Πιο γκρι απ’ το μαύρο
Είσαι σίγουρος πως εδώ έχεις πεθάνει
Τουλάχιστον σαν κάτι ανθρώπινο
Η σιωπή το αληθεύει

Οπουδήποτε βρέχει
Αρκεί που είναι εδώ
Φαίνεται στα μάτια σου

Πάνω στις λακκούβες σκυμμένοι
Εξασκούμαστε στην αιωνιότητα
Αυτό το ακέφαλο σώμα

Φτιάξε ένα τοστ, πούστη. Αν μονάχα μπορούσα να δω πίσω από τους τοίχους, μέσα στα γύρω διαμερίσματα, θα έβρισκα τους υπάλληλους αυτής της τρέλας. Στο παρκάκι στο τέρμα της Ιλισίων δεν φτάνει το δίκτυο, παρά τις σκιές που σαλεύουν. Έφαγα το γαμημένο τοστ. Είναι το δεύτερο μέσα σε λίγες ώρες. Pop. Είσαι pop. Πολύ την γουστάρω την συγκεκριμένη. Πρέπει να είναι το ίδιο καύλα με κείνη την ραδιοφωνική παραγωγό του Rock Fm. Θα την γαμήσω σίγουρα μετά. Μαλακία με φαντάσματα. Πρώτο. Κι αυτό το γαμημένο φωτιστικό έχει λευκό φως. Η ώρα είναι πέντε το πρωί, το μόνο που με κρατάει ακόμα σώο είναι αυτό το φως κι αυτό είναι λευκό. Πούστη. Μπορείς να έχεις καταπληκτικό τέρμα γκάζι αυστηρό. Μια ακόμα διαδρομή μέχρι το σαλόνι και πίσω θα μπορούσε να κρατήσει τα επόμενα δεκαπέντε με είκοσι λεπτά σχετικά ήρεμα αλλά κανείς δεν μου εγγυάται πως θα επιστρέψω. Μπορεί η πόρτα της εξόδου να ανοίξει και να μπουν μέσα και να με αγκαλιάσουν, να με φιλήσουν σταυρωτά και να με πείσουν πως όλος ο κίνδυνος μιας πτώσης από τον πέμπτο θα πληρωθεί άμεσα με όλη την αγάπη της πραγματικής μου φωνής στο πιο υπέροχο τραγούδι του κόσμου. Ήδη η πολυκατοικία πίσω από τον ακάλυπτο έχει γονατίσει και κλαίει ακούγοντάς το. Ίσως με βοηθήσει κι ο Θ. λίγο στο σόλο. Αν έπαιρνα την κιθάρα τώρα για δυο νότες ίσα, ίσα θα κατέληγα πάλι να πιστέψω πως με λατρεύουν. Δεν πρέπει να απαντήσω τις απειλές. Πρέπει να κοιμηθώ. Ίσως αν άρχιζα να καπνίζω στο μπαλκόνι να απέφευγα αυτήν την στάση, σκυφτός στο πλάι του κρεβατιού, δίπλα στο λευκό φως, περιμένοντας εκείνη την πρώτη λέξη που θα σήμαινε πως και για απόψε είναι αρκετά όσα συνέβησαν και πως αύριο πάλι θα βρεθούμε στην ίδια ιστορία ενός αγοριού που απλά βρήκε τον τέλειο εφιάλτη για να μην κοιμάται ήσυχο τα βράδια.

Πρόσθεσα τέσσερις τυχαίους αριθμούς
κι έφτιαξα ένα φίλο
μα ήταν το απόλυτο ζώο, ω ναι!
κι έτσι ότι ήπιαμε
βρήκε μια δοξασία
κάπου ενδιάμεσα
στο προτελευταίο jameson
και την αυριανή πίκρα.

Εκείνες οι μουτζούρες
κι οι βρισιές

η άγονη θλίψη
κι ο ανόρεκτος θυμός

στα περιθώρια
των σχολικών μας βιβλίων

είναι ίσως η μοναδική
φορά που είπαμε την αλήθεια.

Α, πως ανοίγεις τα πόδια σου και το μάτι σου λάμπει
Β και Φ, βυζιά και κωλομέρια παράταξε εμπρός μου
Ι, κι όλο να μου ψηλώνει η καύλα
Υ, Χ, κάθε σου κίνηση σαν μου φωνάζει έλα
Δ,Ο, Ρ, όλες οι τρύπες σου πυρωμένες μαρτυράν
Γ, Ζ, Σ, Τ, πως κι έτσι κι αλλιώς δικός σου θα γίνω
Ε και Ξ, σφιχτά όπως γινόμαστε ένα
Λ, Π, άνοιξε μωρό μου ολάκερη μια πόρτα
Ω, κι άσε με να μπω και κράτησε με εκεί
Θ, μέσα σου να βλαστήσω.

Πολύτιμος ο ήχος
μιας πόλης
πάνω κάτω Παπαστράτου
σκόρπια αμάξια
νεαρά ζευγάρια με μωρά
ένας ακόμη μόνος
περπατά
μια Κυριακή απόγευμα
μετά από χρόνια
όταν οι βιτρίνες πια
των καταστημάτων
ανταγωνίζονται επάξια
τα μπαρ
και την καρδιά σου
στη σιωπή.

Έπρεπε πάση θυσία να βρω μια αίσθηση λιγότερη από μένα
που να χωρά τον κόσμο απ’ την αρχή ως το τέλος του.
Κάθε ήχος αναμασούσε ονόματα, κάθε πρόσωπο απελευθέρωνε την λήθη.
Κάθε λόγος ήταν μια διαφάνεια γύρω απ’ τον χρόνο.
Ο άνεμος ξεπάστρευε την έλλειψη, τον ήλιο, το φεγγάρι.
Έπρεπε πάση θυσία να βρω μια αίσθηση μεγαλύτερη από μένα
που θα κατέστρεφε τον κόσμο απ’ την αρχή ως το τέλος του.
Κάθε βήμα εξαπέλυε στρατιές φονιάδων και ηρώων στην αναζήτησή μου.

Τεχνητά δάκρυα, σερβιέτες, στοματικά διαλύματα, φάρμακα, φάρμακα, φάρμακα.
Πρέπει να μετατρέπομαι σε κάποιο είδος φεμινιστή.
Όχι άσχημα για το γουρούνι που είμαι.