Ευκολία

“Είμαι χάλια γιατρέ μου;’’ είπε το ανθρωπάκι.
“Τρία ποιήματα το πρωί, τρία το μεσημέρι και τρία το βράδυ” είπε ο άλλος.
“Και θα γίνω καλύτερα;’’ ξαναρώτησε το ανθρωπάκι.
“Σίγουρα όχι’’ είπε ο άλλος, “μα θα μάθεις να ζεις με αυτό.’’

————————————————

Ευτυχώς η ποίηση δεν έχει χρόνο
και τις περισσότερες φορές ούτε όγκο
οπότε προς μεγάλη μας χαρά και ικανοποίηση
μένουν μονάχα οι δύο της κλασικές διαστάσεις
για να υπερασπιστούμε τη γαμημένη αυτή ζωή.

Advertisements

όμορφοι σαν η καταστροφή να ρχόταν
όμορφοι σαν να μαστε εμείς η αιτία
ετοιμάζαμε τον ερχομό της νύχτας
γεμάτοι πίστη για το ξημέρωμα

μα είχε περάσει δώδεκα κι ο ήλιος δεν είχε δύσει
είχε περάσει δώδεκα κι είχαμε ήδη τρελαθεί

άλλη μια βδομάδα
χρήσιμη για το μέλλον
γεμάτη υποσχέσεις για το παρελθόν
με ένα διάλειμμα την Τετάρτη
για πονοκέφαλο

το κενό είναι πάντα εύκαιρο
από υποχρέωση και μόνο
δαγκώνω το δάχτυλο μου
κι η απέχθεια είναι μάλλον ικανή
για ένα φιλικό καφεδάκι
μονάχα μην ρωτήσεις που έχω χαθεί
δεν γίνονται όλα παρελθόν

κώνειο

και παρά τις όποιες προβλέψεις
και την μακρά ιστορία των αγώνων
η επανάσταση ήδη μεταδίδεται
σε ζωντανή σύνδεση
με τις οθόνες μας.
πες « ζήτω η επανάσταση »
μην φοβάσαι ρε

ποτέ μου δεν περίμενα ότι θα νικήσουμε
ανεργία με ταμείο, άφθονο πιε
και κάνα ιδανικό να μας συγκεντρώνει που και που
συμβασούλες για το χειμώνα και πάλι ήλιος. Όλε
ζούμε σαν τους ήρωες που διαβάζαμε
μπορεί και καλύτερα
οι άλλοι εξάλλου είναι στις τρύπες τους

ευτυχώς κατά την διάρκεια των αιώνων
υπήρξαν ευλογημένοι άνθρωποι
που δεν κατάφεραν ποτέ
να σηκώσουν κεφάλι
από τον μόχθο τους
γλυτώνοντας μας
από ακόμα περισσότερη ποίηση

Είναι μικρές χαρακιές στον αέρα.
Σύννεφα σκόνης που υιοθετούν το μέλλον.
Το γνώριμο ανοικείο όνειρο ενός κάποιου
που είπε ότι έχεις να πεις πριν γίνει κάποιος άλλος.
Κάποτε είναι προγραμματισμένο να τον πιστέψεις
κι αυτόν και τον άλλο αφού
δεν θα χει απομείνει κανείς μας.
Σύντομα υποσχέσαι να ρουφήξεις τον ήλιο με μια γουλιά.
Μα έχεις ήδη αρχίσει να παραμιλάς.
Το στόμα σου επαναλαμβάνει τη σιωπή
με τα δάχτυλα ακροβολισμένα στο κενό.
Μια τυχαία ακολουθία είναι πρωτιστώς η αλήθεια σου.
Ένας καλημερίζει, ένας τρώει, ένας κοιμάται και ξυπνά.
Στο μεσοδιάστημα ο χρόνος επεμβαίνει ακαριαία.
Μέχρι την αγάπη σου ή την καλοσυνάτη σου θλίψη
που σε έχει μάθει να σηκώνεις τις πατούσες σου όταν περπατάς.
Ευτυχώς, όμως, όλο και κάποια προδοσία
υφαίνεται για προσκεφάλι. Αρκεί να σιχαθείς
τα σωθικά σου κι η μαγεία θα επανέλθει.

Όλοι μας ζούμε στον υπόνομο
μα κάποιοι από σας κοιτάνε τα αστέρια
κι είστε συνήθως οι ίδιοι μαλάκες
που όχι μόνο δεν βοηθάτε
να μην πνιγούμε στο σκατό
αλλά έχετε και το θράσος
να την λέτε σε όποιον
αγόγγυστα φτυαρίζει.

Η Απάτη

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Απάτη,
να εύχεσαι να μην σε διπλαρώσει κανάς φασίστας.

Τους Πασόκους και τους Συριζαίους,
τον άγριο Μητσοτάκη δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι δυσαρέσκεια, με τι λύπη
θα μπαίνεις σε δημόσια κτίρια πρωτοειδωμένα·
να σταματήσεις σε τρικάκια Παμίτικα,
και τες καλές σκοτούρες ν’ αποκτήσεις,
χρέος και ανάπτυξη, ανεργία και πληθωρισμός,
και ηδονικές υποσχέσεις κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονες ηδονικές υποσχέσεις·
σε πόλεις ρημαγμένες πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους κολασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Απάτη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και τσακισμένος πια ν’ αράξεις στην κάλπη,
απηυδισμένος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας τίποτα να σε δώσει η Απάτη.

Η Απάτη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν ανόητη την βρεις, η Απάτη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Απάτες τι σημαίνουν.

Ακριβώς επειδή δεν υπάρχει αρκετός χρόνος
σε αυτήν ή σε κάθε ζωή πια
για να πούμε τα αυτονόητα
όπως π.χ. ο ήλιος ζεσταίνει
κι ο φίλος κρατάει τον ήλιο ψηλά
ή όπως π.χ. η αγάπη σου είναι η μόνη αλήθεια
γι’ αυτό λοιπόν γράφουμε ποίηση
και φτιάχνουμε μηχανές σπουδαίες
για να μην χρειαστεί να πούμε ο ένας στον άλλον
κάτι που έχει ειπωθεί τόσες πολλές φορές.
Τόσες πολλές φορές είναι ήδη αρκετές.

Ο χρόνος είναι ο πόλεμος, λέει ο σοφός.
Ο χρόνος είναι η ευλογία, λέει ο πιστός.
Ο χρόνος είναι η προσευχή, λέει ένας άλλος πιστός.
Ο χρόνος είναι το φως, λέει μια όμορφη νεαρή κοπέλα.
Ο χρόνος είναι ο επόμενος στίχος, λέει ο ποιητής.
Ο χρόνος είναι ένας ξένος, λέει ο άντρας πριν γίνει παιδί.
Ο χρόνος είναι η χρήση του, λέει ένα ζώο πριν αποκοιμηθεί.
Ο χρόνος είναι το οξυγόνο, λέει ο φυλακισμένος.
Ο χρόνος είναι η σιωπή, λέει ο ερωτευμένος.
Ο χρόνος είναι μια ευχή, λέει ο πεθαμένος.
Ο χρόνος είναι ο Θεός, λέει ο διάολος.
Ο χρόνος είναι μια βλακεία, λέει ο χώρος.
Ο χρόνος είμαι γω, λέω εγώ.
Ο χρόνος είσαι εσύ, λες εσύ όταν είσαι εγώ.
Ο χρόνος, ο χρόνος, ο χρόνος, επαναλαμβάνει ολοένα ο χρόνος.

Αν πριν απ’ το λευκό ήταν το λευκό
έτσι και γω ήμουν πριν από μένα
μα κι οποιαδήποτε άλλη υπόθεση
είναι πάντα επαρκής κι ευπρόσδεκτη
όσο αυτό το ποιηματάκι
μου κρατάει συντροφιά
αράδα την αράδα
μέχρι να γίνει κι
αυτό ότι γίνει.

#παρόν

Απ’ όλα τα όνειρά μου σιχάθηκα περισσότερο εκείνο που δεν έγινα. Όπως τα ροδοπύρινα βυζάκια σου εκμαυλίζουν τον κόσμο. Ανοιχτοποδαρούσα μου λατρεία, εσύ των άστρων φαεινότερο σκότος, γη της απαγγελίας κάθε ποιήματος. Κυλάς και ρέεις και μόνο εσύ με συνδέεις με την γέννησή μου και την άνοδό μου εις τους ουρανούς. Από σένα έρχομαι και σε σένα πηγαίνω, έρποντας και μπουσουλώντας, γνωρίζοντας ότι υπάρχει να γνωρίσω, μες στο γαλαντόμο σου μουνί. Κάθε δρόμος, κάθε πορεία, κάθε κίνηση, πίσω ή μπροστά είναι μια τρύπα, η τρύπα σου, που όλοι στο διάσκελο επιθυμούν να ζήσουν, για πάντα, κι αιώνια να τρέφονται και να τρέφουν τους ωκεανούς των οργασμών σου. Μέσα στον κόρφο μου φυλάω όλα σου τα βλέμματα, καθώς σπέρνουν το χαός, τους γιούς σου και τις κόρες σου, που σε κάθε ανοιχτοσιά του νου, κατασπαράσσω ωσάν την μόνη απόδειξη της θεϊκής μου θνητότητας.

Διάβασα ένα ποίημα, ένα πολύ καλό ποίημα κι αμέσως κατάλαβα πως ότι κι αν πω θα είναι αλήθεια. Δίχως, βέβαια, αυτό να σημαίνει πως η αλήθεια είναι κάτι που ο καθένας αναγνωρίζει ως τέτοια. Από τότε περασαν διακόσια χρόνια κι έπεισα τον εαυτό μου, καθώς κι αυτό που δεν είμαι κι ούτε θα γίνω, να λέω και να γράφω την αλήθεια ακόμη και με τα όπλα του εχθρού. Συνήθισα να προσπερνώ τις παγαποντιές του έρωτα και του μηδέν και να δίνω στα πράγματα ονόματα ακατοίκητων ακόμη καρδιών. Ακόμη κι όταν ο λόγος που με παρακινεί να συνδιαλεχτώ είναι φτηνός κι αλλόκοτος, όπως τώρα, υποσχέθηκα να μην προδώσω την αλήθεια με τεχνάσματα αλχημείας κι ίσως ακόμη αν μπορώ να αντιπαλέψω την γενικευμένη πεποίθηση της εποχής μου που προστάζει τα πάντα να ζουν. Καμία σημασία δεν έχει πως τα κατάφερα.

τ π λ ο λ

Χτυπάς το πλήκτρο ς κι έπειτα το ξ, αμφιταλαντεύεσαι για λίγο μα τελικά χτυπάς και το ζ αφού ξέρεις πολύ καλά πως τίποτα δεν συμβαίνει κι ούτε πρόκειται να συμβεί. Ανάβεις τσιγάρο κι αρχίζεις το κοπάνημα, η η τ και ρ. Ρ και σ και κάμποσα π π π π π. Σκέφτεσαι πως κάλλιστα θα μπορούσες να εξαντλήσεις με μιας το αλφάβητο και να πας να ετοιμάσεις επιτέλους το μεσημεριανό. Μα περιμένεις. Ίσως, σκέφτεσαι, κάποιο από όλα αυτά τα παλιοσύμβολα καταφέρει κάτι να κάνει. Κάτι σαν την λέξη τετράγωνο, ας πούμε. Ω ω και πάλι ω ω ω και ω. Προσποιείσαι πως θυμάσαι μια ατάκα περί του τελους της ιστορίας κι ακόμη χειρότερα πως την κατανοείς. Στην πραγματικότητα ανησυχείς για το νεογέννητο ανιψάκι σου, μα αυτό δεν αφορά κανέναν. Οπότε συνηγορείς στον τρόμο της αφήγησης και χωρίς πολλά, πολλά γ και γ και τ ρ σ λ. Σύντομα θα χρειαστεί να απολογηθείς για το χάσιμο χρόνου, ξέρεις πως εκεί έξω ο φασισμός θεριεύει, μα προηγουμένως λ και λ γ φ ω μ. Μια ζωή την έχουμε και λ η σ α κ α λ π ν ψ. Μπορεί φαινομενικά να χαριεντίζεσαι αλλά όλες οι μεγάλες ανακαλύψεις ήταν η αποσαφήνιση ενός λάθους. Φυσικά όταν το λάθος είσαι εσύ είναι κάπως δύσκολο να γίνεις και ο παρατηρητής του, μα προς το παρόν το πείραμα διεξαγέται επιτυχώς. Το λοιπόν, κ κ κ λ μ ω ν και α, έχω απηυδύσει με όλα αυτά τα υπεραπίθανα νοήματα, μία στο εκατομμύριο, που βγάζουν τον ήλιο ανάποδα δίχως να παραδεχτούν πως είτε εσύ, είτε όλος ο κόσμος πρέπει να έχει τρελαθεί. Το οφείλεις και το οφείλουμε, όχι να είμαστε τρελοί απλά αλλά λυσσασμένοι, αδηφάγοι ψυχάκηδες γιατί πως αλλιώς μπορείς να είσαι άνθρωπος και θεός συνάμα. Τ τ τ τ πολλά τ. Αισίως, συμπληρώσαμε τις 292 λέξεις χωρίς να συμπεριλάβουμε τα μοναχικά και μόνα πλήκτρα. Δεν έχω κάτι άλλο να περιμένω, προς το παρόν, αλλά καλού κακού ν και σ σ σ λ β θ β β ξ.

διαγώνια

Διαγώνια βλέμματα των όσων η μέρα προσμέτρησε στην απόσταση που μας ενώνει. Το μόνο δηλητήριο που δεν ενσαρκώσαμε. Παρά μονάχα στο παραμύθι του, καθένας, εμπεδώνει τις επαναλήψεις ενός ή περισσότερων ρόλων μέχρι να πειστεί πως το τέλος θα είναι μια αιώνια επιστροφή. Κι όμως μία σταγόνα αίμα πάντα ξεχειλίζει την ιστορία. Ένας πόνος πάντα αντιφέγγει τον χρόνο. Προβοκάτσια είναι η θάλασσα κι ο ουρανός κι η επιμονή του να στεκόμαστε γυμνοί απέναντι στα αστέρια. Ένας μικρός Μάης τρέφει αρκετά σκουλήκια για τους λησμονημένους. Μια πεταλούδα απλώνει το τέλος του κόσμου απ’ άκρη σ’ άκρη στο τρεμάμενο πάνω χείλι σου. Όσα ποτέ δεν θα πούμε ο ένας στον άλλον είναι ήδη αρκετά για να ξεχάσουμε ποιοι είμαστε. Το απόψε είναι ανίατο από πάντα.

 

 

Όταν με τον καιρό βαρέθηκε να κλαίει
και να ανησυχεί μην τυχόν
και να υπολογίζει και να διαμαρτύρεται
και να ξεσπά σε χίλιες μπόρες
και να μένει μόνος, κρυφός, κρυμμένος
και να γελά στον ίσκιο του
με τα χέρια σταυρωμένα
και να μουρμουρίζει κάτι ό,τι
βρήκε πρόσφορο κάτω απ’ το τραπέζι
και να ντρέπεται και να αυνανίζεται
χωμένος στην ντουλάπα
και να κλαίει ξανά και να καταριέται
όταν λοιπόν τα βαρέθηκε όλα αυτά και τ’ άλλα
κι αφού έμεινε για λίγο σιωπηλός
ένας πελώριος θαυμασμός του άνοιξε το στόμα
κι ο κόσμος ολόκληρος στάθηκε στην άκρη των χειλιών του
κι ευθύς με μιάς τον έφαγε, αμέσως τον κατάπιε
και τώρα κάθεται ήσυχα και αγναντεύει ως πέρα
απαλά χαιδεύοντας την κοιλιά του.

σύντροφοι

Αν κάποιος είναι νεκρός, αυτός είναι νεκρός
καθώς εσύ τρέχεις να μάθεις
πως αυτός είναι νεκρός, κάποιος είναι νεκρός
καθώς εσύ τρέχεις να μάθεις
γιατί κάποιος είναι νεκρός, αυτός είναι νεκρός
καθώς εσύ τρέχεις να μάθεις
Αν αυτός είναι νεκρός, κάποιος είναι νεκρός

Θεσσαλονίκη, ‘99, η απαρχή του κολαστηρίου, μα αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Με τους δύο κολλητούς ναρκόφιλους δεν την ακούμε πια, για κείνο το βράδυ, και θυμόμαστε πως κάτι υπάρχει ανάμεσα στα πόδια μας. Με τα στόματά μας ραμμένα και κομμένα από την μαστούρα και μάτια αντικοινωνικά, ο Βαρδάρης θεωρήκε η μόνη ευκαιρία, αν όχι να αγγίξουμε, έστω να δούμε ότι φημίζεται ως γυναικεία φύση. Με τα πολλά, μπαινοβγαίναμε σε κάτι χαμόσπιτα, με κάτι γερασμένες πουτάνες και μέχρι κι οι τσατσάδες μας λυπόντουσαν και μας παρότρυναν να βγούμε στον κόσμο, να γνωρίσουμε κορίτσια, να ερωτευτούμε, ακούς εκεί. Ώσπου σε ένα σπίτι καμιά δεκαπενταριά μαλάκες καθόντουσαν αναπαυτικά στους καναπέδες και κάτι περίμεναν. Αυτή βγήκε σε λίγα λεπτά κι ήταν σίγουρα η πιο όμορφη γυναίκα που μπόρεσα να δω για πολύ καιρό. Έλαμπε σε μια νύχτα που ήδη βίωνα για μήνες. Σάστισα και γύρισα να κοιτάξω τον κολλητό. Χασκογελούσε με δόντια μπαρουοζικά και σάλια και μάτια ξυράφια, και μου φάνηκε τόσο μα τόσο αποτρόπαιος και μόνος. Πέταξα γρήγορα το κεφάλι πίσω στην κοπέλα μα είχε ήδη μπει μέσα. Περιμέναμε λίγο και λακίσαμε σαν δαρμένοι. Δεν γύρισα ξανά στο σπίτι μήπως και την δω. Ανταυτού το βλαμόγελο του φίλου μου με στοίχειωσε. Από τότε έχει γίνει χίλια και χίλια στόματα, φίλων αγαπημένων, που ολοένα με αποσπάν από το χάζι μου. Υπόσχομαι και ξαναυπόσχομαι να μην ξαναπροδόσω την ομορφιά μου για κανέναν. Που και που τα καταφέρνω. Μα όλο και κάτι χάνω.

πυξίδα

Σημεία δεν γνωρίζω, μόνο εσένα
πλάνη αστείρευτη
χωρίς συνοχή
όνειρα διάσπαρτα σ’ ένα χαμένο νου
λέξεις αγωνιούν στις ανηφόρες του
καλοκαίρια πίσω τους κρυμμένα
κι εσύ να γυρνάς και να γυρνάς
τον κόσμο να φανερώνεις
και να μην φανερώνεσαι
πού ζούσαμε άραγε πριν
μας ταράξεις τους ορίζοντες;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

—————————————–
Λοιπόν, εκλιπών, αγαπητοί φίλοι, όσοι δείτε αυτή την ανάρτηση, μου ‘ρθε η ιδέα να γράψουμε κάτι όλοι μαζί. Ειλικρινά, βαρέθηκα μόνος και δεν είναι καν αυτό. Θα μπορούσε να γίνει η αρχή από οποιονδήποτε. Δεν θέλω να την κάνω εγώ. Κι από κει σε κάθε μπλογκ η συνέχεια. Ή μια αναρχία διάθεσης του κειμένου. Θα δούμε. Ποστάρω και περιμένω τον πρώτο στίχο. Θα προσπαθήσω να ανανεώνω στην αρχή του κειμένου. Φιλίά.

Απ ΄όταν άρχισα να κατοικώ στην κοιλιά μου
κατανόησα τον κόσμο
σαν αυτό που πράγματι είμαι.

Συνταίριαξα το φως με το χάδι σου
και τον ήχο με τη γεύση σου
κι ένα τυχαίο γεγονός με την μοίρα.

Τώρα μπορώ να ξέρω πως ζωή λέγεται
η αγάπη μας. Ακόμη κι αν δεν έρθεις
ποτέ.

Είναι τόσο εύκολο
να γράψεις κάτι
οτιδήποτε
προτού καν σκεφτείς τι γράφεις
ή το θεωρήσεις ως κάτι
που είναι ή δεν είναι
μα που αυτομάτως ξέρεις
πως ακόμη κι αν
δεν είναι αυτό που θες να πεις
το αγαπάς και το εκτιμάς
και το διαβάζεις
ξανά και ξανά
έως ότου βρει κι αυτό,
σταδιακά, την σημασία του.

Ο χρόνος γεννιέται την στιγμή που όλοι είναι νεκροί. Θαρρώ πως ήδη συμβαίνει. Το σύμπαν ισσοροπεί άχαρα πάνω στην μύτη μου. Από κει μπορώ να δω όλα όσα υπήρξαν. Την αγάπη που.. Τον φίλο που τάισα θειάφι. Ω, μα τι νόημα έχουν όλα αυτά; Ο ίσκιος μου, τώρα, συντηρεί τα αστέρια και δεν υπάρχει τίποτα να πεθυμήσω. Ως πέρα απλώνεται ένα άλτρειο σούρουπο κι ένα άγουρο πρωινό. Μικρά σύννεφα σκόνης διαθλούν το φως, επιβεβαιώνουν την μοναξιά, όπως κι όταν ακόμα υπήρχε αυτή η λέξη. Δεν τολμώ να σηκωθώ από την θέση μου. Οτιδήποτε αντανακλάται στο σώμα που είμαι και τόσο ανίκανος να συγκρατήσω αυτή την σιωπή. Έπρεπε να φτάσω εδώ για να συλλάβω την κατάρα του ενός. Ελπίζω σύντομα να καταφέρω να θρυμματίσω τον κόσμο στην αιώνια άδικη μοίρα του. Προσεύχομαι γι’ αυτό στον Θεό που έχω γίνει.

σκατά σπλάχνα

Δεν με ενοχλούν οι μύγες όταν
δεν είναι άνθρωποι.
Γαμημένη αστική χωροταξία.

Δεν με ενοχλούν οι σκύλοι όταν
δεν είναι άνθρωποι.
Γαμημένε καπιταλισμέ.

Δεν με ενοχλούν τα πλυντήρια όταν
δεν είναι άνθρωποι.
Γαμημένη ευδαιμονία.

Δεν με ενοχλούν τα βιβλία όταν
δεν είναι άνθρωποι.
Βάλε στον κώλο σου ένα ποίημα.

Δεν με ενοχλεί τίποτα όταν
δεν είναι άνθρωπος.
Come γαμημένε armageddon, come.

Αφού, κιόλας, καταλάγιασε η επιθυμία να ζήσω
για πάντα, σε αφήνω στο σαλόνι μόνη
να βλέπεις τηλεόραση
μόνο και μόνο για να γράψω
αυτήν την πρόταση
που ούτε ξέρω τι σημαίνει
ούτε με ενδιαφέρει
κι ευτυχώς ήδη τελείωσε
και επιτέλους θα σε πάρω αγκαλιά.

Η πρώτη φράση του ποιήματος
κοστίζει ακριβά
όταν το υπόλοιπο ποίημα
δεν έχει ακόμα αρχίσει.

————————-

 Δεν έχει ακόμα αρχίσει
όταν το υπόλοιπο ποίημα
κοστίζει ακριβά
η πρώτη φράση του ποιήματος.

Ζω τον δρόμο μου έξω απ’ τη ζωή
Γράφω τον δρόμο μου έξω απ΄ την γραφή
Αγαπώ τον δρόμο μου έξω από σένα
Κι εσύ ακολουθείς
Κι εσύ κι η θάλασσα κι η γη

Φυσικά και δεν υπάρχω,
θα έλεγε ένας οποιοσδήποτε
χαρακτήρας ενός οποιουδήποτε
ανήκουστου παραμυθιού,
μα, ειλικρινά, πόσο πολύ θα ήθελα,
θα συνέχιζε,
να γινόμουνα εσύ.

Πόσο δύσκολα ο πόνος γίνεται
η φωνή
που διασώζει
τον πόνο.

Κατά τα άλλα
θάνατος, πλήξη
και πάλι θάνατος.

Διατρέχω τον κίνδυνο να αγαπήσω αυτή την πόλη.
Με τις άδειες ώρες της
και τα στενά της πεζοδρόμια.
Ω! Τα απορριματοφόρα της κεντρώνουν τη νύχτα
όπως το καντήλι τους εύκαιρους αγίους.
Το αποχετευτικό της σύστημα ακμάζει
σαν ένα αστέρι που βυζαίνει τον κόσμο.
Πως μπορώ να μην εκτιμήσω την αγαθοεργία
τόσων και τόσων κωλοτρυπίδων.

Η τρέλα είναι πάντα ένα σπίτι
με αναμμένες όλες τις συσκευές
το ρεύμα να τρέχει στη διαπασών
τις βρύσες ανοιχτές, τα ρολόγια
κολλημένα στην πιο κοινή ώρα
γατιά, σκυλιά να λυσσάνε
το μπαλκόνι να κρέμεται στην
άβυσσο, άφθαρτοι τοίχοι
γυαλισμένα τζάμια, ευθυγραμμισμένα
έπιπλα, στρωμένα κρεβάτια
τακτοποιημένοι λογαριασμοί
το κλειδί στην πόρτα
ένας ολόκληρος κόσμος να
περιμένει να μπει μέσα, να ζήσει
κι αυτός, να φάει, να γαμήσει
να χέσει, να δει τις ειδήσεις
να πει τα νέα του, να κάνει
σχέδια για το μέλλον, να
αναβιώσει το παρελθόν
να σε πιάσει απ’ το λαιμό
να σε πετάξει στο δρόμο
να πας στο διάολο, να φύγεις
να μείνεις μόνος, μακριά από
όλους, φοβισμένος, ήσυχος
πεινασμένος, κουρέλι, μόνος
ελεύθερος, βρωμιάρης, άρρωστος
κι ευτυχισμένος.

Μόλις σε πρωτοείδα
Και σ’ αγαπάω χίλια χρόνια
Προτού το ρίσκο της σιωπής
Μαρτυρήσει ποιος να είσαι

Μπορείς πάντα να είσαι
Πριν ακόμα επιστρέψεις
Λιγό αφότου πια χαθείς
Κάθε μια καρδιά

Δεν έχει συμβεί
Δίχως εσένα
Το πρίν ή το μετά
Από εμένα



Μπήκε ένας στίχος ανάμεσα σε ότι έλεγα
κι έτσι κανείς δεν με πίστεψε.
Ποιοι θα ήταν άραγε οι φίλοι μου
αν θεωρούμουν ως κάτι οικείο.
Συνέχισα να δηλώνω αθώος
με την ελπίδα να απομονωθώ.
Η κοινωνία δεν αποδέχεται
ότι δεν της ανήκει.
————————Γίναμε τόσο σοφοί που φαντάζει ακατόρθωτο———————
να γίνουμε οτιδήποτε άλλο.
Επιμένω πως ο χρόνος
είναι το μόνο μας άλλοθι.
Τι νόημα έχει η χρήση
αν δεν μπορείς να χριστείς.


Αν μες στην λέξη βρίσκεται η γνώση περισσότερων λέξεων που με την σειρά τους συνθέτουν το κυρίαρχο κομμάτι της νόησής μας, αν μες στην λέξη βρίσκεται η νόησή μας πέρα από την γνώση περισσότερων λέξεων, αν μες στην λέξη βρίσκεται η άγνοιά μας για την νόηση ως τμήμα αυτής της λέξης ή όσων ακόμη αυτή συνεπάγεται, αν μες στην λέξη βρίσκεται η λέξη νόηση ενώ ταυτοχρόνως βρίσκεται και μια παντελώς άγνωστη λέξη, αν μες στην λέξη βρίσκεται κάθε λέξη που περιλαμβάνει την δυνατότητα νόησης της λέξης, αν μες στην λέξη βρίσκεται το κυρίαρχο κομμάτι της νόησής μας αλλά δίχως την λέξη αυτή, αν μες στην λέξη βρίσκεται η λέξη πριν γίνει λέξη ή γνώση ή νόηση, αν μες στην λέξη βρίσκεται ένα συνονθύλευμα γνώσης, άγνοιας και νόησης, αν μες στην λέξη βρίσκεται η κυριαρχία της άγνοιας επί των πάντων, αν μες στην λέξη βρίσκεται η δυνατότητα νόησης κάθε πιθανής λέξης, αν μες στην λέξη βρίσκεται κάθε δυνατότητα νόησης της άγνοιάς μας, αν μες στην λέξη βρίσκεται η νόηση άγνοια επί της λέξης ή περισσότερων λέξεων, αν μες στην λέξη βρίσκεται ένα κομμάτι από την σύνθεση της δυνατότητας της γνώσης της λέξης ή περισσότερων λέξεων, αν μες στην λέξη βρίσκεται μια περισσότερη λέξη από την άγνοια, ή την νόηση, αν μες στην λέξη βρίσκεται κάθε λέξη γνώση και άγνοια κι αν μες στην λέξη δεν νοείται η λέξη αυτή ή περισσότερες λέξεις εγώ τι γυρεύω με την λέξη αυτή;

Να που δεν ξέρω τίποτα αφού όλα υπάρχουν.
Μα πρέπει να ξεθεωθώ για να σωπάσω.
Ή απλά να γίνω αυτός.
Επιμ ΄νει ένα λάθος πλήκτρο να συντονίζει
τους χάρτες.
Το θέλω. Το θέλω. Το χω. Το θέλω.
Χτες από σήμερα συνάντησα ένα φίλο που είχα να δω καιρό.
Αφού συμφωνήσαμε πως το ψέμα
είναι ο μόνος τρόπος για να παραμείνουμε ζωντανοί
κι ονειρεμένοι
θάψαμε το μισό σύμπαν και χριστήκαμε κυριάρχοι
του άλλου μισού. Έπειτα τσακωθήκαμε
γιατί μια φωνή μας είπε πως το δύο είναι γρουσουζιά.
Πάλι πρέπει να θυμηθώ ποιοι είστε.
Ίσως είναι καλύτερα να συνθλίξω το φως
μες στην υπόσχεση της αγάπης σου.
ΟΚ ΟΚ έρχομαι. Γαμη…

Η πρώτη πρόταση λέει πως η ιστορία επανέρχεται σε αυτήν.
Η δεύτερη επιβεβαιώνει τον κανόνα με μια αδέξια περιστροφή γύρω από τον εαυτό
της.
Ακολουθεί ότι γρήγορα θα ξεχαστεί προς όφελος της μνήμης.
Κι άλλα εξίσου ευπροσήγορα λόγια εντείνουν την διάθεση μεταμέλειας.
Άξαφνα μια αράδα απογυμνώνει το ανεκδιήγητο.
Αποχωρίζεσαι κάθε σημασία προκειμένου να λυτρωθείς.
Πάραυτα στο τέλος είσαι πια βέβαιος πως κάτι έχει μόλις ξεκινήσει.
Μια οποιαδήποτε πρόταση εκκινεί την ίδια ακριβώς ιστορία.

Είδα τόσα πρόσωπα στο σύννεφο
που αναρωτιέμαι πια
αν υπάρχει η παραμικρή ελπίδα.
Ακόμη κι αν είμαι παιδί.

Βγαίνει με μια πρόταση η ζωή.
Άντε και μ’ ένα σύριγμα.
Ελάχιστοι το τόλμησαν
κι ακόμη λιγότεροι το κατάφεραν.
Συνήθως επικρατεί φασαρία.
Ακατανόητα πολύ φασαρία.

Δεν υπάρχει μέρος μακριά απ’ τον άνθρωπο.
Δεν υπάρχει χρόνος, μήτε σοφία, μήτε σιωπή.
Έως και τα ζώα, ταπεινωμένα, αναγκάστηκαν
να απαγγέλουν ποίηση.
Έως και τα χρώματα, βαριεστημένα, ανακάλυψαν
τον μόχθο της επιβίωσης.
Δεν υπάρχει μέρος μακριά απ’ τον άνθρωπο.
Δεν υπάρχει όνειρο, μήτε χαρά, μήτε λύπη.
Δεν υπάρχει κάποιος άλλος που να ‘μαι εγώ.

Γάμα το μέλλον.
Υπάρχουν χίλιοι τρόποι για να πεθάνεις
και μόλις ένας για να ζήσεις.
Γάμα το μέλλον.
Άσε τους κάθε λογής τυχοδιώκτες
να ψέλνουν τις προσευχές τους
να θυσιάζουν τα παιδιά τους
να ρίχνουν τα εντόσθιά τους στην φωτιά.
Εσύ κλείσε το μόνο σου δάκρυ
σε μια σταγόνα της βροχής
κι άστην να κυλήσει
να σπάσει και να χαθεί.

Αν λίγους στίχους μόνος μου
κατάφερνα να γράψω
δίχως εγώ να έγραφα
δίχως χαρτί να υπάρχει

Δίχως να χω τα μάτια μου
δίχως και τα δικά σου
δίχως τον κόσμο αυτόν εδώ
δίχως κι άλλον κανένα

γράμματα

Η ζωή προηγείται της τέχνης.

Η τέχνη προηγείται της ιδέας.

Η ιδέα προηγείται της κοινωνίας.

Η κοινωνία προηγείται της ιστορίας.

Η ιστορία προηγείται της επιθυμίας.

Η επιθυμία προηγείται της τρέλας.

Η τρέλα προηγείται της ελευθερίας.

Η ελευθερία προηγείται της ζωής.

Όταν το πιώμα ξέρει τι λέει εγώ δεν ξέρω ποιος είμαι κι έτσι είμαστε κι οι δύο χαρούμενοι. Όπως θα γράφω τις στροφές εσύ αν θέλεις κοιταζέ με. Ο Τσαρλς επιβλέπει την ευδαιμονία και της αποψινής μας απόγνωσης. Χαίρε πάτος αμέτρητος και άσπρος, κατάλευκος, χιόνι, γαλακτώδες, μάρμαρο. Με όσες λέξεις η παγωμένη μας καρδιά ξέρει να σε προσφωνεί. Ευτυχώς κανείς μας δεν μοιάζει να σαλεύει κι έτσι είμαστε όλοι σίγουροι πως η χαρά μας ανήκει. Γλίτωσε και το αύριο από την προσπάθειά του να υπάρξει. Με λίγη τύχη μπορεί να παρασύρει και το μεθάυριο και μια αλυσιδωτή αντίδραση να μας χαρίσει τη ζωή που δεν θα ζήσουμε αλλά εκατομμύρια άλλες ζωές, βουβές και ταπεινωμένες, στο κολαστήριο που αρμόζει στους πραγματικούς ήρωες αυτού του ανθισμένου βράχου.

Πέστροφες ανεβαίνουν τον ποταμό
Καθώς μετράω το μηνιάτικο
Και το ξαναμετράω
Καρποί ονειροπολούν
Και γω μετράω το μηνιάτικο
Και το ξαναμετράω
Και μένω πάντα ίδιος

μια τρίχα από την γάμπα του Κορτάσαρ

Υπάρχω υπακούοντας τη μόνιμη αλλαγή που με δαπανά στο ισάξιο σφρίγος  θανάτου και έρωτα. Στην διαύγεια ενός θαλερού απογεύματος πυροδοτείται η ζωή μου πέρα από κάθε νομοτέλεια. Παλινδρομώντας μεταξύ ιδέας και συναισθήματος μαθαίνω να επιβιώνω με τον σαφή τρόπο του μέλλοντος. Ο πόνος απαλύνεται μονάχα για να διεκδικήσει ξανά το σωτήριο μερίδιό του στην διήγησή μου. Γεμάτος αναίσχυντους τόνους στην πρωτοκαθεδρία των φωνήεντων. Ήσυχη απόκλιση, αδαής μεμψιμοιρία, όλα διατυπώνονται με την εγγύτητα του μεσημεριού, με τον ήλιο ακριβώς δοξασμένο να συγχωρεί και να εκπληρώνει τις εκάστοτε ερμηνείες. Απαράβατος ο νόμος της εξάρθρωσης της γνάθου από τις ανεκμετάλλευτες λέξεις. Σιωπή ικανή να συγκεκριμενοποιήσει το απαράθετο. Χρόνια κομψευόμενη ανοησία. Μνημείο που λοξοδρομεί από την γνώση. Αγχόνη εντολοδόχος της πρόνοιας. Η μόνη επαναφορά έγκειται στο σημείο του πόθου, είτε χαίρεις καθοδηγητή. Πριν από κάθε επινόηση εξάλλου υπάρχει ένας οργανισμός συμφερόντων.

Τόσο
λευκό
το μαύρο
κι όμως υπάρχει
ιστορία και σήμερα.
Με τον ίδιο τρόπο που
τα παιδιά εξαφανίζονται
από το χρώμα των ματιών
τους. Το δάσος κορυφογραμμεί
κι ένας ακέραιος ουρανός. Ήδη ακούγεται
το ικετευτικό αλύχτισμα των πρώτων πυξίδων.
Μαζί τους άνθρωποι μοιάζουν να κινούνται, να
δείχνουν ο ένας στον άλλον πως συμφωνείται μια
ψευδαίσθηση. Πως συναρτείται το χαμόγελο και το
γέλιο και η πίστη στις ανακαλύψεις που έπονται. Ένα
ακόμη τσιγάρο φιλοδωρεί την τροχία μου γύρω από τον
κόσμο. Πριν τελειώσει κι αυτή η παράγραφος πρέπει να σκεφτώ
κάτι σαν πόρτα. Ή τραπέζι. Θα τηλεφωνήσω στην δουλειά και θα δηλώσω
άρρωστος.

Αν κι όταν πια έρθει η ώρα
να μάθεις το όνομά μου
αυτό που έχω ή αυτό
που θα αποκτήσω
μην τολμήσεις να
πιστέψεις πως
τ’ όνομα αυτό
είναι δικό μου
όπως ίσως το
δικό σου
όνομα
σου
ανήκει.

ενδιάμεσοι στίχοι

Η ανάσταση καλλωπίζεται με μια μεγαλειώδη αποκοτιά.

Το αλάτι σπινθήρες μνησικακίας.

Χρεωστικά χειροκροτήματα ελέους.

Πρόγκα θησαύρισε στο αγέρι.

Κριτήριο μεταποιείται για ηδονή.

Η σκέψη καμώνεται τον λόγο.

Περιορίσου στο απόρρητο.

Υφολογικοί συνδαιτημόνες.

Γούρνα, μηδέν του ορίζοντα, κρατήρα κατόπτρου.

Έτσι απλά συνέβη η Κυριακή.
Δυο νεκροί καθώς κουβέντιαζαν μεταξύ τους.
Ο ένας εκθείαζε τα οφέλη της επιστήμης
κι ο άλλος υπερασπίζοταν πως είναι ο θεός.

Θες γνώση, κλείσε τα μάτια.
Θες ευτυχία, κλείσε τα αυτιά.
Θες χρόνο, κλείσε το στόμα.
Θες ομορφιά, κλείσε τη μύτη.
Θες φίλους, δέσε τα χέρια σου πισθάγκωνα.

Η γλυκιά μελωδία αποβαίνει σοφία
Η υπέρτατη ευκαιρία
Για το σώμα να κινήσει
Τον απόηχο να νικήσει

Τα ρα ραμ, όλα ποθούνται
Καταφέρουν τη σιωπή
Πι πι ριμ, όλα γεννιούνται
Σφιχταγγίζουν την πνοή

Η απλή μελωδία που συμβαίνει μέσα σ’ όλα
Ένα σκούξιμο, μια βρύση και του παπουτσιού μου η σόλα
Τραγουδώ κι άρα γνωρίζω τη ζωή μου να ορίζω
Τραγουδώ κι άρα μπορώ να πιστεύω στο θεό

Του ρου ρουμ, όλα σημαίνουν
Οτιδήποτε μπορείς
Πι πι ριμ, όλα και όλα
Είναι εδώ και είσαι εσύ

Σε κοιτώ και σκέφτομαι ένα στίχο
Έναν ακόμη στίχο σαν όλους αυτούς
Που σκέφτομαι όταν σε κοιτάζω
Και ξέρω πως δεν σε ενδιαφέρει
Αν φτιάξω ένα ή χίλια ποιήματα
Αρκεί να μην πάρω τα μάτια μου
Από πάνω σου. Ξέρω ακόμη πως
Αυτό που θες πραγματικά είναι
Να μην πάρω τα μάτια μου από
Πάνω σου μέχρι να ξεχάσω πως
Φτιάχνονται τα ποιήματα.

Το ευλύγιστο μουρμουρητό της νύχτας, η σκέψη, το πράγμα,   , το μέλλον επιταχύνεται στο επόμενο γράμμα, καμία απόσταση εντωμεταξύ δεν προκύπτει, παραμένουμε όπου μας βρίσκεις, κανένας και σήμερα, κανένας κι εγώ, χρησιμοποιούμε τη λέξη για να αποφύγουμε το σώμα, που συρρικνώνεται σε αυτό ακριβώς που σημαίνει, να είσαι οτιδήποτε μπορεί να λεχθεί, με ήχο, χρώμα και σιωπή, στο ανόητο κόσμημα της ποίησης.

Ακριβώς αφότου κλείνει η διαφήμιση
Με λεμόνι και φως
Τα ονόματα των ποιητών που ποθώ
Αποκυρήσσουν την πίστη μου
Στην λογοτεχνία
Μα μην πολυχαίρεσαι καλέ μου
Έχω τόσα μα τόσα πολλά να χάσω ακόμα.

αυτό είναι το μπλογκ μου

Υπάρχουν γύρω στις κάμποσες
Εκατομμύρια λέξεις
Που δεν έχω γράψει ακόμα
Κι ούτε πρόκειται
Γιατί δεν μπορώ.
Όλες μαζί κι η καθεμία μόνη
Είναι ότι καλύτερο υπήρξα ποτέ.
Αρκεί να παραδεχτείς ότι με
Αγαπάς / εγώ το έχω ήδη κάνει
Και θα γνωρίζουμε πως κανένα λάθος
Δεν μένει ατιμώρητο.

Κανείς μας δεν θα απαθανατιστεί
Κι απόψε και κάθε βράδυ
Γιατί είμαστε εδώ
Δίχως μύθους
Δίχως θεούς
Ολομόναχοι
Και λατρεμένοι.

Υπάρχουν τόσα προβλήματα
Για τον καθένα μας
Κι άλλα τόσα
Για τον καθένα μας
Άλυτα κάθε βράδυ
Που χάρις σε αυτά
Τα καταφέρνουμε
Και πέφτουμε για ύπνο.

σχόλιο για την ιστορία

Περιμένουμε του νικητές. Έρχονται από στιγμή σε στιγμή. Από αιώνα σε αιώνα. Αυτοί είναι η ελπίδα μας κι η ανταμοιβή μας. Για τις μάχες που δεν δώσαμε και τους αγώνες που προδώσαμε. Η πλάση ολάκερη θα σιγήσει λυτρωμένη. Θα βρούμε, επιτέλους, μια ήσυχη ζωή ανάμεσα στους αμέτρητους νεκρούς μας. Περιμένουμε τους νικητές. Δίχως αυτούς ο πόνος θα είναι ατελείωτος κι η απώλεια διαρκής. Ποιοί θα είναι κανείς δεν ξέρει. Περιμένουμε τους νικητές.

πάλι

Πάλι το γνωστό θέμα
Μεταμφιέζεται
Για να προσποιηθώ πως δεν το ξέρω
Και πως μόλις τώρα ανακαλύπτεται
Προς μεγάλη μου χαρά και τιμή.

Με αυτόν τον τρόπο αυτή τη φορά
Τον ίδιο με κάθε άλλη
Πάλι με λέξεις στη σειρά
Πάλι με μένα να αδημονώ
Να φωνάξω πως τα κατάφερα.

σχόλιο για την ιστορία

Μια από τις λιγότερο πιθανές προτάσεις για να αρχίσει μια ιστορία παραμένει αυτή η οποία διατυπώνει μια εικασία για την πιθανότητα αυτής της πρότασης. Εξάλλου ο καιρός είναι πάντα αυτό που είναι, ένα συνονθύλευμα ουσιαστικών και επιθέτων που διαπερνά κατά πολύ την εισαγωγή ενός κειμένου. Το ίδιο ισχύει και για τους ήρωες, παρότι αποτελούν τις εχέγγυες φωνές μιας εξιστόρηρησης, εξακολουθούν να εποπτεύουν το κείμενο ακόμη και στην απόλυτη σιωπή τους. Έτσι μένει πάντα ικανοποιητικός χρόνος για τα πράγματα και τις λέξεις που ο ίδιος ο συγγραφέας επιθυμεί, σε μια ατέρμονη προσπάθεια να παραμείνει ο κυρίαρχος αυτού του παιχνιδιού, και οι οποίες, παρά την κοινή πεποίθηση, πρωτοστατούν στην δημιουργία τόσο του έργου όσο και στην ευχαριστήση που μπορεί κάποιος να αντλήσει από αυτό. Μα ακόμη και οι πιο ανορθόδοξες εισαγωγές δεν αποτελούν παρά παραφράσεις μιας τυφλής υπακοής στον ρόλο των ηρώων της εκάστοτε ιστορίας και του περιβάλλοντός τους. Αυτό, νομοτελειακά, οδηγεί στην σταδιακή περιδίνιση του κειμένου σε υφάλους κοινοτοπίας και περιφρόνησης του χαρίσματος του να πλάθεις μύθους που υπερβαίνουν την παγιωμένη ανθρωποκεντρική διάρθρωση. Ίσως ήρθε η στιγμή για τις ιστορίες μας να πηγάσουν από όλον αυτόν τον κόσμο που μας περιστοιχίζει μυστικός κι ακλόνητος, μα προς θεού, δίχως την παραμικρή προσάρτησή του στον δικό μας παραδοσιακό εαυτό. Ιστορίες με την ευαισθησία και την ικανότητα να επαναπροσδιορίσουν ότι μας έχει απομείνει να πούμε.

μονάχα η ποίηση

Μας βρήκε η ποίηση
Εύκολους και πανεπόπτες
Έτοιμους να προσδώσουμε στο νόημα
Έναν οποιονδήποτε κόσμο
Και μόνο αφού μετονομαστούμε χίλιες φορές
Να μηνύσουμε τις λέξεις που δεν πέθαναν μαζί μας
Μας βρήκε η ποίηση
Ικέτες και φλεγματικούς
Στον ποδόγυρο της μούσας
Να μουρμουράμε πανηγυρικές λεωφόρους
Με νεκρές επιγραφές και τιμές σκοτωμένες
Εγκατελειμμένα βλέμματα να καρφώνουν τον ίσκιο μας
Μας βρήκε η ποίηση
Πρόχειρους κι απλόχερους
Ελεύθερους κι ήσυχους
Να ξεμακραίνουμε τον δρόμο
Να μην φτάσει κανείς
Κανείς να μη μας βρεί ποτέ
Μονάχα η ποίηση

Johnny was here

Το ότι μάλλον θα πεθάνω οφείλει να με αφήνει αδιάφορο, μα το ότι θα ξεχαστώ από όλους με απασχολεί επαρκώς. Ήδη πολλοί φίλοι το έχουν, ασυναίσθητα, στη λίστα με τις υποχρεώσεις τους κι όσο για κείνη την πρώτη αγάπη καταδικάστηκε, δίχως την παραμικρή ενοχή, να ετοιμάσει το εγχειρίδιο της πλήρους αμνησίας για το άτομό μου. Ίσως έχει κιόλας πουλήσει μερικά αντίτυπα. Είναι το βλέμμα των περαστικών που ποτέ δεν καρφώνεται στη γη, είναι κι αυτή η βλακεία να προσπαθώ να τα έχω καλά με όλους. Όσον αφορά την μνημόνευσή σου είναι προτιμότερο να ποντάρεις σε αυτούς που πλήγωσες παρά σε αυτούς που σε συμπάθησαν. Η ησυχία είναι γνωστό πως εξαφανίζει τα πάντα. Μα ακόμη κι αν παραδεχτώ πως οποιαδήποτε δημιουργία πάει στο βρόντο, ο κόσμος εξάλλου έχει βαρεθεί προ πολλού να συμπάσχει μαζί με όλη αυτή την πολύπλοκη τέχνη του να ζεις, είναι αυτονόητο πως μια μεγαλειώδης καταστροφή εξίσου γρήγορα θα λειανθεί από το κλωθογύρισμα του χρόνου κι απλά θα παρατείνει για κάποιο απειροελάχιστο διάστημα την μνήμη μου. Δυστυχώς, δεν διαφαίνεται κάποια δυνατότητα διαφυγής από τη λήθη.

Κι αφού μάθαμε τόσα πολλά
Για το ψύχος, τους φράχτες και το φεγγάρι
Για το καθένα χωριστά μα και για όλα μαζί
Αναγκαστήκαμε, προκειμένου η γνώση αυτή να στεριώσει
Να πιστέψουμε πως κάποιος μας αγαπά
Ακριβώς όπως και μεις μπορούμε να τον αγαπήσουμε

Τι είπαμε;

Τι γλυκό πλήκτρο η αφή
Κι η ευωδιά τι νους.

Σε μια άγνωστη γλώσσα μπορώ να πιστεύω πως σε λένε ότι για πάντα σε αγάπησα.

Τόσα ημερολόγια για μία καλημέρα. Τόσοι ποιητές για ένα φωνήεν. Τόσες επαναστάσεις για τον καθένα.

Ο αφορισμός άνθισε στα χέρια του σαν σαρκοβόρος ήλιος.

Το μοίρασμα τζογάρει στην ποίηση ή πως κάθε βιβλίο του Μπόρχες θα πρέπει να τιτλοφορείται ‘τα άπαντα’.

Ή αλλιώς δώσε κάθε ευκαιρία στο άδραγμα.

Κάθε στίχος είναι ελεύθερος όταν δεν είναι στίχος. Αυτό δεν επιδέχεται κάποια ανάλυση.

Τώρα αφού γέμισα την κοιλίτσα μου με αχινούς θα βουτήξω στην θάλασσα και θα κοιμηθώ.

Το περίοπτο φάντασμα

Εκείνη τη στιγμή που ο Θεός γεννιέται για να υπηρετήσει τον θάνατό Του και τον δικό σου. Τη στιγμή που ο πόνος εξελίσσεται σε ανυπαρξία. Στο τσάκισμα των διαχωριστικών γραμμών ανάμεσα σε σένα και τα πράγματα, ή τις λέξεις, και την ενοποίηση των πάντων σε ένα στατικό, αιώνιο, ανόητο τίποτα. Ακόμα μπορείς να κινείσαι, να παρατηρείς τον κόσμο ή την γυναίκα σου στο κρεβάτι, να αισθάνεσαι, μα τώρα ξέρεις πως τίποτα από όλα αυτά δεν σε αποδεικνύει ως το άτομο που τα πράττει. Ακριβώς όπως το κομμάτι ενός παζλ, συνταιριάζεσαι στην μεγάλη εικόνα, αδυνατείς να αποκοπείς από αυτήν κι απλά μεταφέρεσαι από το ένα σημείο στο άλλο, παραμένοντας εσαεί τμήμα της. Η παρατεταμένη ασφυξία εξελίσσεται στο αντιφέγγισμα μιας κρυστάλλινης σιωπής. Τα δάχτυλά σου, τα μάτια σου, κάθε σκέψη ή συναίσθημα που είχες ποτέ, διαλύονται και σκορπίζονται υπό το ακράδαντο φως της. Σε λίγο δεν θα ‘χει απομείνει ο παραμικρός κόσμος από ότι συνήθιζες να αποκαλείς ζωή. Καμία ευχή ή κατάρα δεν θα απομείνει εδώ. Εδώ, μονάχα όπως πάντα και παντού το κενό που πλάθει τον χρόνο.

Αδιαφορία.
Καλή λέξη για να δελεάσεις έναν απαιτητικό αναγνώστη.
Ανοησία.
Τον έχεις ήδη καβατζώσει.
Ελλιπής.
Πάνω που αρχίζει να δυσθυμεί ξανά
Αίμα Αίμα Αίμα Αίμα
Κουφάλα νεκροθάφτη, όλοι μας θα πεθάνετε μια μέρα.

Αν η λέξη αντιστεκόνταν στις επιθυμίες μου θα ήμουν ποιητής.

Αν ήμουν ποιητής μήτε η λέξη επιθυμίες θα ‘χε.

Ευτυχώς καμιά αλήθεια κι απόψε
Δεν είσαι εδώ
Ο κόσμος είναι ήδη νεκρός
Δεν νιώθω πείνα ή κούραση
Σύντομα θα κοιμηθώ
Τα τσιγάρα δεν μιλάνε
Τα ποιήματα έχουν ξεθωριάσει
Τα έπιπλα απλά στέκονται
Οι τοίχοι παραμένουν όρθιοι
Δεν είναι κανείς εδώ
Κανείς δεν θα μπορούσε να ναι εδώ
Όλα είναι τόσο ήρεμα
Ευτυχώς καμιά αλήθεια κι απόψε

Αν δεν πιστεύατε σε μένα
Θα μπορούσαμε ναμαστε παρεούλα ///

Κι ας μην ήταν το ποίημα η κοινή μας μοίρα.

Αν μονάχα ήμουν κάτι άγνωστο
Κι από καιρό αγαπημένο.

Τα δέκα λεπτά γίναν είκοσι / μα;
Καθώς άλλαξε το τριπ / πω πω
Στην ανακωχή / χμ
Που θεσπίζει τη μοναξιά / .

Ίσως αυτό το έξτρα δεκάλεπτο
Χρησιμοποιηθεί
Σε κάποια άλλη αλήθεια
Μακριά κι απ’ τους δυο μας

Αυτή η πόλη με τα κλειστά τα μπούτια
και τον μπούτσο στην διαπασών
ξεκοκαλίζει αφηγήσεις εγκλημάτων
πάθους τις στουμπώνει στην κλειδαρότρυπα
να ζηλεύει ο γείτονας να βαράει μαλακία
με τις κόρες τις επιτήδειες αναρχικές
που γνωρίζουν πως καυλώνει ο τσολιάς
και πως σπαράζει ο φλώρος
Αυτή η πόλη με τα χνώτα του αρνιού
και τα αχαμνά του τράγου σερβιρισμένα
στα ιδιαίτερα των σοφιστών και
στα καμπαναριά που ξεσκίζουνε
δύση κι ανατολή κι ανατινάσουν
κομψευόμενους δημογέροντες να
μοιραστεί η χάρις να κιοτέψουν
οι ληστές κι όλοι οι αλλοπαρμένοι
Αυτή η πόλη με τους φρόνιμους
επαναστάτες που ξέρουν πως
να στηθεί ένα γκουλάγκ και πως
ότι δεν φτάνει η αλεπού του βάζει
φωτιά και καίγεται και καλησπέρα
σας πόσο απεχθάνομαι να έρχομαι
σε ρήξη μαζί σας Όλοι χαρούμενοι
με τις μωρουδίσιες φατσούλες τους
να στάζουν κοπριά και λάβδανο
σαν από πάντα έτοιμοι για μια
μεγαλειώδης παρτούζα κανονικό
λουτρό αίματος μαχαίρια πιστόλια
δηλώσεις επί δηλώσεων και δώστου
ένας μπιντές για το καλό της πόλης
Αυτή η πόλη είναι το χαζό μου πόδι
που έχει αρνηθεί να πατήσει καταγής
κι όλο σέρνεται και μου ζητά
με ένα μπαλτά να το ελευθερώσω.

οι ήσυχες μέρες

Οι ήσυχες μέρες δεν χαίρουν ιδιαίτερης φροντίδας. Οι νεκροί χαμογελάν κολακευμένοι και δεν διστάζεις να τους προσφωνήσεις με ένα όνομα τυχαίο.

Το πριν και το μετά αλοίφονται πάνω σε μια φέτα ψωμί. Ψίχουλα σκορπισμένα εδώ κι εκεί μαρτυράν πως δεν υπάρχει φόβος για την επιστροφή.

Οι ήσυχες μέρες ξέρουν καλά πως δεν έχεις πρόσωπο, παρά ένα τσαλακωμένο σεντόνι, απ’ άκρη σε άκρη του κρεβατιού, που υποδέχεται τους φίλους που ποτέ σου δεν είχες.

Ο κήπος μοιάζει ξένος, όπως και κάθε κήπος, το ίδιο και το σπίτι κι η μητέρα, μα ξέρεις πως το κουβάρι ξετυλίγεται μόνο σαν κυλήσει. Ακόμη κι ένα μωρό γνωρίζει πως να κρατήσει τα μάτια του κλειστά.

Οι ήσυχες μέρες δεν ξεδιαλύνουν το φώς. Σιγομουρμουρά η σφενδόνη μια κατακλυσμική ικεσία και τα δάχτυλά σου απλώνονται στη γη, ριζώνουν, καρπίζουν και επιστρέφουν στο στόμα της.

Απλώνεται η νύχτα, αρχαίο γνωμικό, κι όλοι μαθαίνουν τη γεύση της σοφίας.

Κρύβεται το χτένι στα χέρια του Θεού κι όλοι μαθητεύουν στ’ άστρα.

Οι ήσυχες μέρες δεν ομολογούνται στις λέξεις που καραδοκούν. Ανά πάσα στιγμή μια φαντασία παύει την γνώση.

 

Είμαι όσο πρέπει μικρός
Για να ζω μονάχος
Είμαι όσο πρέπει νεκρός
Για να ζω με πάθος

Το άδειο σου χέρι
Μου προσφέρει ότι θέλω
Το άδειο μου χέρι
Όλα όσα πιστεύω

Είμαι ένα έρημος τόπος
Μες στην πικρή μου καρδιά
Έτσι μπορώ να αγαπώ αληθινά

Είμαι όσο πρέπει χαζός
Για να μην κάνω λάθος
Είμαι όσο πρέπει τρελός
Για να ζω με κάλλος

μία στις χίλιες

 

Η ζωή μετά το Θεό οδηγεί την έφοδο των αφεντικών στο διάστημα,μια μορφή ταπείνωσης που αναζητά το κατάλληλο έγκλημα και τιμωρία, την περιούσια αμερικάνικη λήθη, στη χώρα του εδώ και του τώρα, ένα αστείο εξάλλου όπως όλες οι φωτιές η φωτιά, ο ακατανίκητος πόλεμος και πόλεμος, το ταξίδι στην άκρη της νύχτας, ο μονόδρομος, ο μόνολογκ, καθώς θα διασχίζεις ένα πρωινό τον κόσμο με τη μουσική των αγρών γύρω απ’ την ηλεκτρισμένη πόλη, παρανουαρικό, ασκήσεις ύφους, ανιδεογράμματα, γουρούνια στον άνεμο σαν νυχτερινές ικεσίες, η μητέρα του σκύλου θα λέγεται αυτή τη φορά τριστέσσα, άριελ, στο παρίσι, στο τέξας έχοντας μια καρδιά από ζάχαρη, ζώντας μια ξεχωριστή πραγματικότητα, όλα τα ποιήματα, τη σιωπή του ξερόχορτου, την απροκάλυπτη φάρσα, αυτά τα 32 βήματα ή αλλιώς ανταποκρίσεις από το σπίτι των πεθαμένων, μια αδιάρρηκτη εποχή στην κόλαση, ένα τρελόχαρτο που τραγουδά τα άσματα του Μαλντορόρ, επιτείνοντας την αναγκαστική ανάπαυση ενώ το άλλο μισό, confiteor, για μια πορεία να ξεφυλλίζει τη λέξη, ακριβώς όπως οι μέρες αφηγούνται τα άπαντα της ζωής με τις απαραίτητες οδηγίες χρήσεως.