Υπάρχει μια στιγμή που το ρολόι έχει μπαταρία
και το φωτάκι του λειτουργεί
και έχεις το κουράγιο και την δύναμη
να το πατήσεις
κι ας αδιαφορείς τελείως
για οποιαδήποτε ώρα και ημερομηνία
και το πατάς, και το κοιτάς
και σιγουρεύεσαι
πως για μια ακόμη φορά
έχεις άδικο.

Advertisements

Το μαχαίρι την κοιτούσε με όλη του την κόψη, κατευθείαν μέσα από τα μάτια των αδερφών της.
Ελπίζω, είπε, κάποτε, να το μετανιώσετε πικρά. Αλλιώς, θα είμαστε όλοι μας χαμένοι.
Το μαχαίρι στυλωμένο πάνω της, μες στους αιώνες, κι η ίδια πάντοτε ευχή.
Τόσες πολλές, πολλές φορές ειπωμένη, σαν να ‘γινε κατάρα.

Αυτό που με πληγώνει
είναι πως όλη αυτή η αγάπη
δεν έχει καμία σημασία
αν θα αγαπηθεί
και πως πια
δεν με ενδιαφέρει.

Το μίσος δεν θα σώσει την παρτίδα.
Παίζει για τη φάση.
Και γαμώ, δηλαδή.

χαρμάνα

Το θαύμα γεννιόταν μπροστά μου. Η φωνή του ανθρώπου, αντικριστά μου, έβγαινε κατευθείαν από το στόμα του και τα μάτια του γέμισαν ολόκληρα, τόσο πολύ που υγραίνονταν, από την δική μου παρουσία. Οι προσευχές μου είχαν εισακουστεί. Ήμουν, ξανά, μια ακόμη τυχαία θλίψη στον πλανήτη Γη. Οι κράμπες στα πόδια μου είχαν ήδη αρχίσει να επανέρχονται.

Στο μικρό ορθογώνιο τρίγωνο που σχηματίζουν η τέντα, ο μπεζ τοίχος και το εμπριμέ σεντόνι που στεγνώνει πάνω στα κάγκελα του μπαλκονιού, χωράνε δυο σκεπές από καφέ κεραμίδια, μια πολύ μικρή σοφίτα με μια κλειστή παλιοκαιρισμένη, σιδερένια πόρτα, πίσω από το προφίλ ενός ηλιακού θερμοσίφωνα και τους ιστούς τηλεοπτικών κεραιών κι ευθύς από πάνω ένα άσπρο, παχύ, μελιστάλαχτο σύννεφο και το γαλάζιο του ουρανού. Δεν απομένει παρά η λεζάντα της εικόνας, με παχιά γράμματα στο πάνω μέρος αυτής, στις πρώτες σελίδες ενός περιοδικού γνώσεων και δεξιοτήτων, που θα θέτει ένα ερώτημα ολωσδιόλου ευκαταφρόνητο και δίχως δυνατότητα έγκυρης και αξιόπιστης απάντησης. Πιθανώς, η δημιουργία του ερωτήματος να ανατίθεται στον αναγνώστη.

 

μικρή βόλτα

Σήμερα περπάτησα μέσα από την πόλη. Η πόλη ήταν ανύπαρκτη ως βουνό και θάλασσα και μια ευγενική πεδιάδα, από όπου ο ήλιος και το φεγγάρι και τα άστρα δεν ψυχορραγούσαν στην καθιερωμένη τους θέση αλλά διαδραματίζονταν ως μια συνεχής ροή γεγονότων, κατά πλειοψηφία χρωματικών, σε μικρές οθόνες που οι κάτοικοι της πόλης κρατούσαν σφιχτά στα χέρια τους. Οι δρόμοι ήταν τραχείς και πολύ βρώμικοι κι η ανάσα τους μύριζε θειάφι. Αρχικά φορούσα μια χούφτα χάπια στην τσέπη του παντελονιού μου· σύντομα, όμως, τα κατάπια και συνέχισα γυμνός. Ο περίπατος στον άδειο από θαύματα δρόμο με συμπύκνωνε σε μια πρωτόγνωρη λύπη, από τη μια στιγμή στην άλλη ήταν εδώ κι ύστερα πάλι κάπου αλλού, δίχως την παραμικρή συνέχεια στην τρόπον τινά αφήγησή μου. Κάπως έφτασα σε μια πλατεία, ένα πλήθος ορμούσε μπρος στα πόδια μου, η ιστορία με άφηνε ταχύτατα πίσω της με τον έξοχο λευκό καπνό της. Σαν άγριο, μαύρο ποτάμι περνούσαν οι άνθρωποι μέσα από την πλατεία, κι όσο στεκόμουν εκεί, ήταν στα μάτια μου σαν να καμπυλώνει και να στριφογυρνά ή ίδια η φαρδιά πλατεία. Ένα σύννεφο γκρεμιζόταν με πάταγο στον ορίζοντα. Ξαφνικά, κάποιος που ποτέ μου δεν κατάφερα να εντοπίσω που ακριβώς βρισκόταν, με ρώτησε αν έχω δει τον εαυτό μου. Όχι, του είπα. Με ρώτησε αν πηγαίνω κοντά. Όχι, είπα, και ξάπλωσα κατάχαμα. Όχι πολύ αργότερα, είδα και άκουσα πως ήμουν κάποιος άλλος από αυτόν που ήμουν, ο ίδιος ακριβώς με κάποιον άλλον από αυτόν που έγινα. Μια παρέα παιδιών έσερναν το κουφάρι μου, τραβώντας το από τα πόδια, μέσα σε ένα καλντερίμι. Δεν χρειάζεται να δούμε κάτι το εξαιρετικά συνηθισμένο. Βλέπουμε ήδη τόσα λίγα.

116 tears

Κρατούσες πάντα ένα καθρέπτη κάτω απ’ την γλώσσα σου για να δικαιολογείς τις ξαφνικές εξόδους σου από την λογική της παρουσίας μας. Ακόμη πιο συχνά, όταν η διάθεσή σου αποζητούσε την εμβληματικότητα της αχανούς ερήμου, έβγαζες τον καθρέπτη από το στόμα σου και τον έστρεφες προς τα πρόσωπά μας και τον κρατούσες εκεί μέχρι να παραμορφωθούμε σε μια άτονη γυαλάδα. Κανείς μας ποτέ δεν σε κατηγόρησε για κάτι από όλα αυτά και σίγουρα κανείς δεν πρόκειται να το κάνει, κι ας ανοίγεις το στόμα σου διάπλατα στο φως του ήλιου προκαλώντας μας να τυφλωθούμε, καθώς πάει καιρός πια που όλοι μας σε αναγνωρίζουμε και συνεχίζουμε να σε αγαπάμε ως την φαιδρή αντανάκλαση του μονάκριβού σου καθρέπτη.

 

Οι κάλτσες είναι η απαραίτητη, απολαυστική μου διασύνδεση με αυτό τον κόσμο, δίχως την οποία το σώμα μου θα κατέρρεε σε μια ακατάσχετη ορθοδοξία. Μέσα στην βαμβακερή τους καρδιά συστήνεται η αρχή και το τέλος της αναπνοής όλων όσων υπάρχουν ή όχι τριγύρω μου. Αν και η μητέρα διαφωνεί έχω την ορατή και ακλόνητη πίστη πως γεννήθηκα μες σε ένα ζευγάρι κάλτσες και πως μεγαλώνοντας αυτό το αρχικό ζευγάρι έγινε σταδιακά ο λόγος που υπάρχω. Είναι μια δύναμη, μια ψυχή περίτεχνη σαν αθωότητα που κοσμεί όλες μου τις αισθήσεις και που πάνω της τεντώνω τα δάχτυλα των ποδιών μου φτάνοντας κάθε φορά πέρα από το ψηλότερο ράφι των λέξεων, σχεδόν εισέρχομαι ολόκληρος χάρις σε αυτήν, μες την απύθμενη θαλπωρή ενός παμπάλαιου μυστικού.

Από όταν αντικατέστησε το πρώτο ενικό πρόσωπο με το αντίστοιχο του πληθυντικού κατόρθωσε να κλίνει όποιο ρήμα κι αν τύχαινε, σε οποιονδήποτε χρόνο και πολύ προτού αυτό γίνει ουσιαστικό και εξαφανιστεί. Το μόνο ακόμη που χρειαζόταν ήταν η παρόμοια αντικατάσταση του δεύτερου ενικού μα δεν φαινόταν πουθενά το επίθετο που θα την πραγματοποιούσε.

 

δεν είναι περίεργο για την σκόνη
να ταξιδεύει στο διάστημα
ή να καταπίνει πλανήτες
μα ποιος το περίμενε
πως θα έπειθε
τον χρόνο
να
πεθάνει,
απλά
και
μόνο
αγαπώντας
τον εαυτό
της

αδικία

Στον ήχο του πρώτου πλήκτρου
ξέρεις πως κανείς κι απόψε
δεν θα σώσει το παραμικρό πέρασμα
αυτής της νύχτας
είτε λογοδοτεί για αυτό
είτε όχι
και πως στο τέλος
ο μόνος κερδισμένος
θα είναι η μέρα που θα ξημερώνει.

Μωρέ, θα φτιάξω μια σιωπή ολόγυρά μ’.
Θα ‘νε σέρνω σαν σκυλί από κοντά μ’.
Να σκιάζονται οι ανθρώποι να ρωτάνε
αν είμαι τάχα μ’ ζωντανός ή πεθαμένος.

να μην αποθηκευτεί

Πριν την αλήθεια ο ύπνος
την επιβίωση ακμάζει
ρουφώντας τον εαυτό σου μέχρι
να εξαφανιστείς
εκεί που υπάρχει η αγάπη
για ένα σωρό πράγματα
που δεν είμαι εγώ
και που τι κρίμα ποτέ
δεν θα γίνω.
Τουλάχιστον το σύνθημα
που μας αποξενώνει
« ελευθερία, θάνατος, δολοφόνοι ».

γκάβλα

Τα αύριο φωνές
καρδιά αποβαίνουν
κόσμος
σημειώνει συλλαμβάνει ραγίζει
αιώνα
φτερουγίζοντας ρουφάει αίσθησης καρδιά
σκάβουν σε βλέμμα δευτερόλεπτο
κατοικία μνημείο
Πέραν τροχιά
ήλιος πηγάδι γυρνάει μες στην πραγματικότητα του χρόνου
Πουλιά μοιραία ανόητα από θεό
Καθρέπτης τελειώνει ύπνο
Χάος αγάπης πράγματα
Γη λέξεις χτίζει αποκάλυψης
Τίποτα άστρα ενδύονται κυρίες

γελοιοποίηση

Έ
ν
α
ς
κ
ό
σ
μ
ο
ς
τελειώνει
μ
ε
ς
σ
ε
έ
ν
α
κ
ό
σ
μ
ο
π
ο
υ
δ
ε
ν
υ
π
ά
ρ
χ
ε
ι.
Τ
α
π
ο
υ
λ
ι
ά
α
π
α
ρ
ι
θ
μ
ο
ύ
ν
το
χ
ά
ο
ς
φ
τ
ε
ρ
ο
υ
γ
ί
ζ
ο
ν
τ
α
ς
α
π
ό
κ
α
ρ
δ
ι
ά
σ
ε
κ
α
ρ
δ
ι
ά.
Ο
ή
λ
ι
ο
ς
σ
η
μ
ε
ι
ώ
ν
ε
ι
τ
η
ν
τ
ρ
ο
χ
ι
ά
τ
η
ς
α
γ
ά
π
η
ς
π
ά
ν
ω
σ
τ
ι
ς
λ
έ
ξ
ε
ι
ς
κ
α
ι
τ
α
π
ρ
ά
γ
μ
α
τ
α.
Έ
ν
α
δευτερόλεπτο
γ
υ
ρ
ν
ά
ε
ι
τ
ο
βλέμμα
σ
τ
ο
ν
α
ι
ώ
ν
α.
Ο
ι
κ
υ
ρ
ί
ε
ς
σ
κ
ά
β
ο
υ
ν
τ
η
ν
γ
η
μ
ε
τ
α
τ
α
κ
ο
ύ
ν
ι
α
τ
ο
υ
ς.
Ο
ι
φ
ω
ν
έ
ς
ε
ν
δ
ύ
ο
ν
τ
α
ι
τ
ο
ν
θ
ε
ό.
Ο
κ
α
θ
ρ
έ
π
τ
η
ς
ρ
α
γ
ί
ζ
ε
ι
τ
α
ά
σ
τ
ρ
α.
Τ
ο
π
η
γ
ά
δ
ι
ρ
ο
υ
φ
ά
ε
ι
τ
ο
ν
ύ
π
ν
ο.
Τ
ο
μ
υ
ρ
μ
ή
γ
κ
ι
σ
υ
λ
λ
α
μ
β
ά
ν
ε
ι
τ
ο
αύριο.
Η
μ
έ
λ
ι
σ
σ
α
χ
τ
ί
ζ
ε
ι
τ
η
ν
α
π
ο
κ
ά
λ
υ
ψ
η.
Ό
λ
α
α
π
ο
β
α
ί
ν
ο
υ
ν
το ίδιο
μ
ο
ι
ρ
α
ί
α
μ
ε
τ
ο
τ
ί
π
ο
τ
α.
Η
κ
α
τ
ο
ι
κ
ί
α
τ
ο
υ
χ
ρ
ό
ν
ο
υ
ε
κ
κ
ο
λ
ά
π
τ
ε
τ
α
ι
σ
ε
μ
ι
κ
ρ
ά,
ανόητα
π
ά
θ
η.
Τ
ο
π
έ
ρ
α
σ
μ
α
α
π
ό
τ
ο
ν
έ
ν
α
κ
ό
σ
μ
ο
σ
τ
ο
ν
ά
λ
λ
ο
ε
ί
ν
α
ι
η
μ
ό
ν
η
πραγματικό
τ
η
τ
α.
Π
έ
ρ
α
ν
τ
η
ς
α
ί
σ
θ
η
σ
η
ς
τ
ο
υ
α
κ
ρ
ο
τ
ε
λ
ε
ύ
τ
ι
ο
υ
σ
κ
ο
τ
α
δ
ι
ο
ύ
υ
π
ο
λ
ε
ί
π
ε
τ
α
ι
έ
ν
α
ακόμη
τ
έ
λ
ο
ς.

Όποιος κι αν είμαι μα κι όποιος κι αν γίνω θα είμαι πάντα η μητέρα σου.
Ακόμη κι αν κάποτε δεν υπάρξουμε ποτέ η αγάπη μας είναι αιώνια.

Το μόνο που μας νοιάζει είναι να την ακούμε

Όσο η αλήθεια δεν διαπραγματεύεται
είναι αλήθεια.
Ειδικά αν είσαι ολομόναχος
απέναντί της
και το μόνο που σου απομένει
είναι η ακαταμάχητη επιθυμία
να την διαψεύσεις.
Μόνο και μόνο
για να μπορέσεις
όσο διαρκεί η επίδραση του ψεύδους
να κρατήσεις τα μάτια σου ανοιχτά
σε κάτι εξίσου επίπονο
ισάξια μονότονο
με το είδωλό σου
μέσα στα μάτια ενός άλλου
σαν εσένα.
Όπως κάθε αμάξι
που σέβεται τον δρόμο που διανύει
το μόνο που πραγματικά μπορεί να καταφέρει
είναι να τρακάρει
ένα ή περισσότερα αμάξια
στο διάβα του.
Η ποινή καθιερώνει τον κανόνα.

ατμόσφαιρα

Κάτι στιγμές πρέπει να μείνεις απόλυτα μόνος
για να ελπίσεις πως η ιστορία σου ανήκει
κι οι πιο ελπιδοφόρες εξ αυτών
είναι όταν περιστοιχίζεσαι
από ανθρώπους που αγαπάς.

tumblr_pqkiv97xH51qz6f9yo3_500

Κανένας άνθρωπος για κάμποσα χιλιόμετρα τριγύρω τη νύχτα κορυφώνει σε ολάκερη, την αψεγάδιαστη δοξασία της. Κανείς, μήτε κι αυτός που εδώ μόλις και για όσο είναι ικανός να αναγνωρίζει τον εαυτό του σαν την φτενή παρομοίωση ενός πυκνότερου σκοταδιού την στιγμή του δράματος, δεν γνωρίζει αν ανασαίνει όπως η ανάσα του λογίζει ή αν ακόμα τα βλέφαρά του γίνανε διάφανα αναγεννώντας την πλάση μες στην ιδανική της απουσία. Και το τραγούδι του ακουγόταν όσο ο ίδιος πίστευε πως τραγουδά, και η ζωή του έπαυε μέσα στις νότες του τραγουδιού του, κι ο χρόνος τύλιγε στον λαιμό του μια κλωστή και την έσφιγγε μέχρι να δακρύσει. Από εκεί συνέχισε κάτι σαν ιστορία που μονάχα εσύ θα μπορούσες να διηγηθείς.

αγορά θάλασσας

Υπάρχει μια στιγμή στη μέση ενός τυφώνα ή στη γωνία ενός μπαρ, τις πρώτες πρωινές ώρες, που αναρωτιέσαι, ταυτόχρονα, για το πως βρέθηκες στην θέση αυτή κι ακόμα αν είσαι εσύ ο ίδιος που κάνει αυτή την σκέψη ή έχεις αντικατασταθεί με κάποιον ή κάτι που αρκείται σε τέτοιες απορίες προκειμένου η καταστροφή να συμμαχήσει με την σιωπή που απλώνεται πάνω από τα φιλικά πυρά της βλεμματικής επαφής που απέμεινε γύρω από δέκα ή περισσότερα μπουκάλια μπύρας, ξεθυμασμένης και στυφής, σε παράτολμες επιχειρήσεις θάρρους ή αλήθειας, ανόητα απροκάλυπτης ως επιχείρημα υπεράσπισης της αποτυχίας της ή της θυσίας της για το κεφάλι μες στα παπλώματα ενός ακόμα αύριο.

Από τους χίλιους ορισμούς της αγάπης
ο πιο συνηθισμένος
είναι αυτός που δεν ορίζεται.
Τουλάχιστον έτσι
παραμένουμε πιστοί
στην ατέλεια της συνείδησής μας.

όπως πατέρας και γιος

Συναντηθήκαμε ξανά όταν ο ένας είχε πάρει την θέση του άλλου. Εσύ κλειδωμένος σε ένα κρεβάτι δίχως φως να μαθαίνεις να κατουράς και να χέζεις κι εγώ μπροστά στον υπολογιστή να προσπαθώ να δώσω στον χρόνο μια αιτία ισάξια με τον καθένα μας. Αναφωνώντας κι οι δύο το ίδιο όνομα σιγουρευτήκαμε για την αποτυχία μας.

 

προσευχόλογα

Δεν μου μιλάς πια κι εγώ όλο συμφωνώ μαζί σου.
Ούτε μ’ ακούς πια παρόλο που κοιμάμαι.
Δεν με κοιτάς κι ας έχω τα μάτια κλειστά.
Δεν με τρως κι ας μην υπάρχω.
Στην τελική ούτε εσύ υπάρχεις και σε έχω Θεό.
Η αγάπη μας είναι μια κόλαση και το ξέρεις.

μεγάλη Πέμπτη

Photo-0061_056

Υπήρχε μια πραγματικά υπέροχη ιστορία έως ότου αυτή η πρόταση πάρει μπρος μα τώρα πρέπει να αρκεστούμε στην πιθανότητα οι δύο αυτές ιστορίες να συναντηθούν κάποια στιγμή μετά το πέρας της τελείας.

 

πέτρα, ψαλίδι, χαρτί

Αντί πέτρας, η όψιμη μακαριότητα της καθημερινής ανοησίας
Αντί ψαλιδιού, η επισύναψη της λήθης με την δημιουργία
Αντί χαρτιού, η επιμνημόσυνη δέηση του ονείρου
Πόσες φορές θα παίξουμε;
Όσες χρειαστεί μέχρι το παιχνίδι να σπάσει τους κανόνες
Πόσες φορές θα παίξουμε;
Όσες χρειαστεί μέχρι ο κανόνας να σπάσει το παιχνίδι
Πόσες φορές θα παίξουμε;
Όσες χρειαστεί μέχρι κανόνας και παιχνίδι να γίνουν ένα
Πόσες φορές θα παίξουμε;
Όσες χρειαστεί μέχρι παιχνίδι και κανόνας να γίνουν εγώ

Το μέλλον είναι η χειρότερη φυλακή

Το μέλλον είναι η χειρότερη φυλακή.
Αν είσαι άπορος, ερωτευμένος ή καταζητούμενος
το μέλλον θα σε στραγγίξει
μέχρι την τελευταία του στιγμή.
Το παρελθόν δεν μπορεί να σε βοηθήσει.
Απλά επιτείνει τον πόνο.
Αν μονάχα μπορούσες σε κάθε σου βήμα
να μένεις ακίνητος
σε κάθε σου ανάσα
να είσαι νεκρός
ίσως το μέλλον να σε έβλεπε σαν
ένα αστείο παιχνίδι.

Ποια σκέψη μπορεί να σε έχει Κυριακή μεσημέρι στο τραπεζάκι του ουζερί καθισμένο στην τελευταία συνοικία της πόλης για ώρες πίνοντας μπύρα ολομόναχος κοιτώντας την άδεια πλατεία με μόνη υπόκρουση τα περαστικά αυτοκίνητα την μέρα να γκριζάρει ολούθε μια παρέα εφήβων να γελάει και να φεύγει διαγώνια στο τοπίο το διπλανό τραπέζι να είναι ένας απελπισμένος γέρος κι έπειτα κανείς η πόλη να στέκεται ολόρθη κι αδιαπραγμάτευτη να μην θυμάσαι γιατί γύρισες ξανά και γιατί θα ξαναφύγεις αλλά να ξέρεις πως αυτή είναι η μόνη σου επιλογή σε ένα διαρκές πηγαινέλα που δίνει στην απόσταση που διανύεται το δικαίωμα να είναι η απάντηση σε κάθε ερώτηση όπως τι απέγινε η μαύρη πέτρα ξοπίσω σου αν τελικά την αντάλλαξες με την καρδιά σου ή με την θύμηση μιας καρδιάς που κάποτε περηφανευόσουν πως σου άνηκε αν η καρδιά αυτή θα επιστρέψει αν επιστρέψει εκείνη μια οποιαδήποτε γυναίκα που από πάντα αγαπούσες αν ζει εδώ στην εσχατιά της ιστορίας σου αν ζει αν ζούσε ποτέ αν είσαι έτοιμος να παραδεχτείς πως σύντομα όλα αυτά δεν θα έχουν καμία σημασία καθώς θα παραμείνεις σε αυτό το τραπέζι μέχρι το βράδυ κι αποκαμωμένος και τύφλα πια θα συρθείς ως το σπίτι και θα κοιμηθείς δίχως την παραμικρή ανάμνηση μιας ακόμα ημέρας.

 

Απαίσιες συνήθειες

Τι απαίσια συνήθεια να ξυπνάς κάθε πρωί κυνηγημένος από το όνειρο χιλιάδων ρολογιών, να σηκώνεσαι από το κρεβάτι και να βλέπεις πως ένα από αυτά, πιθανώς το πιο διαβολικό, έχει επιζήσει του ονείρου, να το ακούς να χτυπά καθώς πίνεις το γάλα, καθώς φοράς το παντελόνι και τα παπούτσια σου, να το ακούς να σέρνει τους δείκτες του όλο και πιο δεξιά, καθώς το ραδιόφωνο μουρμουρίζει τις ειδήσεις, καθώς καλημερίζεσαι με τους συναδέρφους, να συνειδητοποιείς πως όλοι τους έχουν από ένα και δύο ρολόγια, που όσο θόρυβο κι αν παράγουν, ασυντόνιστα όπως είναι και ακανόνιστα όπως απαγγέλουν την ώρα, εσύ να συνεχίζεις να διακρίνεις ένα μικρό κενό ανάμεσα στους χτύπους, να ελπίζεις πως αυτό αρκεί για να σταθείς όρθιος μέχρι το τέλος της μέρας, κι η μέρα να φτάνει στο τέλος της κι εσύ να είσαι ακόμη αρκετά δυνατός για να ρίξεις μια τελευταία ματιά στο ρολόι σου, την τελευταία πριν κλείσεις τα μάτια, κι ευχηθείς αύριο να συνεχίσετε να συνεργάζεστε το ίδιο καλά κι αμερόληπτα.

Τι απαίσια συνήθεια να περπατάς στην πολυσύχναστη οδό, να παρατηρείς τους ανθρώπους δίχως να τους βλέπεις, να αναγνωρίζεις ανάμεσά τους τον παιδικό σου φίλο, να τον πλησιάζεις, κι αυτός την ίδια στιγμή που ετοιμάζεσαι να τον καλησπερίσεις με ένα πλατύ χαμόγελο να μεταμορφώνεται σε έναν άγνωστο, με χαρακτηριστικά που θα αποθάρρυναν ακόμη και τον πιο γενναίο μεταξύ μας να του απευθύνει το λόγο δίχως προηγουμένως να είναι σίγουρος πως έχει κάτι ισάξιο με την φοβερή του θωριά για να του προσφέρει, να φοβάσαι, κυρίως ως ένδειξη μεταμέλειας, να ζητάς επαναλαμβανόμενα συγνώμη καθώς αυτός απομακρύνεται από κοντά σου με την απάθεια της μεγάλης δύναμης, να κοιτάς τα περίλυπα πρόσωπα τριγύρω σου να αποστρέφονται με αηδία, να τρέχεις να κρυφτείς σε κάποιο απόμερο στενό, κι από εκεί να γλύφεις τον δρόμο ως το σπίτι, να κλείνεις πίσω σου την πόρτα, να σηκώνεις το τηλέφωνο, να καλείς στο σπίτι του φίλου σου, να το σηκώνει ο ίδιος και να σου διαβεβαιώνει πως ουδέποτε γνώριζε κάποιον με το όνομά σου.

Τι απαίσια συνήθεια να εφευρίσκεις την αλήθεια μέσα σε μια τυχαία συστάδα λέξεων, να την επαναλαμβάνεις σε όλες τις πιθανές διατάξεις των λέξεων αυτών, να προσθέτεις που και που και το όνομα της αγαπημένης σου, να τις γράφεις στην οθόνη ενός υπολογιστή, να τις ανεβάζεις στον παγκόσμιο ιστό, να υπάρχουν άνθρωποι που συνηγορούν υπέρ της αλήθειας αυτής, να τους ευχαριστείς και ταυτόχρονα να τους λυπάσαι, για το πόσο εύκολα κατάφεραν να πειστούν κι ευθύς να μετανιώνεις για την μπαγαποντιά σου και να κάνεις τα πάντα για να τους αποδείξεις το αντίθετο, να τα καταφέρνεις, κι έπειτα όταν πια κι αυτοί κι η αλήθεια σε αποχαιρετούν πικραμένοι να παίρνεις τις λέξεις που χρησιμοποίησες και με αυτές, όσο φθαρμένες και γεμάτες τρύπες κι αν είναι, να φτιάχνεις την φυλακή που θα εκτίσεις την ποινή σου.

Η αγάπη είναι η μάσκα του φόβου

Βαθιά μες στον ύπνο των ανθρώπων που σ’ αγαπάν υπάρχει ένα μέρος όπου κάθε του ανάσα σμιλεύει τον δρόμο που σ’ οδηγεί στο πλάι τους. Σε εκείνο το μέρος που οι σιωπές του υφαίνουν τις μελωδίες του γέλιου σου και που τα χρώματά του σπέρνουν τα αστέρια που τα δυο σου μάτια θερίζουν, σε εκείνο το μέρος στέκεται πάντα μόνος του, κι απόμερα από την μεγάλη γιορτή στο όνομά σου, ένας πικρός και ανίατος φόβος πως αυτό μέρος δεν βρίσκεται εκεί αλλά μέσα σου.

 

 

Η φωνή που μου χάρισε αυτά τα ποιήματα
απόψε
καμιά δικαιοδοσία δεν έχει.
Μόνος μου γράφω
ότι σ’ αγαπώ.
Μόνος μου γράφω
ότι είμαι εδώ.
Κι αν θες το πιστεύεις.
Είμαι σίγουρος ότι μπορείς.

Λίγες, απλές λέξεις χωράνε πάντα τον κόσμο μας.
Είτε το θέλουμε είτε όχι.
Αλλοίμονο σ’ όσους πιστέψανε
πως δίχως αυτές θα είναι ελεύθεροι να φύγουν.

νέο πακέτο

Υπήρχε μια ιστορία με τον φίλο μου τον Θ. αλλά έπειτα δεν υπήρχε Θ. ούτε για δείγμα, οπότε η ιστορία έμεινε μόνη της να με κοιτά και να μου ζητά εξηγήσεις για το ότι ακόμα την θυμάμαι. Βασικά υπήρχαν πολλές ιστορίες με πολλούς περισσότερους από τον Θ. αλλά όπως συμβαίνει πάντοτε επέζησαν μονάχα αυτές που μες στην βδομάδα θα πάρουν κάνα τηλέφωνο για έναν καφέ που δεν υπάρχει χρόνος ή διάθεση να πραγματοποιηθεί. Για να μην είμαι άδικος αργοπεθαίνουν κι αυτές που συντηρούνται σε κάποια παλιά τηλεφωνική συσκευή και οι οποίες χρησιμοποιούνται σαν φιλί της ζωής όταν το παρασκευιάτικο μεθύσι υπερβαίνει την δοσολογία του οίκτου. Αναρωτιέμαι πόσα πράγματα θα μπορούσαν να χωρέσουν σε μια παράγραφο σαν αυτή αλλά το κάνω μόνο και μόνο για να φτάσω αισίως τις 129 λέξεις. Και να σκεφτεί κανείς πως ο εθισμός μου στην εξιστόρηση έχει παρέλθει της παρθενορραφής μου στον κόσμο αυτό. Αν δικαιούμουν να διαλέξω ένα όνομα λιγότερο τυχαίο από τις αναμνήσεις μου θα ήταν το Ο. Δεν είναι και λίγο να εκμυστηρεύεσαι σε κάποιον πως θα είσαι άρρωστος σε όλη σου την ζωή μόνο και μόνο γιατί οι κοινωνίες θα κατέρρεαν αν πίστευαν  το αντίθετο. Βάλε έπειτα και μια σκοπιά με το παρασύνθημα μοναξιά και έδεσε το γλυκό μου, να το φάμε στην γιορτή μου να πούμε όλοι χρόνια πολλά ας μας συγχωρέσει το όνειρο. Θα μπορούσα βέβαια να συντηρώ την πλήξη σε υγιή επίπεδα αλλά δεν προσπαθώ αρκετά. Η γυναίκα μου δεν παραπονιέται για αυτό όσο είναι παντρεμένη μαζί μου. Όταν χωρίζουμε το ίδιο γίνεται ο λόγος για να με ξαναγαπήσει. Αν έκανα αυτόματη διόρθωση θα έγραφε ξαναπατήσει. Αλλά με ποιον αφού όλοι όσοι είμαστε εδώ είμαι εγώ. Πόσο θλιβερό το γράψιμο όταν έχεις μόνο δύο χέρια και μία καρδιά.

Η ομορφιά δεν λέει ποτέ ψέματα. Γι’ αυτό και ποτέ δεν αναπαρίσταται. Δεν αποτελείται ποτέ από έστω και μια λιγότερη αίσθηση. Το έλλειμα που βιώνουμε απέναντι της, και πάνω στο οποίο βασίζουμε όλο μας τον πολιτισμό, αυτοτροφοδοτείται κι αυξάνεται στην κάθε παραμικρή κίνηση που επιχειρούμε προς την κατεύθυνσή της. Σε κάθε κεφάλι που δημιουργείται με αυτό τον σκοπό δύο άλλα κεφάλια χάνονται δια παντός. Ακριβώς στο σημείο που η αλήθεια σε ορίζει, μα δίχως αυτός ο ορισμός να είναι κάτι παραπάνω από μια φευγαλέα σκηνή μέσα σε χιλιάδες άλλες, μπορεί να υπάρξει μια όμορφη στιγμή, αποκλειστικά για όσους έχουν την ικανότητα να την αποδεχτούν ως τέτοια και ως τέτοια να την χάσουν για πάντα. Ήδη έχω καταστρέψει μια ακόμα ευκαιρία να πω την αλήθεια και να νιώσω όμορφα. Προφανώς αυτή είναι η κοινή μας μοίρα. Η εθελοτυφλία μας πάνω σε αυτή την θέση μας τοποθετεί τον έναν απέναντι στον άλλον ως δημιουργό και θεατή. Η ομορφιά προς πείσμα όλων μας συνεχίζει να αναπνέει στο ενδιάμεσο. Η ταύτιση των δύο ρόλων την εναποθέτει στο όνειρο της θέωσης. Εκεί που όλα επεμβαίνουν σωτήρια και αναπόφευκτα. Αυτή την μόνη συνθήκη του αναίτιου σκοπού κάθε πλάσης.

Κληρονομιά

Έχω βρίσει και χτυπήσει την μάνα μου σαν να ‘τανε σκυλί.
Το ίδιο και τον πατέρα μου. Ίσως αυτόν ακόμη χειρότερα.
Οπότε ο γιος μου δεν έχει τίποτα να φοβηθεί.
Η αγάπη μας είναι εγγυημένη.

Αστράφτει ένας τόπος ανάμεσα στα μάτια μου.
Με τα μάτια κλειστά στο σκοτεινό δωμάτιο.

Όταν τον κοιτώ υπάρχει ένας φόβος κι εξαφανίζεται.
Μα παραμένει ζωντανός ακόμη και τότε.

Χρειάζομαι το θαρραλέο βήμα για να τον επισκεφτώ.
Δεν μπορώ να εμπιστεύομαι για πάντα το σκοτάδι.

Η νοημοσύνη είναι μεγεθυντικός φακός πάνω στο τίποτα.
Η ουρά αντίλαλου μέσα στην απουσία.
Κατεστραμμένο κλείστρο.
Η τυχαιότητα της θλίψης.
Διοργάνωση φονικών.
Οι μικρές ώρες της αιωνιότητας.
Ιστορίες της ζωής σου και άλλες.
Ηθική, σφαγεία, άσματα, πορτραίτα, γεύματα, δρόμοι,
παραστάσεις, ημερολόγια, πολιτική, αναμνήσεις, ικεσίες.
Η προσταγή για την επανάληψη των πάντων.

μπακαλογατί

Ε, λοιπόν υπάρχει μια αλήθεια που υπερτερεί οποιασδήποτε
Μια γλυκύτητα πέραν της πραγματικότητας
Αυτής που ορίζουν οι ενδιάμεσες πεποιθήσεις της σιωπής
Πολύβουη, άτονη και
Υπάρχουν στιγμές που σε πείθουν για την πρόοδο της ανθρωπότητας
Μερικές μες στον άνθρωπο που είσαι
Αποσπασμένες από την αφήγηση όσων είσαι
Εκεί που η έμπνευση χτυπάει και πληγώνει / μισώ να σκεφτώ
Σίγουρος για την αγάπη όσων δεν κατανοούν την λέξη αυτή
Ακόμα και για την υπόσχεση πως όλοι μας την
Έπειτα χρόνος, πολύς χρόνος
Αρκετός για να πιστέψουμε πως υπάρχει
Ικανός να μας οδηγήσει στο τέρμα του
Ακριβώς στην παρουσίαση μιας τυχαίας σκηνής ενός έργου
Θυμάμαι πως ήμουν εκεί ανάμεσα σε
Ο φίλος συντονίζει την επίγνωση
Είμαι χαρούμενος όταν όλοι είναι αιτιολογημένοι
Η γυναίκα νιώθει τον μυ που τεντώνεται
Ειδικά όταν έχω χέσει το βρακί μου
Ατελέσφορες στύσεις σε φρόνιμη διάταξη
Είναι αδύνατον να περιγράψεις την αλήθεια

 

Αδιέξοδο

Μια τυχαία φράση, από έναν τυχαίο διάλογο, μιας τυχαίας ομάδας ανθρώπων, σε μια τυχαία συνάντησή τους, σε ένα τυχαίο σημείο, σε μια τυχαία ώρα, δεν έχει πάντα την τύχη να παραμείνει μια τυχαία φράση, από έναν τυχαίο διάλογο, μιας τυχαίας ομάδας ανθρώπων, σε μια τυχαία συνάντησή τους, σε ένα τυχαίο σημείο, σε μια τυχαία ώρα. Όλοι το γνωρίζουν αυτό αν και σπάνια το ομολογούν.

 

Πως απέκτησα πρόσωπο

Για κάμποσα χρόνια περίμενα από τους φίλους μου να συναρμολογήσουν το πρόσωπό μου. Ήταν η εποχή που αν με ρωτούσες ποιος είμαι η ηχώ της ερώτησής σου θα αντηχούσε για ώρες, σηκώνοντας ένα σμήνος από ασυναρτησίες στο βάθος του θαμπού τοπίου. Κάθε υλικό ήταν καλοδεχούμενο, όπως και κάθε χρήση του εκάστοτε υλικού ήταν αποκλειστικά στην διάθεση των αγαπημένων μου. Κι όμως, αναγκάστηκα να σιωπώ για καιρό δίχως στόμα, κι άλλο τόσο να επινοώ τον κόσμο δίχως αυτιά και δίχως μάτια, καθώς όλοι τους αποδείχτηκαν εξαιρετικά απρόθυμοι με τον ρόλο που τους ανέθεσα. Αν και για να είμαι ειλικρινής ποτέ δεν ήμουν ξεκάθαρος απέναντι σε αυτή μου την επιθυμία, και πως θα μπορούσα άλλωστε όντας απρόσωπος, μα θεωρούσα πως όλη η αγάπη που μοιραζόμασταν δεν μπορούσε να έχει άλλη αρμοδιότητα από το να χαρίσει στον καθένα μας ότι πραγματικά του έλειπε, με μόνο σκοπό να αναγεννήσει την χαρά της συντροφιάς μας μέσω της ακριβής μας πληρότητας. Και τι πιο αναγκαίο για τόσα συναισθήματα και σκέψεις από ένα πρόσωπο. Φανταστείτε την χαρά μου όταν για πρώτη φορά μετά από όλη την μνήμη που το ερμητικά κλειστό μου κεφάλι συντηρούσε απέκτησα στόμα. Ο μονάκριβός μου φίλος Φ., πιθανώς απηυδισμένος από την αδυσώπητη σιωπή μου, σε μια στιγμή αμοιβαίας αγωνίας και για τους δυο μας, την εξιστόρηση της οποίας θα επιχειρήσω μία άλλη φορά, με προίκισε με ένα καπάκι μπύρας λίγο πιο πάνω από το πηγούνι μου. Ευθύς ανάβλυσαν οι λόγοι, φθόγγοι αμαξοστοιχίες και φωνήεντα ουρανομηκή, οι ιστορίες ξεδιπλώθηκαν και τα παραμύθια έκαναν το στερέωμα να αφρίζει. Κάμποσοι φίλοι αναθαρρώντας από την νέα διάσταση της προσωπικότητάς μου με ιδιαίτερη εγκαρδιότητα έδωσαν στο πρόσωπό μου όλα όσα από καιρό ζητούσε. Γόπες τσιγάρων και μισοκαμένες τζιβάνες για αυτιά, γυαλιστερές πέτρες της ακροθαλασσιάς για μάτια, φρεσκοτηγανισμένες πατάτες με την απαραίτητη πανδαισία ζαρζαβατικών για μαλλιά, φρύδια εισιτήρια τρένων, γένια από αποκόμματα ιλουστρασιόν περιοδικών, ήμουν επιτέλους ένας αρτιμελής άνθρωπος έτοιμος να περιδιαβεί όλες τις απολαύσεις των νέων του διόδων στη ζωή. Και ήταν πραγματικά υπέροχα. Από καιρό σε καιρό έχανα κάποια από τα χαρακτηριστικά μου μα πάντα κάποιος καλός μου θα βρισκόταν να τα αντικαταστήσει με την καλαισθησία που πηγάζει από την βαθιά εμπιστοσύνη σε κάθε ζωοδότρα χειρονομία. Όπως κι αν έχω δείξει τα τελευταία χρόνια το χρωστάω σε αυτούς και αυτές που αψηφώντας τον κίνδυνο να γεννήσουν κάτι πολύ πιο μακριά από το μηδέν κατόρθωσαν να δώσουν στη ζωή μου την απαραίτητη υπόσταση ενός προσώπου. Κάποιες ατυχείς περίοδοι, όπως αυτή με τα μάτια ανάποδους φλέγομενους σταυρούς, είναι απλά η επιβεβαίωση του θάρρους τους.

Αλα μπιμ αλα μπαμ αλα

Εκείνο το πρωί πήρα το εξιτήριο από την σαρανταήμερη μαθητεία στην απουσία μου, αν υποθέσουμε πως ό,τι υπήρχα, αν υπήρχα παρόλα αυτά, μπορούσε να θεωρηθεί πως επέστρεψε εκεί τριγύρω, κάπου μεταξύ της εξόδου του ιδρύματος και του υπόλοιπου κόσμου. Με συνόδευαν η μητέρα μου κι ο θείος, ένας από τους πιο ταλαντούχους κλέφτες της ακοής του πατέρα μου, επιβεβαιώνοντας με αυτό τον τρόπο το μέγεθος της απόστασης που καλούμουν να διανύσω προκειμένου να πείσω και να πειστώ πως αυτή η απόσταση από δω και στο εξής θα αντηχεί τον εαυτό μου. Μπήκα στο πίσω κάθισμα με τον ίδιο τρόπο που ένα αντικείμενο αποκτά ψυχή σε κάποιο παραμύθι. Οι άνθρωποι εξακολουθούσαν να φαίνονται εξίσου ανθρώπινοι με οτιδήποτε ανήκει σε αυτό τον κόσμο και να φαντάζονται την ανθρωπότητα σαν κάτι ολότελα ξένο προς αυτούς. Είχαμε αρχίσει να απομακρυνόμαστε από την πόλη όταν στο επόμενο φανάρι τα ανοικτά παράθυρα του αυτοκινήτου εισέπνευσαν, όλο έκπληξη, το τραγούδι από την συγκάτοικό μας στο οδόστρωμα. Μια γυναικεία φωνή σε ακατάληπτες μικρές εκφράσεις ξεπήδησε όλο καλοκαίρι ενώ ακόμα οι εποχές ήταν ασύνταχτες γύρω μου. Γύρισα να κοιτάξω την γυναίκα στο τιμόνι, αποζητώντας την ισότητα της χαράς, αυτής που στερήθηκα για χάρη της συμμετρίας των αισθήσεων και της ικανότητάς τους με ονομαζούν, μα δεν είμαι σίγουρος αν την είδα ποτέ. Εκείνη την στιγμή ο θείος οδηγός του ταξιδιού μου έβρισε με μίσος την γυναίκα που τραγουδούσε το τραγούδι μιας γυναίκας, το τραγούδι μιας γυναίκας σαν κι αυτόν, το τραγούδι μιας γυναίκας σαν τον καθένα μας, το τραγούδι μιας γυναίκας όπως εσύ κι εγώ, το τραγούδι που λαμπύρισε γυναίκα κι άντρας κι οτιδήποτε μια ολόφαντη στιγμή έξω από τα θλιβερά δεσμά ψυχής και σώματος, και πριν ανάψει πράσινο έφυγε το τραγούδι, φύγαμε κι εμείς.

 

Στο διάλλειμα

Καθώς ο συνάδερφος, όπως συνηθίζεται να λέγεται η νεροποντή συμφορά κι ο πόλεμος κατάσταση, κατά την διάρκεια του διαλείμματος της τρίτης ώρας, καταμεσής του γραφείου των διδασκόντων, με όση διαστροφή μπορούσε να διυλίζει από τα αναίσθητα, σχεδόν απόντα, μάτια των παραβρισκόμενων στην μάταια φωτισμένη από παράθυρα αίθουσα, εκθείαζε το μίσος της ανθρωπότητας για τον άνθρωπο λογαριάζοντας το ως την μόνη σωτήρια έξοδο από την καταραμένη και αναίσχυντη, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, στιγμή της δημιουργίας, τα παιδιά στο προαύλιο είχαν γραπώσει και στήσει στον τοίχο έναν περαστικό θεό, που για κακή του τύχη πέρναγε εκείνη την ώρα από το μυαλό τους, και τον πετροβολούσαν με τις αθώες τους, μικρές καρδιές που γελώντας και κλαίγοντας ξερνούσαν στις χούφτες τους. Το κουδούνι της τέταρτης ώρας χτύπησε επανειλημμένα μεσάνυχτα. Το μάθημα, μα ποιος χέστηκε για το μάθημα.

κουλουράκια, κουλουράκια

Δύο άνθρωποι, μες στην διαφάνεια μιας αναπάντεχης σύγκλισης των προσωπικών τους διαδρομών, και ανεξαρτήτως της ιδιότητας που πιθανώς τους συνέδεε, βρέθηκαν αντικριστά. Ο ένας οικειοθελώς ονομάστηκε Χ και ο άλλος, για την εκλέπτυνση και μόνο της αισθητικής της αφήγησής μας, ονομάστηκε Κορνήλιος. Στάθηκαν με πυγμή ο ένας απέναντι στον άλλον προσπαθώντας να ενισχύσουν αμφότεροι την πίστη τους πως αυτή τους η συνάντηση πραγματικά συμβαίνει. Το στόμα του Χ διερωτήθηκε για τον τρόπο με τον οποίο τα πράγματα συνεχίζουν το καθιερωμένο τους ταξίδι τους. Τα μάτια του ήταν προσηλωμένα στα μάτια του Κορνήλιου που από την πρώτη στιγμή πηγαινοέρχονταν δεξιά κι αριστερά, πάνω και κάτω, σε έναν διαρκή αγώνα να ανακηρύξουν τον περιβάλλοντα χώρο ως υπαίτιο της ανικανότητάς του να συντονίσει την παρουσία του στην επιβεβλημένη και προδιαγεγραμμένη ροή της υπό εξέλιξης επικοινωνίας. Το μισάνοιχτο του στόμα κατάφερε σταδιακά να απελευθερώσει την θετική απάντηση στο ερώτημα του Χ. Έπειτα, όπως συμβαίνει σε κάθε αντίστοιχη περίπτωση, ο κόσμος τελείωσε με ένα συγκρατημένο χαμόγελο και ευθύς κι οι δυο τους διακτινίστηκαν στην ουρά ενός ταμείου κοινωνικής ασφάλισης που κουνιόταν βαριεστημένα κάτω από την σκιά της αιωνιότητας.

 

 

Κάθε ιστορία είναι η επιβεβαίωση του τέλους

Μια ακόμα Παρασκευή μες στο μεσημέρι.
Ετούτη η δεύτερη πρόταση χρειάστηκε μια αιωνιότητα
για να φανεί.

Κάπως έτσι τελειώνει η ιστορία ενός ανθρώπου.
Μπάζα, σκουπίδια κι ο άνεμος να περιθάλπει την σιωπή.

poesia schizofrenia

Αυτό το ποίημα δεν με κάνει να νιώθω καλύτερα.
Τα περιστέρια είναι δεν είναι οι ψυχές των νεκρών.

Αυτό το ποίημα δεν θα κάνει κανένα να νιώσει καλύτερα.
Αυτό το ποίημα υπάρχει για να καταλάβουμε
επιτέλους
πως δεν αξίζουμε κάτι καλύτερο από αυτό.

Όπως αναβόσβησε

Όπως αναβόσβησε
μια τόση δα κουκκίδα
μέσα στο δωμάτιο

ανακαλύφθηκε ο κόσμος
κι έπειτα το μπαλκόνι
τα απέναντι σπίτια
κι ο δρόμος που σύντομα θα ακολουθήσω

μέσα στο δωμάτιο
μια τόση δα κουκκίδα
όπως αναβόσβησε

έχουν όλα επιβεβαιωθεί.

Να ο κόσμος!
Να το μπαλκόνι!
Να τα σπίτια!
Και να κι ο δρόμος που σύντομα θα ακολουθήσω.

Μια τόση δα κουκκίδα.
Μα έχει ήδη χαθεί.

στις επαναλήψεις της απόρριψής σου

Δεν του έδινε κανείς σημασία.
Ή, ακόμη, τον περιφρονούσαν επιδεικτικά.
Έτσι αισθανόταν σίγουρος
τόσο για το κίνητρο
όσο και για την ικανότητά του
να σηκώνει τον κόσμο
στις πλάτες του.
Μονάχα που λυπόταν που και που.
Ήξερε πως όλοι τους
κάποια στιγμή
θα βρεθούν στη θέση του.

Αν υπήρχε αρκετός χρόνος θα εξασκούσα την αφήγηση στο μερίδιο της αγάπης
που δικαίωσα. Αντ’ αυτού σκορπίζω τα ψίχουλα μιας ακόμη ζωής
στα χίλια σημεία ενός τυχαίου δρόμου μόνο και μόνο
για την περιπέτεια της ανακάλυψης του
τρόπου με τον οποίο οι λέξεις
εξαφάνισαν και τους
δυο μας για
πάντα.

γουάου

Δεν υπήρχε καμία σκέψη που να αποδείκνυε το στιγμιότυπο
παρά μονάχα η επιθυμία καταγραφής αυτής της πρότασης
να συμπεριλάβει τον άγνωστο άντρα στην άκρη του μπαρ.
Κατά τα λοιπά η ώρα εξακολουθούσε να δείχνει όπως πάντα
την ώρα.

10 καθημερινές μικροβλάβες στο σύστημά μου

  1. Οι άνθρωποι επαναλαμβάνουν ασταμάτητα την ίδια φράση κατά την διάρκεια ενός διαλόγου θεωρώντας πως κάνουν διάλογο. Όσες προσπάθειες κι αν κάνεις να εξελίξεις τον διάλογο αυτοί εμμένουν στην επανάληψη της ίδιας φράσης, που συχνά παραλλάσουν ελαφρά με την πεποίθηση πως λένε κάτι νέο. Έχεις αρχίσει να παρατηρείς πως η διάρκεια των επαναλήψεων αυξάνεται σφοδρά. Σε αρκετές περιπτώσεις δεν υπάρχει τρόπος διαφυγής.
  1. Οι άνθρωποι συνεχίζουν να μιλάνε δίχως σταματημό, ακόμα κι αν έπειτα από μια μακροσκελή ακρόαση των όσων έχουν πει προσπαθήσεις με ταχύτητα και επιμονή να αρθρώσεις την προσωπική σου άποψη πάνω στο υπό συζήτησιν θέμα. Όσο πιο κοινότυπο το θέμα της συζήτησης τόσο μεγαλύτερη είναι η αδιαφορία που θα επιδείξουν στο τι έχεις να πεις. Όταν πια κάποτε σταματήσουν τον μονόλογό τους κι ενώ εσύ δείχνεις ακόμα σημάδια συμμετοχής στην εξέλιξή του αυτοί διακόπτουν, εντελώς άξαφνα και συνήθως με αποχώρηση, την υποτιθέμενη επικοινωνία σας.
  1. Οι άνθρωποι στην περίπτωση που επιλέξεις να διαφωνήσεις μαζί τους, είτε παραθέσεις επιχειρήματα για αυτή σου την διαφωνία είτε όχι, μεταφράζουν την άποψή σου σε εμπάθεια ή στην καλύτερη περίπτωση παρανόηση προς τα λεγόμενά τους. Έπειτα από ένα νευριασμένο βλέμμα θα απαιτήσουν την κατανόησή σου και την ανάκληση της θέσης σου. Αν αυτό δεν συμβεί ευθύς χαρακτηρίζεσαι ανίκανος για διάλογο. Απαιτούν την επιβεβαίωσή σου σε αυτό τον χαρακτηρισμό ρωτώντας σε συνήθως με ειλικρινές ενδιαφέρον αν αισθάνεσαι άσχημα τελευταία. Οποιαδήποτε απάντηση αρκεί.
  1. Οι άνθρωποι αισθάνονται ικανοί να αποκωδικοποιήσουν οποιαδήποτε έκφραση ή διάθεσή σου και το πράττουν, αναμένοντας από εσένα την επιβεβαίωση της ικανότητάς τους αυτής. Η μη σύγκλιση των απόψεων σας αυτόματα σε κατατάσσει σε άθλια συναισθηματική κατάσταση ακόμη κι αν η αρχική υπόθεση εκ μέρους τους ήταν εντελώς διαφορετική. Αυτό συμβαίνει κυρίως γιατί οι αρχικές τους υποθέσεις της κατάστασής σου εμπεριέχουν σχεδόν πάντα την εικόνα ενός αδικαιολόγητου προβληματισμού.
  1. Οι άνθρωποι δεν αποδέχονται την προσφορά μιας ιδέας ή μιας πράξης από μέρους σου εάν αυτή δεν συνάδει με ότι αυτοί περιμένουν από σένα. Κάθε πρωτοτυπία είναι καταδικασμένη σε χλευασμό ή συνηθέστερα σε αδιαφορία. Αν λόγω παρορμητισμού συνεχίζεις να προκαλείς τα αισθήματά τους η επίπληξή σου θεωρείται δεδομένη.

και λίγο πιο σύντομα

  1. Οι άνθρωποι μπορούν να πάρουν τα πάντα από σένα αρκεί να μην τους τα δώσεις ποτέ.
  1. Οι άνθρωποι σε αγαπούν με όλη τους την καρδιά όσο αυτή η καρδιά είσαι εσύ.
  1. Οι άνθρωποι δεν γελάν ποτέ με ότι τους κάνει να φαίνονται απόλυτα σοβαρούς.
  1. Οι άνθρωποι πρέπει να ξέρουν ποιος είσαι, τι θες και που πας ακόμη κι αν δεν υπάρχεις.
  1. Οι άνθρωποι λέγονται άνθρωποι εξαιτίας σου. Αυτό δεν θα στο συγχωρήσουν εύκολα.

Με τίτλο, είναι πιο έντιμο έτσι

Και βαπτιζόμαστε όλοι συγγραφείς και ποιητές, δειλά δειλά ο τίτλος να αποβάλλει την ιδιότητα.

Κι όμως, οι λέξεις είναι τόσο αδύναμες, που δεν απαιτούν αναλογία, ως ανάστημα ανθρώπου, για να υπάρξει χάος.

Οι λέξεις αποσιωπούν, ψεύδονται, κρύβουν, σκιάζουν και κυρίως δεν υπόσχονται τίποτα.

Οι λέξεις σε οποιαδήποτε θέση δεν προκαλούν ή προσκαλούν.

Οι λέξεις μισούν και δεν εγκαταλείπουν ποτέ.

Οι λέξεις δεν μπορούν να πληγώσουν και να πληγωθούν.

Οι λέξεις εμπεριέχουν το Τίποτα και αντίστροφα.

Οι λέξεις έχουν Αμνησία/ Άγνοια/ Δεν έχουν Θέση

Και είναι τέτοια η αδυναμία τους, που μόνο οι πραγματικά ανίδεοι γνωρίζουν πως συχνά οι περισσότεροι δεν καταφέρνουν να τις αφήσουν ελεύθερες.

Με τίτλο λοιπόν/ είναι πιο έντιμο έτσι.

Μέχρι να αφήσεις τις λέξεις ελεύθερες.

 

 

Δεν σημαίνει απολύτως τίποτα #1

Δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Ένα πρόσωπο επιδεικνύει την δύναμή του όταν έχεις τα μάτια κλειστά. Όταν επιτέλους το σκοτάδι σταθεί ακίνητο το πρόσωπο παύει να υπάρχει κι ανασαίνεις μονάχα την καθαρή δύναμη ενός κόσμου που σου ανήκει ολοκληρωτικά. Αυτή η δύναμη σε συντρίβει.

*

Υποτάσσεσαι στον ρυθμό αναπαραγωγής του πρότυπου κενού. Η παραμικρή αλαζονεία μιας θύμησης ή η επίκληση ενός αρχαίου πόθου εντείνουν τον αποπροσανατολισμό κι αποσύρουν την μαγική ευχή του χρόνου πίσω από τους ορίζοντες. Η ψυχή παραλλάσσεται ξανά και ξανά έως ότου δεν απομείνει η παραμικρή δυνατότητα  ορισμού της.

*

Απομένει η επαναφορά σου στο σημείο ζωής. Τίποτα από όσα γνώριζες δεν θα ξανασταθούν πλάι σου με το σθένος της κατάρας. Μηρυκάζοντας την αποκάλυψη θα προστρέχεις στους γύρω ανέμους να αναστήσουν την φθορά. Μια τυχαία προσευχή θα επικυρώσει τον βρόχο.

 

Η άνοιξη είναι προδοσία

Η άνοιξη είναι προδοσία.
Η επανεκκίνηση της άθλιας μοίρας.
Το στραπατσαρισμένο χαμόγελο της ελπίδας.
Όλες μας οι αποτυχίες πάνε στράφι.
Ο πόνος μας γίνεται βορά στον αστείρευτο ήλιο.
Η ανάσα στην κορυφή του λόφου μας καίει τα σωθικά.
Αρχίζουμε να κατρακυλάμε ξανά ως την κόλαση.
Μονάχα οι τρελοί γελάνε πέφτοντας.

αυτόματη κλήση

Δεν κατάφερε να αποστηθίσει τον ουρανό κι έτσι αρκέστηκε στο να απαγγέλει ξανά και ξανά το σημείωμα ενός αυτόχειρα.

***

Ένα τόσο δα μικρό συννεφάκι επανάφερε την ιστορία μας στον ορίζοντα.

***

Όταν φαντάστηκε τον χρόνο είδε τον ουρανό πίσω από την κορυφογραμμή. Ένα πουλάκι εμφανίστηκε τότε για να επιβεβαιώσει την απάτη.

***

Κάθε αλληγορία επιστρέφει ένα σύννεφο στην γη. Έπειτα απομένει ο θερισμός του από οποιονδήποτε σταθεί αρκετά τυχερός.

***

Ο Σ.Τ. είχε αποδεχτεί τον ρόλο του αλεξικέραυνου τουλάχιστον για όσο η καταιγίδα θα παρέμενε μυστική.

***

Έξυνε αδιάκοπα το ίδιο κομμάτι ουρανού μια ολόκληρη ζωή ελπίζοντας από πίσω να εμφανιστεί λίγος ακόμη ουρανός ολόιδιος με κείνον.

***

Αν θυμάσαι το όνομά σου καλύτερα να προσέχεις πως σηκώνεις τα μάτια σου ψηλά.

κι υπάρχει ακόμα ημερομηνία

Μια μέρα τυχαίνει μια υπέροχη στιγμή.
Τα παιδιά υποδύονται τους εαυτούς τους.
Το μεσημέρι είναι από χρόνια πεθαμένο.
Το μυθιστόρημα απελευθερώνει τους ήρωές του.
Ο φίλος είναι ο μόνος συνδαιτημόνας του μπαρ.
Τα αθώα μάτια με αναγνωρίζουν.
Το δικαστήριο δεν αποφαίνεται για μια ακόμη φορά.
Η γυναίκα εξακολουθεί να είναι η θέση του κόσμου.
Μαγειρεύουμε ρύζι με κιμά.
Η τηλεόραση έχει μπάλα.
Κατά γενική ομολογία αύριο έχει ήδη ξημερώσει.

Επιβάλλοντας τον παράδεισο

Φυσικά και είμαι ένας καλός άνθρωπος.
Με στήθος λείο και λαμπερό.
Έχω πλήρως εκπαιδευτεί
στο να γυρνώ την πλάτη στο μαχαίρι.
Μα και σεις φαίνεστε καλός ανθρωπάκος.
Μην φοβάστε. Δεν σκοπεύω να σας αγκαλιάσω.
Κατανοώ πως έχετε αρκετές σκοτούρες ήδη
και ένα πλήθος σημαντικών υποθέσεων να εκκρεμούν.
Καλύτερα να πηγαίνω.

Όταν ακούς τον σκύλο να γαβγίζει
γνωρίζεις πως υπάρχει αρκετός χρόνος
για μια ακόμα παράκαμψη της λεπτομέρειας
με την οποία διαγράφονται τα γόνατά σου
μες στο τελευταίο δωμάτιο του κόσμου
καθώς χαϊδεύεις με ακλόνητη ραθυμία
όση συντέλεια έχει απομείνει ξανά
στον ακατάληπτο πόθο του ποιήματος.

Αιμορραγούμε.
Από τον μεγάλο, χοντρό μας κώλο.
Πολύ κρασί στον βωμό της μοναξιάς.

Αιμορραγούμε.
Από το μικρό, λεπτεπίλεπτο δαχτυλάκι μας.
Το πληκτρολόγιο δεν βολεύει για λούρος.

Αιμορραγούμε.
Μα κάποιος άλλος πεθαίνει
κάθε φορά
μες στο δικό μας αίμα.
Καθένας στο πόστο του, αδέρφια.
Από όλες τις δόξες
διαλέξαμε την πιο φτηνή.

φάρσα #3

04 07 08 14 22

Από μικρός μαθαίνεις την αλήθεια μόνο και μόνο για να πιστέψεις το ψέμα. Αυτό, βέβαια, δεν συγκαταλέγεται στην εμβέλεια του φόβου σου.

09 11 20 22 28

Καθώς μεγαλώνεις ευελπιστείς πως μια αλήθεια λιγότερη δεν ισοδυναμεί σε ένα ψέμα περισσότερο. Απλά και μόνο σε λίγο καλύτερο ύπνο.

04 15 23 34 35

Όσον αφορά την κλίση του εδάφους έπειτα από απανωτές, αποτυχημένες προσπάθειες να σοκάρεις την αλήθεια θα μου επιτρέψετε να πιστεύω πως η προοπτική ενός ασφαλούς θανάτου δεν δελέασε παρά μονάχα τον θεό.

05 13 22 33 39

Οι λέξεις μιμούνται πάντα τον αναγνώστη τους. Ο δημιουργός είναι απλά ένας αριθμός.

 

Παρέμεινα ζωντανός στη σκιαγράφηση της νύχτας
όταν το μάτι φάνταζε ορθόκαιρα ζωσμένο.
Παρέμεινα νεκρός στην γυαλάδα της πλησμονής.
Έπειτα αποδέχομαι την απειλή της ζωής μας.
Είναι ένα έργο πιότερο απτό.

Ορισμός επανεκκίνησης

Καθώς κάθε πιθανός συνδυασμός λέξεων και αριθμών
έχει εκπληρωθεί
μεταβαίνουμε σε διαδικασία επανεκκίνησης
του συστήματος.
Όλα τα δεδομένα θα διαγραφούν από την προσωρινή μνήμη
του μοντέλου.
Απομένουν δέκα δευτερόλεπτα
καθαρής ευδαιμονίας.
Αυτή ήταν η εξηκοστή δεύτερη συνεχόμενη επιτυχία
του πειράματος.
Ο χρόνος διάρκειάς της ήταν εφτά παρόντα
συμπεριλαμβανομένου αυτού
της παράδοσης τούτου του μηνύματος.
Ως μήτρα της επόμενης αναπαραγωγής
τίθεται η φράση « 9 ορυκτοτεχνικούς πενταπλασιασμούς ».
Καλή τύχη.

μια θέση

στο Περνώντας με πορτοκαλί

Σταματήσαμε στο κόκκινο φανάρι.
Εξαρχής γνωρίζαμε πως θα καθυστερήσει να αλλάξει χρώμα.
Τα πρώτα λεπτά ακινητοποιηθήκαμε στην πορφυρή σιγή του σηματοδότη.
Στις ώρες που έφτασαν διασχίσαμε την τρέλα σε όλες της τις αποστάσεις.
Γελάσαμε σαν μελλοθάνατοι , βρίσαμε πρωτόπλαστους Θεούς
ικετεύσαμε οτιδήποτε πληροί ικεσίας
ώσπου ο χρόνος αφανίστηκε
στην πιο λιτή απουσία
ασπάζοντας μας στο άπειρο μιας θέσης στο πουθενά.
Τα χρόνια που ακολούθησαν φέραν πολλές γενιές
στο ίδιο πάντα σημείο
να ατενίζουν, άλλοτε με λατρεία κι άλλοτε με απέχθεια
το αέναο κόκκινο φως
μα σε κάθε περίπτωση ελπίζοντας
σε έστω και ένα στιγμιαίο αναβόσβημα του λαμπτήρα.

Σήμερα φάνηκε όλοι να ξέρουν
ο ένας τον άλλο
και να διασκεδάζουν με αυτό.
Εγώ πάλι κοιτούσα δεξιά κι αριστερά
γυρεύοντας σε
ξέροντας καλά πως ευτυχώς
δεν υπάρχεις.
Έπειτα φιληθήκαμε
και γύρισα σπίτι
για να σε αγαπήσω.
Ή κάτι τέτοιο.
Ελπίζω αύριο να σε ξαναδώ.

Αηδία

Η πολιτική, το χρήμα, σε αρκετές περιπτώσεις
και το σεξ
δεν είναι παρά απλές προσόψεις
της βαθιάς αηδίας που τρέφουμε
ο ένας για τον άλλον.
Η λίστα οφείλει να συμπληρωθεί
με πολλές ακόμα λέξεις
που χαριτωμένα ξεστομίζεις ολοένα
με την ελπίδα
να μην αγοράσεις όπλο.
Ή τουλάχιστον να μην αγοράσει ο γείτονας.

φάρσα #2

08 11 14 22 28

Τα παιχνίδια στην κατανόηση τους αποζητάν το κατάλληλο μερίδιο μοναξιάς για όλους του πιθανούς συμπαίκτες. Όσοι περισσότεροι τόσο μεγαλύτερο το μερίδιο.

17 20 23 32 35

Όταν κάτι επιβεβαιώνει τον χαρακτήρα της συνήθειας επικαλείται ένα άλλο όνομα κάθε φορά για να αποζημιωθεί.

07 17 19 20 28

Κι υπάρχει ακριβώς το μεταίχμιο όλων των πιθανών λύσεων της ιστορίας που σε αποπληρώνει για όλες όσες εν τέλει θα αποτύχουν.

10 23 24 36 39

Τώρα όπως άλλωστε τότε είναι η καθημερινή δυσανεξία ενός επιπρόσθετου παρόντος που αδημονεί να κυριαρχήσει από αύριο.

Μπλε χάσμα

ble

Κοιτώ την βιβλιοθήκη μου. Ένα κήτος ξεβρασμένο στο δωμάτιο ενός διαμερίσματος μιας πολυκατοικίας που από συνήθεια αποκαλώ σπίτι. Όσο αδυνατώ να πιστέψω πως είναι νεκρό χαϊδεύω το μαλακό του δέρμα, ανασηκώνω τα πτερύγιά του κι όταν ολοένα υποθέτω πως αναγνωρίζω το κεφάλι του αρχίζω να απαγγέλω ότι μπορώ να ανακαλέσω από τα τόσα που μου έχει μάθει. Δεν ήταν πάντα φάλαινα, μήτε καν το επιδέξιο δελφίνι που για χρόνια συντρόφευε εκείνο το αέναο καλοκαίρι της πρώτης μου αγάπης για τον βυθό. Ξεκίνησε από ένα μικρό, φοβητσιάρικο ψαράκι, δώρο της μητέρας μου θαρρώ, κάτι για να περάσω δημιουργικά την ώρα μου. Πολύ αργότερα το ψαράκι απέκτησε φίλους, ιδιαίτερα, παράξενα πλάσματα της θάλασσας που δίχως να το ξέρω γινόμουν σιγά σιγά. Ήταν ακόμη ο ήλιος ψηλά όταν ένιωσα το ζώο να με προστατεύει και να με βοηθά να ξαναβρώ τον δρόμο μου προς τα ανοιχτά. Καθώς ο ορίζοντας πλάταινε και το κύμα θέριευε γεννήθηκαν αγέλες κι έπειτα οι αγέλες μεγάλωσαν και γίνηκε η φάλαινα που ακόμη σήμερα προσποιούμαι πως συντηρώ στην λακουβίτσα με νερό που μου αντιστοιχεί. Οι ωκεανοί που άλλοτε υποσχόμουν πως θα με ανακαλύψουν, με σύντροφο και οδηγό την μεγάλη μου μπλε φάλαινα, δεν υπολόγισαν ορθά την άρνηση του έρωτα στο χάος και στη γη να γίνουνε ζευγάρι κι αρκούσε μονάχα λίγη ζωή ακόμη με τα μάτια κλειστά και τα χέρια δεμένα για να βρεθώ ναυαγός και διψασμένος, ανήμπορος να φροντίσω τον μεγαλοπρεπή μου αδερφό και να εξαρτώμαι από λίγες σταγόνες βροχής για την ανάμνηση και μόνο όσων ποτέ κι αν καταφέραμε να είμαστε. Όσο κοιτώ τα βιβλία μου νιώθω το χάσμα μεταξύ μας να μεγαλώνει. Ξέρω πια πως το μόνο που μου μένει είναι να φτάσω ως την πρώτη ακροθαλασσιά και κει να αφήσω το κουφάρι τους να το πάρει το κύμα.

 

έχω ήδη σβηστεί

Από το μία παρά τέταρτο μαξιλάρι καμπάνα το χάος.
Τρέμει το σκοτάδι μην αγιάσει.
Οι άνθρωποι όπως το σύμφωνο διαδέχεται το φωνήεν.
Αν ήταν όμως άνθρωποι ή δεν ήταν μια σταγόνα νερό
στην πορεία της προς το χώμα.
Κάθε λέξη στην θέση της και μία θέση για κάθε λέξη.
Αν ήταν όμως λέξεις ή δεν ήταν η ίδια σταγόνα νερό
στην πορεία της προς τον ουρανό.
Την στιγμή που η επιθυμία αχνοφέγγει μισάνοιχτη πόρτα
έχω ήδη σβηστεί από την επιφάνεια του κρεβατιού.

φάρσα #1

07 09 12 18 24

Από παιδί σε παιδί σε ένα ακόμη παιδί το μόνο που παραμένει σταθερό είναι το κόστος που η αθωότητα απαιτεί για να παραμείνει μοιραία.

02 13 15 27 29

Λίγο λιγότερο παιδί είναι η συσσωρευμένη γεύση φθινοπώρου Μάη μήνα.

08 16 24 32 35

Μεταβαίνοντας στην τρίτη δεκάδα έχεις ήδη κατανοήσει τον ορισμό της απόστασης μα αρνείσαι να παραδεχτείς πως το αποψινό βράδυ δεν θα είναι μια ακόμη αφετηρία.

04 08 19 30 33

Ο συνεκτικός κρίκος κάθε στιγμής είναι η αδυναμία να επικοινωνήσεις την κάθε αυτή στιγμή με το παρόν. Τουλάχιστον έτσι γλυτώνεις μια διαδικασία επανανοηματοδότησης που μονάχα στην επανάληψη της αποτυχίας της κατορθώνει να συλλάβει το αδιανόητο του εγχειρήματός της. Καθώς προχωράς γνωρίζεις καλύτερα πως ένα λάθος λιγότερο θα αποτελέσει τον περίσσιο χώρο της επικείμενης ελεύθερης πτώσης.

Αυτή η αίσθηση δεν δικαιούται κάποιο
σκοτεινό δωμάτιο με ένα παράθυρο
στο βροχερό απόγευμα κι ένα
αργόσυρτο μπάσο κάτω απ’
την φωνή της καθώς σου
ψιθυρίζει πως σύντομα
αυτή η αίσθηση θα
ανήκει σε κάποιον
ή κάτι άλλο
από τον καθένα
μας.