Αγαπήστε αυτή την ανάρτηση στο όνομα της δικαιοσύνης


Δυστυχώς, ( θα έπρεπε ήδη να έχω οπισθοχωρήσει ) είναι πολύ πιο εύκολο να σβήσεις αυτό που δεν έγραψες ποτέ, παρά εκείνο που κατάφερες να αγαπήσεις. Ακριβώς, όπως η απουσία ήχου δεν θα γλιτώσει αυτή την συντέλεια ή ακόμη και την αηδία που οφείλει να προκύψει. Ακριβώς, γιατί σε τι θα αποσκοπούσα αν όχι στην αντανάκλαση της δικής σου σημασίας ως το επιστέγασμα της δικής μου ονειροβασίας εις τους πεπτώτοκους ουρανούς. Ναι! Μα και φυσικά ήταν μια δύσκολη μέρα, με απόνερους λογισμούς κι ασύλληπτες διαλείψεις. Μονάχα η λέξη εκείνη, που από την φτέρνα ξεκαρφώθηκε, δικαιολογεί τον αποτροπιασμό αυτού του κλαυσίγελου. Ένα χιόνι, μονάχο κι ασυναίσθητο, εν τέλει κατακρεουργημένο. Μια σκιά που σφυρίζει την έφοδο του ταξιδιού της. Κατακλύζει ο φθόνος την εκπαίδευση της ανυπαρξίας. Το μερτικό μου παράταιρό μου.


Σύνταξη


Δεν πιστεύεις στις αφηγήσεις οποιασδήποτε λέξης.
Η ιστορία έχει ήδη υπάρξει. Κι όμως εξακολουθεί
να συμβαίνει. Είναι, πράγματι, πολύ πιο όμορφη η ζωή
απ’ ότι λέξεις θα αφηγούνταν. Συνεχίζεις να γράφεις
μόνο και μόνο για να καταλαγιάζει η μοναξιά μας.
Συνεχίζεις να γράφεις δίχως την παραμικρή υποψία
πως υπάρχει κάτι να πεις. Συνεχίζεις να γράφεις
ακριβώς επειδή έτσι ίσως καταστρέψεις τη γλώσσα.
Αν υπάρχει μια ελπίδα δεν πρέπει με κανέναν τρόπο
να συνταχθεί. Προσπάθησε, σε παρακαλώ, να μην
εκφράσεις οτιδήποτε θα μας την μαρτυρούσε.


 

Η νεκρή μου στάση

 


Πέθανα όταν ήμουν μόλις 9 χρονών. Μου το ανακοίνωσαν οι συμμαθητές μου κατά την διάρκεια ενός σχολικού περιπάτου. Με δέος μου περιέγραψαν το πτώμα μου, τα χαρακτηριστά του και τον ιδιαίτερο τρόπο που κείτονταν. Ήταν, σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, γερμένο μπρούμυτα και το αριστερό του πόδι ήταν ελαφρά διπλωμένο πίσω από το δεξί. Αν και δεν γνώριζαν ότι πρόκειται για μένα εγώ δεν χρειαζόμουν περαιτέρω αποδείξεις. Η άβολη αυτή στάση θανάτου με υποψιάζει πως πιθανώς να δολοφονήθηκα. Ακόμα διστάζω να προχωρήσω μες στο δασύλλιο που διαδραματίστηκε η αποκάλυψη του τέλους μου και να αντικρίσω το νεκρό μου σώμα, αν και νομίζω πως το μέρος μπαζώθηκε εδώ και χρόνια, χωρίς βέβαια αυτό να είναι μείζονος σημασίας. Από τότε πολλά είναι τα βράδια που καθώς ξαπλώνω φέρνοντας το ένα μου πόδι πίσω από το άλλο στοχάζομαι μήπως αυτή είναι η στιγμή που πεθαίνω. Μέχρι στιγμής δεν το έχω εξακριβώσει για κάποιο συγκεκριμένο βράδυ. Συνεχίζω, αδιαλείπτως, να το ψάχνω.


τώρα


Η αλήθεια είναι μίμηση του εαυτού.
Το απεχθές όριο του κόσμου.
Η ανελέητη σωτηρία της πρώτης θλίξης.
Η διαρκώς ετοιμόρροπη πύλη των αισθήσεων.
Η φθονερή εποπτεία του λόγου.
Η αλήθεια είναι τα πάντα.
Τίποτα δεν επιτρέπεται.


 

Πρωινή διερώτηση


Εξαρχής, υπάρχουν οι ιδέες κι οι αισθήσεις που ευνοούν την αντίληψη της δημιουργίας ως τέτοιας. Θα ήταν άφρων εκ μέρους μου να πω πως ποτέ δεν συμμετείχα σε τέτοιου είδους δοσοληψίες με την πεποίθηση πως έτσι θα κατορθώσω να συμπεριληφθώ και να συμπεριλάβω τον μακρύ κατάλογο των αδιαμφισβήτητων οντοτήτων που η πρακτική αυτή γεννά και εγκαθιδρύει. Μα κάποτε, είτε από ατυχία ή απαράμιλλο φθόνο, απέσυρα το βλέμμα μου από την βασιλεύουσα τάξη κι αναγκάστηκα να αυτονοηθώ συνηγορώντας τα άδηλα, ανεξιχνίαστα κομμάτια μιας εικόνας που παραμένει εσαεί άγνωστη, τόσο σε μένα όσο και σε οποιονδήποτε άλλο. Δίχως αρχικές επιδιώξεις και μονάχα με την δικαίωση που η περιπέτεια επιβάλλει, εν συντομία, αποσπάστηκα από τον σωφρονισμό των αδιάρρηκτων αναγνώσεων κι ισοσκελίστηκα στο πάνδημο σύμπαν κάθε φωνής που δύναται να συμβεί ή συνέβη ανεπίδεκτα, πέραν των λογισμών του μικρού μου αδιόρατου σώματος. Από μια τέτοια θέση, μια τέτοια στιγμή σου εξιστορώ το ακρότατο στερέωμα ενός ήρωα που έλειπε διαπαντός από τα κατορθώματά του, χάριν ευδαιμονίας όπως συνήθιζε να λέει. Κάλλιστα ο ήρωας αυτός θα μπορούσε να ήσουν εσύ, μα ούτως ή άλλως αυτό μας είναι παντελώς αδιάφορο.


 

 

Η ποίηση δεν θα σώσει παρά μονάχα τον εαυτό της


Μην περιμένεις να τελειώσει το ποίημα
για να δικαιωθεί ο κόσμος.
Μην περιμένεις για τον στίχο
που θα ανασύρει τον ήλιο.
Μην περιμένεις για την λέξη
που θα σε επαναφέρει.
Μην περιμένεις να ξεκινήσει το ποίημα
για να δικαιωθεί ο κόσμος.
Η ποίηση απώλεσε, πια, τέτοιου είδους δικαιοδοσίες.
Δυστυχώς, προς όφελός της.
( Ο _ Ο κόσμος εξάλλου έχει, ήδη, κριθεί.)


 


Η παράνοια είναι μια επιλογή που έχεις ήδη κάνει.
Αρκεί, εντέλει, να το αποδεχτείς κι όλα θα πάνε καλά.


 

Συμπληρώστε το κενό


Πόσο τυχερός στάθηκα
Που ποτέ μου δεν μίλησα
Όπως κάποιος που έχει φωνή.
Λάμπω στις απανταχού
Τεμνόμενες σιωπές των πραγμάτων.
Κι όμως, οι περισσότεροι
Προσποιούνται άγνοια
Ως προς την πίστη
Που τους παρέδωσα.
Μα και πάλι
Πόσο τυχερός στάθηκα.


 

Ατυχίες


Αφού είναι τόσο δύσκολο να χαρίσεις στην ποίηση ένα καλό στίχο θεώρησα προτιμότερο να μου χαρίσει εκείνη χίλιους καλούς λόγους για να μην το προσπαθήσω καν.

Ελπίζοντας για αρκετά χρόνια στην αλληλεγγύη και την καλοσύνη των ανθρώπων η ομορφιά αυτού του κόσμου μου παρέμενε αφανέρωτη.

Δεν είναι τίποτα άλλο αυτές οι λέξεις παρά ότι ποτέ σου δεν μου πες.

Το ιατρικό μου ιστορικό είναι τρύπες στα σύννεφα για να περνάει ο ήλιος.

Ένα κριτήριο αρετής των ανθρώπων είναι η ένταση του θορύβου που παράγουν.

Η θρησκευτική πίστη είναι μια καλή δικαιολογία για να υπομένεις άξεστες ερωτήσεις.

Η αντίληψη των διλλημάτων ως μια αναπόφευκτη απώλεια μας καθιστά διπλά ανάπηρους.


 

πςς έι


Κάπου εκεί
Ανάμεσα στην οχλοβοή
Παραμονεύουν οι φωνές σου
Σμιλεύοντας τις λέξεις
Που σε μια στιγμή
Θα σου σφραγίσουν το στόμα


 

Φυσικά


Μου χάρισες κάμποσες ήττες σου
μα ούτε που νοιάστηκα.
Συμμάχησες μαζί μου
μα και πάλι αδιαφόρησα.
Όταν πια, αναγκαστικά, με κατατρόπωσες
έκλαψα από χαρά.


 


                                                                                                                           . Στην δεύτερη πρόταση μπορώ κάλλιστα να υπερασπιστώ οτιδήποτε αλλά ξέρω να περιμένω και να υπομένω. Στην τρίτη, πάραυτα,  εγκαθιδρύομαι στην αγωνία μου κι αντιτίθεμαι στην επικυριαρχία της πρώτης πρότασης και φτύνω, με την ιδιοτέλεια που δικαιούμαι, αυτήν κι όλες όσες ακολουθήσουν.  Τέταρτη, πέμπτη, έκτη πρόταση, τι είχαμε; τι χάσαμε; για δες που μπορεί μες σε αυτό το κείμενο να καταφέρω να πω κάτι που δεν έχω πει ποτέ, χωρίς να ξέρω τι λέω. Λες κι είμαι ευτυχισμένος. Λες κι είσαι εδώ και μιλάμε ακατάπαυστα, χωρίς σκοπό να φυλάει τα νώτα μας, έτοιμοι να ηττηθούμε και να βουτήξουμε στο κενό του νοήματος. Ήδη γίνηκαν κάμποσες προτάσεις, μα καιροφυλακτούν ανάμεσα κι άλλες τόσες κι όλες προσδοκούν μερίδιο. Μην ταΐζεις το φόβο σου αν δεν σκοπεύεις να τον ερωτευτείς. Μην σταματήσεις να καθρεπτίζεσαι στο χάος, κι ας είναι η πιο απλή μορφή εκεχειρίας. Ε, εδώ πάμε για δέκα προτάσεις κι εσύ δεν έβαλες μυαλό στο κρασί σου. Παρασέρνεσαι στον υπέρδεο χείμαρρο των ηδονών που προσπαθείς, εναγωνίως, να οικειοποιηθείς. Εφηύρες, ξανά, μπαγάσα, την αυτοοργάνωση της συγγραφής. Την αλληλεγγύη των σημαινομένων. Ει, κακομοίρη μου, τερμάτισε το κείμενο, εν τέλει, πριν αναποδογυρίσει πάνω σου. Πριν σε λιθοβολήσουν λεξούλες άρριζες και νοήματα αμαρτωλά. Πριν αναγκαστείς να ορκιστείς πως είσαι ψεύτης. Εδώ με τόσες προτάσεις θα μπορούσε να σιωπήσει ολόκληρη η Πίνδος. Σταυρώσου γρήγορα σε ένα παραπέτασμα αναστεναγμού και φύγε.


Την ποίηση πολλοί αγάπησαν, τον ποιητή ουδείς


Ρίξε μια ματιά τριγύρω σου και πες μου
τι θα ήταν η ποίηση ολάκερη
τι θα άξιζε πραγματικά
χωρίς τον ποιητή που γνώρισες
χωρίς την κοπέλα που αποκαλέστηκε ποιήτρια.
Ειδικά αν δεν έχεις την παραμικρή ιδέα περί ποιήσεως.
Μα ακόμη κι αν αγαπάς την ποίηση ειλικρινά
έχεις σίγουρα πολλά να μάθεις ακόμα.
Ας αρχίσουμε λέγοντας σου πως με λένε Κώστα.


 

τίποτα


Συμμαζεύω, κάπως πρόχειρα, το γραφείο μου.
Τσεκάρω τις σημειώσεις μου.
Βάζω, συγχρόνως, ένα δίσκο να παίζει.
Ανοίγω τον κειμενογράφο.
Ανάβω τσιγάρο.
Περιμένω, κάμποσα λεπτά, μα δεν φαίνεται τίποτα.
Ανάβω ένα τσιγάρο ακόμα.
Τίποτα, πάλι.
Έτοιμο κι αυτό το ποιηματάκι.


 

αναπνοές και βογγητά


Τόσοι πολλοί στίχοι για το πως και το γιατί
που ξεχάσαμε να φέρουμε τα δώρα.
Άντε βρες τώρα τι να σημαίνει κι αυτό.
Πάλι καλά που μερικοί αναπνέουν και βογκάνε
και σκάει λίγο το χειλάκι μας.


 

Ημιτελής


Γράφω περισσότερα απ’ όσα μπορώ να γράψω.
Γράφω περισσότερα απ’ όσα νιώθω να γράψω.
Γράφω περισσότερα απ’ όσα ξέρω να γράψω.
Γράφω περισσότερα απ’ όσα αντέχω να γράψω.
Γράφω περισσότερα απ’ όσα έζησα μόνος μου ή μαζί σου.
Μα είναι πάντα λιγότερα απ’ όσα θέλω να γράψω.
Είναι πάντα πολύ λιγότερα απ’ όσα πρέπει να γραφτούν.


 

Το ίδιο λευκό


Στο ίδιο λευκό υπήρξανε κι υπάρχουνε οι ποιητές.
Ε, λοιπόν, το ίδιο λευκό κι εγώ κρατώ
λευκό όσο αντέχω.
Το ίδιο λευκό μαθαίνω να ζω, να αγαπώ
με όσο λευκό υπάρχω.

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

Λίγο πριν κοιμηθώ ονειρεύομαι


Στο ίδιο λευκό χαρτί υπήρξαν κι υπάρχουν όλοι οι ποιητές του κόσμου αυτού.
Σίγουρα μερικοί υπήρξαν κι υπάρχουν και σε μέρη άλλα από αυτό.
Ο στίχος αυτός δεν σκοπεύει να τους μνημονεύσει.
Ούτε καν να πλαγιάσει δίπλα τους.
Ο στίχος αυτός είναι απλά η υπενθύμιση πως
αρκεί ένας στίχος για να υπάρξεις και να υπάρχεις.
Σε ένα λευκό χαρτί ή ακόμη και σε μέρη άλλα από αυτό.


 

Οικογενής


Βαριανασαίνει ο θόλος της γενέτειράς μου.
Μητέρα κι αδελφή γίνανε οι φίλοι μου μα κι οι γνωστοί.
Όλοι τριγύρω συγγενείς, αγαπημένοι.
Υφαίνουνε, σταδιακά, την ενηλικίωσή μου.
Πόσες προσδοκίες τους βρίσκονται, βαθιά, μες στη σιωπή μου.


 

Υστεροφημία


Όλα, επιτέλους, πάνε καλά.
Κατάφερα να μάθω στα πουλιά να πετάνε.
Κατάφερα να μάθω στα σκυλιά να αλυχτάν.
Κατάφερα να μάθω και στους ανθρώπους να με αγαπάνε.
Να λεν το όνομα μου σαν μια οποιαδήποτε λέξη.
Ως και τον ήλιο κατάφερα να μάθω να ανατέλλει και να δύει.
Κι όλα αυτά με ένα τόσο δα, μονάχα, μικρούλι θάνατό μου.


 


Το πρώτο πρόσωπο είναι αυτό που ποτέ δεν θα γίνουμε. Είναι, απλά, η αναπόφευκτη συνθηκολόγησή μας. Είμαι, μονάχα, η ενορατική αγάπη μου για αυτούς που κάποια μέρα θα κατέβουν στο δρόμο, γυμνοί κι αλαλάζοντες, και θα σπείρουν τα πιο όμορφα ποιήματα, σκέτα, βδελυρά κατακάθια του μητροπολιτικού ουρανού, μες στις κεφάλες όλων των φαινομένων εξουσίας και πόνου. Εμείς που θα ψηλαφίσουμε το πλαδαρό σώμα των ιδεών του πανοράματος και θα του ξεριζώσουμε την καρδιά με μια μόνο λέξη.


Το πρώτο πρόσωπο είναι μια αυταπάτη. Μια φαινομενικότητα μαρτυρική, αποβιβασμένη στις πλάτες μας από την εποχή του Θεού, συντηρημένη από χιλιάδες φυλακισμένα κορμιά κι εκατομμύρια υπόδουλες λέξεις. Κατακρήμνισε τα μάτια σου, τη μύτη και το στόμα σου, γίνε ολάκερο το φως μέσα στην αγκαλιά του σκότους. Όλα τα ακατανόμαστα, άγνωστα στοιχεία της απουσίας της φύσης. Κατονομάσου ως εμείς, ο υπέροχος ήχος που, πληρεξούσια, απαγγέλει τον κόσμο.


Αμυχή


Η καταλληλότερη εκκίνηση είναι αυτή που καταφέρνει να καλύψει γρήγορα τη λευκή αυτή σελίδα. Εξάλλου ούτε κι αυτές οι αράδες θα αποτελέσουν ένα κείμενο με κάποιο συγκεκριμένο στόχο ή κάποια σημασία τόσο για μένα όσο και για σας. Θα μπορούσα κάλλιστα να χαράζω γραμμές, λεπτές, παχιές γραμμές, ασύμμετρες κι απροσδιόριστες. Θα μπορούσατε κάλλιστα να σταματήσετε να διαβάζετε τώρα. Αντ’ αυτού εκπίπτουν λέξεις, προτάσεις που δεν προτάσσουν παρά τον ειρμό ενός μυαλού, συνηθισμένου όσο και η ήττα που προσπαθεί να διαχειριστεί. Γιατί κανείς δεν κατάφερε ποτέ να γράψει τη φράση που θα τον απελευθέρωνε. Ακόμα κι αν αυτή είχε τη φωνή του ίδιου του διαβόλου. Στρατιές ατέλειωτες, πυκνογραμμένων, σελίδων βρίσκονται πάντα δίπλα σου για να το αποδείξουν. Κάποια αμυχή, λόγω του αδιάκοπου στροβιλισμού, σίγουρα έχει δημιουργηθεί, μα είναι απλά το άδηλο μερίδιο της ευτυχίας που σε παρακινεί, με παρακινεί να συνεχίσω να συντάσσω αυτό το κείμενο, προς πείσμα όλων και κυρίως εμού του ιδίου. Του τυχοδιώκτη, του μπαγαπόντη, του ελπίζω επιτέλους, ίσως, στην επόμενη πρόταση κάτι να φανεί. Ένα παλίμψηστο αέναο, της ίδιας της ανάσας της γης και του ουρανού, όλων όσων ποτέ δεν συνέβησαν και όλων όσων ποτέ δεν θα συμβούν. Ένα περιθώριο από το οποίο μπορώ να αγναντέψω τον κόσμο, πέρα από την ατυχία μου να είμαι ο κόσμος αυτός. Στοιχηματίζω συνεχώς, σε μια άγνωστη λέξη, χωρίς τον ορισμό της, χωρίς την παραμικρή πίστη σε αυτήν, πως κάποια μέρα, ίσως και μετά από χρόνια πολλά κι ακόμη περισσότερα, αυτή θα συμβεί, με τον τρόπο που επιθυμώ να είμαι, κι αυτή από μόνη της θα καταφέρει να με κάνει όλα αυτά που ακόμη τώρα δεν γνωρίζω και δεν θέλω να γνωρίσω, γιατί αυτό θα ήταν οριστικά το τέλος μου. Το μέλλον είναι η μοναδική μου κληρονομιά. Ένα μέλλον που πιθανότατα δεν θα συμβεί ποτέ. Αυτό μόνο αρκεί, αυτό επιτάσσει αυτή τη στιγμή, κάθε στιγμή, που πληκτρολογώ σαν άδειο κουφάρι, κενά νοήματα κι αδιόρατες λέξεις. Ένα συνονθύλευμα από το οποίο, ταυτόχρονα, προσπαθώ να ξεφύγω και να  ταυτιστώ. Να μετατρέψω αυτή την ακατάσχετη ροή, την ξέπνοη, στο χρόνο που χρειάζομαι για να αγαπήσω και να αγαπηθώ. Ο χρόνος αυτός δεν μπορεί παρά να είναι ο χρόνος ολόκληρος. Μήτε μια σπιθαμή λιγότερος. Μονάχα αυτός, στο δυσβάσταχτο μέγεθος του, μπορεί να ετυμηγορήσει για μένα και για τον καθένα μας. Δεν ζητάω λιγότερα από ότι αρμόζουν σε οποιονδήποτε κι οτιδήποτε ανάπνευσε ποτέ εδώ, στα μικρά μας λογύδρια,  στην άκρη της γλώσσας, στην άκρη του κύματος, στην άκρη του ουρανού. Ταυτοποιείται το όραμα μου με την διαδοχή των ζωών που θα κατακλύσουν την έρμη μου καρδιά. Μια ακόμη πρόταση, μια ακόμη ζωή ευαγγελίζεται την έξοδο από τον παράδεισο στο πάνδημο σύμπαν. Εκεί που εγώ, εσύ κι οι άλλοι, εναγκαλισμένοι σε μια οποιαδήποτε στιγμή, μες στο απειρόθμενο λεξιλόγιο της πλάσης, απαγγέλουμε τους εαυτούς μας, ως κάτι που δεν είναι τίποτα άλλο, ως αυτό που είναι τα πάντα.



Ο Α δεν γουστάρει τον Β
ο οποίος Β δεν γουστάρει τον Γ
ο οποίος Γ δεν γουστάρει τον Δ
και ούτω καθεξής.
Εγώ πάλι αγαπώ τον καθένα τους ξεχωριστά
και τους μισώ όλους μαζί.


 

Σουέτ


Ντυμένος σαν ψάρι στην έρημη πόλη
Είναι απόλυτη τρέλα
Κι όμως είμαι τόσο χαριτωμένος
O.D.

Ντυμένος σαν αναστολή στο δεξί σου μάτι
Είναι τόσο γλυκό
Κι όμως είμαι τόσο λυπημένος
O.D.

Είναι αλήθεια όλα όσα λέγονται
Και για τους δυο μας


 

ερωτηματικό είναι το μυστήριο


Είναι όταν καταλαβαίνω πως ζω που σε αγαπώ τόσο ή
μήπως είναι όταν καταλαβαίνω πως σε αγαπώ τόσο που ζω;
Είναι όταν νιώθω πως γίνομαι άνθρωπος που θέλω να γράψω ή
μήπως είναι όταν νιώθω πως θέλω να γράψω που γίνομαι άνθρωπος;
Είναι όταν αναγνωρίζω πως όλα απομακρύνονται σιγά σιγά που σιωπώ ή
μήπως είναι όταν αναγνωρίζω πως σιωπώ που όλα απομακρύνονται σιγά σιγά;


 


 

Ο ουρανός παύει τον ποιητή.
Το ίδιο κι η γη, με όλη της την ζωή.
Όταν αυτό είναι αυτό που είναι
κι όχι ότι σημαίνει ή ότι του μοιάζει.
Τότε που η γαλήνη ολούθε αντηχεί
ως το εξαίσιο τεκμήριο της δημιουργίας του.


το να τιτλοφορείς έχει τη χάρη του ασχέτως του κειμένου που ακολουθεί


Η εξίσωση της ποίησης δεν πρέπει να είναι αδύνατη.
Χίλιες φορές να είναι αόριστη παρά αδύνατη.
Τουλάχιστον έτσι θα ΄χούμε μια ζωή μπροστά μας.

Τα ζώα είναι σαν τη θάλασσα.
Σε μαθαίνουν να αναπνέεις.

Το μεσοδιάστημα είναι η μεγαλύτερη απόσταση.

Μπορούμε να προβάρουμε όλες τις αλήθειες του κόσμου
μα και πάλι θα κοιμηθούμε γυμνοί.

Με τόσο ξύλο που έχω φάει όταν δε σε δαγκώνω
πρέπει να θεωρείται αγάπη.

Όταν γεράσω και γίνω ανθρωπιστής μην παρερμηνεύσετε
την εξέλιξη αυτή ως κάτι άλλο από ενοχές.

Ο χρόνος σε τρώει κατάσαρκα. Ότι αγάπησες προβοκάρει το μίσος.

Σε όλη μου τη ζωή προσπάθησα να μην σκέφτομαι τίποτα.
Απέτυχα κι ιδού η απόδειξη.


 

η ποίηση τονίζεται στο γιώτα


Εδώ υπάρχω ως ποιητής, σ’ έναν χώρο που δεν μου ανήκει
και που αν πράγματι είναι χώρος δεν το γνωρίζω.
Ακριβώς έτσι συμβαίνει η γραφή
με πληρωμένο ρεύμα, με σπασμένο πρόγραμμα και με παροχή δικτύου
και δίχως την παραμικρή επίγνωση όλων αυτών.
Ακριβώς έτσι συμβαίνει κι η ανάγνωση
κι ως τώρα δεν θα μπορούσε να ‘χει γίνει αλλιώς.
Μα κυρίως έτσι καταφέρνω να υπάρχω ως ποιητής (γουάου)
αγνοώντας, στον κατάλληλο βαθμό, τι είναι αυτό που κάνω
και γιατί το κάνω, αφού μπορεί και γίνεται
δίχως κάποιον ιδιαίτερο σκοπό
δίχως απαραίτητο νόημα
δίχως να χρειαστεί να εξηγήσω οτιδήποτε
δίχως να χρειαστεί να αποδείξω οτιδήποτε
δίχως να χρειαστεί να αγοράσω και να αγοραστώ
δίχως το όνομα μου και τη διεύθυνση μου
δίχως γνωστούς κι άγνωστους
δίχως κολλητιλίκια
δίχως να σε χρειάζομαι άμεσα
δίχως να με χρειάζεσαι και συ
δίχως όλες αυτές οι λέξεις να αποτελούν ένα γαμημένο ποίημα.
Αν βέβαια βρεις κάτι να σ’ αρέσει ή
έτσι θες να πεις μια καλησπέρα θα είναι μεγάλη μου χαρά.


θα μπορούσα


Θα μπορούσα να γράφω μία και μόνο λέξη.
Μία και μόνο θα ήταν αρκετή, πιστέψτε με.
Και θα την έγραφα πάντα και παντού. Μόνο αυτή.
Θα την έγραφα ασταμάτητα. Με κάθε τρόπο δυνατό.
Αρκεί μονάχα να την γνώριζα λιγάκι.
Ή έστω, ρε γαμώτο, κάπως να μπορούσα να την πω.
Αντ’ αυτού πρέπει, ολοένα, να υπομένω τους στίχους μου.


 

Επεισόδιο 617


Ήξερα, δεν ήξερα, πως ήταν εκεί, ποιος ήταν εκεί, πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά, κάποιος, κάτι ήταν, δεν ήταν, δεν ήμουν σίγουρος για τίποτα πια. Αυτό ίσχυε κυρίως στο μικρό δωμάτιο στον 5ο όροφο της Ιλισίων για οποιοδήποτε πιστεύω και για οτιδήποτε είχα ποτέ σκεφτεί ή τώρα στις 4 π.μ. μπορούσα να υποθέσω. Πάραυτα κάτι σαν διάλογος είχε ήδη από καιρό αναπτυχθεί, ασαφής ως προς το αντικείμενο του και παντελώς απροσδιόριστος ως προς τον στόχο του κι έδειχνε πως θα συνεχιζόταν για πολύ ακόμα. Η σιωπή είχε προ πολλού απωλέσει την υφή της, καθώς κάθε στιγμή αποτελούσε κομμάτι αυτού του διαλόγου. Όταν έτεινα το χέρι μου στα τσιγάρα, όταν κουνούσα τα δάχτυλα των ποδιών μου ρυθμικά, όταν απλά ανέπνεα, αυτό σήμαινε κάτι που αργά ή γρήγορα θα έπαιρνε τη θέση που του ταίριαζε, δεν ταίριαζε, στην επικοινωνία, δεν ταίριαζε τίποτα κι όμως όλα επικοινωνούσαν, κολλούσαν πάνω μου, τρίβονταν το ένα στο άλλο, χάνονταν κάθε λέξη και κάθε έννοια κι απ’ την αρχή εφευρίσκονταν ο τρόπος να λέγονται όλα, να μην λέγεται τίποτα, να μην ξέρω τι κάνω, ποιος είμαι, ποιος είσαι, ποιοι είστε, γιατί δεν με αφήνετε ήσυχο; τι γυρεύει όλος αυτός ο κόσμος από μένα; σας το είπα χίλιες φορές πως το παιχνίδι αυτό κατάντησε κουραστικό, δεν ξέρω περί τίνος πρόκειται, δεν με ενδιαφέρει, δεν είμαι εδώ, που είμαι; η ώρα περνά, η ώρα πέρασε, αύριο θα ξυπνήσω αργά μα το υπόσχομαι θα βγω μια βόλτα, δεν θα σας ξέρω και δεν θα με ξέρετε, μην περιμένετε τίποτα άλλο, νύσταξα, θα κοιμηθώ, καληνύχτα, είπα καληνύχτα, καληνύχτα, λέω καληνύχτα, είπα καληνύχτα.


Επεισόδιο 242


Το μπιλιάρδο δεν ήταν καλή ιδέα. Αρκετές τρύπες είχαμε να διαχειριστούμε κι από μόνοι μας. Κι όλος αυτός ο περίγυρος με τα μπαστούνια στα χέρια με τρόμαζε περισσότερο. Στην κατάσταση που βρισκόμουν ήμουν το καλύτερο δυνατό θύμα. Ήμουν πεπεισμένος πως είμαι θύμα. Με τις διεσταλμένες κόρες μου, το μόνιμο σύγκρυο σε όλο το κορμί και τα λιγδιασμένα μου μαλλιά ένας άλλος προσδιορισμός θα ήταν τρελός. Προτιμούσα όμως αυτόν του θύματος κι αγωνιούσα ιδιαίτερα για την ανεύρεση, επιτέλους, του θύτη. Ίσως αν καθόμασταν εκεί και τρώγαμε και κάνα μπερντάκι ξύλο να ηρεμούσαμε. Εγώ τουλάχιστον. Αντ’ αυτού εσύ, πιθανώς περισσότερο τρομοκρατημένος από μένα, με πήρες και φύγαμε κι αφού τριγυρίσαμε λιγάκι στα πέριξ της πλατείας, βρήκαμε ένα μικρό παρκάκι και την πέσαμε στα παγκάκια. Τελικά, αν δεν μπορείς να αποφύγεις τη βία δεν πρέπει επ’ ουδενί να προσπαθήσεις να την παραπλανήσεις. Δεν πέρασαν λίγα λεπτά κι άρχισα να αφρίζω και να καίγομαι χειρότερα από πριν. Αρκούσαν τα μυρμήγκια που ανέβαιναν στα δέντρα να γίνουν η νέα χειρότερη απειλή μου, απροσδιόριστη ακόμη και για μένα αλλά αδιαπραγμάτευτη. Προσπαθούσες να με πείσεις πως θα χρειάζονταν εκατομμύρια από αυτά για να κινδυνεύσω, με κάποιο τρόπο, μα δυστυχώς το μισοσκόταδο της περιοχής πρόσφερε άμεσα ένα πλέον ακαταμάχητο επιχείρημα. Ρε μαλάκα δεν έχω σκιά. Δεν έχω σκιά. Κοίτα! Είναι αδύνατο κι όμως δεν έχω σκιά. Τι μου συμβαίνει; Φόρη δεν έχω σκιά. Είμαι νεκρός; Φόρη είσαι και συ νεκρός; Ρε μαλάκα φοβάμαι. Και συ φοβόσουν. Ίσως το αν είχα σκιά ή όχι να ήταν το λιγότερο που σε απασχολούσε. Μάλλον σκεφτόσουν τι στο διάολο έχω και γαμώ τις σκιές και πως επιτέλους ή θα σταματούσε όλο αυτό ή πως στο διάολο θα με ξεφορτωνόσουν ή τι να έκανες για να ηρεμήσω λιγάκι. Η πρόταση να πιούμε καμιά μπύρα με έκανε να αποσυντονιστώ κι όντως πήγες να αγοράσεις κι εγώ περίμενα να έρθεις, απλά λες κι όλα τα προηγούμενα δεν συνέβησαν ποτέ. Χτυπήσαμε από κάνα δυο κατά την διάρκεια των οποίων το φιλοσόφησα και σκέφτηκα πως το να μην έχω σκιά είναι το λιγότερο που θα μπορούσε να μου συμβεί εκείνο τον καιρό και στην τελική – γεία – δεν περνάμε κι άσχημα. Είμαστε φοιτητές, πίνουμε όλη μέρα, δεν έχουμε κάτι καλύτερο να κάνουμε κι η Κατερίνα μου δίνει που και που και κάνα γαμήσι οίκτου. Υπό το πρίσμα των τελευταίων σκέψεων κι επειδή κατάλαβα πως και συ ένιωσες άσχημα σου πρότεινα να κατέβουμε Εξάρχεια για καμιά μπύρα ακόμη. Και μόνο που χρειάστηκε λίγα λογάκια ακόμη του στυλ είμαι καλύτερα, λίγη μπυρίτσα ακόμα θα μου κάνει καλό, για να σε μεταπείσω από την αρχική σου άρνηση, απέδειξε τουλάχιστον για κείνο το βράδυ πως δεν πρέπει να είμασταν απόλυτα νεκροί.


Επεισόδιο 66


Στο λευκό φόντο αυτής της σελίδας παρατίθενται οι κατάλληλες ενοχές για κάθε λέξη που γράφεται. Κανένα άλλο σημάδι, πως τίποτα δεν αξίζει περισσότερο απ’ το τίποτα, δεν πρόκειται να ευαγγελιστεί κάτι διαφορετικό. Αν βέβαια θεωρηθεί πως οποιοδήποτε σημάδι θα μπορούσε να υπάρχει. Ακριβώς όπως οι φίλοι είναι μια αντανάκλαση που συμβαίνει ερήμην του ειδώλου. Με τον ίδιο τρόπο που η κοινωνία ανασυνθέτει όποιο εκλιπών κομμάτι της είναι αναγκαίο. Με τη δύναμη της αναντίρρητης αυταξίας της. Γιατί πως αλλιώς θα ήταν δυνατό το αποκύημα της φαντασίας αν αυτή δεν λογιζόταν ως ένα έγκλημα πολύ πρώτού ο θύτης το διαπράξει. Με άλλα λόγια αδιαφορώ παντελώς για την κατανόηση οποιασδήποτε έκφρασης μου, αναλαμβάνοντας βεβαίως το αντίτιμο ο περιβάλλοντας χώρος να γνωμοδοτήσει εναντίον μου.


Επεισόδιο 24


Ο ήλιος έδυε κι ανέτειλε στο διάστημα κάθε τσιγάρου. Τα πρόσωπα των φίλων μου φωτίζονταν και σκιάζονταν με ένα μόνιμο χαμόγελο έκπληξης. Γι’ αυτούς ο μόνος που αναβόσβηνε ήμουν εγώ. Φυσικά αυτό δεν το γνώριζα τότε κι εκλάμβανα τον ενθουσιασμό τους ως συνηγορία στα θαύματα που επιτελούνταν μπροστά μας. Μα όπως κάθε φυσιολογικό ον αποφορτίζεται από την θέαση του ακατανόητου έτσι κι αυτοί σύντομα τρέπονταν σε φυγή, αφήνοντας με στην μοναχική αποδοχή όλων όσων μπορούσαν να συμβούν και συνέβησαν. Δεν μπορώ ακόμα και τώρα να είμαι σίγουρος για οτιδήποτε από αυτά καθώς έτσι θα αναιρούσα την αμφιβολία μου για όσα διαδραματίζονταν όλη εκείνη την εποχή, ενώ αυτή είναι το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της. Έχω την εντύπωση πως περιφερόμουν ατελείωτα βράδια στο κέντρο της Αθήνας. Θεωρούσα ασφαλέστερο να είμαι ανάμεσα σε κόσμο. Αν κάτι με κατάπινε θα μπορούσε τουλάχιστον να υπάρχει ένας μάρτυρας της εξαφάνισης μου. Το μόνο που κατάφερνα ήταν να αποστρέφω τα βλέμματα των διερχομένων σε ένα παιδί που λυπημένο και χλωμό προσπαθούσε να σταματήσει την περιστροφή του κόσμου γύρω από ένα τρελό κι αφάνταστο λόγο για τον οποίο αυτό έπρεπε να συμβαίνει. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ζήτησα, με όποιο τρόπο μπορούσα, την βοήθεια μιας στέρεας λέξης ή φράσης από όσους συναντούσα στο δρόμο, μήπως κι έτσι σταματούσε η ξέφρενη πορεία του ναυαγίου μου, μήπως κι έτσι ξεβραζόμουν οπουδήποτε πέραν αυτού του αδηφάγου ωκεανού, μα ακόμα κι αν κάποια στόματα ανοιγόκλεισαν εγώ αδυνατούσα να τα ακούσω. Οι αισθήσεις μου είχαν αυτονομηθεί κι αποφάσιζαν μόνες τους πότε και πως θα με ορίσουν. Σχεδόν τυφλός θυμάμαι να αφουγκράζομαι ένα δάσος μέσα σε ένα λούκι αποχέτευσης και σχεδόν κουφός θυμάμαι να κυνηγώ ένα βατράχι στη Σόλωνος. Δεν θυμάμαι που κατάφερνα, έπειτα από ατελείωτες ώρες περιπλάνησης, να ξεκουράζομαι, με την πρόφαση ενός ύπνου που δεν ήταν παρά η συνέχεια του ταξιδιού με κλειστά μάτια και σφιχταγκαλιασμένα χέρια και πόδια. Υπήρχε καπνός κι υπήρχε φωτιά και κάπου εκεί ανάμεσα προσπαθούσα να υπάρχω κι εγώ. Πρέπει να ήταν κατά τη διάρκεια μιας μακρόωρης λιποθυμίας μου όπου κάτι με το πρόσωπο μιας κοπέλας με ξανθιά μαλλιά κρατώντας απαλά το κεφάλι μου και παρηγορώντας με κατά κάποιον τρόπο με βοήθησε να καταπιώ την πρώτη μου γουλιά νερό έπειτα από αιώνες.



Το ομολογώ, λοιπόν, δικό μου λάθος.
Αναγκάζομαι να γράφω ποίηση λόγω των συντρόφων μου.
Μονάχα έτσι μπορώ να τους προδίδω όταν πρέπει.


 

Αυτό δεν είναι ποίηση


Πρόκειται για μια συνομιλία που δεν γίνεται και για το λόγο αυτό
αδυνατεί να περιοριστεί στο κεφάλι ή την κοιλιά
δεδομένου ότι κάτι τέτοιο θα απόβαινε μοιραίο
για πολλά περισσότερα απ’ το κεφάλι ή την κοιλιά
κι ως εκ τούτου καταλήγει δυστυχώς να αποτυπώνεται
υπό την μορφή λέξεων και εκφράσεων αρκούντως ανόητες
ή τέλος πάντων τρόπον τινά αλληγορικές
πάνω σε χαρτιά και οθόνες και τοίχους ενίοτε
προσπαθώντας επί ματαίως να συμπεριλάβει στην αφήγηση της
τόσο τον αγορητή, εσφαλμένα επονομαζόμενο ποιητή
όσο και το εκλιπών κοινό του, που εν την απουσία του
επιφέρει ολάκερη αυτή την φασαρία
και που στην περίπτωση που όλος τυχαίος ανευρεθεί
θα πρέπει βεβαίως και να την υπομείνει.


 

Καλωσόρισμα στον αδελφό κι αποχαιρετισμός


Η ιστορία αδειάζει από τις ακατάπαυστες ανούσιες ενδελεχείς σημειώσεις
καθενός μας το απαραίτητο άλλοτε
πορτραίτο της μαρτυρίας ολόκληρου του κόσμου
δραπετεύει από τα αιώνια χαρακτηριστικά
ενός τόπου ερωτικά πανηγυρικού
που μας δίδαξε φωνές και λέξεις και τα ποιήματα
είναι άπαντα η τιμωρία η σκληρή η αδυσώπητη
κάθε ενός ανθρώπου το σχολαστικό έγκλημα
περισσότερο από κάθε άλλου εδώ
στην στιγμή της ανάτασης
στο λυγμικό φιλί δίπλα στα σύνορα που διαδραματίζονται
μεταξύ πληθυντικού κι ενικού
ένα ανάγνωσμα ολοκληρωτικά παρένθετο εκλιπαρεί
για μια ακόμα περιστροφή γύρω απ’ τον άξονα
των επιφανειών απ’ όπου και μελωδεί
ο μοναδικός λογισμός
του αέρα της θάλασσας η γη καθώς φωτίζει
τον χρόνο που γέννησα και γεννήθηκα
ένα δροσερό πρωινό στην αγκαλιά καθενός σας
γελαστός κι όμορφος δίχως ευχή και δίχως πόνο.


 


Υπάρχουν πάντα τα γλυκά τα λόγια κι
οι σωστές οι λέξεις να σημειώσουν
στο ποίημα την διεύθυνση
του αποστολέα και του παραλήπτη.
Μα εγώ ποτέ μου δεν είχα σπίτι
και δεν έχω κάπου να πάω.

Φιλιά


κάψωμα εν υψίστοις εγώ


Όπου τ΄ αρμόζει ο λυγμός, η θεωρία των πάντων
Κι όπου διαόλια και θεός, σκατά που επιπλέουν
Κι εγώ πάντα γενέθλιος και πάντα στροβοσκόπος
Υμέτερος, πολλαπλάσιο του χρόνου και μιας λέξης
Υποφερτά ενδότερος μια σκέψης δίχως άλλης
Γνωρίζει ο κρίνων σχώρεση και του κεφιού τη ζάλη

Περιδρομιάστε άνθρωποι να βρούμε πως θα πούμε
Το νόημα είναι ο τιμωρός, ο τύμβος, το σακάκι
Που περιφέρουν σκώληκες πάνω σε ένα κουκούτσι
Κι ορέγονται να σου το λεν πως πια έχεις πεθάνει

Αδράξτε μάνες τη σιωπή, πατέρες φέρτε χώμα
Απόψε τρέφουμε σωστά το πολιούχο στόμα
Σαν από πάντα έτοιμο να καταπιεί τον κόσμο
Να γίνει η νέα εποχή του αλαλάζων κύκλου
Ότι χωρά μέσα θα μπει τ’ άλλα θα ξεστρατίσουν

Σε λόγγους, σε άγρια βουνά κείτεται η καρδιά μου
Κι είναι της μοίρας μου γραφτό σκληρά να μ’ αγαπήσεις



Αν έβρισκα τον πραγματικό λόγο που γράφω ίσως να έγραφα χειρότερα απ’ ότι συνηθίζω. Ίσως κι όχι. Χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει κάτι.


 

μόνο μία πρόταση, μία μόνο λέξη


Μόνο μία πρόταση, μία μόνο λέξη
Συμβαίνει
Αυτή μόνο η πρόταση κι αυτή μόνο η λέξη
Κι άλλη καμιά ποτέ
Καθώς ανασαίνεις
Μητέρα και κόσμο
Καθώς όλα επιστρέφουν και φεύγουν ξανά
Όπως πρέπει κι όπως τους ταιριάζει
Δίχως μέριμνα καμιά για το κενό ολόγυρα
Γυρίζεις εκεί όπου πας
Ανακατανέμεσαι στο παντοτινό
Εορτοστάσιο της αυγής
Της πρότασης και της λέξης αυτής
Που συμβαίνει
Σε κάθε μία πρόταση ή λέξη μόνο
Που συμβαίνει
Στην πρόταση και τη λέξη
Συμβαίνει
Μόνο μία πρόταση, μία μόνο λέξη
Συμβαίνει
Πρόταση και λέξη
Συμβαίνει
Συμβαίνει
Συμβαίνει
Αυτή μόνο
Κι άλλη καμιά ποτέ


 

Με τη γλώσσα νυσταγμένη και βαριά τριγυρνάνε οι ποιητές στην επαρχία


Αγκάθι η γλώσσα που επιλέγεις να την συμπεριφέρεις σαν χαμένος στη ζωή, στην αγορά, όλα όσα δεν θυμάσαι φορτωμένος λιμάνια, σταθμούς, το σακάκι σου πόσες γενιές χαμένες, στον ώμο σου στέκεται η φωνή μια μητρόπολη του νότου ένας λαβύρινθος σε έχει να ξεκινάς δυστυχώς ότι ψάχνεις να βρεις στη ζωή σε έχω δει πολλές φορές, σε έχω δει πολλές φορές, σε έχω δει μες στις στροφές, μες στις σκηνές από ταινία προσεχώς, σε έχω δει..



Μέχρι οι λέξεις
Να μην λεν τίποτα.
Μέχρι οι λέξεις
Να λεν πως μ’ αγαπάς.
Μέχρι οι λέξεις
Να πουν ό,τι δεν είπες.
Μέχρι οι λέξεις
Να απομυζήσουν την αλήθεια και τη ζωή.
Μέχρι τότε, κουράγιο μας εύχομαι.


 

Κάθομαι τέρμα περιμένοντας να γίνω γκολ


ΡΟΥΦΑ το σκοτάδι σου στον τόνο της γραφής.
Αναζήτησε τον πόνο, μην ψάχνεις για παρΗγοριά.
Αυτόματα ανακλώνται οι επάλξεις, μια υπέροχη
Ευκαιρία να αδράξεις και να αποσοβηθείς.
Κλάψε, κλάψε δεν θα το βρεις, το δαχΤυλίδι
Που ζητείς. Το δόκανο, στιλπνό, επιμερίζεται τα λάθη
Κι όμορφη μέρα, όμορφα παραμορφώνεται σε αυτό
Που δεν εκμυστηρεύεσαι παρά στο δίκτυο.
Το κέρδος και τα μάτια σου αποζηΤάν τον τρόπο τινά,
Δεν υπάρχει ενναλακτική. Ρίξε ένα χέσιμο και πάρε
Μια μπύρΑ ακόμη. Μην τολμήσεις να περιγράψεις
Νερόμυλους και μεγάλα ιδεώδη. Ο θρόνος σου
Είμαι εγώ και συ είσαι η μανιέρα μου για να απαγγείλω
Το παρελθόν και το μέλλον. Άιντε αδέλφια, μέχρι
Οι λέξεις να απομυζήσουν κάθε αλήθεια και ζωή.


 


Βαθιά πολιτική σημαίνει κι είναι η χαρά μας, που ομολογείται στα βάσανα όλου αυτού του κόσμου.                              Στροβιλισμοί κι ίλιγγοι και τα πανιά σκισμένα κι ο πατέρας από πάντα νεκρός.                   Κάθε μέρα εφευρίσκεται η παρθενιά μου, από νωρίς το πρωί ως όλα τα πιθανά μεσάνυχτα.            Ένα μεσοδιάστημα των εαυτών μου μένει να σε αγαπήσω αρκετά.                            Όλες οι κουβέρτες του χειμώνα χαρίζονται πια κι ο ίδιος ο χειμώνας δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση ενός μελαγχολικού διαβόλου.

Καταστρέφεται το νόημα σιγά, σιγά.                                        Δεν θα μπορούσαμε να είμαστε περισσότερο ευτυχείς.               Παρακολουθούμε τις ενοχές σου από μακριά και γράφουμε την κωμωδία που θα ανέβει στα μάτια μας όταν πια κλείσουν.                      Υπέροχη μαεστρία της άνοιξης δεν σου ζητώ παρά να με κατευθύνεις στο βράδυ σου, εκεί που όλα ανασαίνουν σιωπηλά κι αγαθά.                                                                                                   Σσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσς…


 


Υπήρχε μια εποχή που χειριζόμασταν τις λέξεις με ευκολία. Αγνοούσαμε την επίσημη ετυμηγορία τους και διαρκώς εφευρίσκαμε, ανάλογα με την στιγμή, αυτή που μας ταίριαζε περισσότερο. Φυσικά, αυτή η εποχή δεν μπορεί να περιγραφεί με σημερινούς όρους. Πλέον, ακόμα κι οι πιο δυσνόητες λέξεις έχουν αποσαφηνιστεί ανεπίστρεπτα. Ίσως γι’ αυτό, είναι τώρα, η θύμηση της εποχής εκείνης ότι απέμεινε από μια εικόνα των πραγμάτων, μα κι από μια δική μας εικόνα, δίχως το περιθώριο που η ζωή μας ενσάρκωσε και που αναπόφευκτα διατηρείται και διατηρεί την πρώτη ουσία κι ως πρώτη την ορίζουσα ουσία αυτού που είτε ήμασταν είτε φανταστήκαμε πως θα γίνουμε. Οτιδήποτε είναι αυτό που τελικά γινόμαστε, μέρα με τη μέρα, λέξη με τη λέξη, δεν θα υπήρχε δίχως εκείνη την εποχή της πρωτοκαθεδρίας των δίχως κανένα απαραίτητο νόημα εκφράσεων και ενεργειών μας, που ήλπιζαν να παραμείνουν κενές αν το όνειρο δεν συνηγορούσε υπέρ τους. Το όνειρο ήταν η μόνη δίοδος μας σε ένα κόσμο που ούτε θέλαμε ούτε μπορούσαμε να καταλάβουμε. Αναμασούσαμε το αφήγημα του κι αυτόματα το αλέθαμε στα ηρωικά μας στομάχια, ξερνώντας το κατόπιν σε ένα συνονθύλευμα συμφώνων και φωνηέντων που δεν αποζητούσαν αποδοχή μα την ευκαιρία να αναδυθούν, έστω και ελάχιστα, πάνω απ’ την βαριά στάθμη των κανόνων του κυριάρχου λόγου και των εφαρμογών του. Διασπούσαμε την νύχτα σε μέρα και το φως στα ανομολόγητα συστατικά του, με περίσσιο θράσος και έρωτα για κείνο το άγνωστο που καιροφυλακτούσε στην άκρη της γλώσσας μας. Ζούσαμε με την ελπίδα πως κάποτε θα μας καταπιεί και σαν άλλος Ιωνάς θα ταξιδέψουμε στις παρυφές του κόσμου μέσα απ’ τα σωθικά του. Μέσα από ένα μάτι κλειστό, ερωτευόμασταν τις απαράμιλλές σκιάσεις που αφήναν οι κραυγές μας, οι ψίθυροι κι οι σιωπές μας πάνω στα πεζούλια της πόλης, στους βρώμικους τοίχους και στις εξώπορτες των σπιτιών. Χωρούσαν παντού οι φωνές μας, σαν κάτι που ερμηνεύεται πολύ προτού συμβεί. Ήμασταν θαρραλέοι ως ετοιμοθάνατοι στην αρένα της μάχης, ανάμεσα σε μυθικά τέρατα και σε ένα κοινό που εξαρχής στάθηκε εναντίον μας και γνέφαμε νυχθημερόν στους βασιλιάδες την απιστία και το μίσος μας. Τελικά, η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που σε τρώει κι έτσι ασυναίσθητα περάσαμε απ’ τις εποχές, σταδιακά απ’ τη μία στην άλλη, απ’ την λιποψυχία στην προδοσία κι από εκεί στην συγκατάθεση. Το όνειρο ποτέ δεν αρκείται στην πίστη σου σε αυτό, προχωρά πάντα προς τα μέσα κι αν δεν είσαι έτοιμος να ταυτιστείς με την διαδρομή του, ένα μικρό, αδιόρατο βλέμμα προς τα πίσω σε πετά ξερό κι αισθητό στην πραγματικότητα. Κι έπειτα είναι πάντα αργά να αναγορευτείς νεκρός κι οι λέξεις δένονται πάνω σου ασφυκτικά και σε εγκαθιστούν σε σώματα που δεν αγάπησες και σε νοήματα που δεν ποθείς και πέφτουν βροχή πάνω στο έρμο σου κεφάλι και σε κρατούν ενήμερο αδιάλειπτα και πλέον είσαι εσύ, μια ακόμη συνήθης πρόταση, φτιαγμένη από συνήθεις λέξεις, ενός συνηθισμένου κόσμου με συνηθισμένους άλλους, σαν εσένα και μένα.



Ο ποιητής πήρε το μαχαίρι του, το έβαλε στο λαιμό του κι άρχισε να γράφει.

Έτσι, κατάφερνε να τηρεί την παλινδρόμηση του χρόνου, την ασάφεια του έρωτα και την ακρίβεια του θανάτου. Μπορούσε, με την πίεση της λεπίδας, να δει καθαρότερα τα σχήματα που προορίζονταν για τον ίδιο και τους αναγνώστες του. Η αγωνία του είχε μια αίσθηση κι ένα ξεκάθαρο σώμα να την εκκινεί και να την φέρει. Στην κόψη του μαχαιριού άνθιζαν τα ουσιαστικά και τα ρήματα κι οι λύσεις κάθε λογισμού του.

Έπειτα, όταν ο ποιητής αναγνώριζε πως το αίμα που ξανά δεν κύλησε μπορούσε να θεωρηθεί αρκετό και πως σαν δικό του μπορούσε πια να το τιμά, σταματούσε τις λέξεις, τραβούσε το μαχαίρι απ’ το λαιμό του, το καθάριζε ευλαβικά και το τοποθετούσε στην ιδιαίτερη θήκη του, δίπλα στα χαρτιά του.


Γράμμα στο γέρο που διάβαζε ποιήματα


Άκου γέρο μου, δεν γουστάρω δουλειά. Ίσα να κολλάνε οι λέξεις μεταξύ τους κι όσο για τις δημόσιες σχέσεις εδώ δεν έχω όνομα, ρε γέρο. Ακράτεια στις δημοσιεύσεις και εργασία αμισθί. Η ποίηση δεν είναι πόνος γέρο. Όποιος γνωρίζει τον πόνο, χέστηκε να γράψει ποιήματα. Να πάρω βραβεία; Ψώνιο! Μετά από 50 χρόνια δεν θα υπάρχω ούτως ή άλλως, γέρο. Το πρωί στις 6 κελαηδάνε τα πουλιά κι οι μεροκαματιάρηδες έχουν πιάσει το γκασμά. Γράφω στον υπολογιστή και στο κινητό. Το κινητό συνήθως βρίσκεται δίπλα στ’ αρχίδια μου. Τεμπελιά και πιόμα. Γέρο, τίμιο ψωμάκι δεν υπάρχει, παρ’ το χαμπάρι. Αριστούργημα δεν γράφει κανείς. Αριστούργημα απλά μπορεί να διαβάσει κάποιος. Σιγά μην αποσύρω τις δημοσιεύσεις μου. Να τις πάω που; Στο δικό μου δεν χωράνε, στο δικό σου; Ακαδημία δεν ξέρω τι είναι γέρο. Τεμπελιά, πιόμα, καύλα… κι όλα τα άλλα θα έρθουν γέρο!

Με αγάπη, ένα έτσι.



Μετά από βουτιά εκατομμυρίων χρόνων βγήκα στην ακτή. Κοιτάζοντας την αντανάκλαση μου στο νερό ευθύς έγινα μαγικός.



Μεγάλες λευκές σελίδες, μεγάλες λευκές οθόνες.
Μεγάλες λευκές ημέρες και μεγάλες λευκές νύχτες.
Μεγάλη λευκή εσύ, μεγάλος λευκός κι εγώ.
Περιμένουμε κάτι να φανεί.


 

Poesie macht frei


Αν όντως θέλεις να ασχοληθείς με την ποίηση
Πρέπει πρωτίστως να μάθεις να γράφεις μόνο για σένα.
Επίσης καλό θα ήταν να ξεχάσεις το όνομα σου
Τι πραγματικά ποθείς και τι αγαπάς.
Όπως θα πρέπει να θυμάσαι το όνομα σου
Τι πραγματικά ποθείς και τι αγαπάς.
Μα το πιο σημαντικό απ’ όλα είναι να μην δέχεσαι συμβουλές
Από κανέναν. Όσους προσπαθήσουν να σου δώσουν συμβουλές
Απλά στείλτους στο διάολο. Έλα λοιπόν πες το.


 

η σιωπή


Για μια στιγμή αναδύθηκε, ολόγυρα, το συναίσθημα που δικαίωνε την επί τόσα χρόνια αειθαλή σιωπή μας. Αιτία ήταν η συνειδητοποίηση πως ματαίως προσπαθήσαμε, ξανά, να βγάλουμε τις λέξεις απ’ τα κελιά τους, αφού πλέον είναι σαφές πως οι ίδιες υπάρχουν μονάχα εγκλωβισμένες, μέσα στα μικρά ιδιαίτερα κλουβιά τους. Μονάχα έτσι ορίζονται κι είναι ίσως η μυρωδιά του πολυκαιρισμένου εγκλεισμού τους που μας επιτρέπει ενίοτε να τις νοούμε. Όσον αφορά την επιθυμία μας να τις λευτερώσουμε, οφείλεται στην αδιάσπαστη ροή μιας ιστορίας στην οποία είμαστε απλά διάδοχοι, με συχνές αδιόρατες πεποιθήσεις πως μπορούμε να της αντιτεθούμε ή ακόμη καλύτερα να την ανατρέψουμε. Προς το παρόν, αρκούμαστε στην απώλεια της γλώσσας και όσων αυτή φέρει, όπως οι ευχές, οι εξομολογήσεις κι η πειθαρχία. Μεγαλώνουμε με απανωτές σιωπές, εγκαθιδρυμένες στην απόλυτη έκταση των φωνών μας, αρνούμενοι και την παραμικρή παράφραση αυτής της σιωπής μας σε οτιδήποτε άλλου πέραν αυτής. Η σιωπή, σαν αχόρταγο αστέρι, ποθεί περισσότερη σιωπή κι έτσι εύκολα κι αβίαστα επισφραγίζεται το κενό ενδιαίτημα του λόγου μας. Όπως τώρα, έτσι κι άλλοτε, η σιωπή καταφέρνει τα απαραίτητα πλήγματα στις λέξεις και στους ήχους τους, τονώνοντας την πίστη μας σε αυτή, χωρίς στην ουσία να κάνει κάτι άλλο απ’ το να μας ανακαλεί στην πασιφάνεια των πραγμάτων και της ζωής που μόνο αυτή προκαλεί. Στη σιωπή γεννήθηκε ο κόσμος αυτός και στη σιωπή πεθαίνει. Οτιδήποτε άλλο είναι απλά μια ασθένεια.


Πανάξιο, λατρεμένο μου wordpress


Εσύ σε απόγευμα χρυσό, μου χάρισες να γράφω,
χάρις σε σένα wordpress έμαθα πως υπάρχω.
Λιγάκι απ’ τη μνήμη σου μονάχα έχω πάρει
και συ μου έδωσες τη γη μαζί και το φεγγάρι.
Ακόλουθους δεν το πίστευα ποτέ μου πως θα έχω
και τώρα πρέπει πιότερο τι γράφω να προσέχω.
Μανία μου ΄γινες wordpress, πασχίζω να ποστάρω,
να διατηρώ τη φήμη μου, τα like μου να πάρω.
Η αλήθεια είναι ντρέπομαι τον ποιητή να κάνω,
εγώ ποτέ δεν σκέφτηκα να ζω ή να πεθάνω!
Από καπρίτσιο το άρχισα ετούτο το ρημάδι
και είναι λες και έπεσα μέσα σε πηγάδι.
Πίσω απ’ τις λέξεις σέρνομαι, ανάθεμα που πάω
για σένα άτιμο wordpress, για σένα χολοσκάω.


 


Η φιλία είναι ο σκοπός αυτής της πλάσης. Η φιλία και τα φιλιά. Το ένα άστρο προβάλλεται μες στο άλλο άστρο, κατευθύνοντας το σκοτάδι στο άπειρο μεσοδιάστημα. Ακριβώς επειδή όλα δε ξεκίνησαν ποτέ και ποτέ δεν θα σταματήσουν να συμβαίνουν. Είναι ο χρόνος η επινόηση μιας ακόμα ευκαιρίας εναγκαλισμού. Είναι το παράθυρο απ’ όπου πηδάμε με αφέλεια στην αιωνιότητα του έρωτα μας. Σιγοντάρουν οι φωνές μας την έκρυθμη απαγγελία χιλιάδων ηφαιστείων, τροπικών καταιγίδων, σεισμών, ευλογιών και κατάρων, αναρίθμητων ευχών, παύσεων και μακρόσυρτων κραυγών, σε ένα σύμπαν που γονατίζει και προσεύχεται να εκμηδενιστεί υπό το φως ενός κεριού, μιας ακόμη υπόσχεσης αδελφοσύνης όλων των στοιχείων, των επιτεύξεων που συνταιριάζουν όλη την αγάπη. Όπως γνωρίζω ήδη, πως θα σε συναντήσω αργά το απόγευμα, στο χωμάτινο δρομάκι δίπλα στη λίμνη, θα υψώνεις ένα φύλλο στον άνεμο, θα χαμογελάς, θα με κοιτάς να πλησιάζω, να εξαφανίζομαι για πάντα κι ευθύς να βρίσκομαι μαζί σου για πάντα, πάνω απ’ τις κορυφές των  δέντρων, στους βυθούς μιας σταγόνας βροχής, στην καρδιά ενός σκύλου. Το παιδί που οι δυο μας είμαστε κι όλοι μαζί αυτό το παιδί, το παιδί αυτό που έδειξε τον ήλιο με το απλωμένο του χέρι, η αθανασία των αιώνων των αιώνων.


μάλιστα


Αποφορά ξινίλας συνόδευε πάντα τον μικρό Σπύρο, υπενθυμίζοντας την άνυδρη καρδιά του σε όποιον τύχαινε να πλησιάσει, ενώ το αριστερό του μάτι καιροφυλακτούσε μονίμως με αγωνία, καρφωμένο άνωθεν. Εκεί του έλεγε η μαμά του πως ζει η μοναδική ευκαιρία κατανόησης αυτού που είναι. Ο κοφτός κι ασύμμετρος συλλαβισμός του τρέναρε τις λέξεις πάνω σε ράγες που κύκλωναν τη γη κι ήταν μόνο ένα αφράτο, γκρίζο σύννεφο καπνού το προμήνυμα ότι το παιδί βρίσκεται καθοδόν. Εξάλλου το όνειρο του εκδηλωνόταν κάθε φορά και σε ένα διαφορετικό τόπο και χρόνο. Τη μια ήταν αρχαιοκαπηλία στην Υεμένη, την άλλη ένα μαφιόζικο χτύπημα σε στενά σοκάκια ενός μεταπολεμικού Βερολίνου. Κανείς δεν τόλμησε να υποδείξει στο παιδί έναν οποιονδήποτε τρόπο να μετρά τις τρύπες στις παλάμες του κι έτσι ποτέ δεν κατάφερε να ξεδιψάσει. Η δίψα αυτή μετά από χρόνια κατέληξε στην επίγνωση του απόλυτου φόβου για το μέλλον της ανθρωπότητας.


άστρων περιπλάνηση


Δεν πείστηκες ποτέ, κακόμοιρε, ότι ο χρόνος σταματά ενίοτε κι αναγκαστικά μεταμορφώθηκες σε άνθρωπο. Κατέβαλλες το μαρτύριο ως το επακριβές αντίτιμο της φρίκης να λέγεσαι άνθρωπος, μα να που επιτέλους πια ο κόσμος ξεμακραίνει απ’ την ιδέα του ανθρώπου. Να που η μια μεταβολή διαδέχεται την άλλη κι ας μετονομάζεται κάθε μια τους άνθρωπος. Να που όλα κατασταλάζουν στο να μείνεις για πάντα άνθρωπος. Είσαι τόσο μόνος πια, εγκλωβισμένος να κοιτάς κατάματα, ξανά και ξανά, τον άνθρωπο και μόνο αυτόν. Ο θεός δεν είναι άλλος από την αυτολύπηση σου καημένε, καθώς τώρα ξέρεις, πολύ καλά, ποιος είναι ο άνθρωπος. Γνωρίζεις πως το τέρμα του ταξιδιού σου είναι ο άνθρωπος που ήδη είσαι κι απλά ελπίζεις πως κάποτε κάποιος άλλος ή κάτι άλλο, μες σε μια υπέρλαμπρη αυγή, θα σε αποχαιρετήσει για πάντα, δίχως τον παραμικρό οίκτο.


στη γυναίκα μου


Η μοναξιά μου για σένα διπλώνει το χρόνο
ξανά και ξανά
ωσότου σταθεί στην άκρη της γλώσσας μου.
Αγνάντι παρατίθενται τα αποσπάσματα ενός
οποιουδήποτε λόγου ήσουν εδώ.
Οι λευκοί τοίχοι αφυπνίζουν τις αποστάσεις
από χιλιάδες απύθμενα τώρα
στο φιλί της εισόδου σου.
Ο ήχος ενός και μόνο κλειδιού συνταιριάζει ολόκληρη την πόλη.
Καμία εξίσωση δεν σώζεται, δεν γλιτώνει
το θείο σύστημα της εκκόλαψης μας
στην απουσία μας.
Απλά διευρύνω τα μάτια σε αυτό κι αυτό σε κοιτά.
Ένας ενδότερος κόσμος πληθαίνει με ιώδης ταχύτητα για να
αφανιστεί μεμιάς και η παραμικρή επιλογή
προϋπόθεση ενός σάλτου
σε ότι απομένει εκεί δίχως εσένα.
Ενέχω τη σίγουρη καρδιά της μίας σάρκας.


 

ήταν ένα ποίημα με μεγάλα αυτιά

                                                                       Στο Μουτσουνάκι


Το καλό κακό ποίημα.
Αγάπη και σκατά.
Το κακό καλό ποίημα.
Σκατά και νερό.
Το ικανό ποίημα.
Μόνο νερό.
Το ανίκανο ποίημα.
Μόνο σκατά.
Το δικό μου ποίημα.
Το δικό σου ποίημα.
Το δικό του ποίημα.
Το δικό της ποίημα.
Επιστροφή μετά τις διαφημίσεις.



Τελειώνει ο χώρος στο τασάκι, στο δωμάτιο, στη πόλη. Τελειώνει ο χορός στην ανάσα, στα μάτια, στη λέξη. Μα γιατί να είναι τόσο εύκολο να ζεις; Γέμισε ο ουρανός καθρέπτες. Η γη είναι θρύψαλο χρόνου. Η τελευταία ατάκα ενός αστείου. Αν μπορούσα να γίνω η έξοδος κινδύνου και συνάμα ο σεισμός, η πυρκαγιά, η πείνα, ο φόβος. Το τρελό παιδί αρνείται να καταπιεί το μαχαίρι. Το μαχαίρι αρνείται να καταπιεί το φιλί. Είναι ένα μεγάλο μπλέξιμο. Είναι η παράλυση. Το άγαλμα λιώνει μέσα στο στόμα μας. Ο μίτος κάθε κοπέλας περιτυλίγει το μυστήριο. Καμία έκπληξη παρόλα αυτά. Καμία σύγκρουση. Ένα φρόνημα για κάθε σωτηρία. Ένας χριστός για κάθε αλλάχ. Ένα νόμισμα που δεν βρήκα στην τσέπη μου για να σώσω την μαγεμένη πολιτεία κι έτσι την πήραν ξανά τα κύματα για άλλα 100 χρόνια. Υπηρετώ με πάθος την συγνώμη που ποτέ δεν θα σας ζητήσω. Μαύρες κάπες στροβιλίζονται στα άδεια πάρκινγκ. Κάθε πλαστική σακούλα είναι ένα ξωτικό. Η μητέρα μου δεν γνωρίζει την απουσία μου από το σημερινό μάθημα. Η απουσία μου δεν γνωρίζει την μητέρα. Κατάλευκο το βιβλίο προσαρμόζεται στη στιγμή. Ελπίζω να δυσφήμησα ξανά τα ιστολόγια και κάθε αυτοκατάραστο ποιητή. Ελπίζω σε μια διακοπή ρεύματος. Ελπίζω στους ωκεανούς. Ελπίζω σε κάποιον άλλο από σένα και μένα. Τον ξέρεις;

I’m looking forward to forget about it all soon.


The end is near, have sex ή πόσο βαρέθηκα την μοιρολατρία


Σε χούφτωσα στο ραντεβού της νύχτας με τη μέρα
Μια ζεστή Απριλιάτικη Δευτέρα
Τα ρούχα ήταν λίγα, τα όνειρα πολλά
Κι οι δύο νιώθαμε καλά.
Που η καύλα θα κρατήσει και το γλέντι θα αρχίσει
Τσάμπα δεν ήτανε ο πούτσος μου σε στύση
Η αγωνιά μου, ο πόθος, η λαχτάρα
Μια μικρή ενδότερη αντάρα.
Που άκουσε ο κώλος σου και σύρθηκε ως εδώ
Κι από τότε δεν είμαι πλέον μοναχός
Και τα γέλια μας κρατάνε κι οι υποσχέσεις δε μετράνε
Και αυτοί που αγαπάνε βλέπεις εύκολα σκιρτάνε
Και μπορούν να σταθούν μέσα στο χρόνο
Κι από καύλα να μοιράζονται τον πόνο
Βλέπεις το σώμα το δικό τους φωτίζει εκεί ψηλά
Κι έτσι όλα πάνε καλά.

Άκου μωρό μου, για όλους έχει ο καυλός
Κι ίσως ο δικός σου κώλος να ναι κάπου εκεί στο φως
Άκου μωρό μου, για όλους έχει ο καυλός
Και σε γουστάρω ειδικώς


 


Δε γίνονται όλα ποιήματα. Δε μπορούν να γίνουν και δεν πρέπει.

Οι αυτοπυρπολούμενες γέφυρες, το κενό ενδιαίτημα, η ερμηνεία του σκοταδιού, η αυτιστική ετερότητα, το χρόνιο άσθμα, τα λεφτά σου, τα λεφτά μου, κάθε λογής προπαγάνδα, η σαβανώδης ευγένεια, η σύγχυση, η τρέλα που δεν αγαπιέται, το φρόνιμο φως, οι μπάτσοι σε κάθε γωνιά του ματιού σου, ο κλητήρας στο χέρι σου, η πρέζα, τα όπλα, οι κούκλες, το κουμπί της ετυμηγορίας, η αυτόκλητη τιμωρία, το ψέμα που δεν κατανοείται, η αλήθεια που δεν συγχωρείται, ο φθόνος, τα άδεια μας χέρια να παριστάνουν τη γιορτή, η λοιδορία, τα χιόνια που λιώνουν, το χλωμό πρόσωπο του μεσημεριού κι άλλα πολλά..

Υπάρχουν λέξεις που δεν πρέπει να γραφτούν.

Προσπαθώ σκληρά να μη τις γράψω.


 


Ω, εποχή πυρίμαχη
ανατέλλεις στην παράκρουση των φθόγγων
εσύ είσαι η ελπίδα να σωθούν
οι άμοιροι ποιητές μας.
Στο κρόταλο τους εισχωρείς
το ολόμαυρο, καθάριο στίγμα
παύοντας το άδοξο αίμα, το πικρό
επάνω στο μαχαίρι.
Κάθε ένα γράμμα τώρα πια
έχει να αποφασίσει
χωρίς κανένα υπαινιγμό
το φίλο και τον αδελφό
τη σημασία της φρίκης.
Είμαστε εμείς, ανάθεμα
ο αναγιγνώσκων τρόμος
εκείνο το άδηλο, ισχνό
τρεμούλιασμα του χρόνου.


 


Είναι εύκολο και συνάμα ευχάριστο να γράφεις όταν μπορείς έστω να υποθέσεις σε ποιον απευθύνεσαι. Αντιθέτως, όταν λείπει η ιδέα του συνομιλητή είναι το ίδιο με το να μιλάς και να γράφεις στον εαυτό σου. Οι αυτισμοί είναι αναπόφευκτοι, η αναβίωση των μυστικών ευνοείται, η τυχαιότητα των λέξεων παρασύρει καθώς δεν υπάρχει η βαρυτική δύναμη εκείνου του σώματος που θα σε κατευθύνει αν μη τι άλλο ως προς την καθετότητα του δικού σου σώματος. Είσαι ένας απεριόριστος χώρος, κενός και συμπαγές, που αδημονεί πρωταρχικά, ακόμα, να οριστεί ως χώρος. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι αυτό είναι ανέφικτο μα ποτέ δεν γλιτώνεις από την ελπίδα αυτή. Ποτέ δεν θα μπορέσεις να περιορίσεις το όνομα σου στα γράμματα που το αποτελούν κι αυτό συνεπάγεται την ακατάσχετη ορμή και σύγχυση όλων όσων ανώφελα προσπαθείς να συνταιριάξεις σε μια σελίδα σαν αυτή και όλων όσων ποτέ δεν θα καταφέρεις να αρθρώσεις σε μια σελίδα σαν αυτή, καθώς η σελίδα αυτή σου είναι από πάντα γνωστή. Δεν έχει κάτι να σου προσφέρει αφού η προσφορά είναι, εξ ορισμού, μια πράξη που απαιτεί τη γέννηση ενός γεγονότος ή μιας ιδέας. Εσύ απλά και τυχάρπαστα, επαναλαμβάνεις υπό μορφή λέξεων και εκφράσεων, την εντύπωση ενός μέρους του εαυτού σου ως κάτι που κάλλιστα θες να επιθυμείς, ξεχνώντας εσκεμμένα πως και η επιθυμία είναι μια πράξη που απαιτεί μια ερωτική διάθεση κι όχι μια στυγνή, βασανιστική, ψυχαναγκαστική χειρονομία. Ιδιωτεύεις με μια καταστρεπτική ιδιοτέλεια. Σύντομα θα καταλήξεις στην φαντασίωση. Θα αναγκαστείς να σημάνεις το τέλος αυτού του διαλόγου ή χειρότερα την απαρχή ενός επεισοδίου ψύχωσης και φθόνου γι’ αυτό που ποτέ δεν μπορείς να είσαι. Αυτό που ποτέ δεν θα γράψεις, εν τέλει, είναι το πολυτιμότερο σου γραπτό. Αν μη τι άλλο η πιθανότητα να συμβεί κάτι που θα ανατρέψει όλα τα παραπάνω είναι προς το παρόν ακόμα δυνατή. Μονάχα που κάθε σου λέξη την συρρικνώνει. Κάθε σου έκφραση επιβεβαιώνει αυτό που είσαι προορισμένος να είσαι. Δεν υπάρχει διαφυγή. Κανείς ποτέ δεν θα σβήσει όλες αυτές τις χαρακιές απ’ τα μπράτσα σου. Κανείς ποτέ δεν θα κοιτάξει τα μάτια σου για να δει την αντανάκλαση του. Κανείς ποτέ δεν θα μάθει ποιος είναι γνωρίζοντας εσένα. Όταν είσαι τόσο μόνος είναι προτιμότερο να μην γλιτώσεις ποτέ.


για μια νέα φυσική ερμηνεία των προσήμων


Ο φίλος του φίλου μου κατά κανόνα είναι εχθρός. Δηλαδή (+ ).(+) = (-)
Ο φίλος του εχθρού μου είναι ένας άγνωστος. Δηλαδή (+).(-) = Χ
Ο εχθρός του φίλου μου κάλλιστα είναι φίλος. Δηλαδή (-).(+) = (+)
Ο εχθρός του εχθρού μου είναι σίγουρα ο Θεός. Δηλαδή (-).(-) = 0


 


Η ποίηση που μας έχει ασκηθεί είναι πέραν της φύσεως μας. Υπεράνω αυτής της πραγματικότητας. Για χάρη της εκλείπουν τα σημαντικότερα γεγονότα. Το ιριδίζων μπλε της χρώμα σιγοντάρει απαλά το νανούρισμα της μαμάς εξουσίας. Κατορθώνει να ψαλιδίσει με απαράμιλλή μαεστρία το ασύμμετρο στην κάθε αλφάβητο. Επινοεί την πόρτα της θριαμβευτικής επανεισόδου στο φλεγόμενο κτίριο. Επιχορηγεί το ανέξοδο. Μια ματιά στους καταλόγους της ασφάλειας αρκεί για να πειστείς. Ασφαλίζει κραυγές και χάδια στα κενά της διαστήματα. Χωρατεύει δικαστές και ενόρκους μήπως κι αλαφρύνει την ποινή μας. Καταλύει τη δυνατότητα να συμβεί η ζωή. Μας καμουφλάρει για το πεδίο της μάχης με λέξεις που ποτέ δεν ποθήσαμε.  Με άγνωστα χρώματα, ενός κόσμου που δεν είναι δικός μας, προσπαθεί να μας πείσει πως η κατανόηση δεν περνά από το στομάχι. Πως αρκεί μια παλινωδία για να αποκτήσουμε την απαραίτητη τυφλότητα. Σφίγγει τα δόντια και καταπίνει κάθε περίσσια σιωπή. Μας εκπαιδεύει στη λατρεία του ανομολόγητου. Εκεί που το πρόσωπο και το ρήμα ταυτοποιούνται με το επίθετο. Και τούμπαλιν. Ένας σχολαστικός συνήγορος του αδιόρατου. Αυτός που μας καθυποτάσει στην αέναη εφεύρεση της αλήθειας. Η ποίηση μου μας έχει ασκηθεί είναι πέραν πάσης φύσεως. Γενικά, σκατά.



ΛΈΞΗ ΛΈΞΗ εγώ εσύ κι οι άλλοι
Απ’ το λερό πρωινό
ξεφτίζουμε
μήπως τάχα προλάβουμε το βράδυ.


 

η Λέξη


Η Λέξη, εξ ορισμού, είναι ένα σύστημα καταγραφής και ελέγχου της κερδοφορίας των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Με την Λέξη γίνεται συστηματική καταγραφή της αξίας υλικών ή άυλων αγαθών όπως επίσης και δραστηριοτήτων που διαφοροποιούν την αξία υλικών ή άυλων αντικειμένων. Με την Λέξη, ως μαθηματικό σύστημα οικονομικού κορμού, πάσης φύσεως δραστηριότητες, πράξεις ή συναλλαγές, προσδιορίζονται και καταγράφονται συστηματικά και μεθοδικά έτσι ώστε να είναι εφικτός ο μελλοντικός έλεγχος.

Το γεγονός ότι με την Λέξη καταγράφονται και λαμβάνουν αξία, μεθοδικά, όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες ιστορικά, από την παραγωγή στην κατανάλωση, κάνει εφικτή την δυνατότητα ο άνθρωπος να προσδώσει με σαφήνεια αξία σε όλα τα αγαθά, αναγνωρίζοντας καθαυτό τον τρόπο το κόστος κάθε ύλης ή μη ύλης, ακόμα και το κόστος του ανθρώπινου δυναμικού.

Είναι μια μορφή οικονομικού λογαριασμού που έχει αντικείμενο την εγγραφή των πλευρών της αναπαραγωγής που εκφράζονται σε οποιαδήποτε μορφή και τις διάφορες πράξεις που δημιουργούν κίνηση υλικών και μη υλικών μέσων. Οι μέθοδοι και η τεχνική της Λέξης σημείωσαν στους αιώνες μια συνεχή βελτίωση.

Η Λέξη ως κλάδος της Μαθηματικής επιστήμης βασίζεται σε ένα σύστημα κατάταξης, δηλαδή ανάλογα με τον τύπο της συναλλαγής π.χ. παραγωγής, ανταλλαγής ή κατανάλωσης, δια της ακολουθούμενης στη συνέχεια ανάλυσης και σύνθεσης αυτών επιτυγχάνεται ο ακριβής προσδιορισμός της εκάστοτε πραγματικότητας και της πορείας μιας συγκεκριμένης ανθρώπινης δραστηριότητας.

Βάση της παραπάνω μελέτης είναι ο λογαριασμός. Με την εξέλιξη των ανθρωπίνων σχέσεων που συνεχώς γίνονται πιο περίπλοκες και η Λέξη συνεχώς τελειοποιείται.


Στο 19


Όλοι πια τα κάνουν όλα κι έτσι δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα.
Στίχο, στίχο φεύγουν τα ποιήματα μαζί τους και τα μάτια.
Ότι γίνεται, γίνεται για να γίνει προτού γίνει το επόμενο.
Τόσος ανύποπτος χρόνος που η άνοιξη ήρθε νωρίτερα.
Παρήγγειλα βιβλία για να μην βγάλω τις πιτζάμες.
Παρήγγειλα βιβλία για να μην σου ξαναγράψω.
Ακέραια η φροντίδα σου, νιώθω πως δεν υπάρχεις.
Ο λαγός απ’ το καπέλο του μάγου είναι το μετά-ελληνικό φαντασιακό.
Αύριο δικάζεται ένας φίλος και κοντεύω να σκάσω απ’ τη ζήλεια μου.
Ακόμη και στους νεκρούς υπάρχουν πρωτεία.
Μια ακόμη πρόταση για να καταστρέψω την αυτοπεποίθηση μου.
Μια ακόμη πρόταση για να γλιτώσω απ’ την πίστη σας σε μένα.
Η ιστορία επαναλαμβάνεται όσο καλύτερα μπορεί.
Αν σε προδώσω υποσχέσου μου πως θα προδώσεις το θεό.
Αν σε γλείψω μην κολυμπήσεις.
Όμορφα παιδάκια, όμορφα καίγονται.
Ένα τσιγάρο δρόμο μου ‘πες κι άνοιξες τα πόδια σου.
Οι φίλοι μου δεν είναι φίλοι μεταξύ τους.
Αν ήσουν ζώο τι χρώμα θα ‘σουν;
Αν ήσουν εγώ, εγώ ποιος θα ‘μουν;


 


Πολλοί ποιητές λένε πως όλοι γράφουνε ποιήματα
και δεν καταλαβαίνω αν αυτό λέει αυτό που λέει
ή θέλει να πει κάτι άλλο.
Στον κόσμο που ζω κανείς δεν μιλάει για ποίηση.
Οι βιτρίνες των βιβλιοπωλείων της πόλης μου σπανίως
κοσμούνται από ποιητικές συλλογές.
Από τους τρεις γνωστούς ποιητές της πόλης
ο ένας εξαιρείται του κανόνα ( ή καλύτερα είναι ο κανόνας )
ο άλλος έχει χρόνια να γράψει
κι ο τρίτος πρέπει να είναι ήδη φάντασμα.
Στο διαδίκτυο υπάρχουν πολλοί ποιητές
μα στην τελική καταφέρνω να επισκεφθώ
δύο με τρεις σελίδες τη μέρα.
Πρέπει να αναπνέεις κιόλας.
Ένας καλός μου φίλος που ήθελε να είναι ποιητής
τρελάθηκε πριν γράψει οτιδήποτε
και ένας άλλος μόλις χτες μου εκμυστηρεύτηκε πως γράφει
γιατί ήξερε πως εγώ δεν θα γέλαγα με αυτό.
Κάποιες προσπάθειες που γίνονται για την επικοινωνία της ποίησης
από μεμονωμένα άτομα ή συλλογικότητες
καταλήγουν να τρέφονται με τα απομεινάρια
από το μεσημεριανό ουζερί.
Εγώ ποτέ δεν είχα όνομα μέσα σε αυτό ( ή σπάνια έστω )
κι αν αυτό που κάνω είναι ποίηση
δεν το ‘χω σκεφτεί ιδιαιτέρως
μα και κανείς δεν τόλμησε να μου το πει κατάμουτρα.


 


Το μεσημέρι είμαι καλεσμένος σε φιλικό σπίτι για φαγοπότι. Οπότε καλό θα ήταν να σουλουπωθώ λιγάκι. Θα κάνω ένα μπάνιο, θα φορέσω καθαρά ρούχα και θα βάλω λίγο τσίπουρο σε μια μπουκάλα για πεσκέσι. Μα το κυριότερο είναι, καθότι ξύπνησα πάλι με τον ψυχαναγκασμό του ποιητή, να προεξοφλήσω την φλυαρία μου και να αλαφρύνω το μυαλό μου από όσες περισσότερες λέξεις μπορώ. Οπότε για το κοινό καλό, εξαιρουμένου του δικού σας, αγαπητοί μου αναγνώστες, θα ακολουθήσει μια ακατάσχετη, πιθανώς, ροή λέξεων και φράσεων, μπας και κατευνάσω το τερατόμορφο καρδιοχτύπι της δημιουργίας και μπορέσω να χαρώ, σιωπηλά και ακίνδυνα, την συντροφιά της παρέας. Επομένως, χρέος κι ηδονή, περίπατος, βιτρίνα, σωτήρας, υποδούλωση, μόνος, μοναχικός, σαφέστατα, υπεύθυνα, έρωτας, πράξη, παιδιά, γατιά, σκυλιά, θάνατος, χρωμοσώματα, εμπόριο, κομμουνισμός, αναρχία, βυζιά, κώλοι, πούτσες, μουνιά, facebook, χιούμορ, θεός, κορνήλιος καστοριάδης, ξέρω, γνωρίζω, υποθέτω, μπορώ, άκουσα, λένε, θα βρέξει, θα χιονίσει, η γη πεθαίνει, ωρολογιακή βόμβα, κατευθυντήρια σιωπή, αγάπη, αγάπη, μουσική, τέχνη, πόνος, πατρίδα, ήλιος, Δ.Ν.Τ., αριστερά, δεξιά, ανώφελα, αλήθεια, ψέμα, ποίηση, ποίηση, γραφή, σκατά. Νομίζω πως νιώθω ήδη καλύτερα. Καλησπέρα, πως πάει;



Οι άνθρωποι την σταματούσαν στο δρόμο και με ατόφια αγωνία την ρωτούσαν αν αισθάνεται καλά. Σήμερα ξεκουράζομαι, ψιθύριζε κι ευθύς απομακρύνονταν.



Η αγάπη μου είναι το μυστικό που σε σένα εκμυστηρεύτηκα. Η αγάπη μου μεγαλώνει με τα μυστικά μου για σένα. Η αγάπη μου δεν θα πεθάνει ποτέ, καθώς κανείς δεν θα μάθει ποτέ ποιος είμαι. Εκτός ίσως από σένα. Η αγάπη μου δεν θα πεθάνει ποτέ, καθώς ποτέ δεν θα μάθω ποιος είμαι. Παρομοίως, η αγάπη μου είσαι εσύ που δεν ξέρω τίποτα για σένα κι αυτό είναι ό,τι ζητώ.



Τα πουλάκια κελαηδούν, ένα μηχάνημα βουίζει
Ένα τσιγάρο καπνίζει ένα άντρα
Η άνοιξη είναι ένα κρεματόριο
Όπως η αδικία είναι τυφλή
Ο κόσμος πηδάει από τις επάλξεις
Σφηνώνεται στη λέξη
Να ένα μήλο, να ένα πιστόλι
Να η υπεράσπιση των πάντων
Η απόλυτη ευκαιρία να σιωπήσεις
Γράφοντας μια ακόμα πρόταση
Δίχως την παραμικρή θέληση
Να σώσεις ή να σωθείς
Οι σημαίες σκεπάζουν τη χλόη
Οι μηροί σου αγκαλιάζουν το φως
Εγώ δεν αισθάνομαι λύπη
Εγώ φροντίζω το κορμί μου
Να γίνει στάχτη
Να ένα όμορφο πρωινό
Να η ανάταση της μοίρας μου
Σκεβρωμένοι υπάλληλοι του ακατάληπτου
Επιδειξίες σφετεριστές του ωραίου
Απλά μια σημείωση στην έκβαση του αγώνα
Είναι αρκετή να επαναφέρει
Τη συλλογική μνήμη του παιχνιδιού
Η απόλυτη ευκαιρία να σιωπήσεις
Γράφοντας μια ακόμα πρόταση
Από το Αγρίνιο ως τη Τζακάρτα
Από το πάνω ράφι της βιβλιοθήκης
Ως τον κάδο ανακύκλωσης στη γωνία
Από τη μι έως τη φα
Όλα είναι η έξοδος κινδύνου
Ο απαιτούμενος χρόνος σήψης
Η επιμονή του Κυρίαρχου Άλλου
Να γίνει Εμείς
Να το απόλυτο, να το μήλο
Ο χρόνος είναι ο διάολος
Κι ο διάολος είναι η φύση
Όπως σηκώνεσαι μέσα στο κύμα
Όπως ρουφάς το αίμα μου
Όπως ονειρεύεσαι τον τερματισμό
Ως την αιώνια επιστροφή
Ενός όμορφου πρωινού
Της αγκαλιάς μας
Χρέος



Από ένα σημείο κι έπειτα δεν έγκειται άλλη αλήθεια στις λέξεις. Όλα κυλάν στη ρότα των προλεγόμενων. Οτιδήποτε φαινομενικά νέο δεν είναι παρά μια επιβεβαίωση του παλιού. H ανακάλυψη καινούργιων τρόπων διατύπωσης απλά ενισχύει την πίστη σου πάνω στην ιστορία σου. Όλα έχουν ειπωθεί χιλιάδες φορές από σένα κι εκατομμύρια φορές απ’ όλους τους άλλους μα δυστυχώς υπάρχει ακόμη πολύ δρόμος για να θεωρηθούν δεδομένα. Για το λόγο αυτό γιαγιά πάρε με σπίτι. Για το λόγο αυτό γιαγιά πάρε με σπίτι. Γιαγιά πάρε με σπίτι. Γιαγιά πάρε με σπίτι.



Η επιθυμία ενός τραγικού προσωπικού συμβάντος με στοιχειώνει. Ο θάνατος, η απώλεια, η καταστροφή μου κλείνουν το μάτι και χαμογελάν ηδονικά. Ανατριχιάζω κι η καρδιά αυξάνει τους παλμούς της στη σκέψη ενός πόνου τέτοιου μεγέθους που θα παρασύρει και θα αφανίσει κάθε νόρμα, κάθε υπόσχεση δική μου η δική σας, κάθε πρότερη εικασία ή υποτιθέμενο θέλγητρο της ζωής μου. Φαντασιώνομαι το κορμί μου να λυγά και να συσπάται στην απαγγελία του ολέθρου. Να συρρικνώνεται και να εξαφανίζεται υπό το βάρος του πόνου και της θλίψης που αυτός προκαλεί. Ίσως αυτό ακριβώς να είναι το σημείο που ποθώ και είμαι σίγουρος πως η ιδανική συμφορά μπορεί να το επιφέρει. Η πλήρης ματαίωση αυτού που είμαι και θέλω να είμαι κι η σταδιακή αποσύνθεση μου σε κάτι πολύ λιγότερο από το ανθρώπινο. Μια πέτρα που υπάρχει απλά όπως οι πέτρες υπάρχουν. Χωρίς να αναπνέει, χωρίς να αναρωτιέται, χωρίς να περιμένει τίποτα άλλο πέρα από τον θρυμματισμό της, χρόνο με το χρόνο και σταγόνα με τη σταγόνα. Μια πέτρα στο χώμα, μες στη θάλασσα ή στα χέρια ενός μικρού παιδιού. Μια πέτρα που είτε στέκεται είτε κυλά δεν αλλάζει αυτό που είναι. Ένα σκληρό, συμπαγές τίποτα που ατενίζει τον κόσμο με αδιαφορία. Μια πέτρα που απεχθάνεται τον κόσμο στα χέρια ενός τρελού που με μανία διαλύει το κεφάλι της αγαπημένης του. Μια πέτρα που μισεί τις κοινωνικές προσταγές θρυμματίζει μια βιτρίνα. Μια πέτρα μαύρη, ολοσκότεινη, αποχαιρετά γνωστούς και φίλους φεύγοντας όσο πιο μακριά μπορεί. Μια πέτρα ανίκανη να πεθάνει αφού είναι για πάντα νεκρή.


 

Το τραγουδάκι της πρώτης επιθυμίας να φτιάξουμε συγκρότημα

Στην κ. Φρειδερίκη


Ποια συγχώρεση χωράει μες σε ένα λεπτό;
Ποια συγχώρεση αντέχει τον καλό μου εαυτό;
Παλιά γελούσαμε πολύ, παλιά γελούσαμε μαζί
Άνοιγε η πόρτα στο κλειδί κι ούτε μια λέξη αδειανή
Μα πάει καιρός που ξέχασα ποια η γιατρειά κι ο πόνος
Παρέα στέκονται μαζί και γω αντίκρυ μόνος

Hackers café 1995