akineton

Γαλήνη, Γαλήνη,
είσαι ένα φυτό
με κομμένα τα καλώδια
γι’ αυτό ποτέ κανείς δεν θα σε καταλάβει
κι όλοι θα σε ονομάζουν επιστροφή.

Γαλήνη, Γαλήνη
πόσο ακριβή η στυφή σου γλώσσα
με μαθαίνει τα επίπεδα
και τα χρώματα απ’ την αρχή.

Γαλήνη, τα περιστέρια γιατί δεν πετάν εδώ;
Οι μοτοσικλετιστές θα πατήσουν ποτέ το πόδι τους κάτω;

Γαλήνη, είσαι πράγματι ο γύψος που μου υποσχέθηκες.

Γαλήνη, δεν μπορώ να σου κρατήσω μυστικά.
Μονάχα εύχομαι έστω κι ένα
κομματάκι της σκιάς μου να επιβιώσει.
Ελπίζω πολλά σε αυτό τώρα που έγινα αγέρωχος.

Η καημένη η αγάπη μου
πείστηκε πως θα ‘μαι πια εγώ αυτός.

Advertisements

ατυχίες νο. 3

Ο χρόνος είναι
Το savoir vivre της
Ανημποριάς

Crash online!
Μήτε τοίνυν ταῦτα φοβοῦ καὶ γὰρ οὐδὲ πολὺ τἀργύριόν
ἐστιν ὃ θέλουσι λαβόντες τινὲς σῶσαί σε καὶ ἐξαγαγεῖν ἐνθένδε.

Επιστροφή σημαίνει πάντα ευκολότερος ορίζοντας.

Οι βάρκες είναι μια καλή ετυμολογία της λέξης πατρίδα.

Ο θεός μόνο ξέρει πως να μην γνωρίζει.

Πολύχρωμοι δισεκατομμυριούχοι
Μαύροι αλήτες
Κάθε σώμα διάφανο

Μάθημα πρώτο μιας σωστής απόδρασης.
Σιωπή.

Μάθημα δεύτερο μιας σωστής ανταρσίας.
Σιωπή.

Ο δρόμος για την κρεβατοκάμαρά μου περνά από την δική σου.
Την επόμενη φορά ας συστηθούμε.

Μόλις ενενήντα λέξεις για τόσες προσευχές.

Αν εκφέρεις καλά ένα φωνήεν έχεις ήδη κατακτήσει την ιστορία του ανθρώπου.

Επίπεδη η γη για όσους παραμένουν άφοβοι.

Υπενθύμιση: Στο επόμενο γαμήσι να μας φανταστώ σε χίλια χρόνια από τώρα.

Κάθε που μας κοιτώ

Κάθε που μας κοιτώ
Κατανοώ
Πως το μαχαίρι στα πλευρά
Είναι ένας σχετικά καλός τρόπος
Να πεις σ’ αγαπώ
Χωρίς υπεκφυγές κι υπονοούμενα
Κι άλλες παρόμοιες σαχλαμάρες
Μα είμαστε ακόμα μωράκι μου
Πολύ ντροπαλοί για κάτι τέτοιο

Αυτολύπηση

Αφού κλέψαν τη σκέψη των επιστημόνων
και δεν λύσαν το πρόβλημα
κι αφού κλέψαν τα χέρια των εργατών
και δεν χτίσαν τον δρόμο
κι αφού κλέψαν το φιλί των εραστών
και δεν αγαπηθήκαν
κι αφού κλέψαν το γάλα των παιδιών
και δεν χορτάσανε
αναγκάστηκαν οι καημένοι να αναθεωρήσουν
την ιδιότητα του ποιητή.

Isolation

Όλοι μιλούσαν σωστά εκείνο το βράδυ παρόλο που κανείς δεν ήξερε τι έλεγε.
Οι συγκινήσεις περιδιάβαιναν τους οφθαλμούς μας κι οι χαρές συντρέχαν τα ποτήρια μας.
Όλοι ήταν υπέρμετρα ικανοποιημένοι τόσο ατομικά όσο και συλλογικά
και κανείς δεν διανοήθηκε ούτε στιγμή να αρπάξει το μαχαίρι
και να μας γαμήσει τον αδόξαστο.

Είπαμε συμφωνώ πως μήτε θεριό μήτε θεός θα γίνω
αλλά τουλάχιστον ας συμφωνήσετε και σεις
πως άνθρωπος δεν είναι κανείς μας.

Όταν ακούω ανθρώπους να συγκινούνται από την ποίηση
τους προτείνω να αγοράσουν τηλεόραση.

Ευτυχώς οι φίλοι μου δεν με εκτιμάν ιδιαίτερα.
Τουλάχιστον έτσι γλιτώνω την ψυχοθεραπεία.

Δύσκολο στις μέρες μας να βρεις ένα καλό χιουμορίστα.
Όλοι προτιμούν να το παίζουν γκόμενοι.
Ή κατά ένα εξόφθαλμο τρόπο υγιείς.

Συγχωρέσετε μου, τούτη την αποδοκιμαστική διάθεση.
Αν δεν θέλετε ονομάζομαι George Bush.

Ποίημα είναι αυτό που εκμυστηρεύεσαι σε μια γυναίκα που αγαπάς
ενόσω αυτή βάφει τα νύχια της.

Ποίημα είναι αυτό που δεν θα εκμυστηρευτείς ποτέ στο φίλο σου
γιατί θα σε πείσει ότι δεν ισχύει.

Πριν χρόνια ο Μιχάλης μου είχε πει να μην προσπαθώ να είμαι αγαπητός.
Από τότε όλοι μοιάζουν να το έχουν καταφέρει εκτός από μένα.

Φίλος είναι οι χιλιάδες συμβουλές που δεν έδωσες στον εαυτό σου.

Ποίημα είναι ένα μάτσο ακατάληπτες εκφράσεις που σου έδωσαν να καταλάβεις
γιατί προτίμησες αυτές από ένα ποτό στο Καλντερίμι.

Ποίημα είναι ένα μάτσο αοριστίες που σε έκαναν να πιστέψεις πως δεν είσαι μόνος.

Όπως λέει κι ο φίλτατος Αντώνης στην σύγχρονη ποίηση έχει πάει η μαλακία σύννεφο.
Με ή χωρίς παντελόνια.

Πέρασαν τρεις ιδεολόγοι από το παζάρι.
Ο ένας αγόρασε ανθρωπισμό.
Ο άλλος αγόρασε όσο ανθρωπισμό είχε μείνει από τον πρώτο.
Ο τρίτος αναγκαστικά αγόρασε ένα μαστίγιο.

Αν θέλετε να γλιτώσετε από τον εαυτό σας βρείτε ανθρώπους να σας αγαπούν.

η κρεμάλα

Οι λέξεις όλο και περισσότερο λέξεις γίνονται. Απόρθητες, τόσο στη γλώσσα όσο και στην καρδιά.

Μια επισήμανση του τέλους των πραγμάτων. Μια ανυπόστατη κραυγή. Μια πατροκτονία.

Οι λέξεις αντιμάχονται τη χαρά μου, μα και τη λύπη μου. Δεν εφησυχάζονται ποτέ.

Ακόμη κι η λήθη οικοδομείται πάνω στις λέξεις.

Υπάρχουν πριν από μένα κι ύστερα κι αν τώρα μόλις κατορθώσω να είμαι κάτι, οτιδήποτε, αυτό θα είναι πρωτίστως δικιά τους κατάκτηση.

Κάθε λέξη παραπέμπει το νου σε μια άλλη. Η πρωτοκαθεδρία του νου έχει τελειώσει, ανεπιστρεπτί. Ο νους πλέον εγκαθιδρύεται στη λέξη. Δίχως αυτήν η νόηση δεν ορίζεται ως τέτοια. Δεν νοείται διάψευση σε αυτό.

Όσο κι αν προσπαθώ για κείνη την άλεκτη σκέψη που θα αναγεννήσει τον κόσμο, ανεξάρτητο κι ελεύθερο από τα δεσμά του λόγου, πάντα σκοντάφτω στον απόηχο ενός άδηλου φωνήεντος και συντρίβομαι, ευθύς, στην αγκάλη ανεξιχνίαστων εκφράσεων κι αγαπημένων ονομάτων.

 

άπελπις ονειροπομπός

Γράμματα που κρύβονται μέσα στη λέξη
ως και λέξεις ολάκερες
μα πάντοτε το όνομα σου,
μια απειλή που άργησε πολύ
να αγαπηθεί και να ριζώσει,
απανωτές έξοδοι
στην ίδια ξανά ιστορία,

ενός άλλου                 .

Για κάθε ποίημα που γράφεται
ένα άλλο ποίημα παραμένει άγραφο.
Με λίγη προσπάθεια
αυτό θεωρείται ποίημα.
Είναι, καλώς η κακώς, ένα ποίημα
που αποτρέπει την σύλληψη
ενός άλλου ποιήματος.

8 και 05

Η ώρα είναι 7 και 20.
Αν αποφασίσω να γράψω κάτι
Θα χρειαστώ ίσως μια καλή ιδέα
Ή έστω ένα γερό συναίσθημα
Ή ακόμη θα μπορούσα να βρω δυο τρεις έξυπνες λέξεις
Και να τις ζαλίσω μέχρι να λιποθυμήσουν
Ή απλά να αποφασίσω πως σήμερα δεν έχω τίποτε να πω
Για όλα αυτά που συμβαίνουν
Ακόμη κι αυτή τη στιγμή ( 7 και 39 )
Και που ίσως αξίζει να μνημονεύσω
Για πολλοστή φορά
Όπως συνηθίζεται να κάνει κάποιος που γράφει
Ή κάποιος που θέλει κάτι να πει
Ακριβώς όπως συνηθίζεται πια
Μα θα αρκεστώ στο ότι πήγε 7 και 44
Με τη νύχτα να έχει έρθει
Και την ελπίδα πως αύριο θα υπάρξει αυτό
Που δεν θα αναβάλλεται
Που θα πρέπει να ειπωθεί
Και που θα καταφέρω να πω
Κι εσύ να το διαβάσεις
Και να πεις η ώρα είναι 7 και 51
Κι αυτό έχει μια ιδιαίτερη σημασία
Ή ακόμη και το ακριβώς αντίθετο.
Η ώρα είναι 7 και 59.

—-

Μα πόσο ανώφελη και κοπιαστική η λέξη αυτή
στης μοναξιάς μας το απαύγασμα.
Κι όμως σε αυτήν πάλι προστρέχω
ως προς την ταυτοποίηση κι αυτού του απογεύματος
σε κάθε δωμάτιο
που ίσως βρίσκομαι
σε κάθε πόλη.
Δίχως την παραμικρή ελπίδα
να στην πω, βεβαίως.
Δίχως καμιά ελπίδα
να την πεις κι εσύ.

αααργκ

Απεγνωσμένος από την χρόνια κομψευόμενη βραδυφλεγία του προετοίμασε την επόμενη λέξη με όση αλήθεια του είχε απομείνει. Μετά από 37 έτη ανούσιας παρουσίας και προσφοράς είχε πλέον κριθεί από καινοφανείς ιδέες ως στάσιμος και δουλικός. Εθελοτυφλία ή σκοπιμότητα άραγε; Σε μια εποχή που οτιδήποτε λέγεται για χιλιοστή φορά αξίζει να ακουστεί ξανά και ξανά, το τίποτα αποτελεί τη μόνη γνώριμη, οικεία και αγαπημένη φωνή. Οπότε δεν του απέμενε παρά να απαρνηθεί κάθε φραστική διάρθρωση, λογική συνέπεια και τεχνική επεξεργασία και να επιχειρήσει να αποδώσει την ακέραια κι αυθεντική έκφρασή του ως τη μοναδική και ουσιώδης αιτιότητα του λόγου του. Άδειασε ένα ποτήρι νερό στη γλάστρα με τα κυκλάμινα και πήδηξε ουρλιάζοντας στο κενό………………….

                               .

                               .

κόβω


δεν είναι που υπάρχεις εσύ
μα είναι ο ήλιος ένα
κάπως έτσι βαρετό πράμα
κι ακριβοπληρωμένο
όμως δεν είναι που υπάρχεις εσύ
δεν είναι, προφανώς, που υπάρχω και γω


 

ούτε μια λέξη


Χτες το βράδυ μέσα στο όνειρο
έπεσε στα χέρια μου
ένα ποίημα του Ρεμπώ.
Τέσσερις στίχοι θα ΄ταν όλοι κι όλοι
γραμμένοι με μαύρο στυλό
σ’ ένα φύλλο χαρτί.
Μόλις έπιασα να το διαβάσω
μια απύθμενη κραυγή
με πέταξε πάνω.
Ο τρόμος μου ξύπνησε κι εσένα.
Αγκαλιαστήκαμε ασθμαίνοντας
φιληθήκαμε αχνά
και κλείσαμε βαριά πάλι τα μάτια
χωρίς ούτε μια λέξη.


 

Αναπλήρωση


Δεν γνωρίζω άλφα μήτε βήτα.
Ένα παιδί παρατηρώ να έρχεται και να φεύγει.
Μαζί του έχω την εντύπωση πως και γω κινούμαι.
Αυτό κάποιες φορές με κάνει χαρούμενο.

Δεν γνωρίζω τον ακριβή αριθμό της δικαιοσύνης.
Ξέρω πως κάποιοι δεν θα χωρέσουν ποτέ.
Μαζί τους έχω την εντύπωση πως και γω διαλύομαι.
Αυτό πάντα με κάνει να λυπάμαι.

Δεν γνωρίζω τον τρόπο για να διαρκέσει η μέρα.
Ή η νύχτα.
Αυτή είναι η μόνη μου ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.

Δεν γνωρίζω ούτε αυτό το ποίημα τι σημασία έχει,
σε ένα κόσμο που ψάχνει συνεχώς τη σημασία του.


 

σχόλιο για την ακόμη μέρα


Πλούσιο ανώφελο ανίκανο καυτό άγουρο αχρείο.
Υπομονετικό επισφαλές σεσημασμένο ανεπιτυχές μικρό ατελές.
Τρύπιο κρύο άγνωστο απέραντο τελεσίδικο αβέβαιο.
Σμιλεμένο κακό ασήμαντο τρομακτικό άγριο.
Υπέροχο πρωταρχικό επίμονο ανεκτικό σωστό καημένο.



Οι επιθυμίες κοινοτοπούν στο πέρασμα του χρόνου, που πιότερο γίνεσαι εσύ, όλοι οι άλλοι, μηδενός εξαιρουμένου, αγωνιώντας να ορίσεις εκείνο το μικρό, αδιόρατο κομμάτι, να το ονομάσεις εγώ, την ευκαιρία να πείσεις και να πειστείς πως ο χρόνος διαιρείται στο κορμί σου, στα μάτια σου οι αιώνες, στα χείλια σου οι στιγμές, καθώς μια οποιαδήποτε ηθική σε διατηρεί ανέπαφο, μα έστω κι έτσι αυτό είναι μία ζωή, μια συμφωνημένη αισθητική διεργασία, η προσφιλέστερη σήψη, η αποστροφή του μέλλοντος προς χάρη της αρμονίας, η αίσθηση του δικαίου σε ένα κατακρεουργημένο σώμα, η αφαλάτωση των ονείρων, η επιστράτευση γαλήνιων μετασχηματισμών της αλήθειας, η όλα και τίποτα κοστολόγηση των ενστίκτων, ένα αμφιλεγόμενο ψίχουλο στην άκρη του τραπεζιού, περιμένει την έλευση των αγώνων, τη βία σαν ηδονή, τη βία σαν το επιστέγασμα του βίου, την έξοδο κινδύνου, την επιστροφή στο προϋπάρχον δέος, στις ανομολόγητες επιφάνειες του κόσμου, στις κατακρημνισμένες κορυφές του θείου, στην παντοτινή έλλειψη.


κρκκκνα


Μια γλώσσα νέα θε’ να βρω
ξανά μήπως και ζήσω.
Όσο η χαρά είναι χαρά
κι όσο η λύπη λύπη
τόσο εγώ να χαίρομαι
και τόσο να λυπάμαι.
Το σώμα μου να μη μετρώ
πιο τυχερός να γίνω.
Ίσως ακόμη γεννηθώ
σε κάποιο άλλο αστέρι.


 

Γνωρίζεις την αρχή κι αυτού του ποιήματος


ακριβώς όπως στα άλλα τόσα ποιήματα
όταν ξεκινά και μακραίνει ο λόγος
και γίνεται ένας σωρόςαπόάχρησταγράμματα
που δεν μπορούν παρά να σημάνουν
την αδιαθεσία σου στις λέξεις
την αδιαφορία σου στο νόημα
αφού γνωρίζεις πια πως τίποτα δεν σώνεται
εδώ άλλος τρόπος να κλείνεις τα μάτια είναι
άλλος τρόπος να αποφεύγεις τον χρόνο είναι
να ονοματίζεις τη ζωή οτιδήποτε άλλο
από ότι πάντα νιώθεις πριν
το ταξίδι θεωρηθεί η επιστροφή
στο τέλος κι αυτού του ποιήματος
που δεν κατάφερε να γίνει τίποτα
περισσότερο από ότι κι οι δύο ελπίζαμε
στο 5% της χρήσης αυτού του χώρου.


 

Άτιτλο και σήμερα


Παρόλο που τα μάτια κλείσανε και τα χέρια άπλωσαν
δεν βρέθηκε τίποτα από αυτό που προσδοκούσα.
Αντ’ αυτού η μητέρα συνέχισε να κλαίει
ο καιρός λυσσάει
και τα πράγματα στέκονται απαράλλαχτα.
Δεν υπάρχει ελπίδα καμιά για τον ποιητή και σήμερα.


 

Εδώ


Αν γράφω για να αγαπήσω εσένα, εκείνη κι εκείνον
ίσως τα κατάφερα. Δεν είστε πια παρά μια λέξη
μια οποιαδήποτε λέξη δίπλα σε μία άλλη
εξίσου σημαντική, εξίσου αναγκαία
εξίσου μοιρασμένη στο ποίημα
που κοπιάζει να συνθέσει
όλο αγωνία και μέθη
την αληθινή ζωή
όταν κανείς
δεν είναι
πλέον
εδώ.


 

δημιουργία


Πάντα βαθιά η πνοή
Πάντα ερημωμένη η σφαίρα
Πάντα γνωστή η λύση
Πάντα να την λοξοκοιτάς
Πάντα να υποψιάζεσαι πως είσαι πάντα εδώ
Πάντα να επιμένεις να βρίσκεσαι εδώ
Πάντα να απορείς αν για
Πάντα θα συμβαίνει αυτό κι αν για
Πάντα θα το αγαπάς


 

κελί δίχως όρια


Υπάρχει πάντα ένα μερίδιο της αλήθειας που πρέπει να είναι ψέμα.
Αλλιώς, πόσο ανώφελο θα ήταν να προσδοκούμε τη ζωή.
Πρόσφερε στον εαυτό σου την αφαίρεση του λόγου
ένα τοπίο δίχως τόπο
ένα όνειρο δίχως ύπνο
την κλοπή της σκέψης από τα ακροδάχτυλά σου
ένα λάθος υπέροχο
ικανό να γλιτώσει τον κόσμο από τη σημασία του.
Σκύψε προσεκτικά στον ουρανό και
ξερίζωσε κάθε κατεύθυνση, κάθε πορεία
κάθε ευκαιρία για ανασύνταξη.
Μίλα ολομόναχος με τον καθένα
ωσότου όλοι μας χριστούμε κανείς.


 

άτιτλο


Αν ήμουν η πρώτη ανάμνηση του χρόνου
ίσως εσύ είσαι η τελευταία.
Εξάλλου, την αγάπη, το μίσος και το φως
μπορείς μονάχα να φανταστείς
πως υπήρξαν
και πως ίσως ξαναυπάρξουν.
Ακριβώς όπως εμείς και το άπειρο.
Από ένα σημείο κι έπειτα όλα είναι ίδια.
Ακριβώς όπως εμείς και το άπειρο.
Μια ενδελεχής πρόσπτωση στο ασήμαντο.
Μια ανάστροφη φθορά της όψης.
Ακριβώς όπως εμείς και το άπειρο.


 

ο χρόνος;


Ο χρόνος οργανώθηκε για να μας αφανίσει.
Ο χρόνος με έστεψε βασιλιά αυτού του κόσμου.
Ο χρόνος γέννησε τους Θεούς για να τον προστατεύουν.
Ο χρόνος είναι μεγαλομανής και εγωμανής.
Ο χρόνος είναι η φωλιά του κούκου.
Ο χρόνος είναι η προμετωπίδα κάθε λέξης.
Ο χρόνος είναι ο Υιός του Ανθρώπου.
Ο χρόνος είναι μια ανίερη εστίαση του Κόσμου.
Ο χρόνος επιβουλεύεται τον χώρο.
Ο χρόνος μετουσιώνεται σε χρόνο.
Ο χρόνος βαθαίνει τα χρώματα.
Ο χρόνος θέτει σε λειτουργία τα χρώματα.
Ο χρόνος είναι ο κακός πατριός μας.
Ο χρόνος επιβραβεύεται με θάνατο.
Ο χρόνος είναι ο θηριοδαμαστής του μέτρου.
Ο χρόνος είναι ανέραστος.
Ο χρόνος κατακτά το άγνωστο.
Ο χρόνος δεν διαμαρτύρεται ποτέ.
Ο χρόνος βράζει και χύνεται.
Ο χρόνος μισεί ότι είναι.
Ο χρόνος μισεί ότι έγινε και θα γίνει.
Ο χρόνος αγαπά την λήθη και το τίποτα.
Ο χρόνος είναι το έμφυτο ελάττωμά μας.
Ο χρόνος δεν γιατρεύεται αλλά πενθείται.
Ο χρόνος είναι όλη η κόλαση σε ένα παράδεισο.
Ο χρόνος απαγορεύεται στους μη έχοντες ψυχή.
Ο χρόνος λατρεύεται καθ’ ομοίωσίν.
Ο χρόνος είναι η σαγήνη των διαστάσεων.
Ο χρόνος πάσχει απ’ τον καθένα μας.
Ο χρόνος παραδόθηκε στους θεούς από εμένα.
Ο χρόνος είσαι εσύ όταν είσαι εγώ.
Ο χρόνος αρκείται σε κάθε στιγμή.
Ο χρόνος διατίθεται να πάψει να υπάρχει.
Ο χρόνος είναι αυτές οι προτάσεις.
Ο χρόνος είναι κάθε πρόταση.


 

υπάρχουν εκατομμύρια λέξεις


Ευτυχώς, υπάρχουν εκατομμύρια λέξεις
να σε γλιτώσουν από ότι θες να πεις
σε κανέναν τους
ειδικά όταν όλοι τους ακούνε
με μάτια, με χέρια, με πόδια
χωρίς να γνωρίζουν
τη φωνή σου
ή το πως μοιάζεις στις 6:00 π.μ.
ή το σημείο απ’ όπου ποτέ δεν έφυγες
όταν κι ο τελευταίος άνθρωπος
αποχώρησε
αναζητώντας σε.


 

Λίγες ώρες πάντα


Η Κυριακή δεν μιλάει πολύ.
Όλο το πρωί κάθεται ήσυχα δίπλα σε μια γυναίκα
πίνοντας καφέ και καπνίζοντας.
Η γυναίκα συγυρίζει και μαγειρεύει. Μια δυο
κουβέντες όλες κι όλες για τις υποχρεώσεις του νοικοκυριού.
Μετά το μεσημεριανό η γυναίκα φεύγει.
Η Κυριακή πίνει έναν ακόμη καφέ.
Έπειτα όλα παραμένουν αδιάφορα, βουβά
και σκοτισμένα. Που και που αναρωτιέται
αν έχει ξεχάσει κάτι να κάνει. Ποτέ δεν βρίσκει κάτι.
Λίγες ώρες πάντα μέχρι το βράδυ και πέφτει να κοιμηθεί.


 


Now and then
I use to stand in front of the sun
for the secrets to depart.
It is awkward not ever being anyone
there to witness
how close I can come
to nearly love you.
So, maybe there isn’t a way
for someone to be
the person he intends.
Maybe it’s the way things are.
Broken and hostile.
Separate from each other.
Knowing only how to perish.


τυχερή μέρα


Τυχερή μέρα,
με ένα πόνο στο στήθος, ένα άλφα
με τίποτα που μπορεί να διακριθεί, ένα σίγμα
με μια μικρή δόνηση, ένα κάπα
με σένα χιλιόμετρα μακριά, ένα ταφ
με μένα να ακροβατώ στο χείλος του μπουκαλιού, ένα άλφα ακόμα
κι ωμέγα και πι κι ωμέγα και πι κι ωμέγα και πι,
μια μέρα τυχερή.


 

Το καθήκον


Επανειλημμένως έγραφε
αυτά που δεν ήθελε,
αυτά που μήτε πίστευε, μήτε αισθανόταν.
Έφτιαχνε ποιήματα και κείμενα,
για αρκετούς σπουδαία.
Ελάχιστοι, ίσως, κατάλαβαν
πως πάσχιζε να προφυλάξει
φίλους, κοινό και κριτικούς
από αυτό που όλοι τους ποθούσαν.
Ήταν τίμια μα σκληρή δουλειά.


 

Κανείς


Αν εντέλει αποδεχτούμε πως κανείς μας δεν ξέρει να μιλά ας συμφωνήσουμε επιπλέον πως η μετάφραση των λεγόμενών μας απαιτεί τουλάχιστον την παραδοχή πως αυτή θα είναι πάντα ελλιπής. Ιδιαιτέρως όταν πρόκειται για την μετάφραση κάποιου στον ίδιο του τον εαυτό.

                                                        ////////////////——–////////////////

Υπάρχει ένα σημείο στο οποίο οι λέξεις χάνουν κάθε τους σημασία. Από καθαρή ειρωνεία η άφιξη στο σημείο αυτό διέρχεται μέσω μιας τελευταίας λέξης. Πολλοί ισχυρίζονται πως ξέρουν ποια είναι η λέξη αυτή. Κανείς τους δεν τολμώ να πιστέψω πως μπορεί να την πει.


Μπερπ


Από τα εκατομμύρια μότο της πόλης
Διάλεξα ένα στην τύχη
Και το ‘στερψα εναντίον σου
Με όση αγάπη σου ‘χα
Κι όσο φόβο μπορούσα να υπομείνω
Μα εσύ συνέχισες να με κοιτάς
Βουβός κι απύθμενος
Λες κι είχαμε συμφωνήσει από κοινού
Πως θα ζήσουμε για πάντα.
Δεν υπήρχε λόγος για περαιτέρω περιστροφές.
Μονάχα δίψα.
Δίψα, γαμημένη, δίψα.


 

Πανηγυρικός


Σε αντίθεση με τους περισσότερους, απόψε ήπια μπύρες απ’ τα Lidl με κάτι αποτελειωμένους και κατά κύριο λόγω μισητούς ανθρώπους, κυρίως μόνος, μην έχοντας τίποτα να πούμε ο ένας στον άλλον κι ακόμη κι όταν τύχαινε να ανοίξουμε το στόμα μας απλά να χασμουριόμαστε, αποδεικνύοντας περίτρανα την απέχθεια που τρέφουμε αναμεταξύ μας, ακούγοντας έναν εξίσου βαριεστημένο ραδιοσταθμό, του οποίου αγνοώ την συχνότητα κι οποίος έπαιζε κατ’ επανάληψη πανηγυριώτικα σουξέ, αδιαφορώντας για το αν ο διπλανός έχει όνομα και αν αυτό σημαίνει κάτι, ελπίζοντας σε μια γενικευμένη σύρραξη η οποία θα μας λύτρωνε από αυτή την απάθεια, με λίγο σάλιο στην άκρη των χειλιών μας και μια υγρασία ανώφελη στα σκέλια μας, μηρυκάζοντας φωνήεντα και στραπατσάροντας σύμφωνα, εκκωφαντικά βουβοί, απρόσμενα τελεσίδικοι στην ήττα που διαχειριζόμασταν, επιμελέστατα οφείλω να τονίσω, κρύβοντας συχνά τα πρόσωπα μας κάτω απ’ την παλάμη μας κι ανοίγοντας τα δάχτυλα για να επιβεβαιώσουμε την αδικία, που συντελούνταν από μέρους μας, εκ μέρους, καμία υποτυπώδης συνάφεια, καμία έκφραση, κανένα σοφό τσιτάτο, κανένα προσδόκιμο, υπερμεγέθης μηδενικό, περίτρανο μηδενικό, ούτε ένας από μας δεν θα διεκδικήσει ένα κομματάκι της ιστορίας, οποιασδήποτε ιστορίας, η αφήγηση συνεχίζει πανομοιότυπα, χωρίς άρθρωση, χωρίς νόημα, χωρίς πρόσωπο, χωρίς ψυχή, χωρίς διέξοδο. Κανένας δεν γλιτώνει της θέασης του εαυτού του. Κάποιοι από εμάς δεν νιώθουμε την παραμικρή ενοχή γι’ αυτό.


ατυχίες νο. 2


Η φαντασία είναι νόθο τέκνο της αθανασίας.

Η αθανασία δεν έχει πρόσωπο κι όμως φιλάει υπέροχα.

Το φιλί διέρχεται πάντα μέσω του αέρα.

Ο αέρας δεν σημαίνει τίποτα σε όσους δεν το έχουν ανάγκη να σημαίνει κάτι.

Η ανάγκη επιβεβαιώνει τη φύση μας.

Η φύση μας δεν επιδέχεται βελτιώσεις αλλά περισσότερες παρακαταθήκες.

Η παρακαταθήκη είναι το ίδιο το μέσο.

Το μέσο επιβολής κάθε εξουσίας είναι η επιβολή στο μέσο.

Μέσα στο χρόνο υπάρχει πολύς περισσότερος χρόνος.

Ο χρόνος μας εγκαθιδρύει ως είδος.

Το είδος μας ανήκει ήδη στην χειρότερη ανάμνηση του πλανήτη.

Ο πλανήτης μας πλανήθηκε για χάρη ενός χαμόγελου.

Ένα χαμόγελο ισοπέδωσε τους Θεούς.

Οι θεοί αδημονούν την λήθη μας.

Η λήθη τέχνες κατεργάζεται.

Το κάτεργο του σοφού η ελευθερία του ανόητου.

Ο ανόητος δεν επιδέχεται συμβουλές μα δύναται να συμβουλέψει.

Η συμβουλή είναι ένας φίλος που μπορεί να σε προδώσει.

Ο φίλος δεν αγωνιά για την ακεραιότητά σου.

Ο φίλος δεν αποτιμά την ακεραιότητά σου.

Ο φίλος επιθυμεί ένα μερίδιο της ακεραιότητάς σου.

Ο φίλος σου είμαι εγώ όταν όλοι στέκουν απέναντί σου.

Ο φίλος μου είσαι εσύ όταν η νύχτα πέφτει.


 

ξέρουν λόγια


Ξέρουν λόγια
που όταν τα ακούσεις
γίνεσαι θεός.

Μία αίσθηση
πάντα μια αίσθηση
να αισθάνεσαι.

Από χρόνια
ποτέ σου δεν έλειψες
αυτή τη στιγμή.

Ήρεμος τόπος
ξέρει να ξεκρεμάει
σημαίες νεκρές.

Πικρός ο πόνος
εκείνης της αγάπης
και μιας άλλης.

Μάρτυς ο φόβος
όλων όσων πεθυμώ
χωρίς εσένα.

Αστέρι πικρό
μικρή η συμβουλή σου
στο φεγγαρόφως.

Ότι έμαθα
ποτέ μου δεν ξέχασα
να λησμονήσω.

Πέντε αλήθειες
είναι πιο δύσχρηστες
από ένα ψέμα.


 

Αγαπήστε αυτή την ανάρτηση στο όνομα της δικαιοσύνης


Δυστυχώς, ( θα έπρεπε ήδη να έχω οπισθοχωρήσει ) είναι πολύ πιο εύκολο να σβήσεις αυτό που δεν έγραψες ποτέ, παρά εκείνο που κατάφερες να αγαπήσεις. Ακριβώς, όπως η απουσία ήχου δεν θα γλιτώσει αυτή την συντέλεια ή ακόμη και την αηδία που οφείλει να προκύψει. Ακριβώς, γιατί σε τι θα αποσκοπούσα αν όχι στην αντανάκλαση της δικής σου σημασίας ως το επιστέγασμα της δικής μου ονειροβασίας εις τους πεπτώτοκους ουρανούς. Ναι! Μα και φυσικά ήταν μια δύσκολη μέρα, με απόνερους λογισμούς κι ασύλληπτες διαλείψεις. Μονάχα η λέξη εκείνη, που από την φτέρνα ξεκαρφώθηκε, δικαιολογεί τον αποτροπιασμό αυτού του κλαυσίγελου. Ένα χιόνι, μονάχο κι ασυναίσθητο, εν τέλει κατακρεουργημένο. Μια σκιά που σφυρίζει την έφοδο του ταξιδιού της. Κατακλύζει ο φθόνος την εκπαίδευση της ανυπαρξίας. Το μερτικό μου παράταιρό μου.


Σύνταξη


Δεν πιστεύεις στις αφηγήσεις οποιασδήποτε λέξης.
Η ιστορία έχει ήδη υπάρξει. Κι όμως εξακολουθεί
να συμβαίνει. Είναι, πράγματι, πολύ πιο όμορφη η ζωή
απ’ ότι λέξεις θα αφηγούνταν. Συνεχίζεις να γράφεις
μόνο και μόνο για να καταλαγιάζει η μοναξιά μας.
Συνεχίζεις να γράφεις δίχως την παραμικρή υποψία
πως υπάρχει κάτι να πεις. Συνεχίζεις να γράφεις
ακριβώς επειδή έτσι ίσως καταστρέψεις τη γλώσσα.
Αν υπάρχει μια ελπίδα δεν πρέπει με κανέναν τρόπο
να συνταχθεί. Προσπάθησε, σε παρακαλώ, να μην
εκφράσεις οτιδήποτε θα μας την μαρτυρούσε.


 

Η νεκρή μου στάση

 


Πέθανα όταν ήμουν μόλις 9 χρονών. Μου το ανακοίνωσαν οι συμμαθητές μου κατά την διάρκεια ενός σχολικού περιπάτου. Με δέος μου περιέγραψαν το πτώμα μου, τα χαρακτηριστά του και τον ιδιαίτερο τρόπο που κείτονταν. Ήταν, σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, γερμένο μπρούμυτα και το αριστερό του πόδι ήταν ελαφρά διπλωμένο πίσω από το δεξί. Αν και δεν γνώριζαν ότι πρόκειται για μένα εγώ δεν χρειαζόμουν περαιτέρω αποδείξεις. Η άβολη αυτή στάση θανάτου με υποψιάζει πως πιθανώς να δολοφονήθηκα. Ακόμα διστάζω να προχωρήσω μες στο δασύλλιο που διαδραματίστηκε η αποκάλυψη του τέλους μου και να αντικρίσω το νεκρό μου σώμα, αν και νομίζω πως το μέρος μπαζώθηκε εδώ και χρόνια, χωρίς βέβαια αυτό να είναι μείζονος σημασίας. Από τότε πολλά είναι τα βράδια που καθώς ξαπλώνω φέρνοντας το ένα μου πόδι πίσω από το άλλο στοχάζομαι μήπως αυτή είναι η στιγμή που πεθαίνω. Μέχρι στιγμής δεν το έχω εξακριβώσει για κάποιο συγκεκριμένο βράδυ. Συνεχίζω, αδιαλείπτως, να το ψάχνω.


τώρα


Η αλήθεια είναι μίμηση του εαυτού.
Το απεχθές όριο του κόσμου.
Η ανελέητη σωτηρία της πρώτης θλίξης.
Η διαρκώς ετοιμόρροπη πύλη των αισθήσεων.
Η φθονερή εποπτεία του λόγου.
Η αλήθεια είναι τα πάντα.
Τίποτα δεν επιτρέπεται.


 

Πρωινή διερώτηση


Εξαρχής, υπάρχουν οι ιδέες κι οι αισθήσεις που ευνοούν την αντίληψη της δημιουργίας ως τέτοιας. Θα ήταν άφρων εκ μέρους μου να πω πως ποτέ δεν συμμετείχα σε τέτοιου είδους δοσοληψίες με την πεποίθηση πως έτσι θα κατορθώσω να συμπεριληφθώ και να συμπεριλάβω τον μακρύ κατάλογο των αδιαμφισβήτητων οντοτήτων που η πρακτική αυτή γεννά και εγκαθιδρύει. Μα κάποτε, είτε από ατυχία ή απαράμιλλο φθόνο, απέσυρα το βλέμμα μου από την βασιλεύουσα τάξη κι αναγκάστηκα να αυτονοηθώ συνηγορώντας τα άδηλα, ανεξιχνίαστα κομμάτια μιας εικόνας που παραμένει εσαεί άγνωστη, τόσο σε μένα όσο και σε οποιονδήποτε άλλο. Δίχως αρχικές επιδιώξεις και μονάχα με την δικαίωση που η περιπέτεια επιβάλλει, εν συντομία, αποσπάστηκα από τον σωφρονισμό των αδιάρρηκτων αναγνώσεων κι ισοσκελίστηκα στο πάνδημο σύμπαν κάθε φωνής που δύναται να συμβεί ή συνέβη ανεπίδεκτα, πέραν των λογισμών του μικρού μου αδιόρατου σώματος. Από μια τέτοια θέση, μια τέτοια στιγμή σου εξιστορώ το ακρότατο στερέωμα ενός ήρωα που έλειπε διαπαντός από τα κατορθώματά του, χάριν ευδαιμονίας όπως συνήθιζε να λέει. Κάλλιστα ο ήρωας αυτός θα μπορούσε να ήσουν εσύ, μα ούτως ή άλλως αυτό μας είναι παντελώς αδιάφορο.


 

 

Η ποίηση δεν θα σώσει παρά μονάχα τον εαυτό της


Μην περιμένεις να τελειώσει το ποίημα
για να δικαιωθεί ο κόσμος.
Μην περιμένεις για τον στίχο
που θα ανασύρει τον ήλιο.
Μην περιμένεις για την λέξη
που θα σε επαναφέρει.
Μην περιμένεις να ξεκινήσει το ποίημα
για να δικαιωθεί ο κόσμος.
Η ποίηση απώλεσε, πια, τέτοιου είδους δικαιοδοσίες.
Δυστυχώς, προς όφελός της.
( Ο _ Ο κόσμος εξάλλου έχει, ήδη, κριθεί.)


 


Η παράνοια είναι μια επιλογή που έχεις ήδη κάνει.
Αρκεί, εντέλει, να το αποδεχτείς κι όλα θα πάνε καλά.


 

Συμπληρώστε το κενό


Πόσο τυχερός στάθηκα
Που ποτέ μου δεν μίλησα
Όπως κάποιος που έχει φωνή.
Λάμπω στις απανταχού
Τεμνόμενες σιωπές των πραγμάτων.
Κι όμως, οι περισσότεροι
Προσποιούνται άγνοια
Ως προς την πίστη
Που τους παρέδωσα.
Μα και πάλι
Πόσο τυχερός στάθηκα.


 

Ατυχίες


Αφού είναι τόσο δύσκολο να χαρίσεις στην ποίηση ένα καλό στίχο θεώρησα προτιμότερο να μου χαρίσει εκείνη χίλιους καλούς λόγους για να μην το προσπαθήσω καν.

Ελπίζοντας για αρκετά χρόνια στην αλληλεγγύη και την καλοσύνη των ανθρώπων η ομορφιά αυτού του κόσμου μου παρέμενε αφανέρωτη.

Δεν είναι τίποτα άλλο αυτές οι λέξεις παρά ότι ποτέ σου δεν μου πες.

Το ιατρικό μου ιστορικό είναι τρύπες στα σύννεφα για να περνάει ο ήλιος.

Ένα κριτήριο αρετής των ανθρώπων είναι η ένταση του θορύβου που παράγουν.

Η θρησκευτική πίστη είναι μια καλή δικαιολογία για να υπομένεις άξεστες ερωτήσεις.

Η αντίληψη των διλλημάτων ως μια αναπόφευκτη απώλεια μας καθιστά διπλά ανάπηρους.


 

πςς έι


Κάπου εκεί
Ανάμεσα στην οχλοβοή
Παραμονεύουν οι φωνές σου
Σμιλεύοντας τις λέξεις
Που σε μια στιγμή
Θα σου σφραγίσουν το στόμα


 

Φυσικά


Μου χάρισες κάμποσες ήττες σου
μα ούτε που νοιάστηκα.
Συμμάχησες μαζί μου
μα και πάλι αδιαφόρησα.
Όταν πια, αναγκαστικά, με κατατρόπωσες
έκλαψα από χαρά.


 


                                                                                                                           . Στην δεύτερη πρόταση μπορώ κάλλιστα να υπερασπιστώ οτιδήποτε αλλά ξέρω να περιμένω και να υπομένω. Στην τρίτη, πάραυτα,  εγκαθιδρύομαι στην αγωνία μου κι αντιτίθεμαι στην επικυριαρχία της πρώτης πρότασης και φτύνω, με την ιδιοτέλεια που δικαιούμαι, αυτήν κι όλες όσες ακολουθήσουν.  Τέταρτη, πέμπτη, έκτη πρόταση, τι είχαμε; τι χάσαμε; για δες που μπορεί μες σε αυτό το κείμενο να καταφέρω να πω κάτι που δεν έχω πει ποτέ, χωρίς να ξέρω τι λέω. Λες κι είμαι ευτυχισμένος. Λες κι είσαι εδώ και μιλάμε ακατάπαυστα, χωρίς σκοπό να φυλάει τα νώτα μας, έτοιμοι να ηττηθούμε και να βουτήξουμε στο κενό του νοήματος. Ήδη γίνηκαν κάμποσες προτάσεις, μα καιροφυλακτούν ανάμεσα κι άλλες τόσες κι όλες προσδοκούν μερίδιο. Μην ταΐζεις το φόβο σου αν δεν σκοπεύεις να τον ερωτευτείς. Μην σταματήσεις να καθρεπτίζεσαι στο χάος, κι ας είναι η πιο απλή μορφή εκεχειρίας. Ε, εδώ πάμε για δέκα προτάσεις κι εσύ δεν έβαλες μυαλό στο κρασί σου. Παρασέρνεσαι στον υπέρδεο χείμαρρο των ηδονών που προσπαθείς, εναγωνίως, να οικειοποιηθείς. Εφηύρες, ξανά, μπαγάσα, την αυτοοργάνωση της συγγραφής. Την αλληλεγγύη των σημαινομένων. Ει, κακομοίρη μου, τερμάτισε το κείμενο, εν τέλει, πριν αναποδογυρίσει πάνω σου. Πριν σε λιθοβολήσουν λεξούλες άρριζες και νοήματα αμαρτωλά. Πριν αναγκαστείς να ορκιστείς πως είσαι ψεύτης. Εδώ με τόσες προτάσεις θα μπορούσε να σιωπήσει ολόκληρη η Πίνδος. Σταυρώσου γρήγορα σε ένα παραπέτασμα αναστεναγμού και φύγε.


Την ποίηση πολλοί αγάπησαν, τον ποιητή ουδείς


Ρίξε μια ματιά τριγύρω σου και πες μου
τι θα ήταν η ποίηση ολάκερη
τι θα άξιζε πραγματικά
χωρίς τον ποιητή που γνώρισες
χωρίς την κοπέλα που αποκαλέστηκε ποιήτρια.
Ειδικά αν δεν έχεις την παραμικρή ιδέα περί ποιήσεως.
Μα ακόμη κι αν αγαπάς την ποίηση ειλικρινά
έχεις σίγουρα πολλά να μάθεις ακόμα.
Ας αρχίσουμε λέγοντας σου πως με λένε Κώστα.


 

τίποτα


Συμμαζεύω, κάπως πρόχειρα, το γραφείο μου.
Τσεκάρω τις σημειώσεις μου.
Βάζω, συγχρόνως, ένα δίσκο να παίζει.
Ανοίγω τον κειμενογράφο.
Ανάβω τσιγάρο.
Περιμένω, κάμποσα λεπτά, μα δεν φαίνεται τίποτα.
Ανάβω ένα τσιγάρο ακόμα.
Τίποτα, πάλι.
Έτοιμο κι αυτό το ποιηματάκι.


 

αναπνοές και βογγητά


Τόσοι πολλοί στίχοι για το πως και το γιατί
που ξεχάσαμε να φέρουμε τα δώρα.
Άντε βρες τώρα τι να σημαίνει κι αυτό.
Πάλι καλά που μερικοί αναπνέουν και βογκάνε
και σκάει λίγο το χειλάκι μας.


 

Ημιτελής


Γράφω περισσότερα απ’ όσα μπορώ να γράψω.
Γράφω περισσότερα απ’ όσα νιώθω να γράψω.
Γράφω περισσότερα απ’ όσα ξέρω να γράψω.
Γράφω περισσότερα απ’ όσα αντέχω να γράψω.
Γράφω περισσότερα απ’ όσα έζησα μόνος μου ή μαζί σου.
Μα είναι πάντα λιγότερα απ’ όσα θέλω να γράψω.
Είναι πάντα πολύ λιγότερα απ’ όσα πρέπει να γραφτούν.


 

Το ίδιο λευκό


Στο ίδιο λευκό υπήρξανε κι υπάρχουνε οι ποιητές.
Ε, λοιπόν, το ίδιο λευκό κι εγώ κρατώ
λευκό όσο αντέχω.
Το ίδιο λευκό μαθαίνω να ζω, να αγαπώ
με όσο λευκό υπάρχω.

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

Λίγο πριν κοιμηθώ ονειρεύομαι


Στο ίδιο λευκό χαρτί υπήρξαν κι υπάρχουν όλοι οι ποιητές του κόσμου αυτού.
Σίγουρα μερικοί υπήρξαν κι υπάρχουν και σε μέρη άλλα από αυτό.
Ο στίχος αυτός δεν σκοπεύει να τους μνημονεύσει.
Ούτε καν να πλαγιάσει δίπλα τους.
Ο στίχος αυτός είναι απλά η υπενθύμιση πως
αρκεί ένας στίχος για να υπάρξεις και να υπάρχεις.
Σε ένα λευκό χαρτί ή ακόμη και σε μέρη άλλα από αυτό.


 

Οικογενής


Βαριανασαίνει ο θόλος της γενέτειράς μου.
Μητέρα κι αδελφή γίνανε οι φίλοι μου μα κι οι γνωστοί.
Όλοι τριγύρω συγγενείς, αγαπημένοι.
Υφαίνουνε, σταδιακά, την ενηλικίωσή μου.
Πόσες προσδοκίες τους βρίσκονται, βαθιά, μες στη σιωπή μου.


 

Υστεροφημία


Όλα, επιτέλους, πάνε καλά.
Κατάφερα να μάθω στα πουλιά να πετάνε.
Κατάφερα να μάθω στα σκυλιά να αλυχτάν.
Κατάφερα να μάθω και στους ανθρώπους να με αγαπάνε.
Να λεν το όνομα μου σαν μια οποιαδήποτε λέξη.
Ως και τον ήλιο κατάφερα να μάθω να ανατέλλει και να δύει.
Κι όλα αυτά με ένα τόσο δα, μονάχα, μικρούλι θάνατό μου.


 


Το πρώτο πρόσωπο είναι αυτό που ποτέ δεν θα γίνουμε. Είναι, απλά, η αναπόφευκτη συνθηκολόγησή μας. Είμαι, μονάχα, η ενορατική αγάπη μου για αυτούς που κάποια μέρα θα κατέβουν στο δρόμο, γυμνοί κι αλαλάζοντες, και θα σπείρουν τα πιο όμορφα ποιήματα, σκέτα, βδελυρά κατακάθια του μητροπολιτικού ουρανού, μες στις κεφάλες όλων των φαινομένων εξουσίας και πόνου. Εμείς που θα ψηλαφίσουμε το πλαδαρό σώμα των ιδεών του πανοράματος και θα του ξεριζώσουμε την καρδιά με μια μόνο λέξη.


Το πρώτο πρόσωπο είναι μια αυταπάτη. Μια φαινομενικότητα μαρτυρική, αποβιβασμένη στις πλάτες μας από την εποχή του Θεού, συντηρημένη από χιλιάδες φυλακισμένα κορμιά κι εκατομμύρια υπόδουλες λέξεις. Κατακρήμνισε τα μάτια σου, τη μύτη και το στόμα σου, γίνε ολάκερο το φως μέσα στην αγκαλιά του σκότους. Όλα τα ακατανόμαστα, άγνωστα στοιχεία της απουσίας της φύσης. Κατονομάσου ως εμείς, ο υπέροχος ήχος που, πληρεξούσια, απαγγέλει τον κόσμο.


Αμυχή


Η καταλληλότερη εκκίνηση είναι αυτή που καταφέρνει να καλύψει γρήγορα τη λευκή αυτή σελίδα. Εξάλλου ούτε κι αυτές οι αράδες θα αποτελέσουν ένα κείμενο με κάποιο συγκεκριμένο στόχο ή κάποια σημασία τόσο για μένα όσο και για σας. Θα μπορούσα κάλλιστα να χαράζω γραμμές, λεπτές, παχιές γραμμές, ασύμμετρες κι απροσδιόριστες. Θα μπορούσατε κάλλιστα να σταματήσετε να διαβάζετε τώρα. Αντ’ αυτού εκπίπτουν λέξεις, προτάσεις που δεν προτάσσουν παρά τον ειρμό ενός μυαλού, συνηθισμένου όσο και η ήττα που προσπαθεί να διαχειριστεί. Γιατί κανείς δεν κατάφερε ποτέ να γράψει τη φράση που θα τον απελευθέρωνε. Ακόμα κι αν αυτή είχε τη φωνή του ίδιου του διαβόλου. Στρατιές ατέλειωτες, πυκνογραμμένων, σελίδων βρίσκονται πάντα δίπλα σου για να το αποδείξουν. Κάποια αμυχή, λόγω του αδιάκοπου στροβιλισμού, σίγουρα έχει δημιουργηθεί, μα είναι απλά το άδηλο μερίδιο της ευτυχίας που σε παρακινεί, με παρακινεί να συνεχίσω να συντάσσω αυτό το κείμενο, προς πείσμα όλων και κυρίως εμού του ιδίου. Του τυχοδιώκτη, του μπαγαπόντη, του ελπίζω επιτέλους, ίσως, στην επόμενη πρόταση κάτι να φανεί. Ένα παλίμψηστο αέναο, της ίδιας της ανάσας της γης και του ουρανού, όλων όσων ποτέ δεν συνέβησαν και όλων όσων ποτέ δεν θα συμβούν. Ένα περιθώριο από το οποίο μπορώ να αγναντέψω τον κόσμο, πέρα από την ατυχία μου να είμαι ο κόσμος αυτός. Στοιχηματίζω συνεχώς, σε μια άγνωστη λέξη, χωρίς τον ορισμό της, χωρίς την παραμικρή πίστη σε αυτήν, πως κάποια μέρα, ίσως και μετά από χρόνια πολλά κι ακόμη περισσότερα, αυτή θα συμβεί, με τον τρόπο που επιθυμώ να είμαι, κι αυτή από μόνη της θα καταφέρει να με κάνει όλα αυτά που ακόμη τώρα δεν γνωρίζω και δεν θέλω να γνωρίσω, γιατί αυτό θα ήταν οριστικά το τέλος μου. Το μέλλον είναι η μοναδική μου κληρονομιά. Ένα μέλλον που πιθανότατα δεν θα συμβεί ποτέ. Αυτό μόνο αρκεί, αυτό επιτάσσει αυτή τη στιγμή, κάθε στιγμή, που πληκτρολογώ σαν άδειο κουφάρι, κενά νοήματα κι αδιόρατες λέξεις. Ένα συνονθύλευμα από το οποίο, ταυτόχρονα, προσπαθώ να ξεφύγω και να  ταυτιστώ. Να μετατρέψω αυτή την ακατάσχετη ροή, την ξέπνοη, στο χρόνο που χρειάζομαι για να αγαπήσω και να αγαπηθώ. Ο χρόνος αυτός δεν μπορεί παρά να είναι ο χρόνος ολόκληρος. Μήτε μια σπιθαμή λιγότερος. Μονάχα αυτός, στο δυσβάσταχτο μέγεθος του, μπορεί να ετυμηγορήσει για μένα και για τον καθένα μας. Δεν ζητάω λιγότερα από ότι αρμόζουν σε οποιονδήποτε κι οτιδήποτε ανάπνευσε ποτέ εδώ, στα μικρά μας λογύδρια,  στην άκρη της γλώσσας, στην άκρη του κύματος, στην άκρη του ουρανού. Ταυτοποιείται το όραμα μου με την διαδοχή των ζωών που θα κατακλύσουν την έρμη μου καρδιά. Μια ακόμη πρόταση, μια ακόμη ζωή ευαγγελίζεται την έξοδο από τον παράδεισο στο πάνδημο σύμπαν. Εκεί που εγώ, εσύ κι οι άλλοι, εναγκαλισμένοι σε μια οποιαδήποτε στιγμή, μες στο απειρόθμενο λεξιλόγιο της πλάσης, απαγγέλουμε τους εαυτούς μας, ως κάτι που δεν είναι τίποτα άλλο, ως αυτό που είναι τα πάντα.



Ο Α δεν γουστάρει τον Β
ο οποίος Β δεν γουστάρει τον Γ
ο οποίος Γ δεν γουστάρει τον Δ
και ούτω καθεξής.
Εγώ πάλι αγαπώ τον καθένα τους ξεχωριστά
και τους μισώ όλους μαζί.


 

Σουέτ


Ντυμένος σαν ψάρι στην έρημη πόλη
Είναι απόλυτη τρέλα
Κι όμως είμαι τόσο χαριτωμένος
O.D.

Ντυμένος σαν αναστολή στο δεξί σου μάτι
Είναι τόσο γλυκό
Κι όμως είμαι τόσο λυπημένος
O.D.

Είναι αλήθεια όλα όσα λέγονται
Και για τους δυο μας


 

ερωτηματικό είναι το μυστήριο


Είναι όταν καταλαβαίνω πως ζω που σε αγαπώ τόσο ή
μήπως είναι όταν καταλαβαίνω πως σε αγαπώ τόσο που ζω;
Είναι όταν νιώθω πως γίνομαι άνθρωπος που θέλω να γράψω ή
μήπως είναι όταν νιώθω πως θέλω να γράψω που γίνομαι άνθρωπος;
Είναι όταν αναγνωρίζω πως όλα απομακρύνονται σιγά σιγά που σιωπώ ή
μήπως είναι όταν αναγνωρίζω πως σιωπώ που όλα απομακρύνονται σιγά σιγά;


 


 

Ο ουρανός παύει τον ποιητή.
Το ίδιο κι η γη, με όλη της την ζωή.
Όταν αυτό είναι αυτό που είναι
κι όχι ότι σημαίνει ή ότι του μοιάζει.
Τότε που η γαλήνη ολούθε αντηχεί
ως το εξαίσιο τεκμήριο της δημιουργίας του.


το να τιτλοφορείς έχει τη χάρη του ασχέτως του κειμένου που ακολουθεί


Η εξίσωση της ποίησης δεν πρέπει να είναι αδύνατη.
Χίλιες φορές να είναι αόριστη παρά αδύνατη.
Τουλάχιστον έτσι θα ΄χούμε μια ζωή μπροστά μας.

Τα ζώα είναι σαν τη θάλασσα.
Σε μαθαίνουν να αναπνέεις.

Το μεσοδιάστημα είναι η μεγαλύτερη απόσταση.

Μπορούμε να προβάρουμε όλες τις αλήθειες του κόσμου
μα και πάλι θα κοιμηθούμε γυμνοί.

Με τόσο ξύλο που έχω φάει όταν δε σε δαγκώνω
πρέπει να θεωρείται αγάπη.

Όταν γεράσω και γίνω ανθρωπιστής μην παρερμηνεύσετε
την εξέλιξη αυτή ως κάτι άλλο από ενοχές.

Ο χρόνος σε τρώει κατάσαρκα. Ότι αγάπησες προβοκάρει το μίσος.

Σε όλη μου τη ζωή προσπάθησα να μην σκέφτομαι τίποτα.
Απέτυχα κι ιδού η απόδειξη.


 

η ποίηση τονίζεται στο γιώτα


Εδώ υπάρχω ως ποιητής, σ’ έναν χώρο που δεν μου ανήκει
και που αν πράγματι είναι χώρος δεν το γνωρίζω.
Ακριβώς έτσι συμβαίνει η γραφή
με πληρωμένο ρεύμα, με σπασμένο πρόγραμμα και με παροχή δικτύου
και δίχως την παραμικρή επίγνωση όλων αυτών.
Ακριβώς έτσι συμβαίνει κι η ανάγνωση
κι ως τώρα δεν θα μπορούσε να ‘χει γίνει αλλιώς.
Μα κυρίως έτσι καταφέρνω να υπάρχω ως ποιητής (γουάου)
αγνοώντας, στον κατάλληλο βαθμό, τι είναι αυτό που κάνω
και γιατί το κάνω, αφού μπορεί και γίνεται
δίχως κάποιον ιδιαίτερο σκοπό
δίχως απαραίτητο νόημα
δίχως να χρειαστεί να εξηγήσω οτιδήποτε
δίχως να χρειαστεί να αποδείξω οτιδήποτε
δίχως να χρειαστεί να αγοράσω και να αγοραστώ
δίχως το όνομα μου και τη διεύθυνση μου
δίχως γνωστούς κι άγνωστους
δίχως κολλητιλίκια
δίχως να σε χρειάζομαι άμεσα
δίχως να με χρειάζεσαι και συ
δίχως όλες αυτές οι λέξεις να αποτελούν ένα γαμημένο ποίημα.
Αν βέβαια βρεις κάτι να σ’ αρέσει ή
έτσι θες να πεις μια καλησπέρα θα είναι μεγάλη μου χαρά.


θα μπορούσα


Θα μπορούσα να γράφω μία και μόνο λέξη.
Μία και μόνο θα ήταν αρκετή, πιστέψτε με.
Και θα την έγραφα πάντα και παντού. Μόνο αυτή.
Θα την έγραφα ασταμάτητα. Με κάθε τρόπο δυνατό.
Αρκεί μονάχα να την γνώριζα λιγάκι.
Ή έστω, ρε γαμώτο, κάπως να μπορούσα να την πω.
Αντ’ αυτού πρέπει, ολοένα, να υπομένω τους στίχους μου.


 

Επεισόδιο 617


Ήξερα, δεν ήξερα, πως ήταν εκεί, ποιος ήταν εκεί, πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά, κάποιος, κάτι ήταν, δεν ήταν, δεν ήμουν σίγουρος για τίποτα πια. Αυτό ίσχυε κυρίως στο μικρό δωμάτιο στον 5ο όροφο της Ιλισίων για οποιοδήποτε πιστεύω και για οτιδήποτε είχα ποτέ σκεφτεί ή τώρα στις 4 π.μ. μπορούσα να υποθέσω. Πάραυτα κάτι σαν διάλογος είχε ήδη από καιρό αναπτυχθεί, ασαφής ως προς το αντικείμενο του και παντελώς απροσδιόριστος ως προς τον στόχο του κι έδειχνε πως θα συνεχιζόταν για πολύ ακόμα. Η σιωπή είχε προ πολλού απωλέσει την υφή της, καθώς κάθε στιγμή αποτελούσε κομμάτι αυτού του διαλόγου. Όταν έτεινα το χέρι μου στα τσιγάρα, όταν κουνούσα τα δάχτυλα των ποδιών μου ρυθμικά, όταν απλά ανέπνεα, αυτό σήμαινε κάτι που αργά ή γρήγορα θα έπαιρνε τη θέση που του ταίριαζε, δεν ταίριαζε, στην επικοινωνία, δεν ταίριαζε τίποτα κι όμως όλα επικοινωνούσαν, κολλούσαν πάνω μου, τρίβονταν το ένα στο άλλο, χάνονταν κάθε λέξη και κάθε έννοια κι απ’ την αρχή εφευρίσκονταν ο τρόπος να λέγονται όλα, να μην λέγεται τίποτα, να μην ξέρω τι κάνω, ποιος είμαι, ποιος είσαι, ποιοι είστε, γιατί δεν με αφήνετε ήσυχο; τι γυρεύει όλος αυτός ο κόσμος από μένα; σας το είπα χίλιες φορές πως το παιχνίδι αυτό κατάντησε κουραστικό, δεν ξέρω περί τίνος πρόκειται, δεν με ενδιαφέρει, δεν είμαι εδώ, που είμαι; η ώρα περνά, η ώρα πέρασε, αύριο θα ξυπνήσω αργά μα το υπόσχομαι θα βγω μια βόλτα, δεν θα σας ξέρω και δεν θα με ξέρετε, μην περιμένετε τίποτα άλλο, νύσταξα, θα κοιμηθώ, καληνύχτα, είπα καληνύχτα, καληνύχτα, λέω καληνύχτα, είπα καληνύχτα.


Επεισόδιο 242


Το μπιλιάρδο δεν ήταν καλή ιδέα. Αρκετές τρύπες είχαμε να διαχειριστούμε κι από μόνοι μας. Κι όλος αυτός ο περίγυρος με τα μπαστούνια στα χέρια με τρόμαζε περισσότερο. Στην κατάσταση που βρισκόμουν ήμουν το καλύτερο δυνατό θύμα. Ήμουν πεπεισμένος πως είμαι θύμα. Με τις διεσταλμένες κόρες μου, το μόνιμο σύγκρυο σε όλο το κορμί και τα λιγδιασμένα μου μαλλιά ένας άλλος προσδιορισμός θα ήταν τρελός. Προτιμούσα όμως αυτόν του θύματος κι αγωνιούσα ιδιαίτερα για την ανεύρεση, επιτέλους, του θύτη. Ίσως αν καθόμασταν εκεί και τρώγαμε και κάνα μπερντάκι ξύλο να ηρεμούσαμε. Εγώ τουλάχιστον. Αντ’ αυτού εσύ, πιθανώς περισσότερο τρομοκρατημένος από μένα, με πήρες και φύγαμε κι αφού τριγυρίσαμε λιγάκι στα πέριξ της πλατείας, βρήκαμε ένα μικρό παρκάκι και την πέσαμε στα παγκάκια. Τελικά, αν δεν μπορείς να αποφύγεις τη βία δεν πρέπει επ’ ουδενί να προσπαθήσεις να την παραπλανήσεις. Δεν πέρασαν λίγα λεπτά κι άρχισα να αφρίζω και να καίγομαι χειρότερα από πριν. Αρκούσαν τα μυρμήγκια που ανέβαιναν στα δέντρα να γίνουν η νέα χειρότερη απειλή μου, απροσδιόριστη ακόμη και για μένα αλλά αδιαπραγμάτευτη. Προσπαθούσες να με πείσεις πως θα χρειάζονταν εκατομμύρια από αυτά για να κινδυνεύσω, με κάποιο τρόπο, μα δυστυχώς το μισοσκόταδο της περιοχής πρόσφερε άμεσα ένα πλέον ακαταμάχητο επιχείρημα. Ρε μαλάκα δεν έχω σκιά. Δεν έχω σκιά. Κοίτα! Είναι αδύνατο κι όμως δεν έχω σκιά. Τι μου συμβαίνει; Φόρη δεν έχω σκιά. Είμαι νεκρός; Φόρη είσαι και συ νεκρός; Ρε μαλάκα φοβάμαι. Και συ φοβόσουν. Ίσως το αν είχα σκιά ή όχι να ήταν το λιγότερο που σε απασχολούσε. Μάλλον σκεφτόσουν τι στο διάολο έχω και γαμώ τις σκιές και πως επιτέλους ή θα σταματούσε όλο αυτό ή πως στο διάολο θα με ξεφορτωνόσουν ή τι να έκανες για να ηρεμήσω λιγάκι. Η πρόταση να πιούμε καμιά μπύρα με έκανε να αποσυντονιστώ κι όντως πήγες να αγοράσεις κι εγώ περίμενα να έρθεις, απλά λες κι όλα τα προηγούμενα δεν συνέβησαν ποτέ. Χτυπήσαμε από κάνα δυο κατά την διάρκεια των οποίων το φιλοσόφησα και σκέφτηκα πως το να μην έχω σκιά είναι το λιγότερο που θα μπορούσε να μου συμβεί εκείνο τον καιρό και στην τελική – γεία – δεν περνάμε κι άσχημα. Είμαστε φοιτητές, πίνουμε όλη μέρα, δεν έχουμε κάτι καλύτερο να κάνουμε κι η Κατερίνα μου δίνει που και που και κάνα γαμήσι οίκτου. Υπό το πρίσμα των τελευταίων σκέψεων κι επειδή κατάλαβα πως και συ ένιωσες άσχημα σου πρότεινα να κατέβουμε Εξάρχεια για καμιά μπύρα ακόμη. Και μόνο που χρειάστηκε λίγα λογάκια ακόμη του στυλ είμαι καλύτερα, λίγη μπυρίτσα ακόμα θα μου κάνει καλό, για να σε μεταπείσω από την αρχική σου άρνηση, απέδειξε τουλάχιστον για κείνο το βράδυ πως δεν πρέπει να είμασταν απόλυτα νεκροί.


Επεισόδιο 66


Στο λευκό φόντο αυτής της σελίδας παρατίθενται οι κατάλληλες ενοχές για κάθε λέξη που γράφεται. Κανένα άλλο σημάδι, πως τίποτα δεν αξίζει περισσότερο απ’ το τίποτα, δεν πρόκειται να ευαγγελιστεί κάτι διαφορετικό. Αν βέβαια θεωρηθεί πως οποιοδήποτε σημάδι θα μπορούσε να υπάρχει. Ακριβώς όπως οι φίλοι είναι μια αντανάκλαση που συμβαίνει ερήμην του ειδώλου. Με τον ίδιο τρόπο που η κοινωνία ανασυνθέτει όποιο εκλιπών κομμάτι της είναι αναγκαίο. Με τη δύναμη της αναντίρρητης αυταξίας της. Γιατί πως αλλιώς θα ήταν δυνατό το αποκύημα της φαντασίας αν αυτή δεν λογιζόταν ως ένα έγκλημα πολύ πρώτού ο θύτης το διαπράξει. Με άλλα λόγια αδιαφορώ παντελώς για την κατανόηση οποιασδήποτε έκφρασης μου, αναλαμβάνοντας βεβαίως το αντίτιμο ο περιβάλλοντας χώρος να γνωμοδοτήσει εναντίον μου.


Επεισόδιο 24


Ο ήλιος έδυε κι ανέτειλε στο διάστημα κάθε τσιγάρου. Τα πρόσωπα των φίλων μου φωτίζονταν και σκιάζονταν με ένα μόνιμο χαμόγελο έκπληξης. Γι’ αυτούς ο μόνος που αναβόσβηνε ήμουν εγώ. Φυσικά αυτό δεν το γνώριζα τότε κι εκλάμβανα τον ενθουσιασμό τους ως συνηγορία στα θαύματα που επιτελούνταν μπροστά μας. Μα όπως κάθε φυσιολογικό ον αποφορτίζεται από την θέαση του ακατανόητου έτσι κι αυτοί σύντομα τρέπονταν σε φυγή, αφήνοντας με στην μοναχική αποδοχή όλων όσων μπορούσαν να συμβούν και συνέβησαν. Δεν μπορώ ακόμα και τώρα να είμαι σίγουρος για οτιδήποτε από αυτά καθώς έτσι θα αναιρούσα την αμφιβολία μου για όσα διαδραματίζονταν όλη εκείνη την εποχή, ενώ αυτή είναι το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της. Έχω την εντύπωση πως περιφερόμουν ατελείωτα βράδια στο κέντρο της Αθήνας. Θεωρούσα ασφαλέστερο να είμαι ανάμεσα σε κόσμο. Αν κάτι με κατάπινε θα μπορούσε τουλάχιστον να υπάρχει ένας μάρτυρας της εξαφάνισης μου. Το μόνο που κατάφερνα ήταν να αποστρέφω τα βλέμματα των διερχομένων σε ένα παιδί που λυπημένο και χλωμό προσπαθούσε να σταματήσει την περιστροφή του κόσμου γύρω από ένα τρελό κι αφάνταστο λόγο για τον οποίο αυτό έπρεπε να συμβαίνει. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ζήτησα, με όποιο τρόπο μπορούσα, την βοήθεια μιας στέρεας λέξης ή φράσης από όσους συναντούσα στο δρόμο, μήπως κι έτσι σταματούσε η ξέφρενη πορεία του ναυαγίου μου, μήπως κι έτσι ξεβραζόμουν οπουδήποτε πέραν αυτού του αδηφάγου ωκεανού, μα ακόμα κι αν κάποια στόματα ανοιγόκλεισαν εγώ αδυνατούσα να τα ακούσω. Οι αισθήσεις μου είχαν αυτονομηθεί κι αποφάσιζαν μόνες τους πότε και πως θα με ορίσουν. Σχεδόν τυφλός θυμάμαι να αφουγκράζομαι ένα δάσος μέσα σε ένα λούκι αποχέτευσης και σχεδόν κουφός θυμάμαι να κυνηγώ ένα βατράχι στη Σόλωνος. Δεν θυμάμαι που κατάφερνα, έπειτα από ατελείωτες ώρες περιπλάνησης, να ξεκουράζομαι, με την πρόφαση ενός ύπνου που δεν ήταν παρά η συνέχεια του ταξιδιού με κλειστά μάτια και σφιχταγκαλιασμένα χέρια και πόδια. Υπήρχε καπνός κι υπήρχε φωτιά και κάπου εκεί ανάμεσα προσπαθούσα να υπάρχω κι εγώ. Πρέπει να ήταν κατά τη διάρκεια μιας μακρόωρης λιποθυμίας μου όπου κάτι με το πρόσωπο μιας κοπέλας με ξανθιά μαλλιά κρατώντας απαλά το κεφάλι μου και παρηγορώντας με κατά κάποιον τρόπο με βοήθησε να καταπιώ την πρώτη μου γουλιά νερό έπειτα από αιώνες.



Το ομολογώ, λοιπόν, δικό μου λάθος.
Αναγκάζομαι να γράφω ποίηση λόγω των συντρόφων μου.
Μονάχα έτσι μπορώ να τους προδίδω όταν πρέπει.