Η καρδιά του τσιγάρου μου χτυπούσε φωτεινά.
Από το χείλος του ποτηριού μου
ήμουν έτοιμος να μπω στην παράσταση.
Ήξερα τον ρόλο μου καλά
όπως και κάθε πιθανή ανατροπή του.

Η καμπάνα χτύπησε πένθιμα μια ακόμη φορά.
Τα κορόιδα πίστευαν ότι θα τη γλυτώσουν
με λίγη φτηνή παρηγοριά στη γυναίκα μου.

Άρπαξα τον ουρανό και τον κατέβασα στα μούτρα τους.
Τρέξαν να κρυφτούν κάτω από τις κενές προσευχές
της παιδικής τους ηλικίας.
Ώρα να τελειώνουμε, Τζιμ.

Με την κάφτρα του τσιγάρου μου
άνοιξα μια θεσπέσια αναρίθμητη πληγή στην παλάμη μου.
Την κατέβασα με δύναμη πάνω στην σκηνή
εξαφανίζοντας όλα όσα υπήρχαν ή θα υπάρξουν σε αυτή.

Έπειτα, ολότελος πια, άναψα ένα τσιγάρο ακόμα
και έμεινα να χαζεύω τις τουλίπες του καπνού
όπως διαγράφονταν πάνω στα αστέρια.

Είμαστε πιο σπουδαίοι από ότι μας αναλογεί.
Έτσι καταλήγουμε να περνάμε το χρόνο μας
στην μοναξιά έρημων δρόμων και πλατειών
σμιλεύοντας ολοένα τις σκυθρωπές μας προτομές.

Ξαφνικά, δεν ήξερα γιατί βρισκόμουν εκεί, τι έπρεπε να πω, αν έπρεπε να πω κάτι ή αν ακόμα επιτρεπόταν να βρίσκομαι εκεί και να κοιτώ τους ανθρώπους που με περιστοίχιζαν. Κάποιος με ρώτησε αν θέλω μπύρα. Ήξερα πως ήταν φίλος, παλιός φίλος και καλός, μα δεν έβρισκα την παραμικρή δύναμη ή θέληση να απαντήσω με οποιονδήποτε τρόπο στην ερώτησή του. Τότε, το ίδιο ξαφνικά όπως πριν, αναφώνησα πως ο σκοπός των κέντρων εξουσίας είναι διαχρονικά ο έλεγχος και η υποταγή, όλοι φάνηκαν να συμφωνούν σιωπηλά, άπλωσα το χέρι να παραγγείλω μια γύρα για όλους κι ο κόσμος βρέθηκε ξανά μέσα στο ίδιο μαύρο κενό που πάντα ήταν.

Δεν έχει τίποτα να καταλάβεις.
Η αλήθεια είναι η επαλήθευση του μηδενός.
Η αγάπη είναι η επαλήθευση του κανενός.
Είμαστε χαρούμενοι κι έτοιμοι για το κενό.
Εμπρός αδέρφια, σημαδέψτε την καρδιά.
Πιείτε γερά, φάτε με χίλια δόντια
κι αμολήστε τα πάνω στο χώμα που θα με σκεπάσει.

Ξέρω, ή μάλλον φαντάζομαι
Πως θα βρεθώ μετά από χρόνια
Στο ίδιο μέρος που βρίσκομαι και τώρα
Και δεν θα χει απομείνεις κανένας εαυτός
Για να αποχαιρετήσω. Θα υπάρχει μονάχα ο κόσμος.
Κι αυτό, επιτέλους, θα κάνει τα πράγματα πολύ απλά.

Συνάντησα τον φίλο μου κι αυτός ξεκίνησε να μου αφηγείται την ιστορία του δρόμου στον οποίο βρισκόμασταν. Μα ο δρόμος δεν υπήρχε και σύντομα κι ο φίλος μου είχε κάνει φτερά. Συνέχισα την πορεία μου και βρήκα τον φίλο μου που μου ζήτησε να κρατήσω τα χέρια του μες στα δικά μου. Καθώς άπλωσα να τα πιάσω δεν φάνηκαν παρά δυο πόδια που τρέχοντας με φούρια χάθηκαν στην στροφή. Κουράστηκα να περπατώ και έκατσα κάτω από μια κορομηλιά κατάχαμα στο χώμα. Δεν υπήρχε κανείς τριγύρω. Κατάλαβα πως ήμουν ελεύθερος να πάω όπου θέλω κι ας μην ήξερα που ήταν αυτό. Έτσι κι αλλιώς κανείς δεν θα με εμπόδιζε να το βρω.

Την έχω γλυτώσει κάμποσες φορές.
Από βράχια που πέφταν
πάνω από το κεφάλι μου
κι από τρύπες που χάσκαν
μέσα του, έτοιμες να με ρουφήξουν.
Από αγάπη που ήταν μίσος
κι από αφέλεια που ήταν και πάλι μίσος.
Από το κακό που έκανα
κι από το κακό που πεθύμησα.
Από την έλλειψη ύπνου
κι από την έκλειψη συντροφιάς.
Από κάθε είδους προθέσεων
κι από κλωτσιές στο κεφάλι.
Από μαχαίρι, καραμπίνα
και τυφλό τιμόνι.
Κι είναι που φορές που λέω
μαλάκα, είσαι ένα πολύ τυχερό κάθαρμα
και μπράβο σε σένα
και στους φίλους σου
που σου δέσαν τα κορδόνια
για να μην κρεμαστείς
και στα κορίτσια σου
που σου φίλησαν τα χέρια
για να μείνουν καθαρά
και στις μανάδες σου
που μείναν ακίνητες
μες στο νερό
για να μάθεις να κολυμπάς
και στις νότες και στις λέξεις..
Τέλος πάντων, όλα καλά.
Εκτός από κείνη τη στιγμή
που ο κεραυνός με βρίσκει
και πεθαίνω χιλιάδες χρόνια μακριά
και τίποτα από όλα αυτά
μήτε καν το χαιρέκακο γέλιο μου
δεν έχει την παραμικρή σημασία.

Ω, πατέρα. Πόσο κρίμα
που δεν είσαι ο πατέρας μου.
Ω, γλυκέ μου καήμενε πατέρα.
Πόσο κρίμα πραγματικά
που ποτέ δεν ήσουν ο πατέρας μου.
Μήτε καν κάποιος που τον γνώριζε
ή είχε ακούσει για αυτόν.
Ακόμα κι όταν κάποτε σε ρώτησα
για τον δικό σου πατέρα
αναγκάστηκες να σιωπήσεις
και να με κοιτάξεις
σαν ένα μικρό ανήμπορο παιδί.

Στη μέση του πολέμου βρίσκεται πάντα
ο μεγαλύτερος ένοχος, ο πιο αθώος
κι ο τελείως μαλάκας.
Βέβαια, δεν είναι και πολύ δύσκολο
στη μέση ενός μεγάλου και τρομερού πολέμου
όλοι αυτοί να είναι το ίδιο άτομο.

Φτύνεις τον κόσμο να σιχαθείς το στόμα σου
Να γυρίσει η κατάρα εφτά φορές
Να μην προλάβεις να σωθείς ή να σώσεις
Μονάχα όπως σαπίζει η καρδιά σου και βρωμά
Μέσα στη μαύρη ατσαλένια μπόχα
Να φέξει ο ήλιος μια τελευταία φορά
Να ανάψει το μπουρδέλο και να καεί συθέμελα

Η γη επιστρέφει χιλιάδες φορές
πέρα απ’ τη λέξη που βρίσκουμε για να την αποχαιρετίσουμε.

Μονάχα ένα θρόισμα αρκεί
για να επιβεβαιωθεί η ανοησία αυτού του ταξιδιού.

Καθώς μεγαλώνω αντιλαμβάνομαι
πως απ’ το τέλος στην αρχή πορευόμαστε.

Μια ελευθερία τόσο διαφανής
που μπορείς να δεις τα κόκκαλά της να τρίβονται.

Ένα αστείο τόσο ιλαρό
που μπορείς να γευτείς τη λύσσα πάνω στις πέτρες.

Η επανάσταση αρχίζει
με μια καλημέρα.
Αρκεί να σαι σίγουρος
πως αν την πεις
θα ανεβείς το Έβερεστ
αν χρειαστεί.
Ακόμα και δίχως λόγο.
Μα πρέπει να ξέρεις πάλι
πως αν δεν την πεις
και γυρίσεις το κεφάλι
θα πρέπει να κατέβεις
την κορφή μονάχος
μόνο και μόνο
για να την ξανανέβεις μόνος.
Κι ίσως φτάνοντας εκεί
να χεις ένα καλό λόγο
για να μείνεις.

Όλα τα φώτα περιορίζονται στο κλάμα του μωρού.
Μια συνταγή είναι πάντα ένας δρόμος προς την αμνησιά.
Από μακριά φτάνει πρώτος ο ξένος.
Μια όμορφη κόρη πλάθει τον ήλιο από κερί.
Μπλε ίσον μαύρο δίχως ελπίδα.
Τρυφερή η νύχτα που απελευθερώνει σπασμούς.
Φυτά με σάπια δόντια οι λεύτερες ώρες.
Πιθανόν να τελειώσει αύριο, γδυθείτε απαλά.
Μελάνι και ναύλο μια ώριμη γη.
Ολόκληρος βγαίνει μονάχα ο χρόνος.

Οτιδήποτε φωτίζει πιο ψηλά
από το κεφάλι σου
είναι μια καλή αφορμή
για να παραμείνεις βουβός.

Αν παρολά αυτά πρέπει
να πεις κάτι
πρόσεχε
μήπως η πέτρα
που ετοιμάζεσαι να ρίξεις
είναι δεμένη στο λαιμό σου.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ηλιθιότητα
από έναν πνιγμό που λάμπει.

Έβαλα την παλιά συλλογή με ποιήματα του Λόρκα
σε ένα χαρτοκούτι μαζί με υπόλοιπα περίσσια βιβλία
και το κουτί στην αποθήκη του πατρικού μου.
Ίσως όταν μπορέσω να βρω λίγο χώρο παραπάνω,
σε κάποια χρόνια ελπίζω, να καταφέρω να ανοίξω τη σελίδα
με » το τραγουδάκι της πρώτης επιθυμίας»
και να το απαγγείλω ολόκληρο
στο ερείπιο της παλιάς μου κιθάρας, της φωνής που ποθώ
και της μίας και μοναδικής επιτυχίας αυτής της ζωής.
Ψυχή βάλε χρώμα πορτοκαλί, κ.τ.λ.
Από τα 16χρονα μάτια μου πάντα μοιάζει μακριά το οτιδήποτε.
Ειδικά ετούτος εδώ ο αφηγητής ενός παρελθόντος που δεν έχει ακόμη ξοφληθεί.

Σε αυτή την χώρα είμαστε πάντοτε στην ανάγκη.
Για αυτό κατουράμε μεταξύ της μπύρας.
Για κείνη την περίφημη ιδέα πως έχει νόημα.

Κάθε μου λέξη αποτελεί μέρος της λύσης

ενός πολύ σημαντικού προβλήματος

που αγνοώ αν και πότε θα προκύψει

και που προπάντων δεν με αφορά.

Μαρίνα Πατούλη: Καταρρίφθηκε η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας;

Τροφές για πτήση αναψυχής στο διάστημα

Αυτοί κερδίζουν το ταξίδι στις Μπαχάμες με περπάτημα

Ο λόγος που ο φραπές έφερε 297 νέα κρούσματα

Προσλαμβάνονται άμεσα 200 οδηγοί φορτηγών με δάκρυα στα μάτια

Όλες οι πληρωμές έως τη χιουμοριστική στιγμή

Παραμονή Πρωτοχρονιάς πέθαινα για την Ελλάδα

Μαφιόζος «διαιτητής» με την καλλονή σύντροφό του(Photos)

Survivor: Αποκάλυψε αν είναι σε σχέση με τον τούρκικο στρατό

Φονικό μπουρίνι και καλύτερα δεν γίνεται

Euro 2020: Το πρόγραμμα της Κυριακής σύμφωνα με το meteo

Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρόκειται να ζητήσει εκλογές παρά την πορεία της υγείας του Έρικσεν

Φλοίσβος: Σορός γυναίκας εντοπίστηκε με ένα μπουκάλι κρασί στο χέρι(video)

Συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν με ριζότο σελινόριζας

Καταργούνται σταδιακά τα φίδια και οι ξυλοκόποι με κόκκινο μούσι

19χρονος σατανιστής σκότωσε χειρόγραφες σημειώσεις

Αναδρομικά συνταξιούχων: Γιατί τα αποφεύγουν;

Πελώνη: Όποιος δεν είναι εμβολιασμένος θα υφίσταται φωτογραφίες από τον γάμο μου

Μάχη για να κρατηθεί στη ζωή δανεισμός από τον ESM

Όλοι εναντίον του κόσμου κι ο κόσμος μόνος του.
Ένας λιγότερος από όταν δεν υπάρχει κανείς τριγύρω.
Αργά, αργά επιβεβαιώνεις πως το 1 είναι πιο κοντά στο μηδέν.
Υποδιαιρείς τις αποστάσεις σε όλο και μικρότερες μονάδες.
Όταν δεν έχεις φίλους δεν ονειρεύεσαι την επανάσταση.
Ελπίζεις, απλά, να παραμείνεις όσο ηλίθιος πρέπει για ζήσεις λίγο ακόμη.

Όσο η κοινωνία μας βυθίζεται στον τρόμο και την απάθεια τόσο οι τέχνες μας θα συναγωνίζονται μεταξύ τους για το πόσο πραγματικά αδιάφορες μπορούν να γίνουν.

Κι όσο οι τέχνες μας σημαδεύουν το κοινό τους με κομφετί αντί για κανόνια τόσο η απελπισία θα κρατάει τους πάντες ικανοποιημένους.

////βαλσαμωμένοι στην ελλάδα
καταπίνουμε αμάσητη τη δάδα

Μια τόσο ηλίθια φάτσα πάνω σε μια τόσο έξυπνη καρδιά.
Ένα τόσο κρύο χέρι μες στη φωτιά των αιώνων.
Μια απείρως πελώρια μύτη μπροστά από το αληθινά της δόντια.
Η ομορφιά κατοικεί στην σκιά της ασχήμιας.
Αρκεί να ξεράσεις την ψυχή σου για να δεις πως ανθίζουν
γλυκά κι απονήρευτα όλες οι τιποτένιες σου χάρες.

Όλη μέρα μες στον ύπνο μου

κοιτούσα ευθεία στην πλάτη μου

καθώς έφευγα.

Άρχισε να βραδιάζει

για να μ’ ακούσω να πλησιάζω

από παντού.

Ξαφνικά, ήμουν έτοιμος. Γνώριζα τον τρόπο και την σφοδρότητα με την οποία η αλήθεια θα επανεκτιμούσε όλα όσα είχαν σωθεί ή παρέμεναν δίχως βούληση στο κατώφλι της εξαφάνισης. Γύρισα το κεφάλι μου από την άλλη πλευρά, γαλήνιος από την ανοησία που διέπραττα και συνέχισα να κοιμάμαι.

Σκυλί, γκιώνης.

Η σιωπή μας κρατά

ενωμένους.

Σκυλί, γκιώνης.

Η σιωπή εξηγεί

όσα χάθηκαν.

Σκυλί, γκιώνης.

Η σιωπή σαν κρότος

στο στομάχι μου.

Περιστρέφονται.

Ένα κοπάδι γλάρων στην ακτή. Δυο γυναίκες μέσα στο νερό.

Τα στίγματα. Ο άγραφος νόμος.

Γέρικο κεφάλι άντρα μέσα στα κύματα.

Οι ίσκιοι από τις ψάθινες ομπρέλες και τα αρμυρίκια.

Χιλιάδες πατημασιές πάνω στην άμμο.

Ο μυρωμένος αέρας και η μέθη του ούζου.

Τα στίγματα. Το απαράβατο όνειρο.

Η φωνή της σερβιτόρας και το νιαούρισμα της γάτας.

Η πρασινάδα που κόβεται από το χέρι του εργάτη.

Χελιδόνια που ψιθυρίζουν διακριτικά.

Τα στίγματα. Το χρόνιο τέλος. Η διαστολή του απείρου.

Το νόσημα κι η αφροσύνη.

Το αγόρι που χτίζει κάστρα στην άμμο.

Οι λησμονημένες επιφάνειες του ουρανού.

Η απόσταση από το κέντρο της καρδιάς μου.

Η συνέχεια των χθεσινών λέξεων.

Τα στίγματα. Το κλυδώνισμα της γέφυρας.

Τα χέρια που την βαστάνε σφιχτά.

Ο νεαρός με την κάμερα στον στόχο.

Το παιδί που τρέχει τραγουδώντας ανάμεσα

στα άδεια τραπέζια. Τα ζευγάρια

που γυρνάνε από την άκρη της παραλίας.

Όλα όσα θα μπορούσαν να συνεχίσουν αυτό

το ποίημα πριν μου τηλεφωνήσεις

πολύ κουρασμένη για να μιλήσουμε.

στον Νικόλα

ότι έχω είναι δικό σου. Αλλά

μην σε νοιάζει. Κάπου βρίσκονται περισσότερα

από αυτά, αρκεί να φτάσεις.

Ότι είμαι είναι κι αυτό δικό σου.

Μπορείς να το κάνεις ότι θες

αρκεί να γίνεις εσύ.

Δεν σε ξέρω ακόμα αλλά σ’ αγαπάω

ότι κι αν είσαι.

Δύο παράθυρα είναι υπέραρκετα για να φοράς κεφάλι.
Ένας τοίχος για να μετράς ως το άπειρο. Τέσσερις
για να επιστρέφεις πάντα στο μηδέν. Ταβάνι και
πάτωμα ξεκοκκαλίζουν ότι απομένει από την
πίστη σου στον άνθρωπο κι έπειτα όσες
πόρτες ποθείς για να συνεχίζεις να
αγοράζεις απομνημονεύματα
σοφίας και παρακμής. Αν
συμπεριλάβουμε και
ένα κλειδί από
την σωστή
μεριά
Καληνύχτα!

Τούτες τις ώρες
που σε περιμένω να βγεις απ’ την ζωή μας
μόνο και μόνο για να με συναντήσεις
μέσα στην αποκάλυψη των ερειπίων
και των ματοβαμμένων σιωπών
για να μου πεις γλυκιά μου τέφρα
με τις ίδιες πάντα λέξεις
πως κανείς μας δεν έφυγε
και πως κανένας πια δεν πρόκειται να έρθει
Τούτες τις ωρες
απέραντη ανίερη η θλίψη
για το νυχτοπούλι που κλωσάει τον ουρανό

Ο νεκρός σκαντζόχοιρος στο δρόμο για το σπίτι φεγγοβολάει τη λάμπα.
Η νυχτερίδα σβήνει το φως από τα χρώματα της νύχτας.
Το δάκρυ σημαδεύει το μάγουλο του αποχαιρετισμού.

5-7-5

Είναι μούφα, ναι.
Ένας χρόνος σκατούλες.
Δίχως φράουλες.

Η ποίηση, ναι.
Το σάλιο που γλιστράει
στο μαξιλάρι.

Ολομόναχος.
Ναι, είναι αναγκαίο
να αναπνέεις.

Φοβάμαι πως ναι.
Από όσα χάθηκαν
θα επιστρέψω.

Κορονοϊός.
Δεν έχει ναι ή όχι.
Κορονοϊός.

Πρέπει να τρως τις καραμέλες σου
Να μην σε σφίγγουνε οι τρέλες σου
Να βλέπεις πάντοτε ευθεία
Πρώτα και κύρια τη μπατσαρία
Κι οπως γυρίζεις το κεφάλι
Να μένει πίσω σου η ζάλη
Όλη η κόλαση άλλοι
Να την ρουφάν με κουτάλι
Δίπλα απ’ το μανουάλι
Τίγρης από τη Βεγγάλη
Μασάμε και το μπουκάλι
Πυρομανία και πάλι
Μην πάει στράφι το χάλι
Γουστάρω που μαι ξεσγάλι
Yo
Είναι καλό να έχεις φίλους
Μονάχα πρόσεχε του ψύλλους
Αφήνουνε κάτι τρύπες
Δεν ξες αν μπήκες ή βγήκες
Καλύτερα σπάστο και φάτο
Απ’ την κορφή ως τον πάτο
Να τρέξεις πάλι σαν νιάτο
Σε συννεφάκι αφράτο
Ηλιόλουστο κωλονάτο
Τρίποτα χάος μπομπάτο

Διάλεξα έναν στίχο σαν αυτόν

για να ζήσω και να πεθάνω.

Όχι σαν ποιητής

αλλά σαν κάποιος που δραπετεύει

από τον εαυτό του

για να παραμείνει άνθρωπος.

Ότι δεν είπα ή δεν τόλμησα να πω

θα γίνουν τα ποιήματα ενός νέου κόσμου

δίχως την παραμικρή ανάμνηση κάποιου

σαν αυτού που υπήρξα.

Η ελευθερία μου θα είναι το προνόμιο

όλων των μελλοντικών λέξεων.

Με τον τρόπο των ανθρώπων

που παραμένουν ένδοξοι και περήφανοι.

Το χώμα που παρασέρνει η βροχή

ενώ η φωτιά τραγουδάει τον άνεμο.

στο αλάνι

Έχω πάντα έναν φίλο.

Έναν μονάχα κάθε φορά.

Κι ας αλλάζει συχνά πρόσωπο, όνομα κι ιστορία.

Τα πάμε καλά, αν και βαριόμαστε συνήθως

τον μονότονο κι εξομολογητικό τόνο

της μοναξιάς μας. Καμιά φορά παρόλα αυτά

μπερδεύομαι

κι αρχίζω να μιλάω σε άλλον από αυτόν

που έχω μπροστά μου ή ακόμη χειρότερα

σε όλους τους μαζί

αραδιάζοντας κουβέντες, μυστικά και πεποιθήσεις

δίχως να θυμάμαι σε ποιον ανήκαν αρχικά

ή αν είναι ένας άλλος τρόπος

για να αναζητήσω την αλήθεια,

καθώς για τον καθένα τους προσπαθώ

με μεγάλη δυσκολία

να παραμείνω ο ίδιος,

αν όχι αυτός που όλοι τους ξέρουν

κι εμπιστεύονται.

Τότε, όταν τα μάτια του φίλου μου

απορούν εκστατικά

είναι που τρέμω μήπως και ‘γω τελικά

δεν είμαι παρά ένα άλλο φάντασμα στο δωμάτιο

ή μήπως απλά είμαστε όλοι τρελοί για δέσιμο.

στους παλιούς μας φίλους

Μου ζήτησε να του πω ποιος είμαι.

Αρνήθηκα.

Όχι γιατί δεν ήθελα ή γιατί δεν ήξερα τι να πω.

Αλλά γιατί αν το έκανα

θα έπρεπε να αποκλείσω όλα αυτά που δεν είμαι.

Βρίσκεσαι σε ένα σημείο της πόλης που ζεις και κοιτάς τριγύρω. Σήμερα βλέπεις τον γιο σου και την ανιψιά σου να παίζουν με μια μπάλα στο άδειο δημοτικό πάρκινγκ στην παλιά σου γειτονιά. Έχει βρέξει νωρίτερα κι η μπάλα βρέχεται και κολλά άμμο και χαλίκια που λερώνουν τα χέρια και τα ρούχα των παιδιών. Κοιτάς ανατολικά και βλέπεις τον δρόμο που μεγάλωσες. Μπορείς να τον κοιτάς για χρόνια, από την πιο παλιά ανάμνηση έως και την πιο πρόσφατη, από το ποδήλατο που έστριβε στο τέλος του για να διανύσει κατ’ επανάληψη το μήκος του έως και την τελευταία φορά που πάρκαρες πριν κάνα μήνα και έφυγες με σκασμένο λάστιχο. Ο δρόμος που σε δίδαξε πως η αγάπη και το μίσος είναι δυο αλληλοσυμπληρούμενα συναισθήματα. Θα ήθελες να συνεχίζεις να τον κοιτάς όπως ο πατέρας σου φεύγει για δουλειά ή όπως επιστρέφεις από οπουδήποτε αρκετά μακριά για να ανοίξεις την πόρτα του πατρικού σου με προσμονή αλλά το κεφάλι γυρνάει αμέσως βόρεια. Ο πλάτανος από το μικρό πάρκο κι οι τελευταίοι όροφοι του λυκείου σου ψιθυρίζουν τα ίδια γλυκόλογα σαν τότε. Τα λιωμένα παγωτά καταμεσής μεσημεριού Αυγούστου στα παγκάκια, όταν κάτι τέτοιο θεωρούνταν πράξη ηρωικής φιλίας ή απόδειξη της νίκης μας επί της πόλης, τα έο μέσα από τα κάγκελα του προαυλίου και τα σάλτα μας στην προσωπική μας μυθοπλασία, τα μπουγέλα τους τέλους της σχολικής χρονιάς παρέα με τα λευκά φανελάκια των κοριτσιών, κάμποσοι χωρισμοί κι άλλα τόσα ξεκινήματα. Κοιτάς δυτικά. Στην θέση της παιδικής χαράς υπάρχουν πλέον μόνο φαντάσματα. Τα παλιά σφαγεία κρέμονται ακόμα στα μάτια σου σαν τα δάκρυα που έριξες για να τα νικήσεις. Οι φωνές των μεγαλύτερων αγοριών αντηχούν ξανά τα τέρατα που κατοικούν μέσα στο σκοτεινό βασίλειο των σκουριασμένων τσιγκελιών και των φρικτών θανάτων. Μαθαίνεις πάλι εκεί πως ο φόβος είναι ένα πλάσμα που πνίγεται με την ανάσα σου. Μια ακόμα ματιά. Νότια φεύγει από πάντα η εθνική. Τα λίγα μέτρα που σε χώριζαν και σε χωρίζουν από την πέμπτη ταχύτητα κι ένα καθρεφτάκι που δείχνει ολοένα και λιγότερα. Όλο λες πως θα φύγεις μα η ώρα πάντα περνά. Έπιασε ψιλόβροχο ξανά. Κοιτάς τα παιδιά και τους φωνάζεις να έρθουν κοντά σου.

Στο δρόμο υπάρχουν άνθρωποι που σε ξέρουν.

Σου λένε πάντα αυτό που πρέπει να ακούσεις.

Άγνωστα πρόσωπα, βουβά, που δεν σε βλέπουν.

Μπορεί κι εσύ να είσαι ένας από αυτούς.

Κρατούσα λίγο από τον θάνατό μου

στην γλώσσα μου,

μόνο και μόνο για να μπορούν οι άνθρωποι

να διακρίνουν στα λεγόμενά μου

την έξοδο από κάθε ερμηνεία

και προς κάθε ατελεύτητη σιωπή.

Αυτό ήταν πάντοτε αρκετό

για να με αγαπάνε

δίχως τις ωμότητες της πίστης.

Μα το μεγάλο κομμάτι της ανυπαρξίας μου

το φύλαγα πάντα

μέσα στο δειλινό νανούρισμα

της ακριβής μου μοναξιάς,

μακριά μες στον απόηχο ενός ορίζοντα

που συνθλίβεται καθώς ξεμακραίνει.

Έτσι κατάφερα κι εγώ να τους αγαπήσω

δίχως την παραμικρή ελπίδα

να αποφύγω την αγάπη αυτή.  

Εγώ ήμουν χάλια, παρατημένος έξω από οποιοδήποτε μέρος γνώριζα ή είχα κάποτε επισκεφτεί, περιμένοντας το σινιάλο από τα ίδια μου τα πόδια προκειμένου να πάρω τον δρόμο της επιστροφής. Έλυνα και έδενα ξανά και ξανά τα κορδόνια των παπουτσιών μου, τσιμπούσα τις γάμπες μου και τράβαγα τις τρίχες των ποδιών μου, μέχρι και που κλώτσησα με το ένα μου πόδι το άλλο κι όμως παρέμενα καρφωμένος εκεί, μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων όσων γνώριζα ή είχα κάποτε συναναστραφεί, ο ίδιος πάντα αναίτιος φταίχτης μιας αναπόδραστης παραμονής που άρχιζε να διαρκεί σχεδόν όσο ολόκληρη η ζωή μου. Τότε ήταν που μου πέρασε απ’ το μυαλό να ποντάρω στα χέρια μου. Άρχισα να τα κουνώ, να τα στριφογυρίζω, να τα τινάζω λες κι ετοιμάζομαι να πετάξω, να χαράζω γράμματα, λέξεις κι αριθμούς στον παχύ αέρα μπροστά στο πρόσωπό μου. Δεν έχω διανύσει ακόμα παρά ελάχιστα εκατοστά.

Α, κορνίζαρα και το αυτοκόλλητο του ιού με τον Βάνεγκεμ, αυτό με το κλουβί που δεν βγαίνουμε, καλό.

Ναι, πάντως φίλε μου άρεσε που στον οίκο του Μ η Scarlet Witch τρελαίνεται, νομίζω πως καθώς μεγαλώνουμε όλοι μας έχουμε κάτι που δεν πάει καλά, που μας τρελαίνει.

Ρε συ καμάρι αυτό είναι το κλειδί που κρατάμε σφιχτά πάνω μας για να παραμείνουμε στο κλουβί. Καλό, ε;

Ναι, καλό.

Το να κλαις έχει απολέσει πια την μαρτυρία του. Όπως και το να οργίζεσαι, αν κι ο τονισμός μιας τέτοιας εθελούσιας εξόδου βρίσκεται πάντα στην λήγουσα με ότι αυτό επιφέρει. Το να χαζεύεις τα αστέρια ή την πασχαλίτσα πάνω στα φύλλα της χλόης ήταν ανέκαθεν πράξεις συνθηκολόγησης. Ίσως, τελικά, αυτό που έχει ακόμα κάποια σημασία, σε τούτο τον κόσμο της αέναης φυλλοροής, είναι να σιωπάς. Απόλυτα και κατανοητά. Σαν μέσο παράδοσης της αλήθειας στην ώρα της και στην σωστή πάντα διεύθυνση. 

Πρέπει πάντα κάτι να διακυβεύεται.

Η σιωπή, το γέλιο σου, η πορεία του σαλιγκαριού

ή ακόμη ο απόπλους της νύχτας.

Μονάχα έτσι διατηρείς την ελπίδα

αυτή σου η κίνηση να αποβεί μοιραία.

Ξέρεις, υπάρχουν τόσες φάσεις μόνο και μόνο

γιατί μιλάμε για αυνανισμό. Όχι, πάσο!

Κάποιες χαμουρεύονται μεταξύ τους

αλλά πάντα με τον κίνδυνο ενός ατυχήματος.

Μην παρεξηγηθώ, η κατάληψη ήταν το αλάτι μου

για πολύ καιρό. Αν κάποιοι ακολουθούν

τις οδηγίες του γιατρού ας παραμείνουν υγιείς.

Όπως και να ‘χει όλοι θα κατουρήσουν στον Άκρο.

Ίσως το καζανάκι εκεί μας διδάξει τα βασικά.

Διηγούμαι μια καταπληκτική ιστορία όπου δύο φίλοι βγαίνουν στο κυνήγι του ακούσματος. Πρέπει να ήταν δύο γιατί θυμάμαι που ο ένας βαστιόταν απ’ τον άλλο για να σταθούν όρθιοι. Αν ήταν τρεις ή περισσότεροι θα είχαν γκρεμοτσακιστεί στην πρώτη ανάθεση ρόλων. Ήταν κάποιο προάστιο της παραλιακής. Μπορεί και λίγο πιο πάνω. Το μόνο σίγουρο είναι πως το δειλινό τους βρήκε στο πόδι της περιοχής κι όλα τριγύρω μύριζαν φτήνια και συνενοχή. Η άκρη ήταν γνωστός του ενός ή του άλλου και με το που σήκωσε το τηλέφωνο εμφανίστηκε μέσα από μαγικούς καπνούς δίπλα τους, χαμογελώντας συγκαταβατικά και εχέμυθα. Πήρε το χαρτί κι ενώ έφυγε για να φέρει το deal στην ουσία έμεινε μαζί με τους δύο φίλους, αυτά τα αγνά και άγαρμπα μαστούρια, προκειμένου να εξακριβώσει το κατά πόσον οι δυο τους είναι μια ευκαιριακή πρόζα στην λογοτεχνία του περιθωρίου ή αν, αντιθέτως, φιλοδοξούσαν να δουν το ονόματά τους δίπλα στον φωταγωγημένο υπόνομο όλων των ξακουστών περιττωμάτων. Τα παλικάρια αντιλήφθηκαν την παρουσία απουσία του και προσπάθησαν να μην δώσουν σημασία αλλά να προσηλωθούν στην αναμονή της ντόπας τους μιας και τίποτα άλλο δεν μπορούσε να τους προσφέρει ο χρόνος σαν έννοια ή σαν πρακτική πέρα από αυτήν. Το θεατρικό εκτυλίχτηκε σε ένα από κείνα τα τσουρομαδημένα παρκάκια της τσιμεντομάνας. Όσο βάθαιναν οι ερωτήσεις του βαποριού τόσο μεγάλωνε κι η απόσταση των φίλων από την ακτή. Σύντομα άρχισαν να νιώθουν πως βρίσκονται καταμεσής ενός ωκεανού ματιών, δοντιών και μαύρων νυχιών ακονισμένων σε κάτι φλώρια σαν και του λόγου τους και άρχισαν να ψελλίζουν πως αν αργήσει η δουλειά δεν τους πειράζει να φύγουν και με άδεια χέρια γιατί έχουν να γυρίσουν σπίτι να κρυφτούν σε μια πρόχειρη ποδιά της μάνας τους που είχανε φέρει από το χωριό ειδικά για τέτοιες περιστάσεις. Ο μάγκας που κατάλαβε με τι έχει να κάνει είπε να τους χαρίσει ένα δομικό αξιοθέατο της φάσης, όχι τόσο για να μάθουν επιτέλους να συλλαβίζουν σωστά το όνομα της πόλης όσο για να τους πείσει πως η διαδρομή είναι διασκεδαστική αν ο κώλος σου ξέρει να τις αρπάζει. Χεράκι χεράκι τους πήγε μέσα από τα στενά στην παρακάτω πιάτσα από όπου ένα και μόνο βλέφαρο στα καλοκάγαθα γεροντάκια με τα τακούνια, τις ζαρτιέρες και τα βυζιά έκανε τον έναν να ξεράσει και τον άλλο να ζητά συγχώρεση και για τους δυο τους κι έτσι με τα μούτρα κατεβασμένα την πούλεψαν, πήραν το λεωφορείο για το χωριό και το γυρίσανε στο τσίπουρο.

Το μέλλον είναι μια αλαλάζουσα σιωπή

ενώ ένα παιδί ξημερώνει πάντα Σάββατο.

Χολιασμένη αποταμίευση εαρινών μανιφέστων.

Ένα κεφάλι για κάθε χέρι

ένα λουρί που τα κρεμάει στα σύρματα.

Μπαρούτι, φλεγμονή, οριζόντια θλίψη.

Χωράνε περισσότεροι στην λήθη από ότι στην sim.

Μαθαίνεις τα τεχνάσματα των ποντικιών.

Μαθαίνεις ακόμα να ξαγρυπνάς πλάι τους.

Μαθαίνεις να μισείς τις πόρτες που ανοιγοκλείνουν

κι όλους αυτούς που κουδουνίζουν κλειδιά

και σπέρνουν ψίχουλα βουτηγμένα στην κόλλα.

Θες να βγεις, μα ξέρεις πως είσαι ήδη έξω.

Πολύ μακριά από οποιαδήποτε φουρτούνα

να σου γδάρει το πρόσωπο, να σε ρίξει γυμνό

μες στην ανείπωτη ερημιά

να σου καρφώσει το μαχαίρι στην σπλήνα.

Καθόταν στη μέση της χωμάτινης αυλής με τα μάτια της καρφωμένα πάνω μου. Δύο μεγάλα πανάκριβα μάτια που με ικέτευαν να παραμείνω αληθινός. Την κοίταζα κι εγώ, κάπως κλεφτά από την ντροπή μου που υπέκυψα ξανά στο πρώτο φίδι που μου πρόσφερε μια δαγκωνιά από το απαγορευμένο μου μυαλό, καθώς απομακρυνόμουν χιλιόμετρα μακριά της, πέρα από τους τοίχους, μακριά, πέρα από τα υπόλοιπα ψυχάκια, τους γιατρούς, τις νοσοκόμες, τα λουριά και τα αχνιστά καζάνια με τους ύπνους, πέρα από τα φρεσκοπλυμένα προάστια, μακριά ως τη θάλασσα, σε κείνο το σημείο που πίστεψα πως κανένα όνειρο δεν στερεί από την πραγματικότητα το στέμμα και την βάναυση ομορφιά, στο ίδιο σημείο που λάθεψα, αγνοώντας πως τα όνειρα είναι πλάσματα δίχως λογική, ανεπηρέαστα από τις δυνάμεις που κρατάνε το αίμα στις φλέβες μας ή την αγάπη στα όρια της κατανόησής μας και πως αν τους δοθεί η ευκαιρία αυτό που πραγματικά είναι προορισμένα να κάνουν είναι να μετατρέψουν κάθε ανάσα που θα τους δώσεις, κάθε παραμικρό ίχνος της ζωής που θα τους χαρίσεις, στο όνειρο κάποιου άλλου, ενός άγνωστου και κτηνώδους ξένου που σε ονειρεύεται ακριβώς όπως και συ τον εαυτό σου. Την κοιτούσα και προσπαθούσα με ότι είχα πιστευτό να θυμηθώ πως η αγάπη της για μένα είναι η αλήθεια όσων Θεών μπορούν να υπάρξουν.

Για να τρυπήσεις τον πάτο του βαρελιού πάει να πει πως έχεις κάτσει πολύ καιρό εκεί μέσα και πως κανένας άλλος τρόπος διαφυγής δεν είναι δυνατός. Για να έχεις καθίσει πολύ καιρό μέσα στο βαρέλι σου πάει να πει πως το ήθελες, όπως όλοι μάλλον θέλουμε ένα υγρό ανήλιαγο μέρος για να σαπίσουμε. Για να θες να μπεις μες στο βαρέλι πάει να πει πως το βαρέλι σου προσφέρθηκε ως επιλογή που ήσουν έτοιμος να αποδεχθείς. Το ότι το βαρέλι σου προσφέρθηκε ως δελεαστική επιλογή σε αντίθεση ας πούμε με μια μπανιέρα ή με ένα μπαλκόνι με θέα στο Αιγαίο πάει να πει πως αυτό που πραγματικά επιθυμείς είναι να κρυφτείς. Με αυτά τα δεδομένα μπορεί να έχεις κάνει μια εξαιρετική επιλογή αν εξαιρέσουμε την πιθανότητα το βαρέλι να είναι απλά μια φαντασίωση που σε βοηθάει να κρατάς τα μάτια σου κλειστά.

Καθώς η μέρα τελειώνει μετράς τις ώρες που θα ήθελες να κοιμηθείς, τις αφαιρείς από όσες μπορείς να κοιμηθείς, πολλαπλασιάζεις το αποτέλεσμα με όσα στραβά κι ανάποδα σου  συνέβησαν μόλις σήμερα, και για τα οποία αισθάνεσαι ανίκανος να αντιδράσεις, και βρίσκεις σε πόσους ανθρώπους, αύριο πάλι, πρέπει να προσπαθήσεις να φερθείς ευγενικά και με σεβασμό, ίσως και με ένα ελάχιστο αλλά όχι μηδαμινό ποσοστό αλληλεγγύης,  προκειμένου να πείσεις τον εαυτό σου πως δεν είσαι ένα εκτρεφόμενο ζώο.  

«Πρέπει να γυρίσουμε πριν να είναι αργά», είπαν σύσσωμα τα γράμματα των ανθρώπινων γλωσσών, που προσπαθούσαν να χωρέσουν την γνώση μιας ολόκληρης ζωής σε κείνη την στιγμή που ήταν όλο κι όλο το μερίδιο τους. Γρήγορα και δίχως ιδιαίτερη φαντασία σχημάτισαν λέξεις, ακατάληπτες και βουβές, σπρώχνοντας το ένα το άλλο, πολλές φορές με τόση φούρια που ξένα μεταξύ τους αλφάβητα μπλέκονταν σε κτηνώδεις ακροβασίες απαράμιλλης παραφροσύνης και με ένα μικρό σάλτο πήδηξαν μέσα στην αριθμογραμμή.

Η μάνα στάθηκε στην άκρη του κρεβατιού γαλήνια και γυμνή από κάθε ιστορία που την συνέδεε μαζί μου. Μια απλή γυναίκα, γύρω στα πενήντα, με εμφανή τα σημάδια της κούρασης από όσα αναγκάστηκε να οικειοποιηθεί προκειμένου να τα εξουδετερώσει. Από πίσω της απλώνονταν τα κειμήλια όλων αυτών των ανόητων πολέμων, δίνοντας στους τοίχους του φτωχικού δωματίου μια αίσθηση πράου ηλιοβασιλέματος. Στο πρόσωπό της δεν υπήρχε το γνώριμο ίχνος της αγωνίας που της αντικατόπτριζα τόσα χρόνια ως το κυρίαρχο διακύβευμα των μαχών. Έδωσε στον χώρο μια ακόμα πνοή ειλικρίνειας κοιτάζοντάς με όλο κατανόηση και προσμονή και μου είπε, «Θα είμαι εδώ για πάντα». Παρέμεινα ξαπλωμένος κι ακίνητος, νιώθοντας την τρέλα μου να μετουσιώνεται σε μαγεία, προσπαθώντας να την ευχαριστήσω κρατώντας τα μάτια μου ανοιχτά μέχρι εκεί που αλήθευαν. Παρέμεινα σιωπηλός καθώς αυτή σηκώθηκε απαλά και βγήκε από το δωμάτιο, αφού πλέον ήμουν βέβαιος πως δεν υπήρχε καμία ανάγκη να βιαστώ να πω όσα ακόμη δεν γνώριζα. Μόλις είχε δημιουργηθεί ο χρόνος για όλα όσα έπρεπε να ειπωθούν και να γίνουν.

Για χρόνια υπήρξα ο χειρότερος πελάτης της νύχτας. Κρατούσα

το σπίρτο στο στόμα μου και δεν ανέπνεα παρά μονάχα αν το

κρύο γινότανε ποινή. Στο κομοδίνο δίπλα στο γαλάζιο κρεβάτι

μια λάμπα φθορίου και μια προσευχή μάχονταν για την επιβίωσή

μας, φτύνοντας με στο πρόσωπο όποτε πήγαινα να λιποθυμήσω.

Μέχρι και η κιθάρα μου προσποιούνταν το τέλειο έγκλημα με μένα

να τραγουδάω το περίγραμμά μου στους τοίχους κι έπειτα να

προσπαθώ να ταιριάξω στο χειροκρότημα που έφτανε από μακριά.

Το να τσιγάρο άναβε το άλλο κι όλα μαζί πλέναν το πρόσωπό μου

στην ανενδοίαστη λιτανεία της απουσίας σας. Τόσος πόνος

ελεύθερος από ιστορία και τιμή ξημέρωνε το αύριο σε κείνη

την ανόητη επανάληψη ενός στίχου παντελώς άσχετου με όλα αυτά.

Το όνομά μου θα αποδειχθεί λάθος.

Όπως και κάθε όνομα με την δικιά μας ιστορία.

Πρόσεχε! Αν κάποτε με χρειαστείς

δεν έχεις παρά να προφέρεις

τη λέξη που κρατάς στο στόμα σου

εκείνη μόλις τη στιγμή

μα με κάθε ένα πικρό της γράμμα λιγότερο.

Άπλωνε το αριστερό του χέρι και καθάριζε το παρμπρίζ από την υγρασία ενώ με το δεξί κρατούσε το τιμόνι. Το λεπτό του λιπόσαρκο χέρι σε αντίθεση με τα γινωμένα μπράτσα των άλλων αντρών μου έδινε την αίσθηση πως δεν απέχουμε τόσο πολύ ούτε σε ηλικία ούτε σε ρόλους. Ήξερα εξάλλου πως ο χρόνος είχε κατά κάποιο τρόπο σταματήσει για αυτόν από πολύ παλιότερα. Το καθημερινό πετρωμένο του πρόσωπο το μαρτυρούσε σε κάθε ευκαιρία. Το αμάξι ξεχώριζε, με τα φωτεινά του κίτρινα και μαύρα γράμματα πάνω στο λευκό αμάξωμα, με την επωνυμία μας σε κάθε του πλευρά και τα βαριά σίδερα που εξείχαν από την καρότσα. Στο μπάσκετ δεν ήμουνα ποτέ καλός, αν και ψηλός και γεροδεμένος, ήμουν πάντα πολύ άγαρμπος. Σχεδόν αδυνατούσα να κατανοήσω την ακολουθία των κινήσεων που απαιτούνταν για να κατέβεις το γήπεδο, να κάνεις το lay up ή να σουτάρεις με πιθανότητα να χτυπήσεις την μπασκέτα. Έπαιρνα rebound κι έκανα φάουλ όταν μου το ζητούσαν. Με περίμενε κάθε Παρασκευή στο απέναντι δρομάκι για να με κατεβάσει σπίτι. Το έκανε αποκλειστικά για να δηλώσει την παρουσία του, για να με κάνει να καταλάβω πως αυτό ήταν μια υποχρέωση που του ανήκει και την αναλαμβάνει. Κλείνοντας την πόρτα του αμαξιού, φεύγοντας από την προπόνηση, ελάχιστες φορές με ρωτούσε αν όλα ήταν καλά μιας και ο ίδιος ήξερε πως δεν θα ακούσει την απάντηση. Με στενοχωρούσε όποτε το έκανε αυτό. Άλλοτε απαντούσα από την κάψα ακόμα του παιχνιδιού κι άλλοτε απλά μουρμούριζα κάτι ακατάληπτο. Τις περισσότερες φορές απλά ξεκινούσαμε βουβοί για το σπίτι. Στον δρόμο η πόλη ακόμα υπόσχονταν κάτι αόριστο. Ένιωθα ήδη πως αυτή η κούρσα θα είναι ότι πιο κοντινό μπορούμε να έχουμε οι δυο μας εκείνα τα χρόνια. Η θλίψη μου ανακατεύονταν με την θέλησή μου να τον αποδεχτώ. Θυμάμαι ακόμα πως στο μικρό ασανσέρ της πολυκατοικίας απέφευγε να με κοιτάξει. Εγώ ανυπομονούσα να μπω στο σπίτι και να ακούσω τις φωνές της μητέρας και της αδερφής.

«Δεν είδα τίποτα, από σεβασμό και μόνο στην θνητότητά μας. Ακόμα ελπίζω πως αυτό δεν θα αλλάξει», είπε με την βαθιά φωνή του, την απαλή και ονειροπόλα. Χτύπησε το παιδί χαϊδευτικά στον ώμο. Από μακριά ακούγονταν το κοφτό λαχάνιασμα των μηχανών.

Κάθε φορά

που κλειδώνεις την πόρτα

κάποιος σε αποχαιρετά. Δεν θυμάσαι

ποτέ ποιος ήταν ή αν απλά τον φαντάστηκες να

φεύγει. Κάθε φορά που κοντοστέκεσαι για να ελέγξεις

αν η πόρτα κλείδωσε, πριν ή αφότου στριφογυρίσεις το

κλειδί, βρίσκεσαι αυτόματα στην λάθος μεριά,

εγκλωβισμένος ανάμεσα στην πόρτα και

την

ε

λ

ε

υ

θ

ε

ρ

ί

α

σου.

Κλέβει τον ύπνο σου η έρμη χώρα
Σε προσηλύτισε το μαύρο φως
Ορμάς και στέκεσαι μπροστά στην ώρα
Χείλη που μίσεψαν όλο σ’ το βιός.

Κρένεις κι η απόσταση σου επιστρέφει
Τρύπια η Άνοιξη μπάζει βροχή
Κι ο άπνοος λύκος που γυροφέρνει
Σφίγγει στα δόντια του μια μαύρη ευχή

Δώσε το χρόνο στη σιωπούλα να ανάψει
Κάθε σου σκέψη καπνός να γενεί
Μόνος παρέα με την άστραφτη πλάση
Λέξη μη στάξει σ’ ουρανό και σε γη

Δώσε στον κόσμο την ευχούλα να αδειάσει
Το κύμα να πάρει και σένα μακριά
Να μείνει η αγάπη σαν άστρο που τρέμει
Στο δείλι που πέφτει μια ιαχή μακρινή

Δώσε το σάλτο ως την άκρη της μέρας
Μια σφαίρα στο στήθος είναι τούτη η ζωή
Μόνος παρέα με την άστραφτη πλάση
Λέξη μη στάξει σ’ ουρανό και σε γη

Για να καταφέρω τούτη την ειμαρμένη μοναξιά χρειάζομαι τον καθένα σας.

Αγαπημένα μου πρόσωπα και άγνωστοι αδίστακτοι ελεήμονες περαστικοί

σας παρακαλώ μην με ακολουθήσετε και μην πιστέψετε πως με θυμάστε.

¨Μια Άλλη Κυριακή¨

Περνώντας με πορτοκαλί

[…ναι, θα βρεθούμε σ’ ένα μπαρ που δεν θα υπάρχει,

θες να το λέμε “Bluebird” ;]

¨Μια Άλλη Κυριακή» [ -Αφανίζοντας ύπουλα τη Νύχτα- ¨Αγαύη¨ (Αγρίνιο 2019) ] Σύνθεση/παραγωγή/ερμηνεία – Γιώργος Γιαννόπουλος Στίχοι – Βασίλης Νικολόπουλος

Δείτε την αρχική δημοσίευση

«Όταν μπορείς να ξέρεις τα πάντα θα ήταν ίσως προτιμότερο να μην τα μάθεις ποτέ», ακούστηκε μια γέρικη αντρική φωνή από πίσω του. Γύρισε να κοιτάξει, υποψιασμένος ταυτόχρονα πως σε κάθε παιχνίδι υπάρχουν κανόνες που λησμονιούνται προς χάριν της απόλαυσης του παιχνιδιού, και αντίκρισε ένα ερωτευμένο ζευγαράκι να χασκογελά αγκαλιασμένο. Γύρισε μπροστά του και όλα φάνηκαν τόσο αληθινά απ’ άκρη σ’ άκρη αυτής της γης όσο και η κεντρική λεωφόρος με τις πολύβουες μηχανές που μόλις είχαν σταματήσει στο γύρισμα του φαναριού δίνοντας του την ευκαιρία να περάσει απέναντι.

«Εκείνο που θα σε δικαιώσει», ψέλλισε, «δίχως να σε κάνει δικό του». Συνεχίσαμε να περπατάμε ώσπου βρήκαμε ένα πέτρινο παγκάκι και κάτσαμε. Το σούρουπο ανέδιδε μια ευχάριστη δροσιά. Τα πρώτα αστέρια είχαν ήδη αρχίσει να πλέουν όταν αποχαιρετιστήκαμε για τελευταία φορά.

Απ’ το μυαλό μου ένας άνθρωπος σαν και μένα παίρνει τα μάτια του από τις κορφές των δέντρων μπροστά στο παράθυρο, σηκώνεται από την παλιά ξύλινη καρέκλα και φορά ένα τζιν και το μπουφάν του, βάζει τα παπούτσια του κι ανοίγει την πόρτα και φεύγει δίχως να ξέρει ή να θυμάται αν η πόρτα έκλεισε πίσω του, βάζει το αμάξι μπροστά και οδηγεί μέχρι την χώρα του νησιού, μέσα από τους στενούς υγρούς σκοτεινούς δρόμους, με τα παράθυρα ανοιχτά και gun club στο τέρμα, μπαίνει στο λιμάνι και στο πρώτο καράβι που περνά απέναντι, καπνίζοντας όλες αυτές τις ώρες αμέτρητα τσιγάρα και μη πίνοντας ούτε μια γουλιά νερό, κάθεται στο ψηλότερο κατάστρωμα με τον αέρα να τον αρρωσταίνει και να τον κάνει να τρέμει με όλη του την δύναμη, όπως ακριβώς το γουστάρει κι όπως το σαπιοκάραβο δένει πετάγεται στην άσφαλτο και δέρνει τα άλογά του, με μίσος σχεδόν κι απέραντη αγάπη, φτύνει στροφές κι ευθείες, αφήνει πουρμπουάρ στα διόδια, μπαίνει στην γη του και δέχεται την γλυκιά της απελπισία και σπρώχνει μια ταχύτητα ακόμα εκεί που δεν υπάρχει και φτάνει στην πόλη του, στα χιλιοσπασμένα φανάρια του, στο δρόμο που μένει, στο σημείο που λέγεται σπίτι του, τραβάει χειρόφρενο με κουμπωμένη τρίτη, κατεβαίνει, πηδάει τις σκάλες ως τον όροφο, ανοίγει την πόρτα και τους χαμογελά απαλά.

Ο κύριος κοίταξε τον ουρανό με περιφρονητικό ύφος, καθάρισε το μονόκλ του και το ξαναφόρεσε. «Προτιμώ να πληρώνομαι», είπε, «παρά να πληρώνω». «Φουκαρά μου!» αναστέναξε ο χαμάλης. «Και για τους δυο μας το αντάλλαγμα είναι πολύ πιο μεγάλο».

Στο γύρισμα της ρουλέτας κάποιοι γοητεύονται από την περιστροφή και μόνο του μικρού τροχού και θα τους ήταν αρκετό να τρέχουν αδιάκοπα με τα μάτια τους πίσω από την δαιμονισμένη μπίλια ακόμη κι αν αυτή δεν σταματούσε ποτέ και πουθενά. Όμως καθώς κι αυτή υπόκειται στους μεγάλους παλιούς νόμους, αργά ή γρήγορα, θα φωλιάσει και θα κοιμηθεί μες στο τυχερό νούμερο, προκαλώντας ρίγη συγκίνησης σε όσους κυριεύονται από την επιθυμία τους να μαντέψουν την θέση της πάνω στο νικητήριο ταμπλό. Κι είναι κι αυτοί που μετά από κάμποσα πονταρίσματα, επιτυχή ή όχι, προτιμούν να παγώσουν την ρουλέτα μακριά από κάθε κίνδυνο ή ελπίδα, κάθε πόνο ή ευχαρίστηση που αυτή θα τους προσφέρει αποδεχόμενοι την μοίρα τους ως ένα από καιρό νεκρό πράγμα. Κάπως έτσι οι περισσότεροι συνεχίζουν να δίνουν στο παιχνίδι την ζωή που του ανήκει καθώς το μαυροκόκκινο αστέρι γυρνάει και γυρνά, γύρω από τα παθιασμένα στοιχήματα νικητών και χαμένων, είτε το θέλουμε είτε όχι.

Όλοι μας ξέχασαν ελάχιστα παραπάνω από ότι εμείς οι ίδιοι τον εαυτό μας. Κι είναι αυτή η μικρή διαφορά που αφήνει τόσο πολύτιμα περιθώρια στο να συμφιλιώσουμε επιτέλους όλους τους φόβους μας με μια ακλόνητη απάθεια.

Στο επιθυμητό και ακριβές σημείο επιστροφής της νύχτας μπορείς να αποστρέψεις το βλέμμα σου από την ανθολογία των λεπτοδεικτών. Το αν θα ανοίξεις ένα παράθυρο στην ανορθογραφία κάμποσων τυχαίων ονομάτων έγκειται στο μερίδιο τυφλότητας που δικαιούσαι. Το πως παίρνει μπροστά το μηχάνημα εγγραφής της φωνής σου και καταφέρνει να λειτουργεί παρά την πίστη σου στο συκώτι που διυλίζει το ουίσκι με την φαρμακευτική σου αγωγή δικαιολογείται με τον ίδιο μπάτσο που γύρισε το κεφάλι σου σε κείνο το πρώτο capwalk ανεξαρτητοποίησης. Ο Ηλίας συνέχιζε να στέκει σιωπηλός και αλληλέγγυος με τον τρόπο μιας ξερολιθιάς καταμεσής Αυγούστου. Κατάφερε να τρελαθεί, να γίνει καλά και να τρελαθεί ξανά πριν πεις επιβίωση. Το υπόλοιπο ενός οποιουδήποτε τέλους μιας ακόμη ιστορίας είναι αυτό που αποσιωπάται καλύτερα πριν να συμβεί. Η αλήθεια είναι πως ανησυχώ με τα λίγα άκρα που μου έχουν απομείνει. Ανησυχώ για την απόφαση που παρήγγειλα από τον επόπτη της ονειροποιίας μου να μου επιβληθεί η είσοδος στο πάνθεο της λησμονιάς με αντάλλαγμα τον εγκιβωτισμό μου στην πάχνη του πάρκου Αγρινίου σε μήνα Φεβρουάριο. Δεν θυμάμαι κάτι άλλο. Σελίδα μία από μία, 183 λέξεις, Ελληνικά.

Το μυστήριο σου ζεσταίνει την πλάτη αφήνοντας το νερό να τρέξει ως τους αγκώνες και τις γάμπες σου. Το μικρό σπίτι αιωρείται μες στο απρόσκλητο σκοτάδι γύρω από τον άνεμο και τα μακρινά σινιάλα μιας ζωής που παρά τις όποιες προσπάθειες δεν θα μοιραστούμε μάλλον ποτέ. Όσο κι αν βλέπω την αγκαλιά σου να κυρτώνει γύρω από το φως δεν είμαι σίγουρος πως μπορώ να σημαδέψω την καρδιά σας και να πετύχω την άρνηση της απόστασης μεταξύ μας. Ή τουλάχιστον την υπόσχεση πως αυτή θα γίνει ο μελλοντικός μας παραδείσιος κήπος. Πως η ταχύτητα που θα αναπτυχθεί καθώς τα σώματά μας θα έλκονται όλο και πιο δυνατά μέχρι να σμίξουν ξανά δεν θα καταφέρει μια τελευταία υπέρλαμπρη και καινοφανής σύγκρουση που θα μας συντρίψει έως τα βάθη της κοινής μας μοίρας.

Καθώς αφαιρούμε έναν έναν
τους λόγους που μας έκαναν να πιστέψουμε
ο ένας τον άλλο
μένει ένα ολόχρυσο, αγνό φεγγάρι
να μας στρώνει τον δρόμο προς τον ουρανό.

Είχε τα πιο γοητευτικά μάτια ψυχικού νοσήματος που είχα δει ποτέ μου. Κάτι μεταξύ σπείρας και βραχονησίδας του Αιγαίου. Με περίμενε ακριβώς εκείνη την στιγμή, ασάλευτος στη μέση ενός τσιμεντένιου σιδερόφραχτου προαυλίου μιας παλιάς και ετοιμόρροπης μονοκατοικίας, μπροστά από το ακράδαντο ηλιοβασίλεμα, κρατώντας ένα σβηστό πούρο στο αριστερό του χέρι, μόνο και μόνο για να μου δώσει την πληροφορία της καταγωγής του ανθρωπίνου γένους. Μου είπε να στρίψω δεξιά μετά το παρκαρισμένο skoda. Τον ευχαρίστησα και καθώς με κοίταζε ολόισια στο πουθενά με αποκάλεσε γιο του. Κούνησα συγκαταβατικά το κεφάλι μου κι έφυγα. Τον είδα να μικραίνει μες στον καθρέπτη μου μέχρι την επανέναρξη της σκηνής σε ένα άλλο μέρος και σε έναν άλλο χρόνο και με τα ίδια πάντα μάτια στραμμένα πάνω μου.

Το παιχνίδι έχει κάποιους κανόνες.
Μονάχα αν τους παραβείς
μπορείς να παίξεις το κεφάλι σου σαν
μπάλα από άχυρο και την καρδιά σου σαν
την μονόχορδη κιθάρα του βοριά.
Απάτησε με κάθε σου ματιά κι ως
την ελάχιστη χειρονομία
τον εαυτό σου με κάποιον άλλο
και αρκέσου στο να περιμαζέψεις
το είδωλο που θα περισσέψει
από έναν κοινό καθρέπτη
καταμεσής μια φλέβας από
άνεμο και σκόνη.

Είσαι ευτυχισμένος, πρωτίστως, όταν κάποιος άλλος σου λέει αυτό που θα έλεγες και συ αν αυτή η κουβέντα δεν γίνονταν ποτέ και συνέχιζες να στέκεις ολομόναχος στο κέντρο του μικρού δωματίου καπνίζοντας τσιγάρα και περιμένοντας την κλήρωση ενός λαχείου.

Δεν καταλαβαίνουμε αν είμαστε χαρούμενοι ή λυπημένοι.
Δεν ξέρουμε αν είμαστε οι νικητές ή οι χαμένοι.
Δεν θυμόμαστε αν όλα αυτά έχουν ήδη συμβεί
ή πρόκειται για μια ακόμα πιθανή εκδοχή του μέλλοντός μας.
Το μόνο που σίγουρα μπορούμε να παραδεχτούμε
είναι πως είμαστε πέρα ως πέρα ηλίθιοι
κι ικανοί για μια τελευταία απολαυστική και γελοία φάρσα.

Τώρα ξέρεις πως νιώθουν τα καταχωνιασμένα βιβλία στην αποθήκη.

Το κρασί που ξίνισε και το ψωμί που μούχλιασε μες στην σακούλα.

Το ποδήλατο που σκουριάζει στο μπαλκόνι και τα παιχνίδια

που φυλάς από την παιδική σου ηλικία.

Τώρα ξέρεις πως ότι δεν ζει

είναι ο θάνατος

που σε γυροφέρνει.

Χρειαζόμαστε την ποίηση για να διασφαλίσουμε τα σύνορά μας
να περιορίσουμε τα όρια μας, να διευρύνουμε το κενό μας
να παραμείνουμε ανολοκλήρωτοι.
Η ποίηση προσφέρει γνώσεις και βοηθάει να κοιμηθεί ο άνθρωπος
και να χάσει τον εαυτό του στον ύπνο της καθημερινότητας.
Τολμώ ακόμη να πω ότι η ποίηση είναι το απλό και εύκολο μέσο
που μας βοηθά να κατέβουμε πιο χαμηλά
και να μείνουμε όσο το δυνατόν πιο μακριά από τον Θεό.

Κάθε μη αντιστρέψιμο λάθος αναζητά τον τόπο της ταφής του.

Μικρό το λάθος, μικρό το μνημείο του

παραχωμένο μες σε ανόητες εκφράσεις και ελεήμονες συμπεριφορές.

Μεγάλο το λάθος και θα χρειαστείς ένα νεκροταφείο

για όσους δεν επιθυμούν να παραμείνουν ζωντανοί αναμεσά μας.

Σκότωσα τους γονείς μου κι έπειτα τους συγχώρησα.
Θα μπορούσα να κινηθώ προς την αντίθετη κατεύθυνση
αλλά είχα έναν κόσμο να θρέψω κι ήμουν απλά ένα παιδί.

Σαν να σου τελειώνουν τα τσιγάρα και να θες να τα δώσεις όλα. Σε κείνη την γαμημένη στιγμή που ο άνθρωπος που στέκεται δίπλα σου είναι ότι σπουδαιότερο έχει υπάρξει. Όχι γιατί είναι άνθρωπος ή γιατί στέκεται δίπλα σου αλλά γιατί ακριβώς σαν ένας άνθρωπος που στέκεται δίπλα σου υπάρχει. Σε κοιτά στα μάτια κι αναγνωρίζεσαι. Κοιτάς τα χείλη του και συλλαβίζεις την ιστορία της γαμημένης μας ευτυχίας. Τον αγαπάς όπως μονάχα ότι είναι καταδικασμένο να αγαπήσει αγαπά. Πέφτεις στα γόνατα για να φιλήσεις τον ουρανό που απλώνεται μπροστά σας κι είναι μονάχα μια φτηνή προσευχή στον κόσμο που σας περιβάλλει να σταματήσει έστω για μια στιγμή και να σας κάνει το ίδιο άτομο, την στιγμή αυτή που ξέρεις πως ο ήλιος που θα ανατείλει θα είναι μια παραδοξότητα της αιώνιας σας αγάπης.