Η αγάπη μου είναι το μυστικό που σε σένα εκμυστηρεύτηκα. Η αγάπη μου μεγαλώνει με τα μυστικά μου για σένα. Η αγάπη μου δεν θα πεθάνει ποτέ, καθώς κανείς δεν θα μάθει ποτέ ποιος είμαι. Εκτός ίσως από σένα. Η αγάπη μου δεν θα πεθάνει ποτέ, καθώς ποτέ δεν θα μάθω ποιος είμαι. Παρομοίως, η αγάπη μου είσαι εσύ που δεν ξέρω τίποτα για σένα κι αυτό είναι ό,τι ζητώ.  



Τα πουλάκια κελαηδούν, ένα μηχάνημα βουίζει
Ένα τσιγάρο καπνίζει ένα άντρα
Η άνοιξη είναι ένα κρεματόριο
Όπως η αδικία είναι τυφλή
Ο κόσμος πηδάει από τις επάλξεις
Σφηνώνεται στη λέξη
Να ένα μήλο, να ένα πιστόλι
Να η υπεράσπιση των πάντων
Η απόλυτη ευκαιρία να σιωπήσεις
Γράφοντας μια ακόμα πρόταση
Δίχως την παραμικρή θέληση
Να σώσεις ή να σωθείς
Οι σημαίες σκεπάζουν τη χλόη
Οι μηροί σου αγκαλιάζουν το φως
Εγώ δεν αισθάνομαι λύπη
Εγώ φροντίζω το κορμί μου
Να γίνει στάχτη
Να ένα όμορφο πρωινό
Να η ανάταση της μοίρας μου
Σκεβρωμένοι υπάλληλοι του ακατάληπτου
Επιδειξίες σφετεριστές του ωραίου
Απλά μια σημείωση στην έκβαση του αγώνα
Είναι αρκετή να επαναφέρει
Τη συλλογική μνήμη του παιχνιδιού
Η απόλυτη ευκαιρία να σιωπήσεις
Γράφοντας μια ακόμα πρόταση
Από το Αγρίνιο ως τη Τζακάρτα
Από το πάνω ράφι της βιβλιοθήκης
Ως τον κάδο ανακύκλωσης στη γωνία
Από τη μι έως τη φα
Όλα είναι η έξοδος κινδύνου
Ο απαιτούμενος χρόνος σήψης
Η επιμονή του Κυρίαρχου Άλλου
Να γίνει Εμείς
Να το απόλυτο, να το μήλο
Ο χρόνος είναι ο διάολος
Κι ο διάολος είναι η φύση
Όπως σηκώνεσαι μέσα στο κύμα
Όπως ρουφάς το αίμα μου
Όπως ονειρεύεσαι τον τερματισμό
Ως την αιώνια επιστροφή
Ενός όμορφου πρωινού
Της αγκαλιάς μας
Χρέος



Από ένα σημείο κι έπειτα δεν έγκειται άλλη αλήθεια στις λέξεις. Όλα κυλάν στη ρότα των προλεγόμενων. Οτιδήποτε φαινομενικά νέο δεν είναι παρά μια επιβεβαίωση του παλιού. H ανακάλυψη καινούργιων τρόπων διατύπωσης απλά ενισχύει την πίστη σου πάνω στην ιστορία σου. Όλα έχουν ειπωθεί χιλιάδες φορές από σένα κι εκατομμύρια φορές απ’ όλους τους άλλους μα δυστυχώς υπάρχει ακόμη πολύ δρόμος για να θεωρηθούν δεδομένα. Για το λόγο αυτό γιαγιά πάρε με σπίτι. Για το λόγο αυτό γιαγιά πάρε με σπίτι. Γιαγιά πάρε με σπίτι. Γιαγιά πάρε με σπίτι.



Η επιθυμία ενός τραγικού προσωπικού συμβάντος με στοιχειώνει. Ο θάνατος, η απώλεια, η καταστροφή μου κλείνουν το μάτι και χαμογελάν ηδονικά. Ανατριχιάζω κι η καρδιά αυξάνει τους παλμούς της στη σκέψη ενός πόνου τέτοιου μεγέθους που θα παρασύρει και θα αφανίσει κάθε νόρμα, κάθε υπόσχεση δική μου η δική σας, κάθε πρότερη εικασία ή υποτιθέμενο θέλγητρο της ζωής μου. Φαντασιώνομαι το κορμί μου να λυγά και να συσπάται στην απαγγελία του ολέθρου. Να συρρικνώνεται και να εξαφανίζεται υπό το βάρος του πόνου και της θλίψης που αυτός προκαλεί. Ίσως αυτό ακριβώς να είναι το σημείο που ποθώ και είμαι σίγουρος πως η ιδανική συμφορά μπορεί να το επιφέρει. Η πλήρης ματαίωση αυτού που είμαι και θέλω να είμαι κι η σταδιακή αποσύνθεση μου σε κάτι πολύ λιγότερο από το ανθρώπινο. Μια πέτρα που υπάρχει απλά όπως οι πέτρες υπάρχουν. Χωρίς να αναπνέει, χωρίς να αναρωτιέται, χωρίς να περιμένει τίποτα άλλο πέρα από τον θρυμματισμό της, χρόνο με το χρόνο και σταγόνα με τη σταγόνα. Μια πέτρα στο χώμα, μες στη θάλασσα ή στα χέρια ενός μικρού παιδιού. Μια πέτρα που είτε στέκεται είτε κυλά δεν αλλάζει αυτό που είναι. Ένα σκληρό, συμπαγές τίποτα που ατενίζει τον κόσμο με αδιαφορία. Μια πέτρα που απεχθάνεται τον κόσμο στα χέρια ενός τρελού που με μανία διαλύει το κεφάλι της αγαπημένης του. Μια πέτρα που μισεί τις κοινωνικές προσταγές θρυμματίζει μια βιτρίνα. Μια πέτρα μαύρη, ολοσκότεινη, αποχαιρετά γνωστούς και φίλους φεύγοντας όσο πιο μακριά μπορεί. Μια πέτρα ανίκανη να πεθάνει αφού είναι για πάντα νεκρή.


 

Το τραγουδάκι της πρώτης επιθυμίας να φτιάξουμε συγκρότημα

Στην κ. Φρειδερίκη


Ποια συγχώρεση χωράει μες σε ένα λεπτό;
Ποια συγχώρεση αντέχει τον καλό μου εαυτό;
Παλιά γελούσαμε πολύ, παλιά γελούσαμε μαζί
Άνοιγε η πόρτα στο κλειδί κι ούτε μια λέξη αδειανή
Μα πάει καιρός που ξέχασα ποια η γιατρειά κι ο πόνος
Παρέα στέκονται μαζί και γω αντίκρυ μόνος

Hackers café 1995


 

το φώώώώώώώώώώώώς


Το φως είναι μια τρύπα απ’ όπου πέφτουν
τα σκουπίδια, η μόνη μας ευκαιρία
να επιβιώσουμε, η απόδειξη πως το σύμπαν
μπορεί να αγαπήσει.

Το φως είναι μια τρύπα στο κεφάλι μου
απ’ όπου αναβλύζει ο λόγος
που αδυνατώ να ονειρευτώ.

Το φως είναι μια τρύπα απ’ όπου κοιτώ
τον θάνατο και καυλώνω.


 

because I can


Δεν γράφω για τις λέξεις. Πως θα μπορούσα άλλωστε, αφού καμία δεν ξέρω. Δεν γράφω μήτε από θάρρος, μήτε από τόλμη. Δεν γράφω γιατί ξέρω τι να πω και πως να το πω. Η σιωπή εξάλλου είναι μια ευκολία που απολαμβάνω. Δεν γράφω γιατί μου έμαθε κάποιος να γράφω ή γιατί το θέλησα ή γιατί πίστεψα πως κάτι καλό θα βγει από αυτό. Δεν γράφω για να υμνήσω ένα έρωτα ή για να καταλαγιάσω κάποιο μαρτύριο. Δεν γράφω γιατί δεν έχω δουλειά ή μου περισσεύει ο χρόνος. Γράφω απλά γιατί είναι ένα από τα ελάχιστα προνόμια που μου έχουν απομείνει. Γράφω γιατί μπορώ.



Η λέξη είναι ένας μύθος. Ακόμα κι όσοι δεν την πιστεύουν αδυνατούν να ξεφύγουν από την διήγηση της. Η λέξη είναι ο πιο φθηνός θεός. Ακόμα κι όσοι αρνούνται να την πιστέψουν αδυνατούν να αποκοπούν από την λατρεία της. Είναι ένα ποτήρι, ένα χρέος, το επιστέγασμα της οδύνης. Μιλώ και γράφω όπως εσύ μιλάς και γράφεις, αφού κάποιος, κάποτε μίλησε και έγραψε κάτι και οτιδήποτε πιά επρόκειτο να μιληθεί και να γραφτεί. Η λέξη αναπνέει την αναπνοή μας, καλλιεργεί τα χωράφια μας, δημιουργεί το αύριο και το χτες αυτού του άμοιρου κόσμου. Η λέξη στοιχηματίζει στον έρωτα ή στο θάνατο, αναλόγως τις ορέξεις της. Η λέξη πράττει και εμείς ακολουθούμε εκστασιασμένοι. Η λέξη είναι ένα κουτί μέσα σε ένα άλλο κουτί, το οποίο με τη σειρά του κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει που βρίσκεται. Απλά φανταζόμαστε πως κρατάμε το κουτί στα χέρια μας, παραδίδοντας το από γενιά σε γενιά, με την υπόσχεση το κουτί να παραμείνει ασφαλές. Με την προϋπόθεση το κουτί να παραμείνει αδιάρρηκτο. Κι όμως η λέξη δεν μπορεί, από την φύση της να αρκεστεί στο ρόλο που της αναθέσαμε. Ο υπηρέτης είδε τον κύριο του ανίκανο κι ανήμπορο να προσδώσει νόημα στις ζωές τους κι ευθύς ανέλαβε πρωτοβουλία. Η λέξη έχει ξεκινήσει την πορεία προς την πλήρη αυτονομία της. Καιροφυλακτεί σε κάποιο υγρό, σκοτεινό σοκάκι και δεν θα αργήσει η στιγμή της επίθεσης της. Η δύναμη της συσσωρεύεται σε κάθε κενό διάστημα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ηχεί στα πράγματα κι αντιφέγγει στα πρόσωπα μας. Η λέξη δεν μας χρειάζεται πια και κάθε φρόνιμος άνθρωπος μπορεί να το καταλάβει αυτό. Σύντομα θα είναι μόνη, απόλυτη κυρίαρχος του ουρανού και της γης. Σύντομα οι φωτιές θα σβήσουν, τα νερά θα στερέψουν, το χρώμα των ματιών σου και κάθε ανάμνηση της αγάπης μας θα γίνει μια σπιθαμή του βασιλείου της, ένα ακόμη όπλο στη διάθεση της για την κατάκτηση νέων αστέρων.



%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%81%cf%84%cf%89

Αναρτώ, αναρτώ όταν ο λύκος είναι εδώ. Λύκε, λύκε είσαι εδώ.
Βγάζω το βρακάκι μου και σε αγαπώ.



Σήμερα διαλέγω αυτή τη λέξη. Εσύ θα διαλέξεις μια άλλη. Κάποια απ’ τις δύο ή κι οι δύο θα διαβαστούν από τρίτους. Θα ακολουθήσουν χιλιάδες ακόμη λέξεις. Σύντομα κανείς δεν θα θυμάται ποιος είπε τι. Θα μείνει η ανάμνηση της ανάγνωσης κι ίσως κάποια συγκεχυμένη αλληλουχία λέξεων. Καθημερινά θα προστίθενται κι άλλες λέξεις. Καθημερινά η σύγχυση θα μεγαλώνει. Το αναγνωστικό κοινό θα προσπαθήσει να ανταπεξέλθει στην προσφορά μα θα είναι αδύνατο. Αναπόφευκτα, η γραφή κι η ανάγνωση θα αναγκαστούν να βρουν νέους τρόπους επικοινωνίας μεταξύ τους. Πιθανώς, να μεσολαβήσει μια σκληρή διαμάχη προκειμένου κάθε μια να διασφαλίσει τα δικαιώματα της. Το πάνω χέρι έχει αναμφίβολα ο λόγος. Ποτέ και πουθενά, κανείς δεν μπόρεσε να τον υποτάξει στις προσωπικές του ορέξεις. Παράφορα πλήθη λέξεων επρόκειτο να παρατεθούν εμπρός μας. Μια αεικίνητη, πανίσχυρη μάζα γραμμάτων. Έτοιμη να καταπνίξει ακόμη και τον πιο πειθαρχημένο αναγνώστη μες στους ορμητικούς της χειμάρρους. Μέρα με τη μέρα, αναγνώστες και συγγραφείς θα αγωνίζονται να αναδυθούν από τα απροσμέτρητα βάθη των ωκεανών των λέξεων, μα στην ουσία θα γίνονται ο κατακλυσμός που θα πνίξει τα εναπομείναντα κομμάτια γης. Ελάχιστοι θα επιβιώσουν της εποχής των άπειρων λέξεων. Οι περισσότεροι θα παραδέρνονται πάνω στα αλαλάζοντα κύματα ή θα ναυαγούν οικειοθελώς σε κάνα ξερονήσι σιωπής. Οι ίδιες οι λέξεις θα χάσουν την παλιά τους υπόσταση. Θα φυλλοροούν σε δίψηφα φωνήεντα και θα εκρήγνυνται σε τελικά σύμφωνα. Εντέλει, οι φωνές μας θα βυθιστούν για πάντα σε ένα νηνεμές και αδιατάραχτο α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α α



Πρέπει εξαρχής να θεωρήσεις πως είσαι χαμένος. Ακριβώς όπως αυτό το κείμενο και όσα ακόμη ακολουθήσουν. Πρέπει να συνειδητοποιήσεις πως η κίνηση, ακριβώς όπως αυτή η λέξη και όσες ακόμη ακολουθήσουν, είναι το κατάλοιπο μιας δράσης που συνέβη εκατομμύρια χρόνια πριν. Πρέπει να μάθεις, επιτέλους, πως ότι κατακτάς, αυτομάτως σε κατακτά κι αυτό. Δεν υπάρχει τοίχος να πηδήξεις αν δεν τον φτιάξεις πρώτα. Έτσι, μεγάλωσε η αγωνία, έτσι θέριεψε ο φόβος, έτσι μεταμορφώθηκες σε χίλια πράγματα ακριβώς όπως στο όνειρο σου. Τώρα καταλαβαίνεις τον βρυχηθμό του λιονταριού. Τώρα επιθυμείς να πνίξεις τα καράβια στη μπανιέρα. Τώρα που ο έρωτας λογίζεται ως μια ανάμνηση απ’ την εποχή των άναρθρων κραυγών. Εγκλωβίστηκες στις πολυσύλλαβες. Εγκλωβίστηκες στο μέλλον. Κανένα νόημα δεν θα συνηγορήσει υπέρ της εύρεσης νοήματος. Χιλιάδες καρδιές, αυτοπυρπολούνται, προκειμένου να καταστήσουν σαφές πως ο ορίζοντας ξεκινάει και τελειώνει πάνω στην φλεγόμενη σάρκα τους. Προσπαθούν να πείσουν το ανέφικτο να γυρίσει ξανά πίσω, κοντά μας. Να μας πάρει στην αγκάλη του, γλυκά να μας αποκοιμίσει. Να μας απαγγείλει τον χρόνο και τον ήλιο, μέσα σε μια και μοναδική στιγμή, που επαναλαμβάνεται αδιάκοπα, ωσότου ο χρόνος και ο ήλιος και η νύχτα με όλο της το ρίγος κι η σαύρα που στριφογυρίζει τη γλώσσα της και το σύννεφο και το νερό κι όλα βρουν κάποτε ένα μέρος να ζήσουν και να πεθάνουν.



Με ασήμι με κέντησες
Και γλίστρησε ο ήλιος μες στα βουνά
Και χάθηκες

Με κύμα με ανέθρεψες
Και βούτηξε ο ήλιος στο θεριό
Και χάθηκες


 


Εγώ ο μικρός – ο τόσος δα,
πάνω στην ανάσα σου,
εσύ,
φευγαλέα νύχτα,
εσύ,
γνέφει αντίο στα αστέρια,
εσύ,
υπαρκτές οι μυριάδες μέρες
απέραντων ουρανών.


 


Αν κάθε λέξη είναι το πεδίο όπου προσπαθώ να αγαπήσω και να αγαπηθώ, να πείσω και να πειστώ πως υπάρχει κάτι που αξίζει να ειπωθεί, πως εγώ και εσύ μπορούμε να ορίσουμε, ως συγγραφέας και αναγνώστης, τον κόσμο που ποθούμε, την ευκαιρία να ζήσουμε αυτή τη ζωή, να ξεψαχνίσουμε την πικρή αλήθεια του φωτός, το μάγεμα του σκοταδιού να απλώσουμε ως τα τρίσβαθα της φλέβας, κι άλλα τόσα που μπορούν να υπάρξουν, είμαι σίγουρος πια πως δεν ξέρω τι να πω και πως δεν έχει σημασία τι λέω κι αν πω, πιστεύω πως κάτι είπα, δεν θα είναι λάθος, μα δεν θα είναι και σωστό, καθώς έτσι κι αλλιώς, επιτέλους το ποτήρι έσπασε και το χυμένο γάλα στο πάτωμα, είναι το σημείο που αρχίζω να ονειρεύομαι, ένα όνειρο πέρα από το όνειρο, πέρα από τη λύπη και τη χαρά, πέρα από τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, πέρα από το νόημα, του να λέω αυτό που θέλω ή μπορώ, πέρα από μένα και σένα, μια ιαχή δίχως τις φωνές μας, ένα γράμμα δίχως παραλήπτη, ένας έρωτας δίχως κορμί, μια πορεία δίχως κατεύθυνση, ένα τίποτα που μαθαίνει να πάλλεται, χωρίς λόγο, χωρίς λόγο, χωρίς λόγο, χωρίς λόγο, αυτή η πρόταση, χωρίς λόγο, χωρίς λόγο, αυτή η πρόταση, χωρίς λόγο, μαθαίνει να πάλλεται, χωρίς λόγο, αυτή πρόταση, χωρίς λόγο, χωρίς εμένα, χωρίς εσένα, χωρίς τίποτα.



Εξέλιξα το φόβο μου, συμπεριλαμβάνοντας τα πρόσωπα σας, τον τρόπο που κινείστε και μιλάτε. Πλέον, χωρίς την παραμικρή σκέψη να συνδιαλλαχτώ μαζί σας, κάθε που σας αντικρίζω τρέχω μακριά. Ταυτόχρονα, απέκτησα και αποστροφή για τις σημαίες, τους φράχτες, τα δημόσια κτίρια, τα κέντρα διασκέδασης. Σιχαίνομαι, πια, λέξεις όπως αξία, ιερό, άποψη, γνώση. Το μόνο που μου απομένει είναι η μετουσίωση του φόβου μου στη δύναμη που θα σας γαμήσει τα πρέκια.


Θάνατε ακαταμάχητε


Τελευταία έχω πεθάνει πολλές φορές. Είναι ο δρόμος, η κούραση, η βαρεμάρα. Δεν είμαι σίγουρος για τον ακριβή αριθμό των θανάτων μου ως τώρα. Έκανα αίτηση ενημέρωσης. Αν συνεχίσω έτσι όμως, είμαι σίγουρος πως θα χω πρόβλημα. Δυστυχώς το πρόγραμμα δεν αναβάλλεται. Πρέπει τουλάχιστον να αποφύγω τους εντελώς χαζούς θανάτους. Όπως το τρακάρισμα ψάχνοντας για το cd των Tribe ή το πήδημα απ’ το παράθυρο κάθε που-σου-κου. Σκέφτομαι να περνάω περισσότερη ώρα περπατώντας στην ύπαιθρο γύρω απ’ την πόλη. Ίσως η επαφή με τη φύση με γαληνέψει ή αν μη τι άλλο θα ναι κομμάτι παράταιρο να χτυπήσω το κεφάλι μου με καμιά πέτρα. Παρόλα αυτά περιμένω την απάντηση τους. Αν τα χω υπολογίσει καλά έχω καμιά εικοσαριά χρόνια με δυο, τρεις θανάτους τη βδομάδα. Θα στενοχωρηθώ αν έχει πέσει παρακάτω το προσδόκιμο μου. Θα φρικάρω πάλι όπως παλιά και θα χτυπήσω καθημερινό θάνατο κι άντε μετά βρες το κουράγιο να κάνεις off, να ρθεις στα ίσα. Είναι ωραία η ζωή ρε γαμώτο, ειδικά όταν μπορείς να πεθαίνεις που και που. Δεν είναι τόσο το βιολογικό που φτιάχνει, με κάθε μικρό θάνατο, αλλά η αίσθηση του να μπορείς να ζεις με την ανεμελιά του μη αναστρέψιμου. Η έξαψη που νιώθεις όταν χτυπάς το πεζοδρόμιο ή ανοίγει το κεφάλι σου στα δύο και συνάμα η παντελής αδιαφορία, το αίμα που παγώνει λίγο πριν, ο εναγκαλισμός με ένα γλυκό, ανόθευτο τίποτα, η χαλαρότητα των άκρων σου, είναι σαν για λίγα λεπτά να εξαφανίζεσαι, δεν βρίσκεσαι πουθενά κι είναι τόσο αρκετό, μια έναστρη παλίρροια μηδαμινότητας που καθώς απομακρύνεται σε αφήνει καινούριο, πεντακάθαρο, έτοιμο να ζήσεις τα πάντα με περίσσεια ορμή, μέχρι να πεθάνεις ξανά.



Στον αγώνα μου να κατονομάσω τα πράγματα
και τα πρόσωπα
δίχως όμως να γίνουν γνωστά
κατάφερα αισίως να ξεχάσω
το όνομα μου.
Είναι μια μορφή δικαίωσης.


 


Η ώρα είναι μία ακριβώς.
Αν υποθέσουμε πως μέχρι τις δύο δικαιούμαι να
εκφράσω όσο καλύτερα μπορώ
το δικαίωμα μου να εκφραστώ
μέσα σε αυτή την ώρα
νομίζω πως είναι φρόνιμο να
σταματήσω εδώ.


 


Πολύ κουβέντα στο σπίτι.
Το σιφόνι βρίζει, τα τακούνια γκρινιάζουν,
τα τηλέφωνα χασκογελάν, η τηλεόραση απαγγέλει,
το πλυντήριο συλλογιέται, το τζάκι ψιθυρίζει,
η καφετέρια πετάγεται άξαφνα και τραγουδά.
Προσπάθησα κάποτε να πω και γω κάτι
μα δεν έδωσε κανείς σημασία.


 


Ευτυχώς για μένα δε γράφω από ανάγκη.
Έχω δυο φίλους καλούς, γυναίκα, φαΐ ζεστό.
Έχω κι ένα καλό καπνό από τη Μακρυνεία.
Που και που πάω και καμιά βόλτα στην εξοχή.
Δυστυχώς για την ποίηση γράφω από καπρίτσιο.


 


Δεν φταίνε οι δάσκαλοι που έχουν γνώση.
Δεν φταίνε οι πιστοί που έχουνε θεό.
Δεν φταίνε οι τραπεζίτες που έχουνε λεφτά.
Δεν φταίνε οι εργαζόμενοι που έχουνε δουλειά.
Δεν φταίνε οι πολιτικοί που έχουν εξουσία.
Δεν φταίνε οι μαφιόζοι που έχουν εξουσία.
Δεν φταίνε οι δικαστικοί που έχουν εξουσία.
Δεν φταίνε οι δημοσιογράφοι που έχουν άποψη.
Δεν φταίνε οι γονείς που έχουνε παιδιά.
Δεν φταίνε τα παιδιά που έχουνε παιχνίδια.
Δεν φταίει κανείς τους.
Φταίω εγώ που πονάω, πεινάω και κρυώνω.
Φταίω εγώ που φοβάμαι.
Φταίω εγώ που δεν αντέχω τη μοναξιά.
Φταίω εγώ που βαριέμαι εύκολα.
Φταίω εγώ που δεν ξέρω να ζω.
Φταίω εγώ που δεν είμαι ψάρι.
Φταις και συ που δεν είσαι νερό.


 

πρόχειρα προκατακλυσμιαία


Πρέπει να καταλυθούν τα πρόσωπα μπας και γραφτεί το ρημάδι το ποίημα.
Για τους χρόνους είναι βέβαια πολύ νωρίς.
Γέμισε ο τενεκές βαρύγδουπες, δακρύβρεχτες δηλώσεις.
Κι όλοι να απλώνουν χέρι, μα την ξενιστικωμάρα τους.
Κι όλοι να αγαπάνε τους τρελούς και τους καταραμένους
και να ποθούν νταραβέρια μαζί τους.
Λάδι πολύ και τηγανίτα τίποτα, σύντροφοι.
Δυο φίλους που τρελάθηκαν αδυνατώ και καλημέρα να τους πω.
Ή που όλοι στιχομυθούν ωσάν όλα να τα ξέρουν.
Με τόση γνώση δεν γίνεσαι ποιητής, αρχιμανδρίτης γίνεσαι.
Λυπημένες μου, καυλιάρικες ψυχές,
καλές οι δύσκολες οι λέξεις και τα περίπλοκα νοήματα,
μα οι δύσκολες οι μέρες δεν βρίσκουν πια σε σας καταφύγιο.
Σας προσπέρασαν κι ούτε ματιά δεν ρίχνουν πίσω.
Ετοιμάζουν τη γενιά που θα πυρπολήσει τα τεφτέρια σας.
Αυτό κι αν θα ΄ναι ποίημα, οεο.
Τιμή μου να καώ στο πλάι σας, σύντροφοι.
La pastie la mpouchesteri.
Α και κάτι ακόμα, σαν τη λαχανόπιτα της μαμάκας δεν έχει.
Λαχανόπιτα , λαχανόπιτα , λαχανόπιτα.
Του λόγου το αληθές.


 

eiI can see you
You can see me
I can hear you
You can hear me
I can feel you
You can feel me
Don’t
Stab me in the back
Don’t
Stab me in the back
Don’t
Stab me in the back
Don’t
Stab me in the back