Στο ποίημα


   Στο ποίημα σχηματίζονται οροσειρές γραμμάτων,
   που τις διαβαίνω πρόθυμα με προσοχή μεγάλη,
   για την επιθυμία μου να κάτσω να αγναντέψω
   απ' τις κορφές τους το κενό που μένει στη σελίδα.

 

Το αστείο


 Καιρό τώρα θαρρείς πως τα γέλια δείχνουν πάντα εσένα
 Ανακατεύεσαι και τρέμεις ολόκληρος όταν στο διπλανό τραπέζι ένα αστείο σκάει
 Καθώς αυτόματα οι υποψίες σου πυροδοτούνται
 Πως πιθανώς το αστείο να είσαι εσύ
 Πως δείχνεις αστείος
 Με τα μελαγχολικά σου μάτια και τα αμήχανα δάχτυλα
 Τα επίμονα σφιγμένα χείλη σου
 Ίσως γελάνε μαζί σου
 Κι είναι κάθε φορά μια τέτοια στιγμή
 Που η καρδιά σου ζητά να σπάσει
 Και ευθύς σε κλάματα πικρά ποθείς να ξεσπάσεις
 Και γοερές ασυνάρτητες κραυγές να εκτοξευτούν
 Και να κλαίς με χίλια μάτια
 Και κάθε δάκρυ να καίει όσο χίλιες φωτιές
 Και να φύγεις τρέχοντας μες στους δρόμους 
 Κλαίγοντας ουρλιάζοντας και κλωτσώντας
 Και όταν πια χωρίς ανάσα μείνεις
 Στο πεζοδρόμιο να ξαπλώσεις
 Κι αφού κλάψεις όσα δάκρυα υπάρχουν ακόμη
 Να κλείσεις τα μάτια 
 Και ήρεμα να κοιμηθείς.

Δευτέρα ατζέντας


 Αριθμίες ασήμαντες, μοναχικά σημάδια αποδοχής του χρόνου 
 Οι υποχρεώσεις συνεχίζουν να απαγγέλουν το αλφάβητο
 Το δίκιο της η νύχτα απεγνωσμένα ζητά
 Μέσα στην αστική ευταξία ατέλειωτες αποστάσεις
 Πόσο θα ήθελα να ήμουν η φωνή μας
 Καμουφλάζ η ησυχία να μην νευριάσει το ταβάνι και με πλακώσει
 Άλλο ένα βράδυ που κοιμάσαι με ένα ερωτηματικό στο σβέρκο 
 Η ίδια σου η ζωή
 Που σου ψιθυρίζει στο αυτί πόσο μαλάκας είσαι
 Και πως αν συνεχίσεις έτσι θα σε χωρίσει.