Τελικά κρεμόμουν από μία κλωστή.
Μια μικρή μύγα που ανέπνεε την φαντασία.
Ήταν πραγματικά πολύ εύκολο να γίνω ο άνθρωπός σου.

Aδιαίρετη,
αδιάκοπη,
αδιάλειπτη, αδιάσπαστη,
αείροη, αέναη, άκαμπτη,
ακατάπαυστη, ακούραστη, αλλεπάλληλη,
ανεμπόδιστη, ανένδοτη, ανενόχλητη, ανεξάντλητη, άνευ
διακοπής, ανηλεής, ανυπολόγιστη, απανωτή, άπαυστη,
άπειρη, απεριόριστη, άσβεστη, ασταμάτητη, ατέλειωτη,
ατελείωτη, ατέρμονη, αχανής, διαρκείας, διαρκής,
διηνεκής, εκτεταμένη, έμμονη, ενιαία,
εξακολουθητική, επαναλαμβανόμενη,
επανειλημμένη, επίμονη, μόνιμη,
μονοκόμματη, ολοπαγής, παντοτινή,
παρατατική, παρατεταμένη, πυκνή,
ρέουσα, σταθερή, συμπαγής, συναπτή,
συνδεδεμένη, συνεχής, συνεχόμενη,
συχνή, τακτική, χρόνια,
σιωπή.

Κάθομαι και περιμένω. Αυτό που θέλω να συμβεί είναι πολύ απλό. Είμαι σίγουρος πως μέχρι το τελευταίο ποτήρι του μπουκαλιού θα τα έχω καταφέρει. Βοηθάει και η κουβέντα που προηγήθηκε με την γυναίκα. Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων. Κοιτάω τα αραδιασμένα πράγματα στο γραφείο. Τον χρόνο που δαπανήθηκε για να επιστρέψουν όλα τους από την αχρηστία. Από την γέννηση. Ώπα. Απότομη στροφή σημαίνει πατιλίκια με το χέρι στα μπούτια σου. Κοιτάω το καντράν και δεν λέει παρά τον αχνό περίπλου των σχημάτων. Χρειαζόμαστε μια σφαίρα στο κεφάλι μας. Την προσωδία της φωνής που θα μας πνίξει. Ένα ξεβρασμένο αστείο στις όχθες του Ευφράτη. Κοίτα μας πως τρυπάμε το κρίνο στο δάχτυλο, περιμένοντας να προδώσει την σκιά του. Πέρασε ήδη η ώρα των τέκνων μου και ετοιμάζομαι να προσχώσω την πέτρα στον ήλιο. Τα φαντάσματα περιπολούν τις αρτηρίες μου κι ο χρόνος είναι η πληγή που ανασαίνει την πλήξη μου. Τράκαρα. Επιτέλους. Οτιδήποτε ιερό απαιτεί ένα αίμα για να παρθεί. 159 λέξεις. Δεν θέλω να πω κάτι, απλά να γράψω.

 

Η μοναξιά είναι στο κέντρο του σύμπαντος όταν το σύμπαν είναι κενό.
Αυτή η απόσταση που διανύεις για να παραμείνεις ακίνητος.

Μετράω τρεις πόρτες μέχρι τον δρόμο. Καθώς είμαι άφραγκος μετράω τέσσερα χιλιόμετρα μέχρι το δάσος. Εκεί, έπειτα από μία ζωή κουράγιο και πάνω κάτω καμιά τριανταριά δέντρα εισέρχομαι στο απόλυτο σκοτάδι. Μετράω τέσσερα, πέντε, έξι δευτερόλεπτα και πέφτω στα γόνατα. Με τις άκρες των δαχτύλων μου πιάνω δύο πετρούλες και τις μετράω ξανά και ξανά. Μετράω ως το δέκα και ξανασηκώνομαι. Αρχίζω να βαδίζω προς τα μπρος, με αργά και μουδιασμένα βήματα, μετρώντας τα ένα ένα. Στον αριθμό εφτά βημάτων σταματώ, ανακουφισμένος και περήφανος για την πορεία που διένυσα. Σηκώνω το κεφάλι στον ουρανό που εκπέμπει πάνω από τις κορφές των δέντρων κι αντικρίζω τόσα αστέρια που αν έκανα τον κόπο να τα μετρήσω θα ξημέρωνε. Παρόλα αυτά μετράω τυχαία είκοσι από αυτά. Πλέον, δεν νιώθω φόβο αλλά μια γλυκιά, ιαματική έξαψη. Νιώθοντας πως τόσα μετρήματα δεν πήγαν στράφι αρχίζω να βαδίζω ξανά. Η καρδιά μου χτυπά πανηγυρικά. Κάνω δέκα βήματα, παραξενευμένος από την ομαλότητα του εδάφους. Θυμόμουνα πως μετά το μικρό πλάτωμα που σε υποδεχόταν υπήρχε μια ανηφόρα, διάσπαρτη από λακκούβες και κοτρόνες. Ετοιμάζομαι να μετρήσω άλλα δέκα βήματα όταν ακούω από πίσω μου ένα γρύλισμα που αμέσως γίνεται γάβγισμα σπάζοντας όλο το τοπίο σε κομμάτια. Δεν μετράω το κλαψούρισμά μου και καθώς αντιλαμβάνομαι πως το γάβγισμα πλησιάζει κι αρχίζω να τρέχω με μεγάλα, άτσαλα βήματα, δίχως να καταλαβαίνω αν κρατάω την ευθεία, μάλλον πηγαίνοντας δεξιά κι αριστερά, ξάφνου πατώντας σε μία λακκούβα, πέφτοντας, το γάβγισμα να δυναμώνει, σηκώνομαι, τρέχω πάλι, χτυπάω το κεφάλι μου σε κάτι, πέφτω. Ανοίγοντας τα μάτια μου το φύλλωμα των δέντρων λαμπύριζε μέσα σε ένα ολόφρεσκο φως. Μέτρησα ένα καρούμπαλο στο μέτωπό μου και τρεις γενναίες γρατσουνιές στα δυο μου χέρια. Μέτρησα, ακόμη, ακριβώς τα ίδια χιλιόμετρα, τις τρεις ολόιδιες πόρτες και διακόσες ογδόντα εννιά λέξεις για να επιστρέψω στο δωμάτιο μου.

Κάθε μέρα μένω στο σπίτι και κρατάω την πόρτα κλειστή.
Ευτυχώς, δεν χρειάζεται να κάνω το ίδιο με τα παράθυρα.
Από αυτά πάντοτε επιστρέφω.

Ένα για τη μπάρα

Περνώντας με πορτοκαλί

(στο ένα έτσι)

Μια πανδημία μόνο από μια προηγούμενη μπορεί να σε σώσει. Είναι σαν να σκοτώνεις το hangover σου αποφασίζοντας να πιεις ξανά. Μόνο που εδώ έχεις την επιλογή ή έτσι νομίζεις. Η θέση πως όταν ένα κακό σε έχει ήδη βρει οτιδήποτε άλλο θα σε αφήσει ανέγγιχτο απορρίπτεται και μόνο ως ουτοπική μπορεί κάποιος να την χαρακτηρίσει.

Όταν θα βρεθούμε στο δρόμο σίγουρα θα ξαναγελάσουμε κοιτώντας ο ένας τον άλλο κατάφατσα. Θα έχει μείνει κάτι άλλο εκεί έξω που να αξίζει; Έστω μια μπάρα που να χρεώνει φθηνά;

Ο λόγος για να αποδεχτείς οποιαδήποτε πρόσκληση ή πρόκληση είναι ο ίδιος για τον οποίο μπορείς να την απορρίψεις, εφόσον έχεις αναγνωρίσει στο πρόσωπό σου το μεγαλείο του αδιεξόδου που σου χαρίστηκε.

Δείτε την αρχική δημοσίευση

Απ’ το μπαλκόνι υπάρχει ένα διάστημα
που αναγνωρίζει το πρόσωπό σου σε κάθε του επιστροφή.
Αυτό το ποίημα μέθυσε πιο γρήγορα από την σιωπή σου.
Είναι τότε που το σύννεφο προδίδει τις επιφάνειες
κι η όλη η ανακατανομή πάει στράφι.
Θα χρειαστώ ένα καινούριο εσώρουχο.
Γυρνάς το παράθυρο σε λα μείζονα, ανασαίνεις την ορθογραφία κεφαλαίων.
Στο πορτοφόλι μου έχω κάτι ψιλά.
Φτάνω μα δεν περιμένω παραπάνω από ότι έφυγα.
Χρησιμοποιώ το ίδιο ρεύμα δεκαετίες.
Υπομονή και πλησμονή κι ένα φεγγάρι απόσταγμα.
Χρυσά αντικλείδια ταξιδεύουν τον ποταμό.
Άναψε η απόστασή σου.
Το ψέμα στην χαραυγή του είναι ο λόγος που ζω.
Πιο εκλεκτικό απ’ την θλίψη μου.

Η μουσική είναι το καλύτερο πράγμα που συνέβη ποτέ στην ανθρωπότητα. Και τα κόμικς. Κι η πίτσα. Και η μπύρα. Και το ουίσκι. Κι η γυναίκα που αγαπώ. Και το διαδίκτυο. Και η λογοτεχνία. Κι η ποίηση. Και ο κειμενογράφος. Μόλις έσβησα τις πολυκατοικίες. Αν και με τις παρούσες συνθήκες θα μπορούσαν να γίνουν ο ύμνος της νεωτερικότητας. Και το τζάκι. Και η θέρμανση γενικά. Και το τηλέφωνο. Και το viber. Κι η σοφία του σκοταδιού. Κι η μέριμνα του φωτός. Κι η μνήμη. Ναι κυρίως αυτή. Όταν οι ιστορίες μοιάζουν να επαναλαμβάνονται αρκεί μια σπιθαμή από δαύτη για να νιώσεις κάτι πιο παλιό από τον εαυτό σου. Κι οι παντόφλες.

Μήτσο, σ’ αγαπώ και μου λείπεις.
Βασίλη, σ’ αγαπώ και μου λείπεις.
Φόρη, σ΄ αγαπώ και μου λείπεις.
Νίκο, σ’ αγαπώ και μου λείπεις.
Θανάση, σ’ αγαπώ και είμαι σίγουρος πως μου λείπεις.
Θέλετε να βρεθούμε να παίξουμε φτυσιές;

Οι μέρες συναγωνίζονται τις νύχτες σε οράματα. Μια ανθρώπινη φιγούρα βγαίνει στο πιο μακρινό μπαλκόνι του ορίζοντα, στέκεται κι αγναντεύει δίπλα στην σημαία που κλώθει ο αέρας και ξαναχάνεται πίσω απ’ τον τοίχο. Ένα περιστέρι στέκει για ώρες πάνω στον στύλο μιας τηλεοπτικής κεραίας, ακούνητο κι ασμίλευτο από το περιβάλλον, αναγκάζοντας τα σύννεφα να κατεβούν πιο χαμηλά για να το κρύψουν. Το δάσος κρατά την αναπνοή του, στοιχειώνοντας το τοπίο σαν σύμβολο που κρούει την σιωπή. Κι έπειτα το σκοτάδι, βραδυκίνητο και σαφές, υπερτερεί του ονείρου και συνεργεί στην πιθανότητα όλα αυτά να συμβούν ξανά και ξανά, με τον ίδιο αλλότριο τρόπο, μέχρι να πειστείς πως και συ δεν είσαι παρά ένα όραμα καταμεσής της φρίκης.

Είμαστε μόνοι μας. Η ανθρωπότητα διάλεξε να κρυφτεί κάτω από το χαλί. Ή μέσα σε μια σακούλα σκουπιδιών. Εξάλλου για κει προορίζονταν. Τυχαίοι άνθρωποι συνομιλούν μεταξύ τους με την βοήθεια συσκευών. Κανείς δεν ξέρει τον άλλο κι ούτε νοιάζεται. Είναι απλά η πρόφαση για να συνεχίζουμε να βουρτσίζουμε τα δόντια μας. Είμαστε άγνωστοι μέσα σε άγνωστες πόλεις και άγνωστα διαμερίσματα. Δεν γνωρίζουμε πως βρεθήκαμε εδώ μα και να το ξέραμε δεν θα άλλαζε κάτι. Ψάχνουμε για ίχνη κίνησης στα απέναντι μπαλκόνια εξασκώντας τα μάτια μας στην απουσία αυτής. Σε αυτό το κρυφτό κανείς δεν έχει αναρωτηθεί ποιος τα φυλάει. Ίσως να μην έχει πια σημασία. Αρκεί να μην μας βρει. Όταν καταφέρει να τελειώσει το μέτρημα. Είμαστε οι τελευταίοι ενός είδους που έχει ήδη εξαφανιστεί. Είμαστε το φάντασμα που αδημονεί να κλείσει την πόρτα. Να την διπλοκλειδώσει και να πάψει με την σειρά του να υπάρχει, αφήνοντας τον δρόμο ελεύθερο για το επόμενο κορόιδο. Είμαστε ελεύθεροι να πεθάνουμε με τον ένα και μοναδικό τρόπο που έχουμε να ζήσουμε. Λέγοντας ψέματα ο ένας στον άλλον πως είμαστε ζωντανοί. Χτυπώντας λίγα πλήκτρα πάνω στις άδειες ώρες, ικανά να υπερασπίσουν αυτό το ψέμα έναντι οποιασδήποτε ενναλακτικής.

 

Δεν ήρθε η Κυριακή.
Απέμεινε στα μισά της βδομάδας
να κοιτά από τον καναπέ την εξώπορτα.

Δεν ήρθε η Κυριακή.
Κάποιοι λεν πως δεν υπήρξε ποτέ.
Μα εγώ θυμάμαι την αλμυρή της δίψα.

Όλα μοιάζουν το ίδιο ασάλευτα με χτες.

Δεν ήρθε η Κυριακή.
Ήταν αναμενόμενο πως θα κάποτε θα συνέβαινε κι αυτό.
Τόσο μα τόσο προβλέψιμο από μέρους της.

ο χρόνος είναι μια ιστορία που δεν μπορεί να ειπωθεί

Όλοι το ξέρουν πως ο χρόνος έχει δύο πρόσωπα. Ένα το δικό σου και ένα με αυτό που θα πεθάνεις. Κανείς όμως δεν θέλει να πιστέψει πως καλύτερα είναι να φυλάς ένα τουλάχιστον από τα δύο για όταν ο χρόνος θα σε επισκεφτεί. Οι περισσότεροι σπαταλούνε πότε το ένα και πότε το άλλο, πότε και τα δύο μαζί, σε κάθε ευκαιρία, όπως με μια ακόμα φωτογραφία στο δίκτυο ή κατά την διάρκεια μιας κραυγής θυμού στα μούτρα ενός αγνώστου που διέσχισε τον δρόμο ενώ η προτεραιότητα ήταν δικιά τους, αγνοώντας πως το πρόσωπο αυτό, που τόσο ανέξοδα σπατάλησαν, θα ήταν η μία και μοναδική τους ελπίδα για να χαρίσουν στον χρόνο την υπόστασή του και στους εαυτούς τους την αιώνια έξοδο από αυτόν. Κανείς πραγματικά δεν νοιάζεται να αναλάβει υπεύθυνα τους όρους αυτού του παιχνιδιού. Σάμπως και ο χρόνος είναι κάνα παιδαρέλι που μόλις το αγριοκοιτάξεις θα φύγει κλαίγοντας παίρνοντας μαζί του κάθε πιθανή και απίθανη ιστορία σου βαθιά μέσα στο δάσος της λήθης, εκεί όπου το φτωχικό του σπιτικό καίγεται κάθε στιγμή και αναδημιουργείται.  Το μόνο που ο χρόνος μας ζήτησε ποτέ ήταν μία και μόνο εικόνα μας αποκλειστικά δική του και εμείς του το αρνούμαστε. Από την πρώτη και ισόβια εικόνα του προσώπου μας που αφήνουμε να διαρρεύσει σε κάθε στιγμιότυπο της πλάσης, λες και είναι απαραίτητο ο κόσμος να χτιστεί πάνω σε αυτό το παλίμψηστο αλλήθωρων ματιών και ξεδοντιάρικων χαμόγελων, έως και την τελευταία μας εικόνα, του παγερού και ακράδαντου μηδέν που μας περιλούζει, καθείς από μας υπεισέρχεται οικειοθελώς στην δικαιοδοσία της αιωνιότητας, αυτού του μόνου και απεχθέστερου αντιπάλου του γλυκού μας και καλοπροαίρετου χρόνου.  Όσοι από σας μπορείτε ακόμα να διαισθανθείτε το τι σημαίνει να είσαι όσο το δυνατόν μακρύτερα από την αγκάλη αυτού του βυζανιάρικου γερομαθουσάλα καλό θα ήταν να ακολουθήσετε προσεκτικά τα χνάρια του δικού σας, μοναδικού προσώπου σαν κλέφτης που παραφυλά την λεία του στο σκοτάδι. Πλησιάστε επιφυλακτικά και προς Θεού Χρόνου και πάσας Στιγμής αλλάξτε θέση, σαν δύο άνθρωποι που είναι όμως ένας, ή χτυπήστε πισώπλατα με όλη σας την δύναμη και με κλειστά τα μάτια κάντε αυτό το πρόσωπο να αφανιστεί μια για πάντα από μπροστά σας.

Είναι μία ακόμα
ερώτηση κι άλλη μια στις
χιλιάδες που προηγούνται μέσα
στο μικρό δωμάτιο που
σφραγίζουν την
είσοδο στην
μία και
μοναδική
απάντηση που
ζητάς. Έτσι μονάχα
μπορείς να συνεχίσεις
να είσαι μόνος.

Οι πρώτες οκτώ μέρες σε τροχιά κι ο πλανήτης εξακολουθεί να μοιάζει αδιάφορος σαν σφαίρα. Λαμβάνω το σήμα του το ίδιο ψυχαναγκαστικά όπως κι όταν υπάκουα στον κύκλο της ημέρας και των εποχών του. Χαζεύοντάς τον από τα φινιστρίνια, κυρίως όταν βρίσκεται στο φως, μου φαίνεται αδιανόητο πως κατοικείται ακόμα. Φτάνω στο σημείο να απορώ αν οι φίλοι μου, οι γονείς μου, ακόμη κι η γυναίκα μου, ζουν εκεί κάτω, τρώνε, αναπνέουν κι είναι πραγματικά όντα ενός εξίσου πραγματικού κόσμου από τον οποίο κι εγώ ο ίδιος προέρχομαι. Μου φαίνεται πιο πιθανό να βρίσκομαι εδώ από πάντα, μόνος, απέναντι σε ένα εξίσου έρημο και αφιλόξενο μέρος όπως αυτό. Όταν γυρνάω μέσα στη νύχτα του, η φωταψία που αναβλύζει στα εδάφη του μου υπενθυμίζει τα ονόματα και τις λέξεις που με συνδέουν μαζί του, καθώς και τον σκοπό της ύπαρξής μου στην μεταξύ μας απόσταση. Μα ακόμα και με την επίγνωση όλων αυτών των ανατριχιαστικών λεπτομερειών η αποστροφή μου για τον κόσμο αυτό παραμένει αδιαμφισβήτητη. Οποιοσδήποτε όρος για μια πιθανή επιστροφή μου είναι πλέον αδύνατον να επιτευχθεί. Ήμουν πάντα εδώ, ακόμα κι όταν δεν το ήξερα πως αυτή είναι η φυσική μου θέση, και θα μείνω για πάντα εδώ, να ερημώνω αυτή την γη, να την εκμηδενίζω, από κάθε είδους ζωή μα και κάθε είδους θάνατο, με όλη την δύναμη της δικής μου άπειρης ερημιάς.

 

 

Κι έχει ησυχία. Σαν όλοι να πέσαμε για ύπνο.
Απαλά, δίχως απότομα τινάγματα ποδιών.
Κι όλοι να βλέπουμε το ίδιο όνειρο, περίπου.
Πως ο πρώτος που θα ξυπνήσει θα είναι ήδη νεκρός.

Ίσως αύριο να μην βγούμε καν για την βόλτα
του τετραγώνου. Η ανταπόκριση από το
πεδίο της μάχης είναι εξουθενωτική.
Ακόμη και τα σύννεφα δείχνουν
να μην νοιάζονται. Ίσως αύριο
μείνουμε μέσα, όσο βαθιά
χρειάζεται, για να σας
βρούμε και να σας
φιλήσουμε
δυνατά.

Ένας άνθρωπος χωρίς φόβο είναι ένας άνθρωπος χωρίς ελπίδα.
Η φωτιά άνοιξε το πιθάρι και σκόρπισε παντού.
Όπως η καρδιά μας χαίρεται καθώς αγκαλιάζουμε την καταστροφή.

Έμεινε ένα δωμάτιο κι ένας κόσμος.
Το ένα μες στ’ άλλο.
Απέξω η ζωή που δεν σου ανήκει.
Απέξω η ζωή που χαράμισες.
Απέξω η ζωή μόνη της.
Χαζεύει τα σύννεφα και το φεγγάρι
τους άδειους δρόμους και τις πλατείες
και περιμένει κάποιον να φανεί.
Ξέρει πως δεν θα αργήσει.

Ο γιος μου χορεύει κι είναι άνοιξη.
Η γυναίκα μου τραγουδά κι είναι βράδυ.
Μες στην ευτυχία όλα μοιάζουνε ιδανικά.
Ακόμη κι ο θάνατος στο προσκεφάλι μας.
Ο κόσμος στριφογυρνά και είναι ακόμα Κυριακή.

Στα αλήθεια δεν με ενδιαφέρει η απάντηση.
Θα μπορούσε να ‘τανε ένα οποιοδήποτε δάσος.
Σημασία έχει να συνεχίσω να ρωτώ.
Μ’ αγαπάω. Δεν μ’ αγαπάω.

Κυρτή σιωπή χαλύβδωνε το μπράτσο μου στην μπάρα. Ήταν μεσάνυχτα κι ήμουνα μόρτης. Κάποιος έπρεπε να ανταλλάξει την ανθρωπότητα με ένα καλό μεθύσι. Οι προσφορές έδιναν και έπαιρναν τον ίδιο πάντα οίκτο. Κάποιος έπρεπε να παραγγείλει την απόλυτη καταδίκη όλων μας. Ήμουνα σίγουρος πως είχα το σάλιο για κάτι τέτοιο. Σε πλησίασα και σου ζήτησα να γδυθείς. Με υπάκουσες δίχως ανάσα και στάθηκες μπροστά μου. Γράπωσα το μπουκάλι από τον λαιμό, το έσπασα με μιας κι ότι απέμεινε από αυτό, σαν ιερό, σαν φλόγα, το έμπηξα με δύναμη στον λαιμό σου. Το αίμα πρόθυμα κύλησε και συνέχισε να κυλά, εξίσου άπληστα και με λαχτάρα, ακόμα κι όταν πια τα πάντα είχαν χαθεί μέσα στο κόκκινο.

Για τι ακριβώς θέλεις να μιλάει; Εδώ το σελοφάν σκίζεται μα παραμένεις άκαπνος. Ή το ίδιο βαριεστημένος όπως μετά το κλασικό συναίσθημα Τεταρτιάτικης ευγνωμοσύνης. Μια βάρκα καταμεσής του πελάγους δεν αποσκοπεί παρά να διευρύνει τον ορίζοντα της απελπισίας σου. Κι ένα βουνό χρησιμεύει για να πηδήξεις από την βάρκα και να προσπαθήσεις να πνιγείς. Έπειτα είναι τόσες οι φωνές που θα μπορούσες να χρησιμοποιείς που κανένας καθρέπτης δεν θα στέρευε από νερό, μα ποιος προτίμησε τα πλούτη από την δόξα. Πλήκτρο το πλήκτρο συμμαζεύεται η απορία, κρυσταλλώνεται στο δεκάλεπτο του ντους, άντε και στο πλύσιμο των δοντιών και πάλι καλά που υπάρχουν οι γιατροί για να μας πείθουν για την ματαιότητα των ζωγράφων. Ακόμα όμως να απαντήσεις. Για τι ακριβώς θα ήθελες να μιλάει; Ή ποιο δάχτυλο θα προτιμούσες να πιπιλάει; Ερωτικά και απείθαρχα, με μικρές δαγκωματιές στο νύχι, στην άκρη του και στη βάση του, να ψιθυρίζει το σιρόπι και να χύνεται ως τον καρπό, να γέρνει από δεξιά κι από αριστερά, να λιγοθυμά το δάχτυλο, να χάνεται για πάντα, να μην μπορεί να δείξει, ούτε να ξύσει, ούτε να κρατήσει ένα ήλιο εκεί ψηλά, να έχουν να λένε οι άνθρωποι πως ήταν δάχτυλο και όχι πιγκουίνος. Από την άλλη όλο λες πως μια βαθιά αλληλεγγύη θα έστρωνε τον ουρανό ολάκερο στα πιάτα μας, μα και πάλι ποιος τόλμησε να σβήσει το όνομά του από τα σύννεφα.

 

 

 

σε Φόρη και Κραχ

Το χέρι χέρι των φίλων άνηκε εξ ολοκλήρου στον ήλιο καθώς ο ένας πετούσε πάνω απ’ τον βράχο στην ακροθαλασσιά κι ο άλλος σημάδευε από κει όλους εμάς πίσω απ’ την κάμερα με κάτι μεγαλύτερο από χαμόγελο, σπουδαιότερο από το σώμα ενός νεαρού άντρα καταμεσής Αυγούστου. Η φωτογραφία αυτή θα συνόδευε πλέον όλες τις εναπομείνασες προσπάθειες να μείνουμε για πάντα νέοι όπως το νέος είναι κάτι δίχως παρελθόν και μέλλον, δίχως αιτίες και αιτιατά, αλλά μονάχα η στιγμή, η απαστράπτουσα στιγμή της ευτυχίας μας καταμεσής όλης της ευτυχίας του να είμαστε εκεί την στιγμή αυτή. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, καθώς κάθε χαρούμενο σκυλί γοργά αποκτάει σπίτι, έτσι και εμείς βρεθήκαμε σχετικά εύκολα να κρατάμε προσωπικές σημειώσεις γύρω από την φύση των στιγμών που είχαν συσσωρευθεί και να διασταυρώνουμε αυτές τις σημειώσεις με όποιον μας πρόσφερε την έξοδο προς κάτι πιο σίγουρο από τον χρόνο. Δεν άργησε να συμφωνηθεί η λήξη του καλοκαιριού, έπειτα από κάμποσα συναπτά καλοκαίρια, γεγονός που ανακούφισε τους περισσότερους και μας ανάγκασε όλους να ψωνίσουμε κασκόλ και μπουφάν και γάντια, για αποφυγή οποιασδήποτε παρεξήγησης.

 

 

 

Είχα κάμποσες καλές ιστορίες κάπου μεταξύ της φήμης μου ως ψυχικά ασθενούς και της εκτίμησης των αφεντικών μου ως υπόδειγμα εργαζoμένου. Ίσως θα έπρεπε να δαπανώ περισσότερο χρόνο σε κεντρικές πλατείες ή πολυσύχναστα εμπορικά μαγαζιά. Ίσως έτσι πρόσθετα μια ατελέσφορη αίσθηση ψόγου στην ήδη περιχέουσα παρακμή. Σαν τους ήρωες αυτών των ιστοριών που αδημονούν να υπερθεματίσουν σχετικά με τον ρόλο της νύχτας σε αυτές, καθώς και για το κόστος των επιδέσμων που χρειάστηκαν για την φροντίδα του δεξιού χεριού του φεγγαριού μετά το κλείσιμο κάθε κεφαλαίου, μα είναι πράγματι πολύ νωρίς για οποιοδήποτε λυκόφως να ουρλιάξει τα άντερά του στα μούτρα μας. Συνεχίζουμε να αναπαράγουμε τα μυστικά που δεν αποκαλύφθηκαν ούτε στο ίδιο τους το χνώτο και ελπίζουμε σε κάμποσα τσιγάρα παραπάνω προκειμένου κάποιος να κουραστεί και να αναλάβει την ευθύνη της διάψευσής τους. Μέχρι τότε ίσως θα ήταν καλύτερα να μην σου τηλεφωνώ Κυριακάτικα ζητώντας σου να μου πεις ποιος είσαι.

 

Κουκούλα και πλάτη
Να στρίβω γωνίες
Αέναη μάχη
Περιπολίες
Το κέντρο ζυγώνει
Το αίμα θολώνει
Μαβιά Αντιγόνη
Το χώμα σου στρώνει
Η τρύπα απλώνει
Και σώνει

Πρέπει να είναι πιο σύντομο απ’ την αλήθεια και
πιο θαυματουργό από μια πέτρα στην ακροθαλασσιά.
Πρέπει να στέκει περήφανο ως ψεύτης
καταμεσής ενός ανίατου Αυγούστου.
Πρέπει να σου θυμίζει πως επέστρεψες ενώ
ακόμα δεν έχεις φύγει. Πρέπει να προσγειώνεται
με την περίφημη μέθοδο της ενατένισης
της καλλίγραμμης γάμπας στην ουρά του ταμείου.
Πρέπει να απαντά στον πρώτο τυχόντα με στοργή
πως καλύτερα θα ήταν να είναι αυτή η τελευταία
απάντηση της ζωής του καθώς έτσι αγαπητέ μου
ο κόσμος εξακολουθεί να είναι ένα καταπληκτικό μέρος
για να ανθίσουν οι εφιάλτες μας. Πρέπει ακόμα
να πείσει και σένα πως κάθε προσταγή είναι
το εισιτήριό σου για την λήθη.

Διαβάζω καθημερινά υπέροχα ποιήματα.
Μα δεν τα πιάνω.
Δεν προφταίνω μα διαβάζω κι άλλα.
Μα δεν τα βλέπω καν.
Έπειτα αρχίζω να τα σιγομουρμουράω.
Μα δεν έχουν καμία γεύση και το στομάχι μου γουργουρίζει.
Παίρνω να γράψω δυο στίχους δικούς μου.
Μα τίποτα δεν ακούγεται εκτός από το βουητό της μηχανής.
Όταν στο τέλος της μέρας το σκοτάδι κυκλώνει
αναρωτιέμαι αν αυτό που χάθηκε κάποτε θα επιστρέψει
κι αν τότε θα είμαι πράγματι ευτυχισμένος.

Μπορώ ακόμα να ξυπνάω παρθένα
με όλο το γαμήσι που ‘φαγα
να ναι απλά η σκιά
πίσω απ’ την καλημέρα μας.
Ξέρουμε κι οι δυο
πως εκεί ζούνε τέρατα.
Μην δίνεις σημασία.
Μονάχα κράτα τα μάτια σου μπροστά.

Κάτι σου λέει πως κάτι αρχίζει, για μια στιγμή το ίδιο αληθινό με ένα σκοτάδι γεμάτο εικόνες, την επόμενη ο χώρος που διαγράφεται ολόγυρά σου, το ίδιο αληθινός με κάθε επανάληψη αυτής της διαδικασίας. Ήδη προσπαθείς να πολλαπλασιάσεις την αίσθηση της αυτάρκειας που νιώθεις απλά με το να παραμένεις ακίνητος μες στα σκεπάσματα, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια μόνο και μόνο για να πειστείς πως σύντομα θα αδικήσεις τον εαυτό σου πετώντας τα από πάνω σου. Το ξυπνητήρι χτυπά δύο φορές καθώς σηκώνεσαι, η οθόνη του είναι μια ακατανόητη βρισιά από φως. Φοράς τις παντόφλες και νιώθεις την υπόσχεση της επιστροφής μέσα σε κάτι ζεστό και υγρό. Σαν το κάτουρό σου που πέφτει στην λεκάνη και το νερό στο πρόσωπό σου που καθρεπτίζεται κίτρινο κι αυτό κι απόμακρο όπως όλο το ωχρό φέγγος του μπάνιου. Ακούσια κυλάς πάνω στις κινήσεις της ετοιμασίας ενός τοστ με τυρί, με την αφή σου να αδυνατεί να καταλάβει τι πρόκειται να φαγωθεί και τι όχι, προετοιμάζοντας το στομάχι σου για κάθε ενδεχόμενο. Ρίχνεις τρεις κουταλιές καφέ στο ποτήρι, προσθέτεις νερό, τις χτυπάς, προσθέτεις τα παγάκια, λίγο νερό ακόμη, βάζεις το καλαμάκι και τραβάς γρήγορα την πρώτη ρουφηξιά. Συμφωνείς με τον εαυτό σου πως η ζωή έχει τα ζύγια της και μέχρι να καθίσεις στην πολυθρόνα και πάρεις την δεύτερη ρουφηξιά καφέ αρκείσαι στην παραδοχή πως ο ένας κοροϊδεύει τον άλλο. Κοιτάς το ρολόι πάνω στο τζάκι και ξέρεις πως σε τρία λεπτά θα ξεκινήσεις να τρως το τοστ, σε οχτώ λεπτά θα έχεις καταπιεί και την τελευταία μπουκιά, σε δέκα λεπτά θα πλένεις τα δόντια σου, σε δεκαπέντε θα έχεις ήδη ντυθεί και θα ατμίζεις, περιμένοντας να περάσουν άλλα δύο λεπτά για να φορέσεις μπουφάν και παπούτσια και να κατεβείς στο αμάξι. Κι όντως το πρόγραμμα τρέχει ακριβώς έτσι, με ακρίβεια δευτερολέπτων, προβαρισμένο εδώ και μήνες, με την ίδια πάντα συνοχή. Μονάχα το κούρδισμά του αρχίζει να διαφαίνεται πως έχει σκληρύνει, στην τελευταία μπουκιά που πλέον μένει στο πιάτο, στον καθρέπτη που αποφεύγεις να κοιτάξεις καθώς βουρτσίζεις τα δόντια, στα παπούτσια που δένεις πρόχειρα, στην προσπάθειά σου να θυμηθείς αν σήμερα ξύπνησες ή όχι.

Πρωινές τσατσάρες.
Μεταμεσονύχτιοι επίδεσμοι.
Στο ενδιάμεσο φροντίζεις να μην καταλάβει κανείς πως δεν υπάρχεις.

Πρωινές τσατσάρες.
Μεταμεσονύχτια ξυραφάκια.
Στο ενδιάμεσο φροντίζεις να μην θυμάσαι πως δεν υπάρχει κανείς.

Πιο γκρι απ’ το μαύρο
Είσαι σίγουρος πως εδώ έχεις πεθάνει
Τουλάχιστον σαν κάτι ανθρώπινο
Η σιωπή το αληθεύει

Οπουδήποτε βρέχει
Αρκεί που είναι εδώ
Φαίνεται στα μάτια σου

Πάνω στις λακκούβες σκυμμένοι
Εξασκούμαστε στην αιωνιότητα
Αυτό το ακέφαλο σώμα

Φτιάξε ένα τοστ, πούστη. Αν μονάχα μπορούσα να δω πίσω από τους τοίχους, μέσα στα γύρω διαμερίσματα, θα έβρισκα τους υπάλληλους αυτής της τρέλας. Στο παρκάκι στο τέρμα της Ιλισίων δεν φτάνει το δίκτυο, παρά τις σκιές που σαλεύουν. Έφαγα το γαμημένο τοστ. Είναι το δεύτερο μέσα σε λίγες ώρες. Pop. Είσαι pop. Πολύ την γουστάρω την συγκεκριμένη. Πρέπει να είναι το ίδιο καύλα με κείνη την ραδιοφωνική παραγωγό του Rock Fm. Θα την γαμήσω σίγουρα μετά. Μαλακία με φαντάσματα. Πρώτο. Κι αυτό το γαμημένο φωτιστικό έχει λευκό φως. Η ώρα είναι πέντε το πρωί, το μόνο που με κρατάει ακόμα σώο είναι αυτό το φως κι αυτό είναι λευκό. Πούστη. Μπορείς να έχεις καταπληκτικό τέρμα γκάζι αυστηρό. Μια ακόμα διαδρομή μέχρι το σαλόνι και πίσω θα μπορούσε να κρατήσει τα επόμενα δεκαπέντε με είκοσι λεπτά σχετικά ήρεμα αλλά κανείς δεν μου εγγυάται πως θα επιστρέψω. Μπορεί η πόρτα της εξόδου να ανοίξει και να μπουν μέσα και να με αγκαλιάσουν, να με φιλήσουν σταυρωτά και να με πείσουν πως όλος ο κίνδυνος μιας πτώσης από τον πέμπτο θα πληρωθεί άμεσα με όλη την αγάπη της πραγματικής μου φωνής στο πιο υπέροχο τραγούδι του κόσμου. Ήδη η πολυκατοικία πίσω από τον ακάλυπτο έχει γονατίσει και κλαίει ακούγοντάς το. Ίσως με βοηθήσει κι ο Θ. λίγο στο σόλο. Αν έπαιρνα την κιθάρα τώρα για δυο νότες ίσα, ίσα θα κατέληγα πάλι να πιστέψω πως με λατρεύουν. Δεν πρέπει να απαντήσω τις απειλές. Πρέπει να κοιμηθώ. Ίσως αν άρχιζα να καπνίζω στο μπαλκόνι να απέφευγα αυτήν την στάση, σκυφτός στο πλάι του κρεβατιού, δίπλα στο λευκό φως, περιμένοντας εκείνη την πρώτη λέξη που θα σήμαινε πως και για απόψε είναι αρκετά όσα συνέβησαν και πως αύριο πάλι θα βρεθούμε στην ίδια ιστορία ενός αγοριού που απλά βρήκε τον τέλειο εφιάλτη για να μην κοιμάται ήσυχο τα βράδια.

Πρόσθεσα τέσσερις τυχαίους αριθμούς
κι έφτιαξα ένα φίλο
μα ήταν το απόλυτο ζώο, ω ναι!
κι έτσι ότι ήπιαμε
βρήκε μια δοξασία
κάπου ενδιάμεσα
στο προτελευταίο jameson
και την αυριανή πίκρα.

Εκείνες οι μουτζούρες
κι οι βρισιές

η άγονη θλίψη
κι ο ανόρεκτος θυμός

στα περιθώρια
των σχολικών μας βιβλίων

είναι ίσως η μοναδική
φορά που είπαμε την αλήθεια.

Α, πως ανοίγεις τα πόδια σου και το μάτι σου λάμπει
Β και Φ, βυζιά και κωλομέρια παράταξε εμπρός μου
Ι, κι όλο να μου ψηλώνει η καύλα
Υ, Χ, κάθε σου κίνηση σαν μου φωνάζει έλα
Δ,Ο, Ρ, όλες οι τρύπες σου πυρωμένες μαρτυράν
Γ, Ζ, Σ, Τ, πως κι έτσι κι αλλιώς δικός σου θα γίνω
Ε και Ξ, σφιχτά όπως γινόμαστε ένα
Λ, Π, άνοιξε μωρό μου ολάκερη μια πόρτα
Ω, κι άσε με να μπω και κράτησε με εκεί
Θ, μέσα σου να βλαστήσω.

Πολύτιμος ο ήχος
μιας πόλης
πάνω κάτω Παπαστράτου
σκόρπια αμάξια
νεαρά ζευγάρια με μωρά
ένας ακόμη μόνος
περπατά
μια Κυριακή απόγευμα
μετά από χρόνια
όταν οι βιτρίνες πια
των καταστημάτων
ανταγωνίζονται επάξια
τα μπαρ
και την καρδιά σου
στη σιωπή.

Έπρεπε πάση θυσία να βρω μια αίσθηση λιγότερη από μένα
που να χωρά τον κόσμο απ’ την αρχή ως το τέλος του.
Κάθε ήχος αναμασούσε ονόματα, κάθε πρόσωπο απελευθέρωνε την λήθη.
Κάθε λόγος ήταν μια διαφάνεια γύρω απ’ τον χρόνο.
Ο άνεμος ξεπάστρευε την έλλειψη, τον ήλιο, το φεγγάρι.
Έπρεπε πάση θυσία να βρω μια αίσθηση μεγαλύτερη από μένα
που θα κατέστρεφε τον κόσμο απ’ την αρχή ως το τέλος του.
Κάθε βήμα εξαπέλυε στρατιές φονιάδων και ηρώων στην αναζήτησή μου.

Τεχνητά δάκρυα, σερβιέτες, στοματικά διαλύματα, φάρμακα, φάρμακα, φάρμακα.
Πρέπει να μετατρέπομαι σε κάποιο είδος φεμινιστή.
Όχι άσχημα για το γουρούνι που είμαι.

scan472

Σας ευχαριστώ όλους και όλες όσους ήμασταν εδώ, Vasilis, nefelor, Δημήτρη Τρωαδίτη, Chris Pinturicchio, Ksts Pxrs, sweet jane που είσαι;, sidelik_2, kiriaki, kleovis, Βεατρίκη Α να είσαι καλά, 42;, κομπάρσε, Χρήστο από Σινιάλο, Φόρη, Μήτσο, Αντώνη, Παρθένα και όλους όσους ακόμη.

Κάποτε θα φτάσουμε.

Καλή χρονιά!

Όπως εκείνα τα ποιήματα που προσπαθούν να σε πείσουν
πως γράφτηκαν από ανθρώπους για ανθρώπους.
Όπως εκείνα τα φώτα που προσπαθούν να σε πείσουν
πως υπάρχει κάτι που αξίζει να φανερωθεί.
Όπως εκείνα τα χαμόγελα που προσπαθούν να σε πείσουν
πως καμία αλήθεια δεν είναι αρκετή.
Όπως εκείνα τα σπίτια που προσπαθούν να σε πείσουν
πως η έρημος είναι ο τόπος των ονείρων.
Έτσι πάντα θα αποτυγχάνει η αγάπη.
Επειδή σε αγαπώ. Κι εσύ το ίδιο.

Το πρώτο μάθημα είναι η απέχθεια για το μάθημα
όταν ο πρώτος δάσκαλος είναι κι ο τελευταίος.
Από κει και πέρα είναι πολύ πιο μακριά οτιδήποτε αγγίζεις
από ότι ο πόνος του αποχωρισμού από τα πάντα.
Το τελευταίο μάθημα είναι μια άδεια αίθουσα
με σένα στον ρόλο του δασκάλου.

τσακίστε τους nazi

Έχω ένα παιδί 14 μηνών. Μια μέρα έπειτα από πολλές ώρες μονάχος μαζί του, σαν να μην άντεχα άλλο τα χρόνια που έρχονται και θέλοντας να φανώ ειλικρινής και γενναίος απέναντί του ξεστόμισα, μωρό μου, ο κόσμος αυτός είναι μια αηδία που μπορείς να αγοράσεις όσο θες. Μαμ, μαμ, μου απάντησε αυτός. Περίπου, δηλαδή, ότι θα έλεγε κι ο καθένας μας.

 

Με αυτά και με αυτά σε έκανα πάλι να κλάψεις.
Αν μονάχα καταλάβαινες πως αυτά τα μάτια δεν είναι δικά σου.
Τότε θα γελούσες κι εσύ μαζί μου.
Ή ας μου τα χάριζες για να σε δω να φεύγεις.

Η μοναξιά είναι το καλύτερο ποίημα στο διαδίκτυο.
Γράφεται πάντα με τα χέρια σταυρωμένα και μόνο ένα δάκτυλο.
Αποτελείται από τυχαίους αριθμούς, αδιάφορους κι ακατανόητους.
Διαβάζεται με την πλάτη γυρισμένη σε όποιον βρίσκεται τριγύρω
κι ακόμη καλύτερα, αν αγαπάτε την ποίηση, στον ίδιο σας τον εαυτό.
Προσφέρει ταχύτατη εξυπηρέτηση στο κενό της στιγμής
καθώς και αυστηρή πειθαρχία στο μάταιο της ύπαρξης.
Υπερασπίζεται την κάθε σας ήττα με μόνο
και αποκλειστικό νικητή εσάς και τους φίλους σας.
Η μοναξιά είναι το ποίημα που σας αξίζει και σας ταιριάζει.
Μην διστάσετε να νιώσετε όσο μόνοι μπορείτε.
Η μοναξιά είναι το ποίημα που θα βρίσκεται πάντα εδώ για σας.

Ξέρεις, υπάρχουν κάμποσα κείμενα
που διαβάζοντάς τα
μπορείς κατόπιν ήσυχα να πεθάνεις.
Αυτό, λοιπόν, δεν είναι ποίηση.
Αυτή είναι η εγγυημένη αποτυχία σου ως αναγνώστης
να καταλάβεις πως είσαι ήδη νεκρός.
Αυτό, λοιπόν, είναι πολυκαιρισμένο κηδειόχαρτο.
Το αν, βέβαια, σκοτώθηκες, σάπισες ή αυτοκτόνησες
αυτό μπορεί να είναι ένα οποιοδήποτε ποίημα.

χαχανούληδες

Ένα δόντι στο πουλί
και δυο αυτιά στο ψάρι
δεν θα κάναν αυτόν τον κόσμο
περισσότερο αστείο
από ότι η αγάπη μας τον κάνει.
Ούτε αν η κόλαση
έπαυε να υπάρχει
δεν θα γελούσαμε τόσο.

Δεν έχω δόντια. Μιλάμε μαθηματικά για να δούμε το χρώμα. Η έμπνευση είναι αυτό που θα συμβεί μέχρι να το ξεχάσεις. Γονατίζουμε γύρω από μια ιδέα για να κοιμηθούμε πιο εύκολα. Όταν μου μιλάς για κάτι που δεν ξέρεις καταλαβαίνω πως το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σε αγαπήσω, μα πως μπορώ να προσποιηθώ πως δεν είμαι εγώ αυτό. Η δύναμη των μυών του προσώπου μου εξαντλείται στην σιωπή που μου προσφέρεις. Μια βροχή είναι ικανή να σημειώσει το σώμα που σου λείπει. Κανείς δεν γνωρίζει κανέναν όταν αυτοί θα πρέπει να συμφωνήσουν πως θα απαντούν ναι σε οποιαδήποτε ερώτηση τους ζητά να επιστρέψουν στο σημείο που ήταν απλά δύο ξένοι. Μισώ τον χρόνο που δαπανώ  στο να σου επαναλάβω πως δεν υπάρχω. Τι ωραία βραδιά με ένα ξυπνητήρι στην αναπνοή μου. Μυρίζω χίλια χρόνια τον τρόπο που η ευγένειά σου αποφεύγει τον θάνατό μας. Γκρέμισε το πρόσωπό σου στην μοναδική στιγμή της ευτυχίας σου. Ίσως τότε να μην έχω σκοινί για να σε κρεμάσω. Όλοι ξερνάνε την αλήθεια τους σε μια λακκούβα στο χώμα, απλά οι περισσότεροι θέλουν επιπλέον να κάνουν εκεί διακοπές. Τριγύρω απλώνεται ένα πλαστικό σήμα. Μου πήρε το κεφάλι και το πήγε στα κλειστά σου μάτια ενός λαχείου στο διάολο γεμάτο καύλα και παραφροσύνη. Σας μισώ, είναι ένας λογαριασμός δίχως τέλος.

 

Το ιατρικό μου ιστορικό είναι τρύπες στα σύννεφα.
Έτσι τα δάκρυα χάνουν την σημασία τους.
Αλληλεγγύη στις καταλήψεις.

Νέα μέρα
πανίχρυση σαν σφαίρα
το παιδί απλώνει στον α    ε    ρα
μελωδία που ορίζει την γροθιά
καληνύχτα και περάστικα

Από τη γαλαρία

δυο, τρεις θέσεις πιο μπροστά. Ίδια μαστούρα. Μεγαλύτερο παράθυρο. Κανά κορίτσι δίπλα να γέρνει το βλέμμα, να μπάζει το κρύο να στανιάρουμε. Ακόμα, ακόμα να βυθίζει η μέση, να σκεπάζει το κάθισμα, να πληγώνουν τα ακουστικά, να εξαφανίζεται το λεωφορείο. Να ανοίγει το παράθυρο, να βγάζω κεφάλι, να πατάει φρένο ο οδηγός, να την σπάω σε όλους. Να περνάνε πάνω κάτω τα αλάνια, να κλείνουν το μάτι, να ετοιμάζεται το σκηνικό. Να είμαι συμμέτοχος, να είμαι παρατηρητής, να είμαι κάπου εκεί γύρω, σχεδόν μακριά. Να σε ακούω τόσο σημαντικά που ο δρόμος να αγιάζει και να σου λέω πως δεν το ξέρω αλλά σε αγαπώ. Να σπέρνει η φαντασία τα κορμιά μας γυμνά στους γύρω λόφους ή νεκρά στην άσφαλτο μα οπωσδήποτε αγκαλιασμένα στην μεγαλύτερη ευτυχία του σύμπαντος. Να φτάνουμε και να φεύγουμε και να γυρνάμε πάλι εκεί, καληνύχτα, φιλί, ένα κέρασμα στην τσέπη, αύριο πάλι στην θέση αυτή μέχρι ποιος ξέρει πότε η κούρσα σταματά. Τρέχα, τρέχα οδηγέ και θα τους κεράσουμε όλους, στο υπόσχομαι.

 

Τελικά υπάρχουν άπειροι τρόποι να πεις
οτιδήποτε
αρκεί αυτό να μην μπορεί να ειπωθεί
παρά μονάχα από σένα.
Έτσι σας λέω πως σ΄ ονειρεύτηκα.
Είναι ένα μάλλον περίεργο όνειρο.
Το ξέρεις κι εσύ.

Τι μαγικό
που κανείς δεν ξέρει
αν έξω βρέχει ή αν όλα είναι στη θέση τους.
Καλύτερα, η ύφανση ενός κοσμικού αστείου στην αναπνοή σου.
Μια ακόμα ευκαιρία να πειστώ πως η ζωή είναι ότι εγκαταλείπει το πλοίο
στη μέση του ωκεανού.

Δεν αρκούσαν τα φτηνά μαθηματικά.
Χρειαζόμουν μια γλώσσα πιο σιωπηλή απ’ το φεγγάρι.
Ούτε ο Θεός ήταν αρκετός.
Χρειαζόμουν κάτι πιο υγρό απ’ το φιλί σου.
Ευτυχώς, μια μέρα έγινε αυτό που φοβόμουν.
Έμεινα ολομόναχος μες σε ένα κόσμο ανείπωτης ομορφιάς.
Από τότε είναι εύκολο πια να παριστάνω τον ποιητή.

Χρειάστηκε να μετρήσει ως τ’ άπειρο για να επιστρέψει στο σπίτι και να βρει το μηδέν έτοιμο
να γίνει αυτός.

Φαντάζομαι πως είμαστε ελεύθεροι και γυμνοί σε ένα χωράφι με ήλιο και γαμιόμαστε.
Μόνο και μόνο γιατί αυτή είναι η πραγματικότητα.

Υπήρξε μια μικρή φθορά.
Δεν ήταν τα όνειρα που απέτυχαν να αρθρώσουν.
Δεν ήταν καν ο πόνος που μ’ ονόμασε.
Είναι που πια αηδιάζω όταν μου χαμογελάς.
Είναι που θέλω να σου σπάσω τα μούτρα όταν μου λες πως με νοιάζεσαι.
Είναι που όταν νιώθω πως αυτές οι σκέψεις μου κάνουν κακό θέλω να σε πονέσω.
Κι είναι που ξέρω πως και συ νιώθεις το ίδιο και με καταλαβαίνεις.