-Καυτό Γυαλί-

Περνώντας με πορτοκαλί

Το άλμπουμ ¨Καυτό γυαλί¨ είναι κάποια ποιήματα που ταξίδεψαν τριακόσια και κάτι χιλιόμετρα, για να συναντήσουν το νέο τους σώμα και όση απ’ την ψυχή τους έλλειπε. Τα εφτά κομμάτια ηχογραφήθηκαν στο Home Studio του Γιώργου Γιαννόπουλου και της Αθανασίας Αγραφιώτη στη Λάρισα. Οι μουσικές συνθέσεις είναι του Γιώργου, που συμμετέχει και ερμηνευτικά στο άλμπουμ, ενώ η κυρίως ερμηνεία της Αθανασίας. Τα ποιήματα είναι του Βασίλη Νικολόπουλου.

¨Είναι καυτό γυαλί,
όταν όλα είναι εκεί
και δεν νιώθεις τρόμο
Η αγάπη είναι καυτό γυαλί ∙
και η συνέχεια, συνέχεια,
συνέχεια¨

Το άλμπουμ στο bandcamp

https://georgegiannopoulos.bandcamp.com/?fbclid=IwAR1SBYg73unJjFSEdldBWeXxxAyl6YiQv8tYBtsR5PVdnRG8NsrUxFWqa8g

Δείτε την αρχική δημοσίευση

Περπατώ μονάχος στον κεντρικό δρόμο του χωριού.
Λάμπα, σκοτάδι και πάλι φως. Με ακολουθούν
η γυναίκα μου και το παιδί μου. Μια θάλασσα
μακριά με περιμένουν. Οι φίλοι πίσω από
τα δέντρα και τα εγκαταλελειμμένα
κτίρια μου γνέφουν γειά χαρά.
Η σκοτωμένη γάτα μπροστά
στην εκκλησία σταμάτησε
να μιλά. Στην στροφή
προς το σπίτι η μάνα
μου απλώνει το χέρι
για βοήθεια.
Αρνούμαι ευγενικά και
τους καληνυχτώ
όλους. Ανοίγω
την πόρτα
και
μ
π
α
ί
ν
ω
στο σπίτι.

Η αιωνιότητα των σημερινών εφήβων είναι ο τόπος μιας απαθούς έκπληξης. Γνωρίζουν τι θα τους συμβεί χωρίς ποτέ του να συμβαίνει είτε αυτό είτε κάτι άλλο. Προτιμάνε να κρατούν τα μάτια τους κλειστά όταν πρόκειται να ζήσουν παρά να ψηλαφούν με ήρεμες και βιαστικές κινήσεις τα πράγματα στο ημίφως. Μαθαίνουν τις πράξεις στον αντίποδα της λογικής. Η πρόσθεση κι η αφαίρεση περιγράφουν τον πόλεμο μα δεν τον διεξάγουν. Η διαίρεση επιβάλλει το καθεστώς της ειρήνης στην τιμή της μονάδας. Είναι δύσκολο να πεις αν αυτές οι γενιές θα καταφέρουν να ενηλικιωθούν αναγνωρίζοντας στον εαυτό τους το δικαίωμα της υποχώρησης προς μια εποχή από όπου μπορεί κανείς πάντα να φεύγει. Μοιάζει λες και τα ψίχουλα που τόσο απλόχερα σκορπίζουν στο διάβα τους είναι η καρδιά του λαβύρινθου μέσα στον οποίο έμαθαν να ζουν, ευελπιστώντας πως κάποιο μυθικό τέρας θα βρεθεί να τους δείξει την έξοδο.

Η μπύρα είναι ντάγκλα κι ανεμιστήρας.
Το ούζο σχιζοφρένεια, αιματοκύλισμα.
Το τσίπουρο είναι ψυχεδέλεια και ιστορίες απ’ τα παλιά.
Το κρασί είναι παρέα πολλών, λίγων ή και κανενός.
Το ουίσκι είναι το άγιο πνεύμα κι ο αετός του Δία.
Το τζιν, η βότκα είναι η νύχτα σε fast forward.
Ο συνδυασμός των παραπάνω
είναι ένας καλός λόγος
για να είσαι καλός με τον εαυτό σου.

Το αλκοόλ είναι πραγματικότητα.
Το χασίς είναι χρόνος.
Το lsd είναι το μηδέν ανάποδα.
Η πρέζα είναι ευχή θανάτου.
Το έκσταση είναι κώδικας.
Όπως και όλα τα συναφή.
Τα μανιτάρια είναι μια εποχή.
Η κόκα είναι όπλο, νύχια και δόντια.
Τα κουμπιά είναι ηλιθιότητα.
Η βενζίνη είναι κουτουλιά στον τοίχο.
Ο συνδυασμός των παραπάνω
είναι ένας καλό λόγος
για να κλείνεις τα μάτια όταν οδηγείς.

Το πρώτο πράγμα που θέλουν όλοι οι άνθρωποι είναι να γίνουν κατανοητοί. Ακόμα κι αν πασχίζουν για το αντίθετο. Κυρίως τότε. Με άλλοτε περισσότερες και εγκυρότερες λέξεις που προσδοκούν ότι καλύτερο έχουν να επιδείξουν κι άλλοτε με μια σιωπή που δεν λογαριάζει τις ανάσες της ή τα ψεύδη που αναγκάζεται να πιστέψει. Με μόδα ή πρωτόγονη ορμή. Με αξεσουάρ ή με θάνατο. Όλοι οι άνθρωποι αποζητούν την κατανόηση ως το μόνο διαπιστευτήριο της ιστορίας που αφηγούνται. Όπως κι εγώ. Καπνίζοντας και πίνοντας και παραμένοντας στην θέση από όπου όλα αποχαιρετούν προς πάσα κατεύθυνση. Πρέπει να κατανοήσεις πως η απομάκρυνση είναι αμοιβαία.

  • Το μικρό τους όνομα είναι Peter
  • Είναι πάντα αγόρια
  • Είναι ορφανά
  • Έχουν χιούμορ
  • Δεν είναι υλιστές
  • Δεν θέλουν να αλλάξουν
  • Πάσχουν από οιδιπόδειο
  • Προστατεύουν τους αδύναμους
  • Έχουν ηθικό κώδικα
  • Το πάνε μέχρι τέλους

Κάθομαι στον μικρό καναπέ μέσα στο μικρό δωμάτιο. Τα μαξιλάρια του έχουν γλιστρήσει μπροστά και το κάλυμμά του έχει τραβηχτεί στις άκρες. Είναι ένα άσπρο κάλυμμα με ροζ τριαντάφυλλα και τα κίτρινα κλωνάρια τους. Απέναντί μου βρίσκεται το ένα παράθυρο του δωματίου και στα δεξιά μου το άλλο. Από στιγμές παρατηρώ τον καιρό έξω από το δωμάτιο όπως λυγά τα δέντρα και τρέχει τα σύννεφα και ρίχνει τη βροχή, μα περισσότερο απλά τον ακούω και τον αισθάνομαι. Όλες μου οι ιστορίες χωράνε μέσα σε αυτό το μοναχικό απόγευμα, ένα ακόμα πριν το επόμενο, αναγκάζοντάς με να χάνω το μέτρημα των αναμνήσεων που τις συνθέτουν, τον χρόνο, τωρινό και περασμένο, καθώς και την αλληλουχία και των δύο όπως σφιχταγκαλιάζονται και αγνοούν τις λεπτές παύσεις ενός τηλεφωνήματος και μερικών μηνυμάτων από κάποιον κόσμο κάπου εκεί μακριά που επιμένει να ζει.

Αμέτρητα τσιγάρα σφυρηλατούν το νόημα όλων αυτών των λέξεων και εικόνων που ανασύρω από την βαθύπλουτη σκιά μου, μαζί με τους αγίους και τα τέρατα, το δηλητήριο και την πρωινή δροσοσταλιά που χρόνια και χρόνια πολλά φυλάω μέσα στο αχανές ολόμαυρο της φως.

Το στραβό μου χέρι, του απομεσήμερου η βλακεία, η αόρατη κατάρα του πατρικού μου δρόμου. Το κουτσό μου πόδι, των νιάτων μου ο τρόμος, η φανερή θλίψη ενός παιδιού που ονειρεύτηκε τον θάνατό του. Η μητέρα γυρισμένη πλάτη, γυμνή από την μέση και πάνω, με την αδερφή μου να την αλείφει με κρέμες σβήνοντας τον ήλιο από πάνω της. Ο πατέρας μου βουβός σαν κρεμμύδι, που δεν τολμάς να αγγίξεις, γιατί ξέρεις πως η καρδιά του είναι πλημμυρισμένη από ναυάγια ωκεανών. Ο πρώτος φίλος που αγάπησα κι ο δεύτερος συνάμα, να έρχονται και να φεύγουν μέσα στα χρόνια, άλλοτε νέοι κι άλλοτε παιδιά κι άλλοτε πια άντρες έτοιμοι κάθε στιγμή να αποχαιρετίσουν για μια τελευταία φορά. Όλοι οι φίλοι που μοιραστήκαμε την ίδια μοίρα μόνο και μόνο για να φροντίσουμε ο ένας τον άλλο, για να ανακαλύψουμε πως είναι να είσαι σύντροφος, για να ανεβούμε ο ένας στις πλάτες του άλλου για να αγναντέψουμε πέρα από την σιδερόφραχτη πολιτεία. Πέφτοντας ο ένας πάνω στον άλλο και γδέρνοντας τα σώματά μας από την προσπάθεια να βρούμε ξανά κείνη την ανόθευτη μαγική θέα. Οι κοπέλες που καθρέπτισαν το άμορφό μου πρόσωπο με την γενναιότητα Θεών. Οι ίδιες κοπέλες που δεν δίστασαν να με αφήσουν στο σκοτάδι βοηθώντας με να αποδεχτώ το υλικό από το οποίο είμαι φτιαγμένος. Η γυναίκα μου. Το παιδί μου. Η οικογένεια που δεν ήξερα πως είμαι ικανός να ανήκω. Το ταξίδι που πάντα αδημονεί να πάρει την στροφή.

Σας αγαπώ, γλυκές μου κι αστείρευτες πηγές οραμάτων μιας ζωής που έζησα και χιλιάδων άλλων που τολμώ και επιμένω να φαντάζομαι πως μου ανήκουν. Σας τιμώ, μέσα σε τούτη την μικρή κάμαρα που βρίσκομαι. Σας κρατώ μέσα στα δύο μου χέρια σαν το κερί που δίνει στον κόσμο αυτό σχήμα και αφορμή. Έξω βρέχει δυνατά.

Δεν θυμάμαι πολλά πράγματα από τον χρόνο.

Ίσως, μια γεύση χωμάτινη και τρύπια.

Σαν να έχεις μιλήσει πολύ δίχως να ξέρεις τι λες.

Τα βλέφαρά μου προσπαθούν να ισορροπήσουν.

Πάνω στην αστραπιαία μετατόπιση του ονείρου.

Αναγνωρίζω το χέρι σου πάνω σε κάτι αιχμηρό.

Δεν θυμάμαι πολλά πράγματα από τον χρόνο.

Ίσως να είναι καλύτερα έτσι.

Μπορώ πια να παραμείνω ακίνητος.

Του είπα ότι τον αγαπώ εφτά φορές.

Πρώτα δεθήκανε τα χέρια και τα πόδια μου
κι έπειτα μια κουκούλα μου κάλυψε το κεφάλι.
Το υπόλοιπο σώμα μου στέκεται γυμνό.

Τώρα θα περιμένω απλά την στιγμή
που θα με πετάξουν στην θάλασσα.

Μια τελευταία σημείωση πριν φύγω

Τα ίδια παντού. Οι τρελοί κρατάνε μια κιθάρα. Κάθονται στην άκρη του δρόμου.
Κρατάνε την κιθάρα ανάμεσα στα πόδια τους και καπνίζουν.
Δεν παίζουν, δεν τραγουδάνε, μονάχα μιλάνε στους περαστικούς σε μια ακατανόητη γλώσσα.
Δεν μοιάζουν χαρούμενοι μα ούτε και λυπημένοι.

Παλιά μέσα στη γύρα με ρώταγαν συχνά για το μπλουζάκι που χα φτιάξει και κολλήσει πάνω μου, το λευκό μακό με την λέξη ALASKA μπροστά στο στήθος με μαύρα γράμματα. Με ρώταγαν τι σημαίνει αυτό εννοώντας βασικά τι θέλω να πω φορώντας το. Με ρωτούσαν γιατί το έκανα, επιτακτικά κάποιες φορές, κι ακόμη έτυχε να με ρωτήσουν με περίσσεια αδιαφορία αν έχω πάει μέχρι εκεί. Σε όλες αυτές και άλλες πολλές χαριτωμένες ερωτήσεις απαντούσα πάντα με ευγένεια και προθυμία,  λόγω της αυξημένης ενοχής που ένιωθα προβάλλοντας έναν τόσο προσωπικό μύθο σε πλήρη θέα. Φυσικά και οι απαντήσεις μου ενίσχυαν τόσο τον μύθο όσο και την προβολή του. Γιατί είναι όλα στο κεφάλι της, έλεγα αόριστα και εκδικητικά. Γιατί έτσι λέει η Στέφανι, δήλωνα ακόμα πιο εχέμυθα. Βέβαια δεν έλειπαν και οι φορές που απαντούσα βλακείες προκειμένου να αποφύγω την περαιτέρω αναμόχλευση της ιστορίας. Οπως, η Αλάσκα είναι το τελευταίο φρούριο και άλλα τέτοια πομπώδη και ενοχλητικά. Βέβαια σε μια τελευταία ακρόαση του τραγουδιού των Velvet από όπου και γεννήθηκε όλο αυτό το παραμύθι συνειδητοποίησα ότι η απάντηση είναι πολύ πιο απλή και δίκαιη και με περίμενε όλο αυτόν τον καιρό. Στην Αλάσκα κάνει τόσο πολύ κρύο.

Τα ίδια παντού. Οι άνθρωποι κοιτάν πίσω απ τον ώμο τους
μην ξέροντας τι. Οι άνθρωποι μιλάνε σε άλλους ανθρώπους
στις πέτρες, στα πουλιά μην ξέροντας μήτε τι είναι αυτό
που λένε μήτε γιατί προσπαθούν να το πουν. Τα ίδια παντού.
Οι μεθυσμένοι αποκλείονται από τα δρομολόγια των τρένων.
Οι φτωχοί ανοίγουν τα χέρια έξω από τις εκκλησίες περιμένοντας.
Οι άρρωστοι βρίσκουν ένα παγκάκι στην άκρη της πόλης
και ξαπλώνουν πάνω του μέχρι να πέσει το χιόνι.
Τα ίδια παντού. Οι άνθρωποι αγοράζουν εισιτήρια
μόνο και μόνο για να απομονωθούν από τους άλλους ανθρώπους.
Τα κόκκινα φανάρια προηγούνται της κίνησης.
Ένα κατούρημα κοστίζει όσο ένα μπουκάλι νερό.
Τα αγροτόσπιτα μοιάζουν με μουσεία ενός άλλου πολιτισμού.
Η σιωπή είναι ο κοινός πρόγονος όσων θα ξαναγεννηθούν.
Ο ήλιος μετατρέπει τον χρόνο σε αποστολή. Τα ίδια παντού.

Δεν είναι εύκολο για έναν ζωντανό να περιγράφει το πως πέθανε αλλά είναι μια τέχνη που οφείλει να εξασκεί όποιος επιθυμεί να ζήσει τουλάχιστον μερικούς θανάτους ακόμα. Δεν θυμάμαι την πρώτη μου φορά καθώς κάτι τέτοιο θα παράβαινε αρκετούς από τους βασικούς νόμους της ιδιότητας αυτής, ορισμένων ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένης και της αφεντιάς μου, να πεθαίνεις έναν θάνατο που αν και δεν σε στέλνει στο μνήμα σε καθορίζει ως προς την ποιότητα κυρίως της μετέπειτα ζωής σου, καθιστώντας την στιγμή αυτή και τα αίτια της παύσης σου από τα καθήκοντα και τα δικαιώματά της ως σημείο επαφής με όλα όσα πρέπει εφεξής να γνωρίζεις ως αναπόσπαστα στοιχεία της τελικής και οριστικής αποχώρησής σου από την κοινωνία του ήλιου και του φεγγαριού.

Θυμάμαι πως περιπλανιόμουν μέρες και νύχτες στους δρόμους του κέντρου, αναζητώντας μήτε και εγώ ξέρω τι, πιθανώς κάτι για να κατευνάσω την φρίκη που καραδοκούσε σε αυτόν τον ίσκιο που μοιραζόμαστε με τα δέντρα, τα σύννεφα και τα πουλιά. Τα οράματα διαδέχονταν το ένα το άλλο, με μεγάλη συχνότητα και με κάθε πιθανή έλλειψη συνειρμικής ερμηνείας τους από ότι ακόμα κουβαλούσα ως συνείδηση. Ανήμπορος να τα μετουσιώσω σε ένα παραμύθι με αίσιο τέλος, ή καλύτερα με οποιοδήποτε τέλος και γρήγορη επιστροφή στο ράφι, κι αμετανόητα μόνος για να ζητήσω βοήθεια από κάποιον περαστικό, συνέχιζα να πορεύομαι σε αυτό που έμοιαζε σαν τη μεγάλη ευθεία της παραφροσύνης μου.

Εξάλλου, οι άγνωστες αθηναϊκές φάτσες που βημάτιζαν μαζί μου όλο αυτόν τον καιρό πλήθαιναν οργιαστικά τους ήρωες του δράματος στο οποίο είχα περιέλθει. Η μανία με την οποία συσσωρεύονταν μέσα μου τα στραπατσαρισμένα μάτια, οι χθόνιες μύτες με κείνα τα γιγάντια ρουθούνια που συνεχώς οσφραίνονταν το χαμό, τα ασύστολα χέρια, παρατεταμένα σαν αποκαΐδια δάσους που έχει ρημαχτεί από την φωτιά ξανά και ξανά, ήταν τέτοια και τόσο σφοδρή που μετά από τόσα χρόνια αναρωτιέμαι αν αυτοί οι άντρες και οι γυναίκες δεν ήταν απλά κομπάρσοι αλλά συνεργοί σε αυτό που επρόκειτο να μου συμβεί.

Αποκαμωμένος και στραγγισμένος από κάθε ελπίδα να επανέλθω σε ανθρώπινη κατάσταση συνέχιζα να γλιστρώ μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. Είχα αρχίσει να πιστεύω πως πια είναι πολύ αργά για να σταματήσω ότι κι αν ήταν αυτό που έκανα. Θα έφτανα στην άκρη του ουράνιου τόξου ή θα πέθαινα. Ευτυχώς, όπως ήδη είναι γνωστό συνέβη το δεύτερο. Κάπου σε κάποια κάθετη της Σόλωνος κι ενώ οι δρόμοι κατοικούνταν πλέον από τα άγρια θηρία της ζούγκλας διέκρινα την γνώριμη φιγούρα ενός νεαρού. Ήταν η πρώτη φορά μετά από χιλιάδες προσπάθειες που ένιωσα την οικειότητα μίας εικόνας. Καθώς με πλησίαζε η καρδιά μου σάλπιζε τον ερχομό μιας γνωστής φάτσας από το χωριό. Στα πέντε βήματα μεταξύ μας είχα αναφλεγεί στην βεβαιότητα της αναγέννησής μου. «Φίλε, δεν είμαι καλά», ήταν τα μόνα λόγια που μπόρεσα να του προσφέρω όταν τα πρόσωπά μας ήτανε πλέον αντικριστά. Θυμάμαι πως εκείνη την στιγμή τον αγαπούσα όπως αγαπά κανείς το νερό ή τον αέρα που αναπνέει. «Φύγε, ρε μαλάκα», μου είπε και προχώρησε μέσα από μένα μακριά μέσα στη νύχτα. Δεν πρόλαβα να τον δω να απομακρύνεται και ήμουν ήδη νεκρός.

Τα χρυσά της κωλομάγουλα στο ασπρουδερό φως του φεγγαριού. Κατεβασμένα τζιν, οι τρίχες μας αστράφτουν πασπαλισμένες με αστερόσκονη. Ακουμπά πάνω στη σέλα της βέσπας με τους αγκώνες, την κρατάω από τη μέση όπως κρατά κανείς το μέλλον του. Τα μαλλιά της πέφτουν στο πρόσωπό της, τα μαύρα νυχτόβια μαλλιά της, ο δρόμος προς την Μέκκα. Κοιτάω τον πούτσο μου σαν κάτι έξω από μένα. Ένας εξωγήινος ιός που προσπαθεί να με καταλάβει, να γίνει εγώ. Χάνεται και φαίνεται, μπροστά και πίσω κι ο ήχος από το χτύπημα της σάρκας ξαγρυπνάει τα πουλιά. Το αγκομαχητό της γίνεται ο κόμπος στον λαιμό μου, καθώς ότι υγρό βρίσκεται μέσα μας ψάχνει τον τρόπο να βγει. Ένα ζευγάρι σκάει μύτη στην κορυφή της στροφής, ανάβουν τσιγάρο και μας κοιτάν. Δεν μας νοιάζει, δεν την νοιάζει. Σπρώχνει με δύναμη. Τα γόνατά μου λυγίζουν, τραβιέμαι και κρατώντας τον ψηλά χύνω την λευκή μου αστραφτερή παγωμένη θάλασσα πάνω στο χώμα και τα χαλίκια. Σηκώνεται όρθια, γυρνά και με φιλά στο στόμα. Με κείνο το φιλί που μόνο τα παιδιά που γαμιούνται σαν παιδιά μπορούν να αποδώσουν. Καπνίζουμε αγκαλιασμένοι. Αγαπιόμαστε όπως μονάχα τα παιδιά που αγαπιούνται σαν παιδιά μπορούν να πιστέψουν. Καβαλάμε το σαβαραλάκι μου και φεύγουμε για την πόλη από κάτω. Το φεγγάρι μας βγάζει την γλώσσα πρόστυχα. Πάμε να πιούμε, πάμε να ερωτευθούμε για μια ακόμα φορά για απόψε, πάμε να μας θαυμάσουν σαν παιδιά έτοιμα να γαμήσουν το σύμπαν. Σαν το τελειότερο δείγμα ζωής στον πλανήτη Γη. Έπειτα σπίτι μου, φαΐ κι ένα γαμήσι ακόμα. Δεν υπήρξε μεγαλύτερη αιωνιότητα από τότε. Η ιστορία ήταν ένα άσχημο μεγαλίστικο αστείο. Ακόμα κι αν έπεσε στα χείλια μας χιλιάδες φορές έπειτα, Κατερινάκι ήσουν καύλα.

Ω, Θεέ μου, δεν θα είμαι ποτέ ξανά ένα αγόρι. Δεν θα γονατίσω ποτέ ξανά για αυτήν μπροστά σε όλο τον κόσμο.

Δεν θα κρυφτώ ποτέ ξανά πίσω απ’ τον ίσκιο μου. Δεν θα ακούσω το αγαπημένο μου τραγούδι πρώτη φορά ή εκατοστή.

Δεν θα ξεχάσω το όνομά μου στο τελευταίο θρανίο κοιτώντας πέρα μακριά τα σύννεφα. Δεν θα κάνω ποτέ ξανά υποσχέσεις αγνοώντας την παλίρροια του χρόνου.

Ω, Θεέ μου, πως μας αδίκησες. Δεν ήμασταν ποτέ τίποτα άλλο παρά φτωχά αγόρια. Η μόνη μας περιουσία ήταν αυτή η όμορφη τρυφερή λέξη.

Προσπαθείς με νύχια και με δόντια να αγαπήσεις
όσους περισσότερους μπορείς.

Δεν είναι μια άσκηση θάρρους και τιμής.

Είναι η υπέρτατη λιποταξία.
Προς τα μέσα.

Κάποιος σκέφτεται πως αν μείνει μόνος θα πρέπει να συστηθεί στον κόσμο.
Κάποιος μένει μόνος αλλά αυτό δεν ενδιαφέρει κανέναν. Ούτε τον ίδιο.
Κάποιος είναι πιο μόνος από τον άλλον κι αυτό αρκεί.
Κάποιος αποζητά την μοναξιά μα αυτή προηγείται της επιθυμίας του.
Κάποιος σκαλώνει έναν στίχο για την μοναξιά και το ανεβάζει στο φουμπου.
Κάποιος μονάχος μόνος μοναξιά αξία ανεκτίμητη.
Κάποιος κάπου κάποτε καληνύχτα σε ότι μονάχο ξαγρυπνά.
Κάποιος θα μείνει μόνος γιατί του αξίζουμε.

στα πορτοκαλί απογεύματα

Συνείδηση και πραγματικότητα είναι το ίδιο άλυτο πρόβλημα. Το σχοινί που τεντώνεται καθώς πέφτει η καρέκλα. Τα ποντίκια που ροκανίζουν το δέντρο της ζωής. Η ίδια πλευρά ενός νομίσματος που δεν υπάρχει. Η αγία τριάδα της μαλακίας μαζί με τον χρόνο. Ο μπαμπούλας που βάζει τα παιδιά για ύπνο. Το χανγκόβερ μετά από μια ενάρετη ζωή. Σκατά γαρνιρισμένα με θρησκεία. Ο κύριος λόγος για να εξαφανίσουμε τη γη.

Όταν οι φίλοι μου με γαμάνε ξέρω τι πρέπει να κάνω.
Χτυπάω το κεφάλι στον τοίχο μέχρι να ματώσει.
Κι έτσι κώλος και κεφάλι είναι δυο πράγματα που ματώνουν
κι είμαι απλά πολύ χαρούμενος που ζω ακόμη.

Είμαστε υποχρεωμένοι να ζούμε σε μια πλάνη.
Να διαλύουμε τα σώματά μας για χάρη της τηλεθέασης.
Είμαστε υποχρεωμένοι να περιστρεφόμαστε γύρω από το τίποτα
μέχρι αυτό να αποκτήσει σημασία.
Είμαστε υποχρεωμένοι να φτύνουμε, να χέζουμε, να κατουράμε
πάνω στην χαρά μέχρι αυτή να βλαστήσει κοσάευρα.
Είμαστε υποχρεωμένοι να φθονούμε τον πλησίον μας
να τον ταπεινώνουμε μέχρι της τελευταίας ρανίδος του αίματός του.
Είμαστε υποχρεωμένοι να ακολουθούμε τους ηγέτες.
Είμαστε υποχρεωμένοι να ακολουθούμε τυφλά τους ηγέτες μας.
Είμαστε υποχρεωμένοι να σκάβουμε τη γη
μέχρι να μείνει μια τρύπα.
Είμαστε υποχρεωμένοι να καίμε τη γη
μέχρι να μείνει μια ιστορία που κανείς δεν θα θυμάται.
Είμαστε υποχρεωμένοι να προσκυνάμε οποιονδήποτε
μας υποσχεθεί πως αυτές οι υποχρεώσεις θα έχουν τέλος.
Είμαστε υποχρεωμένοι να ανασαίνουμε, να τρώμε και να είμαστε υγιείς
για να τηρούμε όλες αυτές τις υποχρεώσεις κατά γράμμα.
Είμαστε υποχρεωμένοι να τα γαμήσουμε όλα.
Είμαστε υποχρεωμένοι να εξαφανιστούμε μέσα στον περίφημο λυγμό.
Είμαστε υποχρεωμένοι ο ένας απέναντι στον άλλον.
Είμαστε υποχρεωμένοι πρώτα και κύρια σε αυτόν τον σάκο με σκατά
που έχει το όνομά μας.

Κανείς δεν μπορεί να είναι καλός, στον εαυτό του ή στους άλλους, χωρίς αυτό να κοστίζει, στον ίδιο ή σε όλους αυτούς. Είναι σαφές πως καλύτερα η πληρωμή να έρχεται παρά να φεύγει. Ή τουλάχιστον να υπάρχει η απαραίτητη κίνηση ώστε τα μαγαζιά να παραμένουν ανοικτά και τα νοικοκυριά να ζούνε. Το χειρότερο είναι πως κάποιοι είναι καλοί θεωρώντας πως αυτό δεν κοστίζει τίποτα. Τζάμπα. Δωρεάν. Ψυχούλες. Ψέματα που καταντούν εθιστικά για τους ίδιους και για τους άλλους, ένας γιγάντιος μολυσματικός κυκλώνας που ξεριζώνει τις καρδιές από το αίμα τους, ή απλά πρόκειται για παμπόνηρες αλεπούδες που προσπαθούν να ξεχρεώσουν το τομάρι τους από τον κακό λύκο της συλλογικής μας παραμυθίας.

Ήξερα ένα φτηνό τέχνασμα για να κάνω τα μάτια μου να κλαίνε
όταν έχανα την πίστη μου στον κόσμο αυτό
μα τώρα οι βροχές δεν λεν να σταματήσουν.

Και ‘γω δεν έχω άλλη επιλογή
από το να γελάω,
να γελάω όσο πιο δυνατά μπορώ.

Τρομοκρατημένος.

Ξέρεις, μια μπύρα ξέρει πως να σε συστήσει
κι άλλη μια να συλλαβίσει το όνομά σου, ανάποδα
σαν οποιοδήποτε τυχαίο δρόμο προς την ανυπαρξία
μα είναι πάντα η τελευταία μπύρα, το ποτήρι που αδειάζει
κάπου μεταξύ ενός κόσμου που πείθεται να τερματιστεί, γκλουκ
που γλύφει τη σόλα ενός εκατομμυρίου χιλιομέτρων
αγάπης και λόξας και αδιάφορων μικρών μεγαλείων
μόνο και μόνο για να σε φτύσει ξανά απ’ την αρχή.

Οι γέροι μιλάνε κλαίγοντας. Δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Οι γριές αγορεύοντας. Από επιλογή τους.

Το τραύμα σκιαγραφεί έναν άντρα. Τη γυναίκα την διακοσμεί.

Τα τατουάζ μιας γυναίκας προσπαθούν να διαφύγουν του σώματός της και να αποικήσουν το χώρο. Στον άντρα τα τατουάζ επικυρώνουν εκείνο τον μικρό χώρο που κατέχει.

Ένας άντρας μόνος του στο μπαρ περιμένει τη νύχτα να προχωρήσει. Η γυναίκα στην ίδια θέση καθυστερεί τη νύχτα ανάλογα με τις διαθέσεις της.

Η γυναίκα αποχωρεί πάντα με τα μάτια ανοιχτά ενώ ο άντρας προσπαθεί να περάσει άτσαλα και βιαστικά μέσα απ’ τους τοίχους.

Μια γυναίκα καθοδηγεί όσα λέγονται καθώς διασχίζει τον δρόμο. Ο άντρας περνά φωνασκώντας πως είναι όλα ψέματα.

Μια γυναίκα υπερισχύει ενός άντρα όταν αυτός επιθυμεί από αυτήν αυτό που δεν μπορεί να του δώσει.

Ο άντρας αναρωτιέται ακόμη αν θα πέσει το μάννα εξ ουρανού κι η γυναίκα συνεχίζει να τον επιβεβαιώνει πως θα είναι πεντανόστιμο.

Το πρωί ξύπνησα με το όνειρο ενός τρακαρίσματος.

Όλα πληρωμένα.

Προσπάθησα να τρέξω να σώσω τους επιβάτες του αυτοκινήτου

που γλιστρούσε στον γκρεμό

μα δεν μπορούσα να κουνήσω τα πόδια μου κι έτσι σηκώθηκα από το κρεβάτι.

Σίγουρο τέλος.

Έφτιαξα καφέ, χαιρέτησα κι έφυγα.

Μου πήρε πολύ ώρα να συνειδητοποιήσω ότι οδηγώ πραγματικά.

Νόμιζα ότι κυλάω πάνω σε ένα παγωμένο ποτάμι.

Πάτησα το cd και γέμισα την ένταση.

Στο πρώτο καλό κομμάτι σκέφτηκα πόσο σε αγαπώ.

Χιλιάδες χρόνια σε εκατομμύρια τραγούδια το μικρό show στο τιμόνι

να τραγουδώ, να χορεύω γιατί σε αγαπώ.

Τις μισές φορές φεύγοντας, τις άλλες μισές επιστρέφοντας.

Δίκαιη μοιρασιά. Όλοι κερδίζουν.

Εγώ, εσύ, τα τραγούδια, η αγάπη.

Οι σκέψεις που με φυγαδεύουν από αυτό που είμαι

κι αυτές που πέφτουν σαν ψίχουλα στο μονοπάτι του γυρισμού.

Η αλήθεια που δεν διστάζει να αγκαλιάσει την ανοιχτωσιά του τοπίου.

Κι ας ματώνει σαν παρθένα πρώτη νύχτα μόνοι.

Οι μηχανές σκούζουν. Η θάλασσα στριφογυρνά.

Καταλαβαίνω πως τυφλώνομαι από την εισβολή ενός νέου κόσμου

μέσα στον ήδη υπάρχον.

Η ελευθερία της μη επιλογής.

Μια εκκωφαντική ληθουργία του νου με μια σιγαλή απεραντοσύνη των αισθήσεων.

Γαμώτο.

παλιό ανέκδοτο της γύρας

Ήταν μια φορά μια παρέα μαστούρηδων και περπατάγανε στο δάσος. Ξάφνου, βλέπουν μπροστά τους έναν μεγάλο τοίχο. Έπεσε το ρώτημα λοιπόν τώρα τι μέλλει γεννέσθαι. Θα σκάψουμε μια τρύπα και θα περάσουμε από κάτω, λέει ο πρεζάκιας. Τι μαλακίες είναι αυτές, λέει ο κοκάκιας, θα πάρουμε φόρα και θα τον πηδήσουμε. Τα πράγματα είναι πολύ απλά, ψιθύρισε ο τριπάκιας, θα περάσουμε από μέσα του, και άρχισε να χοροπηδά. Ο χασικλής τόση ώρα που αυτοί μιλούσαν είχε στρίψει ένα μπάφο και πάνω που τον άναβε τους είπε: Ρε μάγκες, δεν πίνουμε πρώτα κανά τσιγάρο και βλέπουμε τι θα γίνει με τον τοίχο.

Τελικά, αποτύχαμε.

Θελήσαμε να μαγεύσουμε τον κόσμο
πετώντας τις καρδιές μας στα σκυλιά.

Πόσο παιδιάστικα ανόητο εκ μέρους μας.

Πόσο λυτρωτικά ανόητο για την έκβαση της μάχης.

Μα αν καταφέραμε κάτι
ήταν πως αποφύγαμε όλες αυτές τις γελοίες πόζες
που κάνουν οι άνθρωποι όταν πονάνε βαθιά
και με σίγουρο και σταθερό βήμα
πλησίασαμε τον χαμό μας.
Το μοναδικό σημείο στο οποίο χρωστούσαμε κάτι.

Εκείνη η μικρή σταγόνα αίματος
που μας κρατάει ζωντανούς
είναι κι αυτή που θα ξεχειλίσει το ποτήρι
πνίγοντας ολάκερη τη γη μες στο πικρό της τραγούδι.

Οι φίλοι λεν ο ποιητής
Κουτορνίθι περιωπής
Λεν οι φίλοι και γελάνε
Και μια μπύρα με κερνάνε

Γιατί εύκολο δεν είναι
Να μιλάς και πίνε, πίνε
Τη μανούρα να γλυτώνεις
Τον κεφτέ σου να καρφώνεις

Απαιτεί περίσσιο θάρρος
Να σαι κάποτε ο φάρος
Ενός στείρου, μαύρου βράχου
Η ανοησία του θανάτου

«Υπάρχει ένα έλλειμμα, μια απώλεια κι ένα άλλοτε μικρό κι άλλοτε μεγάλο ψέμα σε αυτό που λέγεται», σημείωσε ο άντρας καταμεσής του πεζοδρομίου. Κάποιος πέρναγε εκείνη την στιγμή από κοντά του και δίχως να καταλαβαίνει απόλυτα τι συνέβαινε πρόσθεσε, «Το πρώτο του δίνει τη δυνατότητα να λεχθεί, το δεύτερο του δίνει τη δυνατότητα να ακουστεί και το τρίτο του δίνει την ικανοποίηση κάθε επόμενης προσπάθειας να ειπωθεί ξανά». Το πλήθος συνέχισε να προχωρά στα βήματα τόσων και τόσων ανθρώπων.

Έμεινε η βροχή στα μάτια μέσα
Χειμώνα καλοκαίρι, νύχτα μέρα
Γυρνάς το βλέμμα και σέρνεται μαζί του
Σου μαρτυρά πως όλα χάνονται
Ξεφτίζουν, τρίβονται και σπάνε
Συνθλίβονται μέσα στη γη
Πως τα πουλιά, τα σύννεφα, τα αστέρια
Ζουν σε ένα διαρκή καταιγισμό
Λύπης και αδικίας, ανυπόφορης αδικίας

Για κάποιον μου φίλο υπάρχει η αλήθεια
για κάποιον μου φίλο υπάρχει η ζωή.
Για κάποιον μου φίλο υπάρχει η νουβέλα
για κάποιον μου φίλο ο πόνος του αποχωρισμού.

Όλα αυτά μαζί συνιστούν τον καλύτερο φίλο
που θα είχα ποτέ αν ήμουν κάποιος άλλος.

Ξέρεις πως πέρασε η ώρα όταν ένα ακόμα ποτό δεν έχει τίποτα να κρύψει από το προηγούμενο.

Ξέρεις πως πέρασε η ώρα όταν ένα ακόμη τσιγάρο δεν έχει τίποτα να ματαιώσει από το προηγούμενο.

Ξέρεις πως πέρασαν τα χρόνια όταν ένα ακόμη βράδυ δεν έχει τίποτα να συγχωρέσει από το προηγούμενο.

Δεν έχει σημασία αν πλήγωσες ή πληγώθηκες
αν έστησες πρόχειρα ένα καταφύγιο
ή αν εφήυρες τον τέλειο κατακλυσμό.
Δεν έχει σημασία αν περιηγήθηκες μόνος
αν τελείωσες τις εργασίες σου νωρίς
ή αν πρόσεξες πως γράφτηκε το σύνθημα.
Δεν έχει πραγματικά καμία σημασία
αν φανέρωσες ή φανερώθηκες
ή αν επιτέλεσες το έργο σου μέχρι τέλους.
Το μόνο που έχει σημασία είναι
ο τελευταίος άνθρωπος που αγάπησες
να μην είσαι εσύ.

Ανυπομονώ να επιστρέψω. Σε κείνο το μαγικό μέρος. Μα το κρεβάτι μου φλέγεται κι η σιωπή εξοστρακίζεται στην καρδιά μου. Πρέπει να μου στείλεις ένα γράμμα. Από κάπου μακριά. Να μου ζητήσεις να μείνω. Να μείνω μέχρι το τέλος.

Ο πατέρας μου ήταν στην ηλικία μου

όταν τον έβλεπα μεγάλο παιδί

να κουνά το κεφάλι του ρυθμικά στο τραγούδι των φίλων του,

που δεν άκουγε όντας βαριά βαρήκοός,

γύρω από το τραπέζι της εξοχικής του κατοικίας.

Θυμάμαι την συγκρατημένη επιτηδευμένη του χαρά

και λυπάμαι ακόμα.

Βλέπω τον κενό χώρο στον οποίο κατοικώ,

στα όρια της αορατοσύνης μου

και μες στην πληκτική επανάληψη ρόλων

που κατά κοινή ομολογία μισήσαμε από μικροί,

και θλίβομαι

για τις αναπηρίες που δεν καταστήσαμε

προνόμια αυτής της πλάσης.

Ήταν μια υπέροχη ευκαιρία

να κυλιστούμε γυμνοί στην λάσπη

μα αντ’ αυτού φτιάξαμε

μια υπέροχη δικαιολογία για να μείνουμε μόνοι.

Η ζωή αδημονεί να στο δείξει.

Ανά πάσα στιγμή.

Ακόμα κι όταν όλα συνθλίβονται.

Ακόμα κι όταν όλα τείνουν να εξαφανιστούν.

Το πρόσωπό σου.

Όλη αυτή η αγάπη

που μπόρεσες ή δεν μπόρεσες

να χαρίσεις

προκειμένου να είσαι

ένας ακόμη άγνωστος

μες στο πλήθος.

Δεν έχει σημασία. Όλα χάνονται.

Μέσα σε ποτήρια και κάδους σκουπιδιών.

Μέσα σε δάση που φλέγονται και παγώνουν.

Μέσα σε βρισιές και επευφημίες.

Μέσα σε όνειρα και κονσερβοκούτια.

Μέσα στη φρίκη και την εξαθλίωση.

Μέσα στα κενά του πεζοδρομίου.

Μέσα σε ότι είναι λιγάκι πιο μέσα από σένα.

Μέσα σε όλα όσα είναι έξω από αυτό.

Κι έπειτα κάτι χάνεται μέσα σε έναν άνθρωπο.

Αυτό που εξ ορισμού φτιάχτηκε για να χαθεί.

Μες στην σχισμή που δημιουργείται

στην καρδιά του ανθρώπου αυτού

αποκλειστικά για τον σκοπό αυτό.

Κι η πτώση διαρκεί πάντα λιγάκι παραπάνω

από όσο χρειάζεται για να κοιμηθείς.

Το μεγάλο μου πρόβλημα είναι πως οι άνθρωποι πιστεύουν πως είμαι καλός.

Καλός, καλοσυνάτος, διαυγής και κρυστάλλινος, ευγενικός και πράος

έτοιμος ανά πάσα στιγμή να σώσω την ανθρωπότητα από τον εαυτό της

ή απλά όλους εμάς από το μακελειό της πραγματικότητας στο κεφάλι μας.

Η αλήθεια είναι πως εύκολα γίνομαι η άγκυρα ενός βυθισμένου πλοίου

το τιμόνι ενός ξεχαρβαλωμένου Ι.Χ., ο σαλπιγκτής μιας άτακτης υποχώρησης

η σιωπή που κρυώνει τη μπύρα και η βλακεία που μετράει τον ουρανό

η προστυχιά που γδύνει τους τοίχους, ο ελεύθερος σκοπευτής του υπογείου

η φροντίδα των νεκρών, ο αποχαιρετισμός μιας ακόμα νύστας

η πληγή που μας κρατά ζωντανούς, ο προδότης των απονευρώσεών μας

η επιστροφή από το άγνωστο, το τέλος καλό όλα καλά

και πολλά άλλα ακόμη, ενδείξεις της παταγώδους μας αποτυχίας να ζήσουμε

ακριβώς όπως αρμόζει σε μικρά φιλότιμα σκουληκάκια της λάσπης.

Με πληγώνει που τα ποιήματά μου δεν έχουν όνομα.

Ή αν έχουν που εγώ δεν το γνωρίζω.

Μπορεί επιτέλους κάποιος να μου πει ποιος κρύβεται

πίσω από όλα αυτά.

Έχω δυο μάτια για να δω τον κόσμο

και δυο αυτιά για να τον ακούσω

μα μόνο ένα στόμα, ένα άρρωστο σακατεμένο στόμα

για να τον αποδείξω.

Κανένας δεν ενδιαφέρεται να μου αρνηθεί

πως ο κόσμος θα υπήρχε

και χωρίς εμένα

ή έστω να συμφωνήσει μαζί μου

πως δεν υπάρχω.

Μα το ποιος είμαι δεν έχει καμία σημασία.

Αυτό είναι το κύριο συστατικό

ενός κόσμου εξίσου όμορφου με κάθε κόσμο.

Με πληγώνει που τα ποιήματά μου μου ανήκουν.

Τα χάρισα εφτά φορές και γυρίσαν πίσω δέκα.

Τυλίχτηκαν στις γάμπες μου σαν ψύλλοι

και ρουφάν ότι απομένει

αδιάφορα και κυνικά.

Με πληγώνει που κανένας δεν έμαθε

πως σε αυτό το σημείο του ποιήματος

πεθαίνω

μόνο και μόνο γιατί δεν έχω άλλη επιλογή.

Μέσα στον έρωτα είδα κάποιες κατηγορίες ανθρώπων ως προς την συμπεριφορά τους απέναντι σε κείνο που τόσο πολύ ποθούν. Υπάρχουν αυτοί που προσφέρουν την καρδιά τους στα τρεμάμενα χέρια του αγαπητικού τους κι ευθύς τον ονομάζουν κύριο κι αφέντη της. Τρομάζουν στη σκέψη πως κάποιος μπορεί να χρησιμοποιήσει την καρδιά τους ως όπλο. Στο άλλο άκρο υπάρχουν αυτοί που ερωτεύονται με όλο τους το σώμα μα ποτέ με την καρδιά τους. Θεωρούν ύβρις ως προς και τις δύο μεριές την κυριαρχία ενός τόσο αμφιλεγόμενου οργάνου. Έπειτα, υπάρχουν αρκετοί δυστυχώς που νομίζουν πως η κατοχή μιας καρδιάς είναι τεκμήριο του έρωτά τους για κάποιον αλλά ούτως ή άλλως όλοι αυτοί αγαπιούνται συνήθως αποκλειστικά μεταξύ τους, με κείνο τον τρόπο που μια αγέλη θηρευτών μάχεται ταυτόχρονα για την επιβίωση της και για τον αφανισμό της. Υπάρχουν αυτοί που ερωτεύονται πιστεύοντας πως μια καρδιά είναι ένα χέρι ή πόδι ή ένα οποιοδήποτε άκρο που αρκεί να τεντωθεί για να δείξει τον δρόμο που ο έρωτάς τους θα διαβεί αλλά και πάλι ο δρόμος διαρκεί σχεδόν πάντα ένα δυο εκατοστά περισσότερα από το χείλος της ανυπαρξίας των ανθρωπίνων διαστάσεων. Βέβαια, υπάρχει κι αυτός που είναι μόνο μια καρδιά, δίχως τίποτα άλλο να τον προσδιορίζει, να τον προκαλεί να νιώσει πως χρειάζεται κάτι άλλο να πράξει πέρα από το να ερωτευτεί, να τον απασχολεί κάτι άλλο πέρα από τον έρωτα του και το πως αυτός θα βιωθεί. Απλά αυτός ο άνθρωπος ή καλύτερα αυτή η τρομερή μαχόμενη καρδιά ερωτεύεται αυτόν και κάθε άλλο που βρίσκεται μπροστά της δίχως την δυνατότητα να αποφύγει τον έρωτα αυτόν και συνεχίζει να περπατά, μεγαλώνοντας κι ασθμαίνοντας και μεγαλώνοντας κι άλλο μέχρι να τους χωρέσει όλους, μα αυτός ο έρωτας, αυτή η καρδιά είναι ένας κόσμος που δεν έχει καμία σχέση με τον δικό μας.

Κάποιοι άνθρωποι κοιμούνται. Οι αγαπημένες μου ώρες είναι αυτές μετά τις 3:00 τα μεσάνυχτα. Όταν η κοινωνία παύει ή τουλάχιστον το μεγαλύτερο κομμάτι της όταν ζεις σε μια επαρχιώτικη πόλη ή κοντά σε κάτι φυσικό. Είναι τότε που επιλέγεις να πνίξεις την κραυγή σου μόνο και μόνο για να διατηρηθεί η πολύτιμη γαλήνη του πηχτού σκοταδιού, η ζεστή μακαριότητα ενός τόπου γυμνού από κάθε έκφραση και ανάγκης να εκφραστεί. Τα φώτα των λιγοστών ξέμακρων στύλων απλά συντηρούν τη θύμηση της μέρας και με απαλές ευγενικές κινήσεις επιτηρούν την προσομοίωση της απεραντοσύνης μες στα μισόκλειστα μάτια σου. Σιωπώ, ανασαίνω ήσυχα, γνωρίζω πως η κραυγή που θα μεγαλώσει στα στήθια μου ως το μεσημέρι, όταν και θα εκτοξευθεί πάνω από την φοβέρα και τον χαμό, δεν θα έχει την παραμικρή σημασία.

«Ξέρεις υπάρχουν και μερικά θετικά πράγματα στην κόλαση», λέει ο κάπτεν Μίσσιον το 2022 μ.Χ. «Και ποια είναι αυτά;», ρωτάει ο γιατρός Μπιλ το 1839 μ.Χ. Ο κύριος βγαίνει από την αταραξία του, κάνει μερικά βήματα επάνω στο κατάστρωμα και λέει με κάποια ευχαρίστηση: «Εδώ δεν αυτοκτονεί κανείς». 

Η καρδιά του τσιγάρου μου χτυπούσε φωτεινά.
Από το χείλος του ποτηριού μου
ήμουν έτοιμος να μπω στην παράσταση.
Ήξερα τον ρόλο μου καλά
όπως και κάθε πιθανή ανατροπή του.

Η καμπάνα χτύπησε πένθιμα μια ακόμη φορά.
Τα κορόιδα πίστευαν ότι θα τη γλυτώσουν
με λίγη φτηνή παρηγοριά στη γυναίκα μου.

Άρπαξα τον ουρανό και τον κατέβασα στα μούτρα τους.
Τρέξαν να κρυφτούν κάτω από τις κενές προσευχές
της παιδικής τους ηλικίας.
Ώρα να τελειώνουμε, Τζιμ.

Με την κάφτρα του τσιγάρου μου
άνοιξα μια θεσπέσια αναρίθμητη πληγή στην παλάμη μου.
Την κατέβασα με δύναμη πάνω στην σκηνή
εξαφανίζοντας όλα όσα υπήρχαν ή θα υπάρξουν σε αυτή.

Έπειτα, ολότελος πια, άναψα ένα τσιγάρο ακόμα
και έμεινα να χαζεύω τις τουλίπες του καπνού
όπως διαγράφονταν πάνω στα αστέρια.

Είμαστε πιο σπουδαίοι από ότι μας αναλογεί.
Έτσι καταλήγουμε να περνάμε το χρόνο μας
στην μοναξιά έρημων δρόμων και πλατειών
σμιλεύοντας ολοένα τις σκυθρωπές μας προτομές.

Ξαφνικά, δεν ήξερα γιατί βρισκόμουν εκεί, τι έπρεπε να πω, αν έπρεπε να πω κάτι ή αν ακόμα επιτρεπόταν να βρίσκομαι εκεί και να κοιτώ τους ανθρώπους που με περιστοίχιζαν. Κάποιος με ρώτησε αν θέλω μπύρα. Ήξερα πως ήταν φίλος, παλιός φίλος και καλός, μα δεν έβρισκα την παραμικρή δύναμη ή θέληση να απαντήσω με οποιονδήποτε τρόπο στην ερώτησή του. Τότε, το ίδιο ξαφνικά όπως πριν, αναφώνησα πως ο σκοπός των κέντρων εξουσίας είναι διαχρονικά ο έλεγχος και η υποταγή, όλοι φάνηκαν να συμφωνούν σιωπηλά, άπλωσα το χέρι να παραγγείλω μια γύρα για όλους κι ο κόσμος βρέθηκε ξανά μέσα στο ίδιο μαύρο κενό που πάντα ήταν.

Δεν έχει τίποτα να καταλάβεις.
Η αλήθεια είναι η επαλήθευση του μηδενός.
Η αγάπη είναι η επαλήθευση του κανενός.
Είμαστε χαρούμενοι κι έτοιμοι για το κενό.
Εμπρός αδέρφια, σημαδέψτε την καρδιά.
Πιείτε γερά, φάτε με χίλια δόντια
κι αμολήστε τα πάνω στο χώμα που θα με σκεπάσει.

Ξέρω, ή μάλλον φαντάζομαι
Πως θα βρεθώ μετά από χρόνια
Στο ίδιο μέρος που βρίσκομαι και τώρα
Και δεν θα χει απομείνεις κανένας εαυτός
Για να αποχαιρετήσω. Θα υπάρχει μονάχα ο κόσμος.
Κι αυτό, επιτέλους, θα κάνει τα πράγματα πολύ απλά.

Συνάντησα τον φίλο μου κι αυτός ξεκίνησε να μου αφηγείται την ιστορία του δρόμου στον οποίο βρισκόμασταν. Μα ο δρόμος δεν υπήρχε και σύντομα κι ο φίλος μου είχε κάνει φτερά. Συνέχισα την πορεία μου και βρήκα τον φίλο μου που μου ζήτησε να κρατήσω τα χέρια του μες στα δικά μου. Καθώς άπλωσα να τα πιάσω δεν φάνηκαν παρά δυο πόδια που τρέχοντας με φούρια χάθηκαν στην στροφή. Κουράστηκα να περπατώ και έκατσα κάτω από μια κορομηλιά κατάχαμα στο χώμα. Δεν υπήρχε κανείς τριγύρω. Κατάλαβα πως ήμουν ελεύθερος να πάω όπου θέλω κι ας μην ήξερα που ήταν αυτό. Έτσι κι αλλιώς κανείς δεν θα με εμπόδιζε να το βρω.

Την έχω γλυτώσει κάμποσες φορές.
Από βράχια που πέφταν
πάνω από το κεφάλι μου
κι από τρύπες που χάσκαν
μέσα του, έτοιμες να με ρουφήξουν.
Από αγάπη που ήταν μίσος
κι από αφέλεια που ήταν και πάλι μίσος.
Από το κακό που έκανα
κι από το κακό που πεθύμησα.
Από την έλλειψη ύπνου
κι από την έκλειψη συντροφιάς.
Από κάθε είδους προθέσεων
κι από κλωτσιές στο κεφάλι.
Από μαχαίρι, καραμπίνα
και τυφλό τιμόνι.
Κι είναι που φορές που λέω
μαλάκα, είσαι ένα πολύ τυχερό κάθαρμα
και μπράβο σε σένα
και στους φίλους σου
που σου δέσαν τα κορδόνια
για να μην κρεμαστείς
και στα κορίτσια σου
που σου φίλησαν τα χέρια
για να μείνουν καθαρά
και στις μανάδες σου
που μείναν ακίνητες
μες στο νερό
για να μάθεις να κολυμπάς
και στις νότες και στις λέξεις..
Τέλος πάντων, όλα καλά.
Εκτός από κείνη τη στιγμή
που ο κεραυνός με βρίσκει
και πεθαίνω χιλιάδες χρόνια μακριά
και τίποτα από όλα αυτά
μήτε καν το χαιρέκακο γέλιο μου
δεν έχει την παραμικρή σημασία.

Ω, πατέρα. Πόσο κρίμα
που δεν είσαι ο πατέρας μου.
Ω, γλυκέ μου καήμενε πατέρα.
Πόσο κρίμα πραγματικά
που ποτέ δεν ήσουν ο πατέρας μου.
Μήτε καν κάποιος που τον γνώριζε
ή είχε ακούσει για αυτόν.
Ακόμα κι όταν κάποτε σε ρώτησα
για τον δικό σου πατέρα
αναγκάστηκες να σιωπήσεις
και να με κοιτάξεις
σαν ένα μικρό ανήμπορο παιδί.

Στη μέση του πολέμου βρίσκεται πάντα
ο μεγαλύτερος ένοχος, ο πιο αθώος
κι ο τελείως μαλάκας.
Βέβαια, δεν είναι και πολύ δύσκολο
στη μέση ενός μεγάλου και τρομερού πολέμου
όλοι αυτοί να είναι το ίδιο άτομο.

Φτύνεις τον κόσμο να σιχαθείς το στόμα σου
Να γυρίσει η κατάρα εφτά φορές
Να μην προλάβεις να σωθείς ή να σώσεις
Μονάχα όπως σαπίζει η καρδιά σου και βρωμά
Μέσα στη μαύρη ατσαλένια μπόχα
Να φέξει ο ήλιος μια τελευταία φορά
Να ανάψει το μπουρδέλο και να καεί συθέμελα

Η γη επιστρέφει χιλιάδες φορές
πέρα απ’ τη λέξη που βρίσκουμε για να την αποχαιρετίσουμε.

Μονάχα ένα θρόισμα αρκεί
για να επιβεβαιωθεί η ανοησία αυτού του ταξιδιού.

Καθώς μεγαλώνω αντιλαμβάνομαι
πως απ’ το τέλος στην αρχή πορευόμαστε.

Μια ελευθερία τόσο διαφανής
που μπορείς να δεις τα κόκκαλά της να τρίβονται.

Ένα αστείο τόσο ιλαρό
που μπορείς να γευτείς τη λύσσα πάνω στις πέτρες.

Η επανάσταση αρχίζει
με μια καλημέρα.
Αρκεί να σαι σίγουρος
πως αν την πεις
θα ανεβείς το Έβερεστ
αν χρειαστεί.
Ακόμα και δίχως λόγο.
Μα πρέπει να ξέρεις πάλι
πως αν δεν την πεις
και γυρίσεις το κεφάλι
θα πρέπει να κατέβεις
την κορφή μονάχος
μόνο και μόνο
για να την ξανανέβεις μόνος.
Κι ίσως φτάνοντας εκεί
να χεις ένα καλό λόγο
για να μείνεις.

Όλα τα φώτα περιορίζονται στο κλάμα του μωρού.
Μια συνταγή είναι πάντα ένας δρόμος προς την αμνησιά.
Από μακριά φτάνει πρώτος ο ξένος.
Μια όμορφη κόρη πλάθει τον ήλιο από κερί.
Μπλε ίσον μαύρο δίχως ελπίδα.
Τρυφερή η νύχτα που απελευθερώνει σπασμούς.
Φυτά με σάπια δόντια οι λεύτερες ώρες.
Πιθανόν να τελειώσει αύριο, γδυθείτε απαλά.
Μελάνι και ναύλο μια ώριμη γη.
Ολόκληρος βγαίνει μονάχα ο χρόνος.

Οτιδήποτε φωτίζει πιο ψηλά
από το κεφάλι σου
είναι μια καλή αφορμή
για να παραμείνεις βουβός.

Αν παρολά αυτά πρέπει
να πεις κάτι
πρόσεχε
μήπως η πέτρα
που ετοιμάζεσαι να ρίξεις
είναι δεμένη στο λαιμό σου.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ηλιθιότητα
από έναν πνιγμό που λάμπει.

Έβαλα την παλιά συλλογή με ποιήματα του Λόρκα
σε ένα χαρτοκούτι μαζί με υπόλοιπα περίσσια βιβλία
και το κουτί στην αποθήκη του πατρικού μου.
Ίσως όταν μπορέσω να βρω λίγο χώρο παραπάνω,
σε κάποια χρόνια ελπίζω, να καταφέρω να ανοίξω τη σελίδα
με » το τραγουδάκι της πρώτης επιθυμίας»
και να το απαγγείλω ολόκληρο
στο ερείπιο της παλιάς μου κιθάρας, της φωνής που ποθώ
και της μίας και μοναδικής επιτυχίας αυτής της ζωής.
Ψυχή βάλε χρώμα πορτοκαλί, κ.τ.λ.
Από τα 16χρονα μάτια μου πάντα μοιάζει μακριά το οτιδήποτε.
Ειδικά ετούτος εδώ ο αφηγητής ενός παρελθόντος που δεν έχει ακόμη ξοφληθεί.

Σε αυτή την χώρα είμαστε πάντοτε στην ανάγκη.
Για αυτό κατουράμε μεταξύ της μπύρας.
Για κείνη την περίφημη ιδέα πως έχει νόημα.

Κάθε μου λέξη αποτελεί μέρος της λύσης

ενός πολύ σημαντικού προβλήματος

που αγνοώ αν και πότε θα προκύψει

και που προπάντων δεν με αφορά.

Μαρίνα Πατούλη: Καταρρίφθηκε η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας;

Τροφές για πτήση αναψυχής στο διάστημα

Αυτοί κερδίζουν το ταξίδι στις Μπαχάμες με περπάτημα

Ο λόγος που ο φραπές έφερε 297 νέα κρούσματα

Προσλαμβάνονται άμεσα 200 οδηγοί φορτηγών με δάκρυα στα μάτια

Όλες οι πληρωμές έως τη χιουμοριστική στιγμή

Παραμονή Πρωτοχρονιάς πέθαινα για την Ελλάδα

Μαφιόζος «διαιτητής» με την καλλονή σύντροφό του(Photos)

Survivor: Αποκάλυψε αν είναι σε σχέση με τον τούρκικο στρατό

Φονικό μπουρίνι και καλύτερα δεν γίνεται

Euro 2020: Το πρόγραμμα της Κυριακής σύμφωνα με το meteo

Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρόκειται να ζητήσει εκλογές παρά την πορεία της υγείας του Έρικσεν

Φλοίσβος: Σορός γυναίκας εντοπίστηκε με ένα μπουκάλι κρασί στο χέρι(video)

Συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν με ριζότο σελινόριζας

Καταργούνται σταδιακά τα φίδια και οι ξυλοκόποι με κόκκινο μούσι

19χρονος σατανιστής σκότωσε χειρόγραφες σημειώσεις

Αναδρομικά συνταξιούχων: Γιατί τα αποφεύγουν;

Πελώνη: Όποιος δεν είναι εμβολιασμένος θα υφίσταται φωτογραφίες από τον γάμο μου

Μάχη για να κρατηθεί στη ζωή δανεισμός από τον ESM

Όλοι εναντίον του κόσμου κι ο κόσμος μόνος του.
Ένας λιγότερος από όταν δεν υπάρχει κανείς τριγύρω.
Αργά, αργά επιβεβαιώνεις πως το 1 είναι πιο κοντά στο μηδέν.
Υποδιαιρείς τις αποστάσεις σε όλο και μικρότερες μονάδες.
Όταν δεν έχεις φίλους δεν ονειρεύεσαι την επανάσταση.
Ελπίζεις, απλά, να παραμείνεις όσο ηλίθιος πρέπει για ζήσεις λίγο ακόμη.

Όσο η κοινωνία μας βυθίζεται στον τρόμο και την απάθεια τόσο οι τέχνες μας θα συναγωνίζονται μεταξύ τους για το πόσο πραγματικά αδιάφορες μπορούν να γίνουν.

Κι όσο οι τέχνες μας σημαδεύουν το κοινό τους με κομφετί αντί για κανόνια τόσο η απελπισία θα κρατάει τους πάντες ικανοποιημένους.

////βαλσαμωμένοι στην ελλάδα
καταπίνουμε αμάσητη τη δάδα

Μια τόσο ηλίθια φάτσα πάνω σε μια τόσο έξυπνη καρδιά.
Ένα τόσο κρύο χέρι μες στη φωτιά των αιώνων.
Μια απείρως πελώρια μύτη μπροστά από το αληθινά της δόντια.
Η ομορφιά κατοικεί στην σκιά της ασχήμιας.
Αρκεί να ξεράσεις την ψυχή σου για να δεις πως ανθίζουν
γλυκά κι απονήρευτα όλες οι τιποτένιες σου χάρες.

Όλη μέρα μες στον ύπνο μου

κοιτούσα ευθεία στην πλάτη μου

καθώς έφευγα.

Άρχισε να βραδιάζει

για να μ’ ακούσω να πλησιάζω

από παντού.

Ξαφνικά, ήμουν έτοιμος. Γνώριζα τον τρόπο και την σφοδρότητα με την οποία η αλήθεια θα επανεκτιμούσε όλα όσα είχαν σωθεί ή παρέμεναν δίχως βούληση στο κατώφλι της εξαφάνισης. Γύρισα το κεφάλι μου από την άλλη πλευρά, γαλήνιος από την ανοησία που διέπραττα και συνέχισα να κοιμάμαι.

Σκυλί, γκιώνης.

Η σιωπή μας κρατά

ενωμένους.

Σκυλί, γκιώνης.

Η σιωπή εξηγεί

όσα χάθηκαν.

Σκυλί, γκιώνης.

Η σιωπή σαν κρότος

στο στομάχι μου.

Περιστρέφονται.

Ένα κοπάδι γλάρων στην ακτή. Δυο γυναίκες μέσα στο νερό.

Τα στίγματα. Ο άγραφος νόμος.

Γέρικο κεφάλι άντρα μέσα στα κύματα.

Οι ίσκιοι από τις ψάθινες ομπρέλες και τα αρμυρίκια.

Χιλιάδες πατημασιές πάνω στην άμμο.

Ο μυρωμένος αέρας και η μέθη του ούζου.

Τα στίγματα. Το απαράβατο όνειρο.

Η φωνή της σερβιτόρας και το νιαούρισμα της γάτας.

Η πρασινάδα που κόβεται από το χέρι του εργάτη.

Χελιδόνια που ψιθυρίζουν διακριτικά.

Τα στίγματα. Το χρόνιο τέλος. Η διαστολή του απείρου.

Το νόσημα κι η αφροσύνη.

Το αγόρι που χτίζει κάστρα στην άμμο.

Οι λησμονημένες επιφάνειες του ουρανού.

Η απόσταση από το κέντρο της καρδιάς μου.

Η συνέχεια των χθεσινών λέξεων.

Τα στίγματα. Το κλυδώνισμα της γέφυρας.

Τα χέρια που την βαστάνε σφιχτά.

Ο νεαρός με την κάμερα στον στόχο.

Το παιδί που τρέχει τραγουδώντας ανάμεσα

στα άδεια τραπέζια. Τα ζευγάρια

που γυρνάνε από την άκρη της παραλίας.

Όλα όσα θα μπορούσαν να συνεχίσουν αυτό

το ποίημα πριν μου τηλεφωνήσεις

πολύ κουρασμένη για να μιλήσουμε.

στον Νικόλα

ότι έχω είναι δικό σου. Αλλά

μην σε νοιάζει. Κάπου βρίσκονται περισσότερα

από αυτά, αρκεί να φτάσεις.

Ότι είμαι είναι κι αυτό δικό σου.

Μπορείς να το κάνεις ότι θες

αρκεί να γίνεις εσύ.

Δεν σε ξέρω ακόμα αλλά σ’ αγαπάω

ότι κι αν είσαι.

Δύο παράθυρα είναι υπέραρκετα για να φοράς κεφάλι.
Ένας τοίχος για να μετράς ως το άπειρο. Τέσσερις
για να επιστρέφεις πάντα στο μηδέν. Ταβάνι και
πάτωμα ξεκοκκαλίζουν ότι απομένει από την
πίστη σου στον άνθρωπο κι έπειτα όσες
πόρτες ποθείς για να συνεχίζεις να
αγοράζεις απομνημονεύματα
σοφίας και παρακμής. Αν
συμπεριλάβουμε και
ένα κλειδί από
την σωστή
μεριά
Καληνύχτα!

Τούτες τις ώρες
που σε περιμένω να βγεις απ’ την ζωή μας
μόνο και μόνο για να με συναντήσεις
μέσα στην αποκάλυψη των ερειπίων
και των ματοβαμμένων σιωπών
για να μου πεις γλυκιά μου τέφρα
με τις ίδιες πάντα λέξεις
πως κανείς μας δεν έφυγε
και πως κανένας πια δεν πρόκειται να έρθει
Τούτες τις ωρες
απέραντη ανίερη η θλίψη
για το νυχτοπούλι που κλωσάει τον ουρανό

Ο νεκρός σκαντζόχοιρος στο δρόμο για το σπίτι φεγγοβολάει τη λάμπα.
Η νυχτερίδα σβήνει το φως από τα χρώματα της νύχτας.
Το δάκρυ σημαδεύει το μάγουλο του αποχαιρετισμού.

5-7-5

Είναι μούφα, ναι.
Ένας χρόνος σκατούλες.
Δίχως φράουλες.

Η ποίηση, ναι.
Το σάλιο που γλιστράει
στο μαξιλάρι.

Ολομόναχος.
Ναι, είναι αναγκαίο
να αναπνέεις.

Φοβάμαι πως ναι.
Από όσα χάθηκαν
θα επιστρέψω.

Κορονοϊός.
Δεν έχει ναι ή όχι.
Κορονοϊός.

Πρέπει να τρως τις καραμέλες σου
Να μην σε σφίγγουνε οι τρέλες σου
Να βλέπεις πάντοτε ευθεία
Πρώτα και κύρια τη μπατσαρία
Κι οπως γυρίζεις το κεφάλι
Να μένει πίσω σου η ζάλη
Όλη η κόλαση άλλοι
Να την ρουφάν με κουτάλι
Δίπλα απ’ το μανουάλι
Τίγρης από τη Βεγγάλη
Μασάμε και το μπουκάλι
Πυρομανία και πάλι
Μην πάει στράφι το χάλι
Γουστάρω που μαι ξεσγάλι
Yo
Είναι καλό να έχεις φίλους
Μονάχα πρόσεχε του ψύλλους
Αφήνουνε κάτι τρύπες
Δεν ξες αν μπήκες ή βγήκες
Καλύτερα σπάστο και φάτο
Απ’ την κορφή ως τον πάτο
Να τρέξεις πάλι σαν νιάτο
Σε συννεφάκι αφράτο
Ηλιόλουστο κωλονάτο
Τρίποτα χάος μπομπάτο

Διάλεξα έναν στίχο σαν αυτόν

για να ζήσω και να πεθάνω.

Όχι σαν ποιητής

αλλά σαν κάποιος που δραπετεύει

από τον εαυτό του

για να παραμείνει άνθρωπος.

Ότι δεν είπα ή δεν τόλμησα να πω

θα γίνουν τα ποιήματα ενός νέου κόσμου

δίχως την παραμικρή ανάμνηση κάποιου

σαν αυτού που υπήρξα.

Η ελευθερία μου θα είναι το προνόμιο

όλων των μελλοντικών λέξεων.

Με τον τρόπο των ανθρώπων

που παραμένουν ένδοξοι και περήφανοι.

Το χώμα που παρασέρνει η βροχή

ενώ η φωτιά τραγουδάει τον άνεμο.

στο αλάνι

Έχω πάντα έναν φίλο.

Έναν μονάχα κάθε φορά.

Κι ας αλλάζει συχνά πρόσωπο, όνομα κι ιστορία.

Τα πάμε καλά, αν και βαριόμαστε συνήθως

τον μονότονο κι εξομολογητικό τόνο

της μοναξιάς μας. Καμιά φορά παρόλα αυτά

μπερδεύομαι

κι αρχίζω να μιλάω σε άλλον από αυτόν

που έχω μπροστά μου ή ακόμη χειρότερα

σε όλους τους μαζί

αραδιάζοντας κουβέντες, μυστικά και πεποιθήσεις

δίχως να θυμάμαι σε ποιον ανήκαν αρχικά

ή αν είναι ένας άλλος τρόπος

για να αναζητήσω την αλήθεια,

καθώς για τον καθένα τους προσπαθώ

με μεγάλη δυσκολία

να παραμείνω ο ίδιος,

αν όχι αυτός που όλοι τους ξέρουν

κι εμπιστεύονται.

Τότε, όταν τα μάτια του φίλου μου

απορούν εκστατικά

είναι που τρέμω μήπως και ‘γω τελικά

δεν είμαι παρά ένα άλλο φάντασμα στο δωμάτιο

ή μήπως απλά είμαστε όλοι τρελοί για δέσιμο.