σιωπές του υφαίνουν τις μελωδίες του γέλιου σου και που τα χρώματά του σπέρνουν τα αστέρια που τα δυο σου μάτια θερίζουν, σε εκείνο το μέρος στέκεται πάντα μόνος του, κι απόμερα από την μεγάλη γιορτή στο όνομά σου, ένας πικρός και ανίατος φόβος πως αυτό μέρος δεν βρίσκεται εκεί αλλά μέσα σου.

 

 

Η φωνή που μου χάρισε αυτά τα ποιήματα
απόψε
καμιά δικαιοδοσία δεν έχει.
Μόνος μου γράφω
ότι σ’ αγαπώ.
Μόνος μου γράφω
ότι είμαι εδώ.
Κι αν θες το πιστεύεις.
Είμαι σίγουρος ότι μπορείς.

Λίγες, απλές λέξεις χωράνε πάντα τον κόσμο μας.
Είτε το θέλουμε είτε όχι.
Αλλοίμονο σ’ όσους πιστέψανε
πως δίχως αυτές θα είναι ελεύθεροι να φύγουν.

νέο πακέτο

Υπήρχε μια ιστορία με τον φίλο μου τον Θ. αλλά έπειτα δεν υπήρχε Θ. ούτε για δείγμα, οπότε η ιστορία έμεινε μόνη της να με κοιτά και να μου ζητά εξηγήσεις για το ότι ακόμα την θυμάμαι. Βασικά υπήρχαν πολλές ιστορίες με πολλούς περισσότερους από τον Θ. αλλά όπως συμβαίνει πάντοτε επέζησαν μονάχα αυτές που μες στην βδομάδα θα πάρουν κάνα τηλέφωνο για έναν καφέ που δεν υπάρχει χρόνος ή διάθεση να πραγματοποιηθεί. Για να μην είμαι άδικος αργοπεθαίνουν κι αυτές που συντηρούνται σε κάποια παλιά τηλεφωνική συσκευή και οι οποίες χρησιμοποιούνται σαν φιλί της ζωής όταν το παρασκευιάτικο μεθύσι υπερβαίνει την δοσολογία του οίκτου. Αναρωτιέμαι πόσα πράγματα θα μπορούσαν να χωρέσουν σε μια παράγραφο σαν αυτή αλλά το κάνω μόνο και μόνο για να φτάσω αισίως τις 129 λέξεις. Και να σκεφτεί κανείς πως ο εθισμός μου στην εξιστόρηση έχει παρέλθει της παρθενορραφής μου στον κόσμο αυτό. Αν δικαιούμουν να διαλέξω ένα όνομα λιγότερο τυχαίο από τις αναμνήσεις μου θα ήταν το Ο. Δεν είναι και λίγο να εκμυστηρεύεσαι σε κάποιον πως θα είσαι άρρωστος σε όλη σου την ζωή μόνο και μόνο γιατί οι κοινωνίες θα κατέρρεαν αν πίστευαν  το αντίθετο. Βάλε έπειτα και μια σκοπιά με το παρασύνθημα μοναξιά και έδεσε το γλυκό μου, να το φάμε στην γιορτή μου να πούμε όλοι χρόνια πολλά ας μας συγχωρέσει το όνειρο. Θα μπορούσα βέβαια να συντηρώ την πλήξη σε υγιή επίπεδα αλλά δεν προσπαθώ αρκετά. Η γυναίκα μου δεν παραπονιέται για αυτό όσο είναι παντρεμένη μαζί μου. Όταν χωρίζουμε το ίδιο γίνεται ο λόγος για να με ξαναγαπήσει. Αν έκανα αυτόματη διόρθωση θα έγραφε ξαναπατήσει. Αλλά με ποιον αφού όλοι όσοι είμαστε εδώ είμαι εγώ. Πόσο θλιβερό το γράψιμο όταν έχεις μόνο δύο χέρια και μία καρδιά.

Η ομορφιά δεν λέει ποτέ ψέματα. Γι’ αυτό και ποτέ δεν αναπαρίσταται. Δεν αποτελείται ποτέ από έστω και μια λιγότερη αίσθηση. Το έλλειμα που βιώνουμε απέναντι της, και πάνω στο οποίο βασίζουμε όλο μας τον πολιτισμό, αυτοτροφοδοτείται κι αυξάνεται στην κάθε παραμικρή κίνηση που επιχειρούμε προς την κατεύθυνσή της. Σε κάθε κεφάλι που δημιουργείται με αυτό τον σκοπό δύο άλλα κεφάλια χάνονται δια παντός. Ακριβώς στο σημείο που η αλήθεια σε ορίζει, μα δίχως αυτός ο ορισμός να είναι κάτι παραπάνω από μια φευγαλέα σκηνή μέσα σε χιλιάδες άλλες, μπορεί να υπάρξει μια όμορφη στιγμή, αποκλειστικά για όσους έχουν την ικανότητα να την αποδεχτούν ως τέτοια και ως τέτοια να την χάσουν για πάντα. Ήδη έχω καταστρέψει μια ακόμα ευκαιρία να πω την αλήθεια και να νιώσω όμορφα. Προφανώς αυτή είναι η κοινή μας μοίρα. Η εθελοτυφλία μας πάνω σε αυτή την θέση μας τοποθετεί τον έναν απέναντι στον άλλον ως δημιουργό και θεατή. Η ομορφιά προς πείσμα όλων μας συνεχίζει να αναπνέει στο ενδιάμεσο. Η ταύτιση των δύο ρόλων την εναποθέτει στο όνειρο της θέωσης. Εκεί που όλα επεμβαίνουν σωτήρια και αναπόφευκτα. Αυτή την μόνη συνθήκη του αναίτιου σκοπού κάθε πλάσης.