Και άλλοι ποτέ η σκιά έρχεται και φεύγει

χωρίς ιδιαίτερο φωνήεν ή σύνορο
μεταξύ λησμονιάς και αναισθησίας.
Επιμένω να αντικατοπτρίζω την ιστορία μου

πάνω στο κρίνο πρόσωπο του φίλου μου

που δεν φοβάται να τυλίξει το κουβάρι της
γύρω από τον λαιμό του και να κρεμαστεί.
Αιωρείται η αγάπη μας πάνω από λίμνες
και θάλασσες ανομολόγητου γκρι.
Σαν υπόσχεση που τελειώνει
πριν το θέρος σκεβρώσει σε σήματα διάσωσης.
Ο θρυμματισμός μίας και μόνης καρδιάς
η μονοκοντυλιά ενός φλεγόμενου δάσους
ο δολοφόνος καθώς πλένει τα χέρια του.
Πως είμαστε γλάροι. Ένα κομμάτι αντίο
τεμαχίζει τα οράματα μια στέρνα που λυσσομανά
η φρίκη στοχεύει φτύνω τρίχες από το γυμνό μου στόμα
ξώφαλτση μπουνιά στο μπράτσο της μάνας.
Οι κορφές ξοπίσω ως έπαλξη Ασίγαστος ο ουρανός
Αδυσώπητο το αεράκι Φτεροκοπά το τοπίο
Μια έκβαση από κύμα Τα σύννεφα λυγάνε
Βέλος φλέβα σιωπής σκαμμένες πέρα τελείες..

Κι αφού γλυτώσαμε ο ένας απ’ τον άλλον

με περίσσεια ευκολία

δεν έμενε παρά να σφραγίσουμε

πόρτες και παράθυρα

ήλιο και φεγγάρι

μέσα στο μαύρο κενό

των ιδιοφυών μας τάφων

προσδοκώντας την χάρη

της αληθινής μας ζωής.

Ευτυχώς, το σκοτάδι

ήταν γεμάτο προσφορές

για τον καθένα μας.

Ξέρεις, δεν χρειαζόμαστε πολλές γεύσεις στην ζωή μας.
Μια, δυο αγαπημένες και στη σωστή δόση κάθε φορά.
Το παιδί τον κοίταξε και του είπε,
Και πως ξέρουμε ποια γεύση να διαλέψουμε;
Ο άντρας δεν χρειάστηκε χρόνο για να απαντήσει.
Προετοίμαζε αυτή την απάντηση χρόνια τώρα.
Μα πάντα διαλέγουμε την γεύση που είμαστε ελεύθεροι να διαλέψουμε,
είπε χαμογελώντας περιπαιχτικά.

Ένα μάτι την ημέρα καίει στόμα, μύτη και αυτιά.
Παραλυμένοι.
Μια κυκλώπεια κωλοτρυπίδα έτοιμη να χέσει τον νέο αιώνα.
Πόσους νεκρούς αγόρασες σήμερα;

Παραπάνω από ένας γνωρίζεις πως είναι να τρως τσόφλια.
Παρακάτω από δύο θυμάσαι να λες αντίο στον πρώτο τυχόντα.
Περίπου τρεις μαθαίνεις την ευτυχία σαν μια έξοδο κινδύνου.
Έως τέσσερις απολαμβάνεις την πραγματικότητα στο περυτίλιγμά της.
Απόλυτα πέντε αρκείσαι στην επανάληψη της σιωπής.
Ακριβώς έξι τους μετράς ξανά και ξανά.
Κι εφτά, οχτώ, εννιά, δέκα μπορείς να προσποιηθείς πως είσαι κάποιος από αυτούς.

Δεν έχω ταβάνι.
Είναι ένας άντρας και το παιδί του.
Ο άντρας το βρίζει και το παιδί τρέχει πέρα δώθε.

Όυτε πάτωμα έχω.
Είναι ένας γέρος που αλυχτάει κι ακονίζει μαχαίρια.

Οι γύρω τοίχοι είναι μια πόλη
διαιρεμένη σε ένα μάτι και χιλιάδες στόματα.

Αιωρούμαι εδώ με έναν τρόπο να φύγω.

Τι χαμπάρια, ρε; Έφαγα κάτι ρεβίθια το μεσημέρι κι είμαι όλο το απόγευμα σαν μαλακία. Τώρα έβαλα κρασί να πιώ κι αράζω. Στολίσαμε και δέντρο. Έτσι είναι. Μετά την 17 Ν έρχεται το merry Christmas. Τον Αμερικάνο δεν τον αποφεύγεις πια. Κατά τα άλλα το μάθημα το πρωί ήτανε φιάσκο και κούναγα το κεφάλι μου στην οθόνη των παιδιών μην έχοντας να πω κάτι για να διασκεδάσω τις εντυπώσεις. Τουλάχιστον κάποια από αυτά με έχουνε γραμμένο κανονικά. Εσύ, τι άλλα; Σώπα! Όχι, όχι, καταλαβαίνω. Ναι, ρε μαλάκα. Κοίτα είναι απλό. Όσο εσύ δεν μιλάς μπορώ εγώ να λέω ότι θέλω. Ναι, ρε! Μην σκας. Αφού ρε μαλάκα μόνος μου το κάνω αυτό εδώ το μπουρδελάκι των σκέψεων και της πρόζας εσύ γιατί στεναχωριέσαι πως δεν είσαι εδώ. Ρε είσαι bro, ρε αλάνι. Κι ας μην είσαι εδώ εγώ ότι πω θα το ακούσεις και συ. Λοιπόν ξεκόλλα. Η φάση είναι εντατική και ξύλο. Ναι ρε, θα μας βαράνε μέχρι να αρρωστήσουμε και να ζητήσουμε συγνώμη. Και για τα δύο, εννοείται. Γιατί δεν σου ‘χει τύχει να τις αρπάξει και μετά για να καταφέρεις να σταθείς να πάρεις το φταίξιμο εσύ, που δεν ήσουν αρκετά σκληρός ή κάτι τέτοιο. Τι να κάνουμε; Κοίτα, άμα είσαι μια ζωή στην φάπα δεν σε παίρνει για πολλά. Μέχρι κι ο τελευταίος σκατόφλωρας θα θέλει να στην πέσει. Χρειάζεται κάτι καλό για να γυρίσεις το κλίμα. Κάτι περισσότερο από ηρωικό. Χρειάζεται αναίδεια και τρέλα. Ξέρεις γιατί ο τρελός είναι ο πιο δύσκολος αντίπαλος; Γιατί παίζει πάντα στην έδρα του, με χιλιάδες φανατισμένους οπαδούς να τον επευφημούν και τους διαιτητές να είναι η μάνα του κι η αδερφή του. Αν αυτό το προσόν το πασπαλίσεις με μπόλικο θράσος έχεις καταφέρει να διαλύσεις το παιχνίδι και να το στήσεις από την αρχή. Φυσικά ρε μαλάκα και θα το φτιάξουμε σαγιονάρα και τσαφ στον Αυγουστιάτικο ουρανό. Ότι θέλουμε θα κάνουμε. Μπορείς εσύ να τους πεις την αλήθεια; Ποια αλήθεια; Πως ο θεός μένει στην πολυκατοικία σου μεταμφιεσμένος στον κυρ Νίκο του 1ου ορόφου, που μένει ολομόναχος εδώ και 6 χρόνια γράφοντας το παραμύθι που θα μας στείλει όλους στο διάολο. Ναι, ρε. Κιόλας τέσσερα ποτηράκια και δεν ξέρω τι λέω. Στα αρχίδια μου. Κουβέντα δεν ήθελες. Άντε γαμήσου. Συγνώμη. Είναι δύσκολη περίοδος, φίλε. Τόσοι άδικοι πόλεμοι γέμισαν τα ράφια μας που πιστέψαμε πως με λίγη τύχη θα πεθάνουμε κυνηγημένοι και σοφοί. Κοίτα μας. Μια μαλακία χυλωμένη και πεζή και άγευστη. Σαν τα ρεβίθια που ΄φαγα. Έλα, ναι, καληνύχτα.

Έρχονται μνήμες από την τελευταία υποψία του ορίζοντα που όσο κι αν θεριεύουν την πίστη μου στην όραση ταυτοχρόνως συμμαχούν με τον διάολο που την καταλύει. Καθώς διανύουν όλη την μεγαθηρική απόσταση που ενώνει τις συλλαβές της πραγματικότητας μεταξύ τους καταφέρνουν με το άλμα τους αυτό να καταστήσουν αυτήν και το μπάσταρδο συγγενολόι της ικανούς να τραφούν με το ίδιο τους το σώμα, αποδεικνύοντας σε μια στιγμή πως αρκεί η ίδια αυτή στιγμή σε αυτό τον άλλο τόπο και χρόνο για να αναιρεθούν κι οι δυο τους στην αναίμακτη θηριωδία του τίποτα.  

Η μητέρα είναι η πιο κοινή οδός των μαρτυρίων. Επενδύει την μαγνητική της αστραπή σε όλα τα ψήγματα της κοινωφελούς μας απουσίας/παρουσίας.

Πριν από επιτύμβιες πρέζες μοναχικό προφίλ μέλλοντος ψιθυρίζει βρισιές σε γλαυκόλευκα οπίσθια.

Παρατηρούμε πως ο ορίζοντας παραμένει ανέξοδος κατά την διάρκεια ενός απόλυτου απογεύματος με ξαναζεσταμένο φαγητό και γρήγορη μοίρα. Διατείνεται έως την προσοχή ημέτερων απουσιών στο ίδιο πάντα ανακουφιστικό φωνήεν. Ω, ω, ω, ω, ω, ω, ω, ω. Τα βαλτοτόπια στο παραμύθι χασκογελούν απελευθερωμένα.

Ο σκύλος είναι το τελευταίο δόντι στην καρδιά σου. Μπλαβίζει η φρέσκια ανοσηρότητα του χρόνου.

Είναι η ώρα που το κριθάρι θα έγερνε στο φύσημα της εισόδου των πρώτων θαμώνων της μπάρας της Καραϊσκάκη. Θα δούλευε ο bro κι η μουσική θα ‘ταν κάποιος δίσκος el jazzy chavo. Κάποιος μόνος του πίσω από την μηχανή του καφέ θα είχε ήδη αργήσει. Άλλος ένας με περισσότερο χρόνο απάνω του θα έπινε καφέ κοιτώντας αδιάκοπα το κινητό του κάτω από την κούκλα του μουστακαλή ακροβάτη. Στα έξω τραπέζια τα πιτσιρίκια θα έρχονταν και θα φεύγαν με αυξανόμενη ταχύτητα. Εγώ μαζί με έναν ακόμα θα ανοίγαμε το βράδυ. Το φως ακόμη δυνατό θα τέντωνε τα λαρύγγια μας σε άσπρο πάτο ψηλού ποτηριού. Δυο τρεις κουβέντες, αναπάντητα ερωτήματα για τις δυνατότητες του αποψινού βραδιού κι επιστροφή στο παγωμένο μπουκάλι. Πάλι θα κοιτούσα το ρολόι μου και θα υπολόγιζα τον απαιτούμενο χρόνο της χαλάρωσης, του ακούσματος, της πιθανότητας να πάω κι από την Καραπαπά, όπως κι αυτήν να ανατραπούν όλα σε ένα βαθύ ξενύχτι με φίλους ή χωρίς και δυο, τρία ποιήματα στο τσεπάκι μου για αύριο. Εξάλλου θα είχα ήδη υποσχεθεί στο σπίτι μου πως θα βγω μόνο για μια μπύρα κι οι υποσχέσεις είναι αυτές που μας έφεραν εδώ που είμαστε. Υποσχέσεις για έναν καλύτερο κόσμο αρκεί να καταφέρεις να μείνεις ζωντανός. Θα ένιωθα ήδη τον πρώτο στίχο να πλάθεται. Σιγά σιγά το μαγαζί θα γέμιζε, θα ανταλλάζαμε αστεία με ύφος αστείο και σοβαρό και θα ψήναμε ο ένας τον άλλον να πιούμε κι άλλο. Θα ‘ρχόταν κι αυτός, θα αράζαμε σε τραπεζάκι έξω, δίπλα στην σόμπα κι η νύχτα θα είχε σφραγιστεί ως τέτοια κι απόψε. Το μόνο που θα μας έμενε θα ήταν να μην την προδώσουμε σε ανέξοδες ηλιοφάνειες και μηρυκασμούς αχώνευτων προβλημάτων. Τη νύχτα πρέπει να την έχεις από κοντά, να την κανακεύεις και να την φροντίζεις αλλιώς θα σε πετάξει στο πρώτο τυχαίο πρωινό που θα βρει, μες σε ατσαλάκωτα σεντόνια και σεταρισμένες πιτζάμες.  Έπειτα, όπως είναι προδιαγεγραμμένο στους δρόμους αυτής της πόλης, θα πηγαίναμε κι από κει, να εισπράξουμε την απαραίτητη βουβαμάρα και σπίντα προκειμένου να φτάσει η ώρα του γυρισμού. Αν ήμασταν τυχεροί θα φωλιάζαμε ο ένας μες στον άλλον μέχρι οι ασυναρτησίες να αποκτήσουν νόημα κι αν όχι θα έφευγα σίγουρα πρώτος για να ανέβω σουζάτος ως την κυρά μου. Ναι, έτσι θα γινόταν, έτσι έχει γίνει χίλιες φορές και θα ξαναγίνει. Αρκεί να ‘πα να γαμηθούν όλα, να σε πάρω τώρα τηλέφωνο, να βρεθούμε να πλακωθούμε στο πιώμα, γιατί αύριο μάγκα μου; Το αύριο είναι ο πιο σίγουρος τρόπος για να χαθούμε, κι είναι κρίμα. Υγεία.

Το σπίτι έχει αρχίσει και παίζει μαζί μου. Το ψυγείο παριστάνει το μηχανάκι που ανηφορίζει τον δρόμο. Το φως μένει ανοιχτό στον διάδρομο λες και κάποιος έρχεται. Τα τσιγάρα καπνίζουν μόνα τους στο τασάκι ίσως γιατί όλοι βγήκαν στο μπαλκόνι κάτι να δουν. Κάποιες στιγμές ο από πάνω βήχει και γυρνάω να δω αν φοράει μάσκα. Η αντανάκλασή μου στο τζάμι δεν φοράει το σκατόπανο και νιώθω ικανός να του χαμογελάσω. Κλείνω τα μάτια και νομίζω πως έχω μετρήσει χίλιες φορές μέχρι το εκατό αφού δεν μπορώ να βγω να ψάξω κανέναν. Η πόλη σβησμένη με κάνει να νιώθω πως αιωρούμαι στο διάστημα. Το σπίτι δεν παίζει καλά μαζί μου. Είναι σχεδόν σίγουρο πως θα τσακωθούμε κάποια στιγμή.

Γνώριζα το σκοτάδι μόνο σαν πράξη
εθελούσιας βλάβης. Κάτι που

μπορεί να σφραγιστεί από

μέσα, απαλά και ένοχα.
Δεν φανταζόμουν πως η

απουσία σου θα με

φυλάκιζε έξω απ’ το
σώμα μου, βαθιά

μες στην
ολότελη

ν

ύ

χ

τ

α.

Ο φ. έλουζε το κεφάλι μου προσπαθώντας να με πείσει πως μου άνηκε, όπως μια οποιαδήποτε παρομοίωση ισορροπεί κάπου μεταξύ αυτού που λέγεται κι αυτού που δεν πρέπει να ειπωθεί. Στην προκειμένη περίπτωση ήταν απόλυτα βέβαιο πως δεν υπήρχε άλλος χρόνος πέρα από αυτόν της σωτηρίας μου από ένα ακέφαλο σώμα που έτρεμε και σφάδαζε από την ατελεύτητη αίσθηση πνιγμού των αισθήσεων και της νόησης. Γονατισμένος μπροστά στην μπανιέρα του μόνου φίλου ικανού να αποκρυσταλλώσει την πραγματικότητά μας στην ανάγκη επιβίωσής της ένιωθα το νερό να κυλάει δροσερό πάνω σε κείνο το κεφάλι και να τρέχει ως το στήθος μου και τα δάχτυλά του να τρίβουν το κρανίο και να γαντζώνονται στα μακριά μπερδεμένα του μαλλιά κι αυτός να μιλάει, μέσα από τις χαραμάδες του κοινού μας φόβου πως αυτό δεν είναι ένα απλό  ταξίδι, με την καλύτερη ήρεμη φωνή του επαναλαμβάνοντας τα χρόνια που πέρασαν κι όσα πρόκειται να έρθουν για απλώσει το εισιτήριο και να συμπεριλάβει ξανά την ζωή όπως την γνωρίζουμε. Κάποιος άσχετος μες στο σπίτι κραύγαζε πως ο διάολος έχει φτάσει και θα μας γαμήσει κι έπειτα έφυγε τρέχοντας. Έμεινα γονατισμένος στο μπάνιο κάμποση ώρα, ο φ. ήταν εκεί τον άκουγα μα φοβόμουν ακόμη και να σηκωθώ και να κοιτάξω πέρα από την ασφάλεια του πλημμυρισμένου πατώματος ώσπου ήρθε και τύλιξε το κεφάλι μου με μια πετσέτα και το σκούπιζε και μου γλυκομιλούσε και είπε πως πέρασε πως τώρα θα πάμε να καθίσουμε στο σαλόνι, θα μου φτιάξει και μια μπριζόλα αν πεινάω και θα φάμε και μετά θα βγούμε για μπύρες, τι καλύτερο είχαμε να κάνουμε, πρέπει να βρω τον εαυτό μου, είπε, να το κεφάλι μου είναι εδώ, τι καλύτερο έψαχνα, σήκω, πάμε, μπράβο, σε ευχαριστώ.

Μες στο σκοτάδι και στα μάτια καθόμουν κάμποση ώρα που ώρα δεν ήταν και σαν να έβλεπα και να συλλογιζόμουν μα μήτε το δα μήτε και του μίλησα. Περίμενα το κουδουνάκι του ξυπνητηριού να σημάνει την ώρα ξανά πάνω στο κρεβάτι, στους τοίχους του δωματίου και στο σώμα μου καθώς τεντώνεται να καλωσορίσει τον χρόνο για άλλη μια μέρα. Τα πόδια μου παραπατάν μουδιασμένα, κατεβαίνοντας την σκάλα, προχωρώντας ως την τουαλέτα, ανοίγοντας καθώς πιάνω τον πούτσο μου και κατουρώ. Ο δεύτερος ήχος της μέρας πιτσιλάει και τρέχει στην λεκάνη χρυσαφένιος και σταχύς κι η στύση μου ξεφουσκώνει μες στα δάχτυλά μου. Γυρνάω στον νιπτήρα και ρίχνω νερό σε πρόσωπο και κεφάλι. Κοιτάζομαι στον καθρέπτη με την ίδια πάντα ξαφνάδα και θυμάμαι πως η συμφιλίωση είναι μια πράξη νυχτερινή κι όχι του πρωινού και φεύγω μπροστά από τον καθρέπτη πριν πιάσουμε κουβέντα. Καφές και τοστ και τσιγάρα μέχρι την αντίστροφη μέτρηση της πορείας ως την δουλειά και κλείνω την πόρτα, δέκα λεπτά περπάτημα με την τσάντα στον ώμο, το πρόσωπο στην μάσκα, τα μάτια σε ρόλο ψυχής, λοξοκοιτάν τους φεγγίτες που κινούνται προσπαθώντας να διακρίνουν αν το φως ξεχάστηκε αναμμένο ή αν κάποιος ζει εκεί. Στην δουλειά κάποιοι είναι πιο έτοιμοι από τους άλλους να προσθέσουν στην ετυμολογία της λέξης την νοσηρότητα του φόβου που νιώθουμε ο ένας για τον άλλον, μα όλοι κάνουν αυτό που πρέπει να κάνουν κοστολογώντας το κόστος αυτής λιγότερο από το μεροκάματο. Σχολάμε και σκύβουμε να περάσουμε από την αξιοπρέπεια μας στον δρόμο προς το σπίτι. Πετάω τσάντα και ρούχα και πλένομαι αλλά όχι τόσο σχολαστικά όσο το επόμενο οχτάωρο θα επιθυμούσε. Μαγειρεύω, τρώω μόνος και οι ειδήσεις είναι το γλυκό και σήμερα. Το μεσημέρι είναι αργό και νυσταγμένο και η μουσική με συγύρισμα ή χωρίς είναι μόνο η πρόφαση για να φτάσει ο απογευματινός καφές. Το ποτήρι γεμάτο με νερό μέχρι επάνω φτάνει ως τις οκτώ με κι άλλη μουσική, σήμερα συνοδεία Hunter S. Thompson και Καζαντζάκη στις λέξεις, κάνα ‘κοσάλεπτο ειδήσεις δελτίου μόνο και μόνο για τον ήχο της ανθρώπινης φωνής, άντε και της επιβεβαίωσης πως το υπόλοιπο βράδυ το κουτί θα παραμείνει κλειστό. Λίγο ακόμα διάβασμα και τώρα Chopin Nocturnes κι αυτό το κειμενάκι έφτασε δέκα και είκοσι. Το στοίχημα βρίσκεται αποκλειστικά στους δείκτες του ρολογιού και για αύριο.

Το δάχτυλο πέφτει στο αγκάθι

για να στολιστεί

όπως ο ήλιος καταβροχθίζει τα ρήματα.

Η σιωπή πλέκει τις μνήμες

για να αγαπηθεί

όπως η νύχτα αγναντεύει τα κρίματα.

Το όνειρο χτίζει έναν κόσμο

για να σωθεί

όπως η τέφρα λειαίνει τα κύματα.