να μ’ αγαπάς


Η λεωφόρος γεμάτη σημαίες διόγκωνε την αίσθηση της απειλής.
Δίχως εμπιστοσύνη σε τίποτα πια, δεν έμενε παρά να ικετεύσω
για συγχώρεση και βοήθεια. Μια ύστατη ελπίδα να πειστώ πως
υπάρχω, έστω και μέσα από κάποιον άλλο. Φορούσες εσώρουχα
και είχες παρέα. Δεν δίστασα να θρυμματιστώ μπροστά στα μάτια
σας, ως πειστήριο της ανημποριάς μου κι ως δέλεαρ για όση
ευσπλαχνία περίσσευε. Από όσα ειπώθηκαν ή έγιναν μετά δεν
θυμάμαι παρά μονάχα να στέκομαι όρθιος, μπροστά στις
μισόκλειστες γρίλιες του παραθύρου, να κοιτώ τα φώτα του
δρόμου και να ακούω κάποιον να τραγουδάει το να μ’ αγαπάς
του Παύλου. Πέρασαν χρόνια μέχρι να σταματήσει το τραγούδι του.

 

Advertisements

μες στο κεφάλι μου επιπλέουνε νεκροί


Μες στο κεφάλι μου
επιπλέουνε νεκροί.
Θέλησαν να διασχίσουν
το κορμί μου.
Από να δάχτυλο ως το στήθος
κι από κει μια ευκαιρία για ένα σάλτο
από τον ώμο μου. 
Μα φουρτούνιασε η καρδιά μου
απ’ το φόβο μην κατά λάθος
την αγγίξουν
κι έτσι απλά στο αίμα μου πνιγήκαν.
Μες στο κεφάλι μου
τώρα και εσαεί
επιπλέουνε νεκροί.

το ρομπότ ποιητής


Με οίστρο ακάματο
βγάζει το μεροκάματο
το ρομπότ ποιητής.
Από το μεταλλικό του στήθος
βγάζει λέξεις σε κάθε ύφος,
πρόζα, στίχοι, κουτουρού,
από έπη ως χαϊκού. 
Έχει βάση δεδομένων
το ανθρώπινο το γένος
και μπορεί να καταλάβει
της ψυχής σου το μαράζι.
Τους αλγόριθμους κινεί
και τη νόηση δονεί,
σε επιλύει, σε εξυψώνει,
σε αγγίζει, σε πωρώνει.
Ένας μέγας λογοτέχνης
που με λίγα ευρώ τον παίρνεις,
το ρομπότ ποιητής,
να σου απαγγείλει ευθύς.

νεα γλοσα νεα ζοι


νει ανθροπι νει πολιτεσ
νεο εθνοσ νεα ζοι
αποτινασυμε τα δεσμα τυ παρελθοντοσ 
κε καλοσ οριζυμε τι νεα ταξι
με μια ιπεροχι νεα γλοσα
πιο αμεσι πιο αποτελεσματικι πιο εβελικτι
με τι διναμι τυ νευ
κε τι σοφια τυ παλιυ
χορισ τις αγγιλοσισ κε τις παθογενιεσ τις πολιμορφιασ
λιγοτερο κοστοσ περισοτερο κεφι
μεγαλιτερι εφκολια μικροτερι αγονια
νει ανθροπι νει πολιτεσ
νεα γλοσα νεα ζοι

σεξ χωρίς βία


Σεξ χωρίς βία, αμαρτία δίχως θεό.
Είμαστε η αλήθεια 
που μπορούμε να είμαστε.
Ασάλευτα τα σαγόνια
μπροστά στην πανδαισία των σωμάτων.
Υποθάλπεται η συγκίνηση
στα χαρακώματα της ευπιστίας
των αγωνιστών συντρόφων.
Δεν είναι να απορείς που
ο κοινοβουλευτισμός επιζεί ακόμα.
Ανατέθηκε ως και η φαντασία.

η δυσφορία του πολιτισμού


Στην πόλη μου
Είναι δύσκολο να γλιτώσεις από τις αναμνήσεις.
Ακόμη και το άμεσο μέλλον μοιάζει να είναι
Έτοιμο από καιρό.
Παραδοτέο στη στιγμή
Μέσω της διαρκής και σθεναρής
Ταυτοποίησης των ονοματεπώνυμων μας
Στα αναμεταξύ μας βλέμματα.
Ένα μικρό καθιερωμένο πάγιο,
Απαραίτητο υποθέτω,
Για την συντήρηση των δρόμων.

αυτό το καλοκαίρι είχε πλάκα


Αυτό το καλοκαίρι είχε πλάκα.
Ήπια καμιά εικοσαριά τελάρα μπύρες,
κάμποσες μπουκάλες ουίσκι,
τζιν, βότκα, ρούμι, τεκίλα,
πήρα χάπια, κοκαΐνη, χασίς, λίγο πρέζα,
γάμησα όσο μπορούσα, γάμησα κι άλλο,
κάπνισα άπειρα τσιγάρα,
έφαγα με δέκα μασέλες,
γνώρισα κάτι ωραία παιδιά,
ταξίδεψα σε θάλασσες και βουνά,
διάβασα και κάτι βιβλία.
Τώρα απλά θέλω να συμβεί επιτέλους
κάτι συνταρακτικό.

περι σκηνοθεσίας το αμάρτημα


Δεν αρμόζει ιδιοκτησία,
μήτε στις χαρές, μήτε στις λύπες μας.
Η μητέρα μου εξάλλου είναι άνθρωπος πια.
Πιθανώς το κυριότερο προτέρημα των κανόνων
είναι η δυνατότητα παραβίασης τους.
Έχω σιχαθεί τον οίκτο της συνενοχής
και τις βαρυσήμαντες σας προτροπές,
που καταρρακώνουν κάθε διάθεση εκεχειρίας.
Το σενάριο υπερτερεί της ζωής μας.
Σκηνή 104. Κλικ.

ύλες


Ακατέργαστες ύλες,
ο ουρανός, η θάλασσα, οι άνθρωποι
τριγύρω. Στις άκρες των δαχτύλων σου
ισορροπούν κι εσύ στέκεσαι ακίνητος,
να κρυφακούσεις  λέξεις και φράσεις,
κι αν καταφέρεις έστω και πρόχειρα
να τις αποστηθίσεις,
για τους απαραίτητους μονολόγους
του χειμώνα.

άσχημοι άνθρωποι


Άσχημοι άνθρωποι,
πλαδαροί κι ανούσιοι, παρηκμασμένοι από τον ιδιοτελή
πασιφισμό τους, αρέσκοντες στην απολυταρχική ευταξία
του χαμόγελου τους, προασπιζόμενοι την ζωή τους ως το
υπέρτατο αγαθό σε αποκλειστικότητα, τρομοκρατημένοι
από τον καθρεπτισμό τους στα άδολα μάτια της γης,
περιδιαβαίνουν τους άσχημους δρόμους τους,
τις άσχημες πόλεις τους και τα άσχημα χωριά τους,
κυνηγώντας την μυθική διέξοδο
από την άσχημη ζωή τους.

πέτρα


Πέτρα χάσκει την κίνηση του κόσμου. Χιλιάδες χρόνια αυτός
που άρθρωσε το όνομα του μες στον καιρό. Συντεταγμένες
στο χαώδες σχεδιάγραμμα του ανθρωπίνου γένους.
Εφευρίσκοντας τον χρόνο ξανά και ξανά, ενάντια στην
αχόρταγη παλίρροια του εφήμερου. Όλοι είμαστε εκεί και
ανταποδίδουμε το τέλος, καθολικά, μοναδικά, καθ’ εικόνα
και ομοίωση. Πέτρα λαξευμένη με την αφή του αιώνιου,
ατενίζοντας πανεποπτικά, μια αέναη χαραυγή μες στο 
   απέραντο σκότος.

στο κρεβάτι στο μπαλκόνι


Έπιασε όνειρο η νύχτα
να σου χαϊδεύω το μπράτσο
και τα μάτια μου να αφήνουν τον ουρανό να παίξει.
Η σκιά μου έγινε πηγάδι να ξεδιψάσει ο χρόνος
που πέρασε άθελα μου.
Ο ύπνος σου μοιάζει με μεταναστευτικό πουλί.  
Η ανάσα σου επιβάλλεται στις σκέψεις μου σωτήρια.

μαύρη πέτρα


Σαράγεβο
ο πρώτος μου πόλεμος κι ο
παντοτινός
με like και πόζα
και μετρημένα λόγια
κι ένα λωτό στη θέση της καρδιάς
ήρωες έτοιμοι να προδώσουν τα πάντα
με πάθος μητρικό
κι επτασφράγιστη βλακεία
με share και lol
κι έναν ηγέτη troll
αυτόχθονες χωρίς πατρίδα
γκουγκλάροντας χωρίς αιτία
ανώφελα υπέροχοι
έκρηξη σε εξέλιξη
πάτα όπου βρεις
και γάμησε τα όλα
ξεφτίλα στυλ
κάνε ένα refill
ένα τσιγάρο σέρτικο
κι όξω από δω
μαύρη πέτρα ολόμαυρη
κι από τον ήλιο 
αφανέρωτη.

φωνές στην πόλη


Γαμώ τη γη
φώναξε ένας μισόγυμνος άντρας
που παρίστανε τον άτλαντα
στη μέση του δρόμου.
Πουτάνα μάνα
φώναξε ένα πιτσιρίκι
που ζητιάνευε τσιγάρα
στο πάρκο.
Γαμώ το χριστό σας
φώναξε ένας μεθυσμένος νεαρός
στις γυναίκες που φέγγιζαν
στο στενό.
Θα σας τσακίσουμε μαλάκες
φώναξε το πλήθος
στο απέναντι πλήθος
στην πλατεία.
...

μαύρο γυμνό


Μαύρο γυμνό
περίβλημα και πυρήνας του κόσμου.
Μαύρο γυμνό
αθώρητη κοινωνία του αγνώστου.
Μαύρο γυμνό
παρθενικός καμβάς των αισθήσεων.
Μαύρο γυμνό
πέρας κάθε σημασίας.
Μαύρο γυμνό
πρωτόπλαστο και των πάντων τέλος
ως το τέλος.
Αμήν.