Advertisements

Σε λίγο σερβίρομαι

Πόσο τυχεροί.
Με τόση ξεφτίλα να παραμένουμε ιδιοφυείς.
Απαλοί και γνώριμοι.
Με χέρια και πόδια εγγεγραμένα
Στην ποιότητα του κύκλου.
Προστατευόμενοι της περιφέρειάς του.
Με τσέπες και κουκούλες
Για την αναγκαία πορεία
Στο πλήθος του κέντρου του.

Τόσο τυχεροί.
Με τόσα αντάρτικα να παραμένουμε ανταρκτικοί.
Χαμογελαστοί και προσφιλείς.
Με χέρια και πόδια υφιστάμενα
Στα αρχιτεκτονικά αστεία.
Ευχόμενοι το ταξίδι να αποτυπωθεί
Στο δαχτυλικό αποτύπωμα
Και σε ένα οποιοδήποτε τρόπο
Που η ιστορία θα μας εφεύρει.

Πόσο τυχεροί.
Να μας χαρίζετε το χαστούκι και μεις να μην βρίσκουμε κωλομέρι να προσφέρουμε.
Να μαστε η πρώτη διαφήμιση του αιώνα και να κοκκινίζουμε από ντροπή.
Να σκάβουμε λάκκους για να μοιραστούμε τα ποιήματά μας.
Να είναι όλοι γυμνοί και μεις να φοράμε τα καλά μας.
Να είμαστε ήρωες χωρίς να γελάμε για την κατάντια μας.
Να είμαστε ήρωες χωρίς την παραμικρή ικανότητα για προδοσία.

Αδιαφορία.
Καλή λέξη για να δελεάσεις έναν απαιτητικό αναγνώστη.
Ανοησία.
Τον έχεις ήδη καβατζώσει.
Ελλιπής.
Πάνω που αρχίζει να δυσθυμεί ξανά
Αίμα Αίμα Αίμα Αίμα
Κουφάλα νεκροθάφτη, όλοι μας θα πεθάνετε μια μέρα.

Αν η λέξη αντιστεκόνταν στις επιθυμίες μου θα ήμουν ποιητής.

Αν ήμουν ποιητής μήτε η λέξη επιθυμίες θα ‘χε.

Ευτυχώς καμιά αλήθεια κι απόψε
Δεν είσαι εδώ
Ο κόσμος είναι ήδη νεκρός
Δεν νιώθω πείνα ή κούραση
Σύντομα θα κοιμηθώ
Τα τσιγάρα δεν μιλάνε
Τα ποιήματα έχουν ξεθωριάσει
Τα έπιπλα απλά στέκονται
Οι τοίχοι παραμένουν όρθιοι
Δεν είναι κανείς εδώ
Κανείς δεν θα μπορούσε να ναι εδώ
Όλα είναι τόσο ήρεμα
Ευτυχώς καμιά αλήθεια κι απόψε

Αν δεν πιστεύατε σε μένα
Θα μπορούσαμε ναμαστε παρεούλα ///

Κι ας μην ήταν το ποίημα η κοινή μας μοίρα.

Αν μονάχα ήμουν κάτι άγνωστο
Κι από καιρό αγαπημένο.

Τα δέκα λεπτά γίναν είκοσι / μα;
Καθώς άλλαξε το τριπ / πω πω
Στην ανακωχή / χμ
Που θεσπίζει τη μοναξιά / .

Ίσως αυτό το έξτρα δεκάλεπτο
Χρησιμοποιηθεί
Σε κάποια άλλη αλήθεια
Μακριά κι απ’ τους δυο μας

Αυτή η πόλη με τα κλειστά τα μπούτια
και τον μπούτσο στην διαπασών
ξεκοκαλίζει αφηγήσεις εγκλημάτων
πάθους τις στουμπώνει στην κλειδαρότρυπα
να ζηλεύει ο γείτονας να βαράει μαλακία
με τις κόρες τις επιτήδειες αναρχικές
που γνωρίζουν πως καυλώνει ο τσολιάς
και πως σπαράζει ο φλώρος
Αυτή η πόλη με τα χνώτα του αρνιού
και τα αχαμνά του τράγου σερβιρισμένα
στα ιδιαίτερα των σοφιστών και
στα καμπαναριά που ξεσκίζουνε
δύση κι ανατολή κι ανατινάσουν
κομψευόμενους δημογέροντες να
μοιραστεί η χάρις να κιοτέψουν
οι ληστές κι όλοι οι αλλοπαρμένοι
Αυτή η πόλη με τους φρόνιμους
επαναστάτες που ξέρουν πως
να στηθεί ένα γκουλάγκ και πως
ότι δεν φτάνει η αλεπού του βάζει
φωτιά και καίγεται και καλησπέρα
σας πόσο απεχθάνομαι να έρχομαι
σε ρήξη μαζί σας Όλοι χαρούμενοι
με τις μωρουδίσιες φατσούλες τους
να στάζουν κοπριά και λάβδανο
σαν από πάντα έτοιμοι για μια
μεγαλειώδης παρτούζα κανονικό
λουτρό αίματος μαχαίρια πιστόλια
δηλώσεις επί δηλώσεων και δώστου
ένας μπιντές για το καλό της πόλης
Αυτή η πόλη είναι το χαζό μου πόδι
που έχει αρνηθεί να πατήσει καταγής
κι όλο σέρνεται και μου ζητά
με ένα μπαλτά να το ελευθερώσω.

οι ήσυχες μέρες

Οι ήσυχες μέρες δεν χαίρουν ιδιαίτερης φροντίδας. Οι νεκροί χαμογελάν κολακευμένοι και δεν διστάζεις να τους προσφωνήσεις με ένα όνομα τυχαίο.

Το πριν και το μετά αλοίφονται πάνω σε μια φέτα ψωμί. Ψίχουλα σκορπισμένα εδώ κι εκεί μαρτυράν πως δεν υπάρχει φόβος για την επιστροφή.

Οι ήσυχες μέρες ξέρουν καλά πως δεν έχεις πρόσωπο, παρά ένα τσαλακωμένο σεντόνι, απ’ άκρη σε άκρη του κρεβατιού, που υποδέχεται τους φίλους που ποτέ σου δεν είχες.

Ο κήπος μοιάζει ξένος, όπως και κάθε κήπος, το ίδιο και το σπίτι κι η μητέρα, μα ξέρεις πως το κουβάρι ξετυλίγεται μόνο σαν κυλήσει. Ακόμη κι ένα μωρό γνωρίζει πως να κρατήσει τα μάτια του κλειστά.

Οι ήσυχες μέρες δεν ξεδιαλύνουν το φώς. Σιγομουρμουρά η σφενδόνη μια κατακλυσμική ικεσία και τα δάχτυλά σου απλώνονται στη γη, ριζώνουν, καρπίζουν και επιστρέφουν στο στόμα της.

Απλώνεται η νύχτα, αρχαίο γνωμικό, κι όλοι μαθαίνουν τη γεύση της σοφίας.

Κρύβεται το χτένι στα χέρια του Θεού κι όλοι μαθητεύουν στ’ άστρα.

Οι ήσυχες μέρες δεν ομολογούνται στις λέξεις που καραδοκούν. Ανά πάσα στιγμή μια φαντασία παύει την γνώση.

 

Είμαι όσο πρέπει μικρός
Για να ζω μονάχος
Είμαι όσο πρέπει νεκρός
Για να ζω με πάθος

Το άδειο σου χέρι
Μου προσφέρει ότι θέλω
Το άδειο μου χέρι
Όλα όσα πιστεύω

Είμαι ένα έρημος τόπος
Μες στην πικρή μου καρδιά
Έτσι μπορώ να αγαπώ αληθινά

Είμαι όσο πρέπει χαζός
Για να μην κάνω λάθος
Είμαι όσο πρέπει τρελός
Για να ζω με κάλλος

μία στις χίλιες

 

Η ζωή μετά το Θεό οδηγεί την έφοδο των αφεντικών στο διάστημα,μια μορφή ταπείνωσης που αναζητά το κατάλληλο έγκλημα και τιμωρία, την περιούσια αμερικάνικη λήθη, στη χώρα του εδώ και του τώρα, ένα αστείο εξάλλου όπως όλες οι φωτιές η φωτιά, ο ακατανίκητος πόλεμος και πόλεμος, το ταξίδι στην άκρη της νύχτας, ο μονόδρομος, ο μόνολογκ, καθώς θα διασχίζεις ένα πρωινό τον κόσμο με τη μουσική των αγρών γύρω απ’ την ηλεκτρισμένη πόλη, παρανουαρικό, ασκήσεις ύφους, ανιδεογράμματα, γουρούνια στον άνεμο σαν νυχτερινές ικεσίες, η μητέρα του σκύλου θα λέγεται αυτή τη φορά τριστέσσα, άριελ, στο παρίσι, στο τέξας έχοντας μια καρδιά από ζάχαρη, ζώντας μια ξεχωριστή πραγματικότητα, όλα τα ποιήματα, τη σιωπή του ξερόχορτου, την απροκάλυπτη φάρσα, αυτά τα 32 βήματα ή αλλιώς ανταποκρίσεις από το σπίτι των πεθαμένων, μια αδιάρρηκτη εποχή στην κόλαση, ένα τρελόχαρτο που τραγουδά τα άσματα του Μαλντορόρ, επιτείνοντας την αναγκαστική ανάπαυση ενώ το άλλο μισό, confiteor, για μια πορεία να ξεφυλλίζει τη λέξη, ακριβώς όπως οι μέρες αφηγούνται τα άπαντα της ζωής με τις απαραίτητες οδηγίες χρήσεως.

 

 

Πατέρα, θα γίνω πατέρας.
Μητέρα, θα γίνεις μητέρα.
Όλη η αγάπη που έχουμε νιώσει
θα γίνει δική μας.
Το παρόν του μέλλοντός μας.
Το στόμα του στίχου,
το μάτι της λέξης,
τα πόδια του ποιήματος.
Ο κόσμος θα γεννηθεί ξανά.
Θα μεγαλώσει γύρω μας.
Για πρώτη φορά θα αντικρίσω τον εαυτό μου
με συμπάθεια και φόβο αληθινό.
Ότι κι αν είμαστε μωρό μου
θα γίνουμε ότι χρειαστεί
για να ζήσουμε.

καραμέλα

Τρέχω προς τα κει
Σωστή αριθμητική
Με καθοδηγεί

Κάθε νόημα
Συμπεριλαμβάνεται
Στο μέτρο του

Νικά ο κόσμος
Που δεν περικλείεται
Στα αίτια του

Γίνονται ένα
Η σιωπή κι η λέξη
Μες στην κραυγή

Το απόγευμα
Βουβοί άδειοι δρόμοι
Σε κατευθύνουν

Ο νόμος λαλεί
Το νυχτερινό πρωί
Το κυνηγητό

Το ποίημα, το ποίημα. Το ποίημα.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που μήτε να αρχίσω το μπορώ
Μα μήτε και να τελειώσω.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που είναι τόσο μα τόσο λευκό
Μα και συγχρόνως τόσο μαύρο.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που θέλει να πει το σ’ αγαπώ
Ολόιδιο με το σε μισώ.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που ζει μέσα του ο κόσμος
Μαζί με μένα ή χωρίς.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που είναι ο φίλος μου ο καλός
Κι ο αγαπημένος μου ο εχθρός.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που όλο να καταλάβω προσπαθώ
Αν ποτέ θα καταλάβω.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που χει τη δικιά σου την φωνή
Και το δικό μου όνομα.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που χει τη δικιά μου την φωνή
Και το δικό σου όνομα.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που δεν έχει φωνή καμιά
Και όνομα κανένα.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που αν και δεν είναι ποίημα
Τα καταφέρνει μια χαρά.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που κανείς μας δεν θα γράψει
Κι όλοι μαζί θα τραγουδήσουμε.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που ολοένα φεύγει
Και έρχεται ξανά.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Κι ίσως να φταίω εγώ
Που ακόμα πιστεύω σε αυτό.

επιλεγμένη εικόνα

Κάθε λέξη που γεννιέται σήμερα στον κόσμο αποτελεί μια παράφραση της ανικανότητάς μας να επινοήσουμε την λέξη αυτή. Τα στόματά μας εκκρίνουν το απαραίτητο δηλητήριο για την επιβίωσή μας.

Κάθε μήνα γεννιέται ένα νέο άστρο ακριβώς όπως χιλιάδες παιδιά μαθαίνουν γραφή και ανάγνωση.

Η φύση δεν γοητεύτηκε ποτέ από την ιδέα του παραδείσου. Μια μικρή βόλτα στο πάρκο αρκεί για να σε πείσει.

Δύστυχε Καρλ! Η πολιτική για τον πραγματικό κόσμο είναι ότι ο αυνανισμός για την σεξουαλική πράξη.

Επιμένω πως ο χρόνος επήλθε της παρουσίας μας.

Πριν χρόνια φαντάστηκα πως είμαι ο Χριστός. Πολύ σύντομα βεβαιώθηκα συναντώντας κι άλλους σαν εμένα.

Οφείλουμε, επιτέλους, ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Σάντσο Πάντσα. Με τη βοήθειά του η δυστυχία μας σιγουρεύεται.

Πρόσεξε όταν χαρίζεις σε ένα παιδί τον θάνατό σου. Ίσως δεν καταφέρει ποτέ του να ζήσει.

 

περισσότερες επιλογές

Παρά τις συνεχείς λοιδορίες του κοινού ποτέ μου δεν πίστεψα πως έχω φωνή. Ακόμη και το πρόσωπό μου είναι ένα ψέμα σε πλήρης θέα.

Βεβαίως και υπήρξε ο φίλος που με αποκάλεσε ποιητή μα είχε ήδη ένα μεγαλεπίβολο όνομα στην πιάτσα.

Η χρόνια ενασχόλησή μου με την ενασχόληση περιμένει το κουδούνι για να σχολάσει. Δεν συμπεριλαμβάνεται σε αυτήν ο οίκτος που νιώθω ενιότε για όλους μας.

Από στιγμή σε στιγμή περιμένω μια ακριβέστερη προσέγγιση της λήθης. Διατηρούμαι για τον λόγο αυτό όσο το δυνατόν πιο τίμιος και φτωχός.

Υπερισχύει η άποψη πως ο ζουρλομανδύας δεν φέρει ευθύνη αλλά κανείς δεν σκέφτηκε πως η αγάπη τρέφεται από ότι βρει.

Εξάλλου, αναρωτηθήκατε ποτέ πως ένα υψωμένο χέρι αναλογεί σε τουλάχιστον ένα κατεβασμένο πόδι;

Η μητέρα.

Ειλικρινά, δεν αποσκοπούσα σε περαιτέρω προσοχή. Απλά, αδημονούσα να πείσω και να πειστώ πως τίποτα δεν φέρει την αξία που φέρει αυτό που δεν την φέρει.

Θυμάμαι τον Γιάννη τον Μπεκάτσα. Έμαθα φοράει κοντά παντελονάκια και κάνει την μπουγάδα στους παλιούς.

Θυμάμαι βέβαια και ένα σωρό άλλους χωρίς την παραμικρή λέξη.

Πόσο ιδανικά τα χαχανητά κωφεύουν τη φύση.

Πόσο λατρεμένη η απελπισία που χτίζει τον κόσμο. Τόσα τραγούδια, τόσοι έρωτες..

Πόσο; Τόσο! Είπε το 1 και βασίλεψε.

Από δω και πέρα κάθε ερώτηση θα θεωρείται μαλακία εκ προθέσεως.

 

ατυχίες νο. 5

Αν δεν οικοιοποιηθείς ένα πρόβλημα δεν μπορείς να μετέχεις στη λύση του.

Γάμα τον παράδεισο. Ο θεός μας κοστίζει την γη.

Ο φασισμός είναι η ερωτική ψευδαίσθηση μιας εμμονικής μοναξιάς.

Η αριστεροσύνη είναι μια δύστροπη γεροντοκόρη δεσποσύνη.

Κανείς δεν σκέφτεται ότι λέει κι όλοι λένε ότι σκέφτεται κάποιος άλλος.

Οι ίσες αποστάσεις σε ένα ζήτημα σε μετατρέπουν σε αγγελιοφόρο.

Μια αδικημένη μεγαλοφυία δεν διαφέρει από μια δικαιωμένη ηλιθιότητα.

Κάποιοι καταναλώνουν τέχνη για να ζουν κι άλλοι για να υπάρχουν.

Οι περισσότεροι ζευγαρώνουν προς αποφυγή παρεξηγήσεων.

Είναι εύκολο για το στόμα να βρει την κατάλληλη λέξη αλλά για τα μάτια αδύνατο.

ζωύφια

Όσο κι αν περιμένουμε
Θα έχω ήδη πει αυτό που λέω
Παρόμοιο σε ότι ίσως πίστεψες
Πως είναι

Θα ναι ένας τόπος
Ως πάντα μια σημασία
Όσων, όλων και τίποτα
Μικρή, θεόρατη

Κι ο χρόνος όλοι μας
Ότι ποτέ δεν θα ειπωθεί
Κι ο χρόνος κανείς
Ότι μοιραστήκαμε

Η ψυχή σου δεν έχει να κάνει με το ποιος είσαι. Με το πως λέγεσαι ή τι ποθείς. Περισσότερο της ανήκεις παρά το αντίθετο. Αυτή γνωρίζει τους κύκλους και συ τους διαβαίνεις για χάρη της. Αυτή αστράφτει τα αστέρια και συ τα καταπίνεις για λογαριασμό της. Όσο πιο νωρίς καταλάβεις πως ο μόνος σκοπός της είναι η αθανασία τόσο πιο εύκολα θα μπορέσεις να πεθάνεις.

Μάρτυρας

Νόμιζα ότι ήμουν αναπόφευκτος.
Γραφτό να συμβώ.
Κάθε μικρό μου κλώτσημα να είναι ένα μαχαίρι στην καρδιά σου.
Όταν βγήκα από μέσα σου ένιωσες ελεύθερη.
Όμως μετά με είδες.
Για ένα μόνο δευτερόλεπτο.
Έκλαιγα.
Κι ήμουν μικρός.
Και τότε ήξερες ότι είμαι ένα τίποτα.
Δεν ήμουν τίποτα.
Όχι ακόμα.

Χάσαμε τα δόντια, τις τρίχες και τα νύχια μας
Χάσαμε τα χέρια και τα πόδια μας
Χάσαμε κι ολόκληρα τα σώματά μας
Καταφέρνοντας να γίνουμε αυτό
Που πάντα επιθυμούσαμε.
Άνθρωποι.
Αφέντες του ουρανού και της γης.

Κι αν είναι η μοίρα μου

Φθινόπωρο παλιό και γω ακόμα νέος. Δεκάχρονος και κάτι στο δωμάτιο με την πόρτα μου κλειστή. Κίτρινη λάμπα αναμμένη, από κείνες τις παντοτινά κίτρινες. Κανείς στο σπίτι, κανείς στην πόλη για όσο με νοιάζει. Μέσα από τα σκεπάσματα να μοιάζει πως δεν νοιάζει κανέναν. Ίσως αναρωτήθηκα τι θα γίνω όταν μεγαλώσω. Ίσως απλά να ήταν η στιγμή που μια φωνή ήθελε να μάθει τι ποθούσα και μου το πρόσφερε. Έτσι απλά. Αβίαστα. Με μια ευκολία περίσσια της απάντησα πως δεν επιθυμούσα το παραμικρό. Ακόμη φαντάζομαι την σαστιμάρα της στην απάντηση μου κι ας μην είχε ποτέ της πρόσωπο. Τόση που ξεκάθαρα και με τόνο ειρωνικό με ξαναρώτησε αν τουλάχιστον ήθελα ένα μεγάλο πούτσο. Στιγμιαία αρνήθηκα. Πιότερο για να της την σπάσω, δίχως να ξέρω το κατά πόσο όλα αυτά είναι αληθινά ή την χρήση ενός μεγάλου καυλιού. Δεν ξανακούστηκε τίποτα από τότε και ναι καμιά φορά θαρρώ πως κάτι δεν πήγε καλά.

Αν δεν μιλάς δεν ακούς
Αν δεν γεύεσαι δεν βλέπεις
Αν δεν ονειρεύεσαι δεν κινείσαι
Αν δεν ερωτεύεσαι δεν πεθαίνεις
Αν δεν σιωπάς δεν υπάρχεις
Αν σταματήσω εδώ θα έχω φτάσει εκεί που είμαι
Αν σταματήσεις εδώ θα έχεις φτάσει εκεί που πάω

Είμαι σίγουρος πως και σε αυτό το ποίημα ανήκει μια ιδέα.
Αδυνατώ, πάραυτα, να διακρίνω ποια είναι.
Είμαι σιγούρος, όμως, πως παρά αυτούς εδώ τους στίχους
η ιδέα θα φανερωθεί. Ακόμη πιο ισχυρή απ’ ότι προοριζόταν.
Όχι, φυσικά, πως αυτό το ποίημα την έχει πια ανάγκη.
Η ιδέα θα αναδυθεί αποκλειστικά για χάρη μιας άλλης ιδέας
και πιθανώς διαμέσω αυτής. Της ιδέας ενός άλλου ποιήματος.
Όταν αυτό γραφτεί.

Χρόνος δεν υπάρχει για τον αναγκαίο στίχο.
Ποιητής δεν υπάρχει για τον αναγκαίο χρόνο.
Ούτε μάτι υπάρχει, ούτε μύτη
ούτε γλώσσα υπάρχει, ούτε αυτί για τον αναγκαίο βίο.
Όλα αποτελούν μια φτηνή απομίμηση όσων ποτέ δεν συνέβησαν.
Απλά, εξελίσσουμε την εναλλαγή των ρόλων
του εχθρού και του φίλου
του μάρτυρα και του δυνάστη
του έρωτα και του τίποτα
πάνω στο ανέκπληκτο πρόσωπό μας.

Αν είχα μια Αθήνα να γράψω.
Ή έστω μια Πάτρα.
Με όλη τους την δόλια στοργή.
Αντ’ αυτού τούτη η πόλη.
Με αφήνει ήσυχο να μεγαλουργήσω.
Δίχως λέξεις να κρύψω.
Δίχως συμφορά και δίχως γιατρικό.
Ο παραμικρός φόνος γίνεται ρήση.
Το ίδιο και η αυτοχειρία.
Δεν μένει παρά να πω την σιωπή.
Συγχώρα με, μωρό μου.

Έσο έτοιμος

Το ζήτημα στην ποίηση είναι να αφήνεις
Να περνάνε οι διαφημίσεις ανώδυνα
Κι έπειτα να λες αυτό που δεν θες
Με τέτοιο τρόπο που να μοιάζει πως δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά
Κι από το πρώτο γράμμα να προετοιμάζεις την έξοδο
Πριν καν φανταστείς πως άνοιξε μια πόρτα
Με τη σιγουριά του χρόνου που χάνεται
Ή μιας θύμησης ανυπόστατης
Φορώντας πάντα τα παπούτσια σου
Έχοντας ενναλακτικό σχέδιο απόδρασης
Σε περίπτωση που αναγκαστείς να ομορφύνεις το κείμενο
Ή πιστέψεις πως υπάρχει κάτι το πολύτιμο σε αυτό.

Μια τρελλή, τρελλή καταδίωξη

Η γυναίκα μου βάζει ηλεκτρική σκούπα
και γω πίνω καφέ και γράφω μια ιδέα
που ούτε να την σκεφτώ δεν μπορώ
μα την ανεβάζω έτσι κι αλλιώς
και πάμε στο κέντρο και αγοράζω παπούτσια
και πίνουμε ένα εσπρέσο καπνίζοντας ένα τσιγάρο
για να της πω πως τελευταία είμαι υπερβολικά θλιμμένος
κι έπειτα έξω από το μάρκετ
όσο αυτή αγοράζει ζαμπονοτύρια και γάλατα
διαβάζω το σχόλιο του 42 και χαμογελάω
κι επιστρέφουμε σπίτι και τρώω δυο κομμάτια μακαρονό
και γράφω αυτή την ιδέα και την ανεβάζω
και σε λίγο θα έχω φύγει και πάλι.

ήταν ένας άνθρωπος που πλέον

Ήταν ένας άνθρωπος που πλέον
ήταν ένας άνθρωπος που πλέον
ήταν, δεν ήταν ένας άνθρωπος που πλέον
δεν ήταν κι ούτε θα γινόταν ποτέ ξανά ένας άνθρωπος
που πλέον ούτε άνθρωπος, ούτε κανένας πλέον
κανείς άνθρωπος, πλέον κανείς
ένας άνθρωπος που δεν ήταν κανείς
πλέον άνθρωπος ήταν, δεν ήταν
ένας, κανένας, ούτε πλέον, ούτε, ούτε
πλέον που άνθρωπος ένας ήταν, δεν ήταν κανείς
ούτε άνθρωπος, ούτε κανένας πλέον
δεν ήταν κι ούτε θα γινόταν ποτέ ξανά
πλέον άνθρωπος ένας, πλέον κανείς
ούτε πλέον, ούτε κανένας, ούτε ένας
ποτέ ξανά δεν ήταν ένας άνθρωπος
ούτε κανένας πλέον, ούτε πλέον, ούτε άνθρωπος
πλέον κανείς, ήταν, δεν ήταν, ούτε πλέον
ποτέ πλέον κανείς, ούτε ένας, ούτε κανένας
κανείς κι ούτε θα γινόταν ξανά άνθρωπος πλέον
κανείς κι ούτε πλέον, ούτε ένας
ήταν, δεν ήταν κανείς άνθρωπος.

Ελάχιστες γεωμετρίες εκδηλώνοντας αισθήσεις.
Διασχίζοντας μπροστά, πίσω. Έξω, μέσα.
Δηλώνοντας εδώ, εκεί,
χρησιμοποιώντας εδώ, εκεί
κατασκευάζοντας μέσα, έξω. Εδώ, εκεί.
Αναμένοντας Σκότος, Έρωτα.

 

Αυτές οι λέξεις
Κάθε στιγμή
Που δεν λέμε
Γύρω απ’ τα τείχη
Ως πέρα τον κόσμο
Είναι η μόνη μας ελπίδα
Για τ’ αύριο

diminuita

Η πρώτη σου αγάπη αδημονεί να επαναληφθεί.

Η αρμονία δυστροπεί μπρος στα πλήθη.

Η πληροφορία μας αποσύνθεσε.

Τα συναισθήματα δεν αποταμιεύονται.

Κάποιοι πιστεύουν ότι θα κατακτήσουν περισσότερα αν μιλάνε παρά αν ακούνε.

Αν θες να πεις την αλήθεια το πρωί λέγε ψέματα όλη νύχτα.

Ίσως αν ερωτευτώ κάποιον να σε αγαπήσω περισσότερο.

Αν καταφέρεις να χάσεις το βράδυ το πρωί θα είναι πιο εύκολο να κερδηθεί.

Εκείνες οι λέξεις
Το βράδυ
Που δεν λέμε
Γύρω απ’ τα τείχη
Ως πέρα τον κόσμο
Προετοιμάζοντας
Τ’ αύριο
Είναι πολύ

Απέναντι
Άδεια μπαλκόνια
Κομμάτια δρόμου
Βοή μακρινή
Μία φιγούρα
Σε μία στιγμή
Που πάντα ξέρεις
Να την κοιτάς
Τότε ακριβώς
Που υπάρχεις
Μαζί της
Ωσότου χαθεί
Όπως εσύ

Ό,τι θα μπορούσε να σωθεί.
Αν αναγνωρίζονταν ως κάτι σαν κάτι.
Ένα ακόμα βήμα στην ακολουθία.
Οι αισθήσεις σου.
Ίσως κι ανύπαρκτο.
Εξίσου ακατανόητο
με την στιγμή που πλάστηκε
ο κόσμος.
Σύντομα, ποτέ
κάποιος διάλογος
δίχως πρόσωπα.
Κανείς όπως πάντοτε.
Είμαστε εδώ, αγάπη μου.

Τίποτα δεν ανανεώνεται πιο γρήγορα από το παλιό

Αναμασώ φωνές.
Παρασιτικός διαβάζομαι.
Ολοστρόγγυλος.
Αδυνατώ να μεταφράσω.
Αδυνατώ να κριτικάρω.
Την γενιά μου την πούλησα με την σειρά μου.
Το ίδιο και το πνεύμα των ημερών.
Δεν αναζητώ.
Δημοσιεύω αμέσως.
Προπάντων στο facebook.
Δημοσιεύω τα πάντα.
Σύντομα οπουδήποτε.
Δεν είμαι καλός.
Δεν είμαι χορδή.
Δεν είμαι δράκος.
Δεν είμαι σκαφτιάς.
Δεν ξέρω μπάνιο.
Δεν είμαι άλτης.
Δεν είμαι ποιητής.
Δεν έχω γεννηθεί ακόμα.
Έχω τα δαχτυλά μου στη θέση τους.

Σωτηρία

Συγχωρέστε με, που δεν μπορώ να γράψω κάτι, οτιδήποτε
για κάποιον πόλεμο που ξεκινά ή τελειώνει
ή για τον έρωτα που πάντα προπορεύεται.

Ποτέ μου δεν κοίταξα τον νεκρό του σπιτιού μου.
Ποτέ μου δεν πίστεψα πως είμαι ικανός για αγάπη.

Μέσα στην μυθική εκεχειρία του λεπτοδείκτη
και την ανειλικρίνεια του ημερολογίου
γνωρίζω, μονάχα, πως να ζω.

Με καθορισμένο ψωμί και σαφές γάλα.

Με επιτήδειο έλεος για τα κατορθώματά μου.

Με την σύμφωνη γνώμη του Κυρίου.

Με την ζεύξη ουρανού και γης.

Συγχωρέστε με, που δεν μπορώ να γράψω κάτι, οτιδήποτε
για κάποιον άλλον από αυτό που είμαι
μιας και κανείς μας δεν είμαι εγώ.

Ήθελα να γίνω μουσικός, έπρεπε να γίνω ζωγράφος μα κατέληξα να ξεδιαλέγω λέξεις. Από κει και πέρα όλες οι ιστορίες αρχίζουν για να τελειώσουν, ξανά και ξανά, συμφιλιωμένες με την απροθυμία μου να τις αποκτήσω. Αν υπήρχε έστω και μια μικρή πιθανότητα η επόμενη λέξη να μεταμορφώσει αυτό το σάπιο κορμί σε κάτι το παντοτινό θα ήμουν ευτυχής μα όχι εγώ. Το να λέω κάτι δεν ισοδυναμεί με το να είμαι αυτό. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε μακράν περισσότερη έλξη μεταξύ εμού και της άκρης του ουράνιου τόξου. Από κει και πέρα ακολουθούν προσεγγίσεις, διαμάχες και αναστεναγμοί, όλα τους εξίσου ανώφελα μα ικανά να συντηρήσουν την αίσθηση πως το παιχνίδι συνεχίζεται μετά τις διαφημίσεις. Έπειτα, σας ευχαριστώ για την συντροφία σας και οτιδήποτε άλλο επιθυμώ ή κάτα κάποιον τρόπο επιθυμείται και σεις και σας συνιστώ μεγάλες δόσεις χίουμορ και κάθε λέξης που δεν διορθώνεται άμεσα από τον επεξεργαστή κειμένου. Μέχρι να αποκτήσουν οι αρτηρίες μας το δράμα των εθνικών οδών και τα μάτια μας ένα κάποιο πρόσωπο σας εύχομαι καλό νέο χρόνο ακριβώς όπως πάντοτε.

Φιλούρες

Εκείνη την μέρα η πληροφορία της απαράμιλλης ευδαιμονίας πλατάριζε στα στόματα ολονών. Δαγκώνοντας την ψυχή τους προσπαθούσαν να συντάξουν τον ευτυχέστερο αλαλαγμό όλων και να προτάξουν το ολοένα αυξανόμενο βουητό στα κρίματα του κόσμου όλου. Βουρκωμένα μάτια και θρυμματισμένες αγκαλιές αμολιόνταν δεξιά και αριστερά, άχνη ζάχαρη αιωρούνταν στον αέρα και χιλιάδες αποκεφαλισμένα κοτόπουλα ψέλναν την ακατάληπτη δόξα της αγάπης. Κανείς τους δεν πρόσεξε πως την άκρη του ξέφρενου αυτού στροβιλισμού κρατούσε στα χέρια του ένας μικρός χιμπατζής που όλο γελούσε και τραβούσε την σπείρα προς την μεριά του.

Ένα πραγματικά ευχάριστο ποίημα

Τουμ τα ραμ, του τζαμ που ραμ
Πι πιρίμ τσι μπομ κου τριμ
Κούτι κούτι κούτι λο
Βζζζζζζινγκ σιρίμ τσι φο λοκό
Μπλα μπλα μπλου, μπλι μπλο τρολό
Πι τι πι τι πι τι μπονγκ
Μπονγκ μπονγκ μπονγκ, μπονγκ μπονγκ μπονγκ
Ουιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι
Ουιιιιιιιιιι, ουι ουι ουιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι
Πουμ..

Αφού ξυπνήσω
προσπαθώ να βρω την κατάλληλη στιγμή να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι
ώστε να μην βρω τη γυναίκα μου στην τουαλέτα
να μην γαβγίζουν τα σκυλιά στο μπαλκόνι στο πρώτο τσιγάρο της μέρας
να μην περνάει αυτοκίνητο καθώς προσπαθώ να βγω απ’ το γκαράζ
να μην έχει πολλούς πελάτες η καφετέρια πριν από μένα
να μην βρω τους συναδέλφους μου στην είσοδο να χασκογελάνε
να μην είναι ο πεθερός μου σπίτι όταν πάω να πάρω το μεσημεριανό
να μην έχει γυρίσει η γυναίκα μου απ’ την δουλειά ώστε να κλέψω ένα τσιγάρο στο σαλόνι
να μην έχει γυρίσει το παιδί της από πάνω πριν με πάρει ο ύπνος
να μην έχουν γεμίσει όλοι οι διάδρομοι στο γυμναστήριο πριν προλάβω εγώ έναν
να μην χρειαστεί να έρθει κάποιος επίσκεψη πριν κάνω ντους
να με πάρει ο ύπνος πριν καταλάβω ότι όλα έχουν αποτύχει και σήμερα
να με πάρει ο ύπνος την κατάλληλη στιγμή
ώστε το επόμενο πρωί αφού ξυπνήσω
να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι την κατάλληλη στιγμή.

Έχοντας σφραγίσει την συντριβή μου
με τους πλέον κοινότυπους τρόπους
μα αρκούντως, και για μένα, απολαυστικούς
κατάφερα να γλιτώσω τα ποιήματα μου
από προσδοκίες που πιθανόν ανέκυπταν
από το ίδιο τους το σώμα
ή, ακόμη, από τις αντανακλάσεις αυτού στον περιβάλλοντα χώρο.
Φυσικά, η ελπίδα να με καταβροχθίσουν
μια ώρα αρχύτερα, κάποια από όλα αυτά
παραμένει, αισίως, το μοναδικό κίνητρο
για να εξακολουθώ να τους προσφέρομαι ολοκληρωτικά.

 

Στην άκρη του δαχτύλου υπάρχει ένα μάτι
στην άκρη του ματιού ένα στόμα.
Ακομά κι αν ήθελα να διανύσω την απόσταση
αντίστροφα, ως την καρδιά
θα έπρεπε, πρωτίστως, να κόψω το κεφάλι μου
και στη θέση του να βάλω έναν ουρανό
με κείνη την σωστή απόχρωση
που συνταιριάζει τα σφάλματα
σ’ ένα υπέροχο μηδενικό.
Μα όλο αυτό είναι ένα παιχνίδι το οποίο ξεκίνησα
κλαίγοντας
για τη βία που προηγήθηκε της δικής μου
δηλώνοντας, εξ αρχής, χαμένος και προσφιλής
στην γενικευμένη αίσθηση του χαμού
της αποξένωσης και της λύσσας.
Ενίοτε, μονάχα, οριζοντιώμαι
σε μια απέλπιδα προσπάθεια
να παραλληλιστώ με την φορά της κίνησης
και να ελεήσω λίγη απ’ την ευδαιμονία
— ίσως της μόνης εναπομείνουσας
του να είσαι αόρατος.

Είναι αδύνατον να διαβαστούν τόσα καλά ποιήματα.
Ακόμη και να γραφτούν είναι αδύνατο.
Δεν μπορούν να υπάρχουν, ούτε καν σαν σκέψη.
Από παντού καταφθάνουν, ολοένα και πιο όμορφα.
Κάποιο λάθος τραγικό πρέπει να συμβαίνει.

Μια νέα ζωή
Δεν αρκεί πια για τον στίχο.
Ένας άλλος κόσμος
Είναι η αναγκαία συνθήκη του ποιήματος.

Κανένα ποίημα δεν έχει πάνω από ένα φωνήεν
Κανένας άνθρωπος δεν έχει πάνω από μία σκέψη
Κανένα τραγούδι δεν έχει πάνω από ένα σκοπό
Κανένα σπίτι δεν έχει πάνω από έναν ένοικο
Κανένα όνειρο δεν έχει πάνω από ένα τέλος
Κανένα χρώμα δεν έχει πάνω από ένα σώμα
Κανένα σημείο δεν έχει πάνω από μία αγάπη
Κανένας δεν έχει πάνω από κανέναν

Ω! Τι γλυκιά η ρήση του φωτός
Με συναρπάζει
Όπως ξεμακραίνει αυτή η σιωπή
Μέχρι να φτάσει

Η συλλογή

Δάνεισα μια συλλογή ποιημάτων σε έναν φίλο.
Ήταν μια πολύ αγαπημένη συλλογή.
Δεν μου την έχει επιστρέψει ακόμα.
Έτσι, η συλλογή παραμένει αγαπημένη
και ακολούθως το ίδιο κι ο φίλος μου.
Κι αν διστάζω να ρωτήσω
τι έχει κάνει με την συλλογή ποιημάτων που του δάνεισα
είναι γιατί είμαι σίγουρος πως κι ο ίδιος την αγάπησε
και πιθανώς μαζί με αυτήν και κάποιον άλλο.

Κρατώ τα βράδια μου τρυφερά.
Μόνος φοβάμαι.
Ο κόσμος που σιωπά είναι
ολότελα δικός μου.
Όπως κι ο πόνος
όταν το τηλέφωνο χτυπά
και φαντάζομαι την φωνή σου.

Το ωραίο κλίμα

Σας χρειάζομαι δίπλα μου. Μου είστε αναγκαίοι.
Από νωρίς το πρωί που ντύνομαι αθόρυβα για να μην σας ξυπνήσω.
Έπειτα στη δουλειά, σε κάθε ευκαιρία, να κοιτώ το τηλέφωνο μην τυχόν και καλέσετε.
Πάντα σκέφτομαι τα γούστα σας και πόσο μπορώ να τα ικανοποιήσω.
Να αγοράσω το τυρί που σας αρέσει, να έχω μπόλικες παγωμένες μπύρες
να κατεβάσω, ακόμη, τρεις, τέσσερις καλές ταινίες για το βράδυ.
Τώρα, τελευταία, δεν σας κοιτώ ευθεία στα μάτια γιατί αισθάνομαι πως νιώθετε άβολα.
Πολλές φορές, σας αφήνω μόνους στο σπίτι για να ηρεμήσετε.
Αν χρειαστεί, εννοείται πως μπορώ να κοιμηθώ και στο αμάξι.
Πάντως δεν έχουμε τσακωθεί ποτέ, αυτό να λέγεται.
Ολόκληρη η σχέση μας είναι φτιαγμένη κατ’ αυτόν τον τρόπο.
Είμαι σίγουρος, όμως, πως αν σας συναντούσα ποτέ όλο αυτό το ωραίο κλίμα θα χαλούσε.
Είναι δύσκολο να συντηρήσεις κάτι τόσο καλό αν είναι αληθινό.
Ευτυχώς, δεν χρειάστηκε ποτέ να μάθω ποιοι είστε και πλέον δεν το θέλω.

υπολόγισε

Είναι γνωστό πως υπάρχουν
Δισεκατομμύρια θύματα στον κόσμο αυτό
Κι άλλοι τόσοι στίχοι που τα υπερασπίζονται
Κι οι δύο κατάλογοι μακραίνουν συνεχώς
Και μοιάζει λες και ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλον.
Ελάχιστοι προσπαθούν να κάνουν κάτι πραγματικά
Για να σταματήσει αυτή η ιλαροτραγωδία.
Φυσικά, ούτε κι αυτοί οι στίχοι προσφέρουν κάποια λύση
Μα σε τι μπορείς να ελπίζεις εξάλλου
Αν ακόμη πιστεύεις στην υπόληψή σου;

135

anuooooow

Σαν βασανίζομαι, από κάθε έρωτα που αποκτά το πρόσωπό μου, πλέκω τα δάχτυλά μου μεταξύ τους, έτσι που και να ήθελα να αποδράσω να μην τα κατάφερνα. Είναι πιότερο δύσκολο να ασπαστείς την μοναδικότητα του ξερολιθιού από ότι να καταπιείς την θάλασσα. Σηματοδοτεί ο καπνός το αφερέγγυο της πλάσης μου. Κάθε ελπίδα να σιγοντάρει την έλλειψη οράματος. Ο περιούσιος θόλος σφαδάζει την αναπνοή. Αποπειράσε να επιστρέψεις, μα αυτό απαιτεί ένα συναίσθημα που δεν ορίζεις. Απόκτησε καλύτερα ένα φωνήεν. Απόλαυσε το στην κρυστάλλινη απογοήτευσή του. Εξασκήσου πάνω μου. Δώσε την διαταγή ενός παγωμένου τόπου, σφυρηλατημένου στις μοίρες, στις αυτοσχέδιες επάλξεις, στην επαλήθευση της ηδονής. Γλίτωσε με, από όλους τους πολύτροπους ανθούς, ξεκινώντας τον πόλεμο που μου ταιριάζει. Κρύωνε όσο μπορείς, κρύωνε κι άλλο, κρύωνε μέχρι την εξασθένιση του σήματος. Το σκοτάδι δεν ορέγεται μυστικά και συντρόφους.

 

111

2017-12-06 19.53.08

Απ’ όσες συνθήκες ευνοούσαν την αποχώρηση, προτιμούσα το μίσος. Η δημιουργία της κατάλληλης απόστασης παραχωρεί στον δρόμο τον πρωταρχικό ρόλο. Τέμνεται αναπόφευκτα η ατσάλινη γροθιά μας με τον μαλακό ιστό της νύχτας, στο σημείο απ’ όπου όλες οι ιστορίες εκκινούνται. Θηλάζει σπέρμα η θαλασσα κι ο ήλιος αφοδεύει. Πριν κυριαρχήσει η ευδαιμονία μπορούσες να διακρίνεις καθαρότερα, ανάμεσα στις άναρθρες κραυγές του πλήθους, εκείνο τον ήχο που φρόντιζε το μέλλον να αναπτυχθεί, αυτούσιο, μες στην υδαρή λαμπρότητα που του ταιριάζει. Χρόνια που γέλασαν τον καρπό κι ο καρπός που επέτεινε την θλίξη. Μια αποκορύφωση, υποδόριων αρχών, ενός εγκλήματος. Η πάλη γνέφει τον χαιρετισμό της πληρεξούσιας εντολής θανάτωσης του έργου.

 

Πριν γνωρίσεις οτιδήποτε άλλο
Γνώρισε τον πόνο
Που δικός σου θα γίνει
Γνώρισε τον τρόμο
Που ολοένα ζυγώνει
Αυτός ο διάολος που μας τυρρανά
Αυτός ο θάνατος που πενθούμε
Αυτή η πυρά που κραδαίνει τις νύχτες
Και στροβιλίζει τ’ άστρα
Αυτή η καταστροφή που πλάθει τον κόσμο
Σαν όνειρο παιδιού
Αυτή η αρρώστια που σβήνει τα πρόσωπα μας
Αυτή την μόνη μας ευκαιρία
Να ζήσουμε πραγματικά

 

Ο καθένας να μιλάει για τον εαυτό του
Σαν να είναι εγώ.
Διάολε, πόσο βαρετό.

Ο καθένας να επιθυμεί τον εαυτό του
Σαν να είναι εγώ.
Διάολε, πόσο παλαβό.

Ένα συ, ρε παιδιά, πόσο μου χει λείψει.

Κι ένα αυτός, ακόμη, θα ήταν αρκετό.

 

Ποιος από όλους αυτούς τους άντρες είναι ο πατέρας μου;
Κανείς τους δεν με γνωρίζει και κανέναν τους δεν ξέρω.
Ίσως πριν χρόνια κάποιος από αυτούς να είχε ένα όνομα
που ήταν και δικό μου ή ένα σπίτι απ’ όπου τα βράδια
δραπέτευα, προσπαθώντας να τον ξεχάσω.
Κι αν τα κατάφερα χίλιες φορές τώρα πρέπει να επιστρέψω
για μια τελευταία φορά, μονάχα για να σιγουρευτώ
πως δεν είναι κανείς τους αυτός και δεν πρόκειται να γίνει
κανείς τους, ξανά, αυτός ο άντρας, που η γνώριμη φωνή του
ψιθυρίζει όλα αυτά που ποτέ μου δεν έζησα
και μήτε θέλησα να ζήσω, δίχως αυτόν που ήμουνα
όποιος κι αν ήταν κι αυτός δίχως εμένα, ότι κι αν είμαι,
αφού ποτέ μας δεν αποδεχτήκαμε πως ο μοναδικός μου καημός ήταν
να γίνω κάτι περισσότερο από ότι θα μπορούσαμε ποτέ
να είμαστε ο ένας για τον άλλον.

Γνωρίζεις καλά
Πως έχω ονειρευτεί
Ότι θα γνώριζες
Πως έχω ονειρευτεί
Ότι ονειρεύτηκες
Πως έχω ονειρευτεί
Πως έχω ονειρευτεί
Πως έχω ονειρευτεί

Πόσοι πρώτοι στίχοι χωράνε σε ένα ποίημα;

Καθώς δεν ήθελα να γίνω τίποτα κατάφερα να είμαι ποιητής

Μια τόσο όμορφη βραδιά σε ποιον θάνατο αρκείται

Ευτυχώς έχω τόσα να ανησυχώ που το πιώμα ποτέ δεν τελειώνει

Η ποίηση θα με έκανε λιγότερο βίαιο αν μπορούσα ευθαρσώς να γράψω: Γαμώ το χριστό μου

Περασμένα μεσάνυχτα κι ακόμα να φανταστώ ποιος είμαι

Η αποκάλυψη της λεπτομέρειας συρρικνώνει την έξοδο

Αφότου πεθάνει ο πατέρας ο γιος δεν μπορεί να γεννηθεί

Πρέπει πάντα να είσαι υποδεέστερος της λέξης

Αγαπητή μου Μούσα βγάλε τον σκασμό, πρέπει να κοιμηθώ

Ένα αστείο πάντα υπερισχυεί μιας λύπης

Επεκτείνω την θλίψη με το κατάλληλο χαμόγελο

Κάθε σύγχρονο ποίημα περιλαμβάνει κάμποσους φόνους

Να ελπίζεις να τελειώσουν τα τσιγάρα πριν το ποίημα

Όλες οι λέξεις αντικαθιστούνται από μια αγκαλιά

Fuck off. Νέτα σκέτα.

τόση φλυαρία και τόση πόζα απ’ την μεταπολίτευση είχαμε να δούμε

Κοίτα, οι ζωγράφοι μιλάνε με χέρια και με πόδια.
Άκου, οι μουσικοί μιλάνε με ότι βρουν.
Σκέψου, οι συγγραφείς μιλάνε σε ότι βρουν.
Νιώσε, ακόμη κι οι ποιητές μιλάνε πάνω από κάθε στίχο.
Αν επιζητάς λίγη καρτερική σιωπή προτίμησε
ένα συνοικιακό ουζερί με συνταξιούχους
ή την ουρά μιας τράπεζας.

Μίλα

Σε μια λέξη τυχαία ο καθένας υποκύπτει
Ακριβώς όπως ο έρωτας
Κρέμεται
Στην άκρη κάθε γλώσσας
Έτοιμος να επιβεβαιώσει
Τις δυνάμεις
Μεταξύ των σωμάτων
Η αποκάλυψη
Του ελάχιστου, άπειρου κόσμου
Μια σημείωση
Των όσων ακόμα θα συμβούν
Όπως πάντα συνέβησαν
Ακαριαία
Κι ανελλιπώς.

Δεν προσδοκούσε τα γόητρα της πλατείας.
Η ικανοποίηση του βρίσκονταν στη στιγμή
που ο σκοτεινός κι απόμακρος δρόμος
θέριευε τα βήματά του και δικαίωνε
την ανάσα του, πείθοντας τον πως αυτή
ήταν η μόνη θέση για οποιονδήποτε,
ακριβώς όπως κι αυτός, μπορούσε
να αγαπήσει οποιονδήποτε, μα και να
αγαπηθεί από οποιονδήποτε τύχαινε
να βρεθεί μια τέτοια στιγμή σε μια θέση
σαν κι αυτή. Μέχρι τώρα δεν ήταν λίγες
οι άγνωστες και δυσδιάκριτες φιγούρες
που ερωτεύθηκε παράφορα και που
ένιωσε βαθιά μες στην καρδιά του
να του ορκίζονται αιώνια αγάπη.

απουσιολόγιο

Συνεχίζεται το σύμφωνο πάνω στο σύμφωνο, μια γλώσσα κατακόρυφη, αδιαπέραστη, προμηνύει τον αφανισμό, από νεκρό σε νεκρό, τιτλοφορείται “η απουσία της ενόρασης του επικείμενου τέλους”, όλοι οι νευρώνες που δεν γιορτάσαμε, τα επίθετα που παραλείψαμε για χάρη ενός και μοναδικού ρήματος, η αέναη αποστροφή του βλέμματος, η γη που δεν θερίστηκε, από το μέλλον που δεν επιστρέψαμε σαν από στιγμή σε στιγμή, ανήμερα, ο ορισμός επεκτείνεται ολοένα, είμαστε όλοι ήδη εκεί, ικετεύοντας για ένα ακόμη πρόσωπο, έστω για ένα αναβόσβημα του καταχθόνιου πυροτεχνουργού ουρανού.

αντικαταβολή

Αν υπήρχε έστω κι ένα ποίημα
να πει την αλήθεια
εγώ δεν θα υπήρχα.

Ευτυχώς, υπάρχουν άπειρα ποιήματα που λεν την αλήθεια.

Κι άλλα τόσα, πάλι, που δεν τη λένε.

Εγώ δεν προσπάθησα ποτέ
να πω την αλήθεια
αλλά, φυσικά, μπορεί και να συνέβη.
Σε αυτή την περίπτωση
ας αναλάβει ο καθένας τις ευθύνες του.

ατυχίες νο. 4

Τα μεγάλα λόγια απαιτούν μικρούς εγωισμούς.

Το κακό είναι μια απογοήτευση που ρίζωσε.

Ο αποχαιρετισμός είναι ευκολότερος όταν δεν έχει πρόσωπο.

Πόσο δύσκολα προετοιμάζει η αγάπη το μίσος.

Αν θες να σβήσεις ένα χαμόγελο πρέπει να φτιάξεις ένα πρόσωπο.

Οι γνήσιοι συνομιλητές διακρίνονται από την ευγένεια τους και όχι την οξυδέρκεια.

Το κλίμα μιας γιορτής διακρίνεται από τις σιωπές της.

Ο θόρυβος των πόλεων οφείλεται στις αλλεπάληλες προσευχές των κατοίκων τους.

Ο θάνατος είναι μια ιδιαίτερα χρονοβόρα διαδικασία.

Αν έχεις μάθει να πολεμάς έχεις μάθει και να ερωτεύεσαι.

Η γοητεία των ιδεών έγκειται στη θνησιμότητά τους.

Είναι αδύνατον πλέον για την ιστορία να γραφτεί.

 

 

Φοβόταν την επιθυμία της λέξης
να προσδιορίσει το γένος της
ακόμη και στην άχλη του ποιήματος
με τις γλώσσες να συστρέφονται
η μία πάνω στην άλλη
τα κορμιά να διαθλούνται
το ένα μες στ’ άλλο
όταν αυτή είναι απύθμενος
κι αυτός είν’ ασύμμετρη
κι αυτή κυριεύει
κι αυτός είναι αυτή
κι όλα μου μοιάζουν
με το ίδιο που είναι
αυτό που ποθώ
όπως κι αν λέγεται.

zero zero u.f.o.

Καμία κλήση
Καμία λύση
Αναστροφή
Γουτεμβέργιος
Κόρνα
Κορνίζα
Κόντρα
Κοντάρι
Προσμονή
Πλειοδοσία
Πενιχρό
Ωχρό
Σαθρό
Καμία σύλληψη
Καμία σχέση
Καμία περίπτωση
Καμία ευθύνη
Για τυχόν σημασίες

Αγγελία

37χρoνος, ποιητής, πληθωρικός, κληρονόμος μεγάλης σπιτικής παράνοιας, επιθυμεί σωτήρα, για τον ίδιο, κυρίως για τα γραπτά του, με σκοπό την αθανασία. τηλ: 5101520253035…

Τίποτε ποιητικόν

Ήταν ασήμαντη η ώρα της κρίσεως.
Γυμνά κορμιά, ατάραχα, συνέχιζαν τον πλου τους.
Μόνο το φόντο, στους άπειρους χρωματισμούς του
ίσως λιγάκι να σκυθρώπιασε
με κείνη την ενστικτώδη του όραση.
Γυμνά κορμιά, χωρίς επίγνωση
της σήμανσης των ατελών τους χαρακτηριστικών
ή των κυοφόρων τους πληγμάτων.
Και τ’ άκριτο φως και το θαλερό σκοτάδι
επέτειναν, αθελά τους, την πικρία.

πρωινά με εικονίσματα παιδιών

Πρωινά με εικονίσματα παιδιών
που δεν καταλαβαίνουν τι σημαίνει θεός
επαναλαμβάνοντας αδιάλειπτα καλημέρες
ωσότου κάθε μία αποστροφή τους
αποκαλύψει την εξαίρετη στόφα
του ποιητή που δεν είμαι
εξαιρώντας τη φύση
από την αγοραπωλησία
των λυγμών μου
καθιστώντας με ικανό
να επιλέξω
την επερχόμενη
ήττα
των κινήτρων μου
και να την ευλογήσω
σε μια ακόμη αχρειότητα
σαν κι αυτή που παραθέτω
εμπρός σου.

Δεν θα πω την αλήθεια για ότι δεν αγάπησα

Η απώλεια μας είναι η συνείδηση μας
Η συνείδηση μας είναι η απώλεια μας
Υπερβολικά γυμνό, λίγος χρόνος
Ακροτελεύτια υπερσυντέλικος

Το σώμα καμουφλάρει την γεύση

Γνωρίζω ότι καταφέρνω να μισήσω

Χιλιάδες χρόνια υπέπεσαν στην μοιρολατρία μου

Ο η λατρεία μου το ακατάκτητο στιγμιότυπο
Της ζωής που δεν θα ζήσω

Δεν θα πω την αλήθεια για ότι δεν αγάπησα

Αναζητώντας τον κατάλληλο εχθρό

Αναζητώντας τον κατάλληλο εχθρό
Μιας μεγαλειώδους ήττας
Αναγκάζομαι να στραφώ σε σένα
Γιατί γνωρίζω πως με αγαπάς αληθινά
Και δεν θα με λυπηθείς

Αναζητώντας τον κατάλληλο εχθρό
Μιας αλησμόνητης ήττας
Αναγκάζομαι να στραφώ σε σένα
Γιατί γνωρίζω πως με ποθείς πραγματικά
Και δεν θα με λυπηθείς

A.G.A.B.

Όπως πονάς, βαθιά και άγρια
διακρίνονται ξεκάθαρα
οι προσευχές.

Συνθλίψου και νίκα, μωρό μου.

Συντρίψου στα μοναχικά βράχια που είσαι.

Κατάρρευσε στην μοναδική αγάπη που είσαι.

Στην ανάγκη, ψόφα, μωρό μου.

Ψόφα. Απλά και σίγουρα.

Εδώ ο ήλιος σέβεται τα δέντρα
Κι αυτά την σκιά τους
Κι αυτά την σκιά τους

Δεν χωράει ούτε μια λέξη
Μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι μου
Κι αυτό είναι μεγάλη χαρά

Εδώ θα μπορούσα να μάθω
Να σκέφτομαι και να αγαπώ

Εδώ θα μπορούσα να γίνω ότι θελήσω
Δίχως να πρέπει
Δίχως να χρειάζεται
Δίχως εμένα και σένα
Δίχως λάθος ή σωστό
Δίχως τον παραμικρό λόγο για να συμβεί το αντίθετο

Μόνο οι τελευταίοι στίχοι των ποιημάτων
Οι τελευταίες παράγραφοι των αφηγημάτων
Ίσως μονάχα οι τελευταίες τους λέξεις
Μια φευγαλέα εικόνα αυτών και μιας τελείας
Αρκούν για να επιβεβαιώσουν τον θάνατο του αναγνώστη.
Αυτοχειρία ή φόνος;

έρχονται από παντού

Παιδικά χεράκια, μαλακά και νευρωμένα, διαιρούν τον κόσμο, αλύπητα, χτυπώντας ταμπούρλα, υψώνονται, εφοδούν στον ουρανό, να καθυποτάξουν το μαύρο του, να σφαγιάσουν το μαύρο του πάνω στα όμορφα χαμόγελά τους, χτυπάν, χτυπάν, ουρλιάζουν συγκεντρωμένα στην καρδιά του μέλλοντός τους, χτυπάν θανάσιμα, προστάζουν την ζωή να παραδοθεί, στα λειασμένα δόντια, στον φόρο του αίματος, στην απόλυτη ισχύ, καθαγιασμένα καθώς είναι απ’ τις ευχές των γονιών τους, χτυπάν ακαριαία, στρέφουν το πρόσωπο στον τρόμο και τον ερωτεύονται παράφορα, προσπαθούν να του μοιάσουν, χαράζουν το όνομά τους στο μέτωπο των νεκρών, αυτού και κάθε πολέμου, χτυπάν, χτυπάν την ιστορία μέχρι να ξεψυχήσει, μέχρι να σιωπήσουν τα δέντρα κι όλες οι θάλασσες να βουβαθούν, μέχρι να λησμονηθεί κάθε φωνή μες στα ρυθμικά τους χτυπήματα.

ποιος θέλει να είναι ιδιαίτερος;

Το παιδί σε χαιρετάει
Ξανά και ξανά
Με χαρά

Εσύ του ανταποδίδεις τον χαιρετισμό
Όσες φορές μπορείς
Όπως μπορείς

Το παιδί σε χαιρετάει
Αρκετές φορές ακόμη

Δεν ανταποδίδεις
Γιατί δεν μπορείς και δεν θες

Το παιδί σε χαιρετάει
Μια ακόμη φορά και φεύγει

Ανταποδίδεις τον χαιρετισμό
Κάμποσες φορές
Ωσότου χαθεί αισίως
Και η παραμικρή ιδέα του παιδιού

akineton

Γαλήνη, Γαλήνη,
είσαι ένα φυτό
με κομμένα τα καλώδια
γι’ αυτό ποτέ κανείς δεν θα σε καταλάβει
κι όλοι θα σε ονομάζουν επιστροφή.

Γαλήνη, Γαλήνη
πόσο ακριβή η στυφή σου γλώσσα
με μαθαίνει τα επίπεδα
και τα χρώματα απ’ την αρχή.

Γαλήνη, τα περιστέρια γιατί δεν πετάν εδώ;
Οι μοτοσικλετιστές θα πατήσουν ποτέ το πόδι τους κάτω;

Γαλήνη, είσαι πράγματι ο γύψος που μου υποσχέθηκες.

Γαλήνη, δεν μπορώ να σου κρατήσω μυστικά.
Μονάχα εύχομαι έστω κι ένα
κομματάκι της σκιάς μου να επιβιώσει.
Ελπίζω πολλά σε αυτό τώρα που έγινα αγέρωχος.

Η καημένη η αγάπη μου
πείστηκε πως θα ‘μαι πια εγώ αυτός.