Δε χωράει άνθρωπος στο μπαλκόνι μου.
Μήτε φεγγάρι, μήτε φυτό. Κι εγώ δυσκολεύομαι.
Ίσα που στέκεται ένα τσιγαράκι τόσο δα
κι αυτό είναι έτοιμο να πέσει το κακόμοιρο
από το στόμα μου στον δρόμο από κάτω
καθώς η γειτόνισσα στεγνώνει τα μαλλιά της
κι ο μπάτσος από δίπλα βρίζει ξανά τα παιδιά του.

Συμβαίνει τώρα. Είμαι ποιητής.
Ο κόσμος καταστρέφεται
πιο γρήγορα από ότι δημιουργείται.
Προσπαθώ να αντισταθώ.
Νιώθω τα πόδια μου
να σκορπάνε σαν άμμος
μέσα στην γυάλινη πολιτεία.

Οι μέρες περνάνε. Προσπαθούν να φτάσουν τον χρόνο.
Στο σημείο όπου κάτι τελειώνει και κάτι αρχίζει ξανά.
Βρίσκομαι μες στις μέρες αυτές. Υπέροχες μέρες.
Δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο από το να τις βοηθώ
να επιτύχουν τον σκοπό τους. Δεν κοιτάω πίσω.
Μα δεν κοιτώ και μπροστά. Ίσως και οι δύο κατευθύνσεις
να συναντιούνται στην θέλησή μου να πετύχω
μια παύση αυτής της ασταμάτητης κίνησης.
Η επιθυμία μου να σταθώ έστω και για μια στιγμή στον χώρο
που καταλαμβάνει αποκλειστικά η ευτυχία μου να υπάρχω.
Η θέση από όπου μπορώ να κοιτάξω ολόγυρα
δίχως να αναγκαστώ να επιλέξω ποιος είμαι
ή τι κάνω και γιατί το κάνω. Το όνομά μου.
Για ποιο λόγο αγαπώ ή μισώ αυτό τον κόσμο
και όσους τον κατοικούν. Στα αλήθεια, ποιοι είσαστε;
Απλές αιτιάσεις ενός φαινομένου που ξεπερνάει την ποίησή μου.
Μικρές ρωγμές στην καρδιά του απόλυτου όντος.
Το πρόσωπό σου παρεμβάλει το σήμα. Είσαι κοντά.
Τα λόγια σου επαναλαμβάνονται ως ηχώ μέσα στις αποστάσεις.
Δεν γνωρίζω ποιος απαντά. Ποιος καλεί και ποιος
συνεχίζει να στέκεται ακίνητος καθώς όλα είναι πάντα σιωπηλά.
Τα χέρια μου προσπαθούν να κρατήσουν το πλάνο σε διαβούλευση.
Το μυαλό μου στοιβάζει τους χειμώνες και το επόμενο
κάθε φορά καλοκαίρι στο θησαυροφυλάκιο.
Πετάω το κλειδί όσο πιο ψηλά μπορώ. Αντίο.
Προσεύχομαι να μην αγγίξει το έδαφος πριν εξαφανιστώ.

Κάποια στιγμή αποφασίζεις να καθίσεις σε μία καρέκλα και να παραμείνεις καθισμένος για όσο μπορείς. Δεν σηκώνεσαι για να κλείσεις το φως ή για να αδειάσεις το τασάκι. Δεν σηκώνεσαι για να πιάσεις το κινητό σου από την άκρη του τραπεζιού. Θες να μείνεις ακίνητος σε αυτή την θέση για όσο περισσότερο μπορείς. Δεν θα ήταν καλύτερα να ξαπλώσεις καθώς έτσι θα ήταν πιο εύκολο να χαλαρώσεις και να συνεχίσεις να πηγαίνεις από εδώ κι από κει νοερά. Κάθεσαι στην καρέκλα προσδοκώντας να σταματήσεις να κινείσαι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Χρειάζεσαι κάποιο χρόνο εγρήγορσης για να μπορέσει αυτό να συμβεί. Για να το αποδεχτείς σιγά σιγά. Για να ρίξεις όσα βλέμματα χωράνε στον απέναντι τοίχο ή στον δρόμο που περνά κάτω από το παράθυρό σου και να αδειάσεις σταδιακά από τον διάλογο που προσπαθούν με το στανιό να σου ανοίξουν. Κάθεσαι στην καρέκλα και αποζητάς να συμβεί μόνο αυτό. Ούτε λέξεις να αιωρούνται, ούτε σκέψεις να καρφώνονται για κείνο και για το άλλο. Μόνο απλά να κάθεσαι και να περιμένεις. Να περιμένεις να εμφανιστεί. Ο εαυτός σου, οι εαυτοί σου, όσο κι αν απέχουν αυτοί μεταξύ τους. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που ήσουν στο πέρασμα των περασμένων μηνών, ίσως και χρόνων, να έρθουν κοντά σου, απαλά και αβίαστα, και να γίνουν εσύ. Εσύ που δεν μπόρεσες να τους οικειοποιηθείς μέσα στη βία της κίνησης από τον έναν στον άλλον. Μέσα στο ξεθώριασμα από τον έναν στον άλλον. Μέσα στην πλήρη άγνοια του ποιος είσαι και τι κάνεις και γιατί το κάνεις αρκεί μόνο και μόνο να τρέχεις μπροστά και να παράγεις και να δημιουργείς και να είσαι καλός όπου μπορείς και να προσπαθείς να είσαι ταυτόχρονα καλός και με τον εαυτό σου. Κάθεσαι στην καρέκλα και περιμένεις. Έχουν ήδη αρχίσει να έρχονται. Νιώθεις παράξενα. Δεν περίμενες ποτέ πως όλα αυτά, όλος αυτός ο κόσμος έχει πράγματι συμβεί, ζήσει μαζί σου και για σένα σαν να ήσουν εσύ. Ήσουν εσύ. Συνεχίζεις να είσαι καθώς κατανοείς το σωστό και το λάθος, την ηλιθιότητα αυτή της διάκρισης όταν μιλάς για ζωή. Τα μάτια σου βαραίνουν. Είναι κουραστικό να γίνεσαι ο οικοδεσπότης του εαυτού σου. Είναι τόσα πολλά αυτά που πρέπει να ειπωθούν ξανά. Ακόμη κι αν δεν πρόκειται για επανάληψη. Αλλά για την πρώτη φορά που είχες το χρόνο να αγαπήσεις όλη αυτή την ιστορία. Να νιώσεις την ποίηση που της ανήκε. Να θυμηθείς πόσο σημαντικός είσαι για σένα και για τους ανθρώπους που σε αγαπάν. Τις δυνάμεις που σου έδωσαν αυτή την περίοπτη θέση, εδώ στην καρέκλα απέναντι από τον τοίχο και το παράθυρό σου, την πιο όμορφη θέση που θα μπορούσες ποτέ να ζητήσεις. Την θέση όπου η ζωή σου συναντάται με τον δημιουργό της.

Πριν από κάθε απάντηση βρίσκεται τούτη δω η ημέρα.
Η γη παραμένει ένας άλυτος γρίφος.
Ένα χαλίκι στην παλάμη ενός μωρού.

Η νύχτα ξεπροβάλλει ως τα πέρατα.
Κρυβόμαστε βαθιά μες στις σπηλιές για να προφυλαχτούμε.
Πριν από κάθε απάντηση βρίσκεται τούτη εδώ η ζωή.
Κι ακολουθεί η ζωή μας.

Θυμάμαι τον Η. Συμμαθητή στο λύκειο. Αλάνι ντόμπρο και ξηγημένο. Δεν τον ένοιαζαν πολλά. Παναιτωλικός, κάνα ρο και να περάσει την τάξη.  Συμπαθιόμασταν κι ας μην κολλάγαμε και πολύ. Στο βλέμμα του ένιωθα πως καταλάβαινε ότι κάτι περίεργο συμβαίνει με την πάρτη μου, ή τουλάχιστον πρόκειται να συμβεί. Θυμάμαι μια μέρα, πίσω στα καπνιστήρια, μια κοπέλα μας είχε ζαλίσει με ένα ψυχολογικό τεστ του κώλου, που για την εποχή φάνταζε αρκούντως εξωτικό, περισυλλέγοντας απαντήσεις από όσες και όσους αράζαμε εκεί στα διαλείμματα. Τι θα έκανες, λοιπόν, αν περπατώντας έβρισκες στον δρόμο μπροστά σου ένα μπουκάλι με ένα περίεργο, άγνωστο υγρό; Δεν θυμάμαι άλλες απαντήσεις, ούτε και την δική μου αλλά θυμάμαι την απάντηση του Η. Ξερά και κοφτά, είπε: Θα το κλώτσαγα. Ακούγοντάς την κανείς δεν τόλμησε να σχολιάσει. Φαντάζομαι τον εαυτό μου με δεμένο στομάχι να προσπαθώ να κατανοήσω τον λόγο που μία τέτοια απάντηση ξεστομίστηκε εκείνη την στιγμή. Βρίσκω τον εαυτό μου, τόσα χρόνια μετά, μπροστά στην ίδια απάντηση και ξέρω πως αυτή είναι η μόνη λογική για ένα κόσμο που αδημονεί να σπάσει σε χίλια εκατομμύρια κομμάτια.

πρώτο πρώτο γκρι
μπροστά από τις επάλξεις του μωβ
θαμμένο κίτρινο παλιό ξεχασμένο ήδη
σαν μαύρο που φέγγει αχνά
ταλαιπωρημένο από τις υπερωρίες
με δόντια που τρίζουν λευκό
αγχωμένο λευκό ολόκλειστο
άσπρος τοίχος πράσινος πίνακας
πόρτα καφέ σκούρα δύσκολη
κλειδώνει γαλάζιο σιχαμερό παγωμένο
κηλίδες κόκκινες
άχρωμο γυαλί
που σπάει σπάει σπάει σπάει

η πρώτη σταγόνα ξεδίξασε το αίμα
από τις αλλεπάλληλες εποχές
η δεύτερη μας προίκισε
με το μάτι του μέλλοντος
πριν καλά καλά ο ήλιος εξαφανισθεί
πίσω από τα μαύρα σύννεφα
είχαμε ξεσηκώσει όλη την ιστορία στο πλευρό μας
έτοιμη να εκδικηθεί
για κάθε τέλος που της επιβάλλαμε

τριακόσιες χιλιάδες τσιγάρα
είναι υπερβολικά πολλές χαμένες προσπάθειες
να μείνω μόνος έστω και για λίγα λεπτά

μόνος ανάμεσα στα πλήθη των ανθρώπων
μόνος ανάμεσα στους φίλους μου
μόνος μπροστά στην αγαπημένη μου
μόνος μέσα στο δωμάτιο

τριακόσιες χιλιάδες τσιγάρα μόνα τους
να καπνίζονται χωρίς εμένα

ίσως έτσι να τα κατάφερνα καλύτερα
και να γούσταρα επιτέλους να καπνίζω

Άνοιξαν οι βρύσες χίλια πρόσωπα. Κανείς δεν ήξερε πως μιλούσαν με το ίδιο στόμα. Κανείς δεν περίμενε πως βρισκόταν μία πόλη ανάμεσά τους. Κανείς δεν ήλπιζε πως η μετάφραση θα βοηθούσε να μάθουμε ποιοι ήταν. Ο χρόνος αγγίζει τα όρια της παράκρουσης. Οι ανάγκες βυθίζονται μες στο σάλιο. Ανόητοι, πιο ανόητοι, σχεδόν πυρηνικοί. Βαθιά κάτω από τη νύχτα εκκολάπτεται η απουσία. Λουλούδια που βρίθουν ανακαλύψεων. Περιστροφές της ίδιας αργής λέξης, της πιο αργής λέξης από όλες. Ο κόσμος υπάρχει για να κατανοήσουμε το μέγεθος της μοναξιάς μας. Ο κόσμος ιδρύεται ξανά και ξανά γύρω από το αστείο που κατρακυλάει ως τον υπόνομο. Σύντομες, καινοφανείς, ανώφελες. Ο Κώστας μας παρατηρεί μέσα από τους αιώνες. Κι εκείνος ο πόνος πάντα προλαβαίνει να μας ξαφνιάσει. Στην άκρη του σύμπαντος, στην άκρη του τραπεζιού, στην αίσθηση του κλειδιού καθώς γυρνάει και γυρνάει και γυρνάει. Ελεύθερος και ένοχος για το πλήρες μενού. Υπογράφω κάθε ποίημα που θα γονατίσει μπροστά μου. Ένα ακόμη μέχρι την μέρα που θα φανείς. Ένα εκατομμύριο παραπάνω ωσότου να μάθω το όνομά σου.

Κόπηκα σαν πρωτόπλαστος
Κόπηκα σαν λεβέντης
Φιάσκο βάλτε μου να πιώ
Στραπάτσο να φουμάρω
Ξενύχτι ως τα σύνορα
Κι αυγή ως τα θεμέλια
Η χώρα αυτή ειν’ το μίσος μου
Η δόλια μοναξιά μου
Σβήσε με στον ορίζοντα
Σκαλίστε με στο αίμα

Ένα νεκρό δέντρο που λάμπει ο πολιτισμός της μεγάλης μας νύχτας. Η ζωή τρελαίνεται γύρω του κι αυτοκτονεί.

Από μικρός φοβόμουν την εξουσία. Είχα υποστεί την τιμωρία της ανυπακοής απέναντι στα πρόσωπά της πολύ προτού μάθω να εκφράζω την διεκδίκηση των δικαιωμάτων μου. Σαν να είχα γεννηθεί στερημένος από αυτά ή τουλάχιστον όσα τέτοια χρειάζεται ένα μικρό αγόρι για να κατανοήσει πως ακόμα κι αν κάτι σπάσει μπορεί και πάλι να χρησιμοποιηθεί για να αμυνθείς απέναντι στη βία. Χιλιάδες σκοτεινές κρυψώνες μπροστά και πίσω από τα μάτια μου με βοήθησαν να κρατηθώ ζωντανός και να μεγαλώσω αναπτύσσοντας τακτικές και ικανότητες κάλυψης και απόκρυψης από τον εχθρό. Όποιος κι αν ήταν αυτός. Οι γονείς μου, τα άλλα παιδιά, ο δάσκαλος, η μικρή μου κοινωνία, ακόμη και ο ίδιος μου ο εαυτός, δυστυχώς. Ακόμη και σήμερα η κοινή θέα ενός τσούρμο μπάτσων με αναστατώνει. Ανοίγω το βήμα και ελαφρύνω την καρδιά ώστε η εξαφάνισή μου να συντελείται αυτόματα. Θυμάμαι τον τρόμο που με διακατείχε στις μαζικές ή μη πορείες της ζωής μου κατά κανόνα στα όρια του μαύρου μπλοκ. Τον τρόπο που η γη σειόταν κάτω από τα πόδια μου λες κι η κόλαση ήταν ο τελικός προορισμός αυτού του δρόμου. Θυμάμαι όμως και την φωνή μου και το βλέμμα μου όταν, παρά τα εσωτερικά μου δεσμά, η ένωση με το πλήθος που βροντούσε και θέριευε, διεκδικώντας κάθε φορά έναν καλύτερο κόσμο, δίχως τους χθόνιους Κυρίους στο σβέρκο μας και στην καρδιά μας, γίνονταν η απαρχή ενός εαυτού, μιας συνείδησης τόσο καθαρής και δυνατής που σχεδόν απορούσα με την μαγεία και την ομορφιά ενός κόσμου που ήταν σαν να τον έβλεπα για πρώτη φορά. Από τότε πέρασαν χρόνια και σήμερα έχω τόσα περισσότερα πράγματα για να φοβάμαι πιο ειλικρινά από ποτέ. Ξέρω όμως πως ανυπομονώ να ξανανιώσω αληθινός. Περιμένω, έστω και με κάποια επιφύλαξη, την στροφή αυτής της ιστορίας προς το αναφαίρετο δικαίωμα της καύσης των σκοταδιών μου και της εισόδου στον μόνο πραγματικό κόσμο. Αυτόν της ελευθερίας και της δικαιοσύνης.

Ουζώ και μπυροτέχνημα
τεkilla μάγκα, ντουίσκι
Βόμβτκα, χαχαχαβάνα,
Ξεβαμμένο τζιν κομμάτια
Τσιπουρώ και συνεχίζω

Τόσες ιστορίες μέσα σε τόσα λίγα τετραγωνικά. Ένα μικρό σπίτι είναι ότι χρειάζεται για να παραμείνουν ζωντανές. Ο ανταγωνισμός τις κρατά σε κίνηση γύρω από τα έπιπλα και τις συσκευές αναγκάζοντάς τες να εφεύρουν κάθε πιθανή κωλοτούμπα και σάλτο προκειμένου να κρατηθούν καθαρές, να μην μπλεχτούν σε ένα ακατανόητο κουβάρι λέξεων και εικόνων, και να γλιστρήσουν ξανά έστω και για λίγο μέσα μου. Τις περισσότερες φορές βέβαια δεν τα καταφέρνουν με αποτέλεσμα οι πρωταγωνιστές να αλλάζουν και η τελευταία σκηνή της εκάστοτε ιστορίας να αιωρείται δίχως νόημα ή αιτία για νύχτες γύρω από τους γλόμπους στο ταβάνι. Ένα καλό μεθύσι πάντα επαναφέρει μέσω εκλάμψεων στην κάθε μία αυτό που της ανήκει αλλά και πάλι η βαριά καθημερινότητα της πόλης χαώνει το τοπίο με αξιοθαύμαστη ευκολία. Τώρα τελευταία μάλιστα σταμάτησαν και τον τσακωμό και τις δήθεν αγάπες μεταξύ τους και απλά αναπνέουν η μία πάνω στην άλλη με πραότητα και σεβασμό. Στις περιστασιακές αφηγήσεις τους στο κεφάλι μου αναγνωρίζω τον φόβο τους για το μέλλον τους. Δείχνουν να καταλαβαίνουν πως έχω ήδη κουραστεί από δαύτες. Νιώθουν πως σε κάποιες κρίσεις νοσταλγίας βαθιά μες στο ταλαιπωρημένο βράδυ μου ίσως και να θελα να τις ξεφορτωθώ μια και καλή.

αυτή η μανία του να σαι άνθρωπος
αυτός ο αστεϊσμός ο συνήθης να ζεις
μας έχει παρασύρει και μην το αρνείστε

απόψε κλείνουμε τα μάτια στο σκοτάδι
και ήμαστε χαρούμενοι βρισκόμαστε μαζί
το φως σιωπά ο αέρας σφίγγει τα χείλη
οι αγαπημένοι μας έχουν κιόλας γυρίσει

ακίνητοι με έναν τρόμο να γράφει το πρόσωπο
τα χέρια σταθερά κι έτσι θα γυρίσουν
οι αγαπημένοι μας οι τόσο αγαπημένοι

ακούμε την ψυχρή ηρεμία που τους προίκισε
το τρένο με το καρβουνιασμένο πηγούνι
όπου ζούνε τα γέλια
ξεχνάμε την πρώτη μοναξιά
ω τόσο μεγάλη αγωνία
κλαίμε στο καλωσόρισμα γελάμε με λυγμούς
ανοίγουμε τα παράθυρα των ίσκιων μας
για να μας λένε από πριν
ότι εκείνοι οι άνθρωποι δίχως καρδιά
ήμασταν εμείς

μας χαϊδεύουν οι νύχτες
μας αθωώνουν οι μέρες
μας γλυκαίνει ο θάνατος τόσο μα τόσο
ευτυχισμένοι – που σταματάτε;
ευτυχισμένοι – όχι μόνο αυτό, πολλά ακόμη!

Ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημα

Πως το βράδυ, τέτοια ώρα
Που κάθεσαι και καπνίζεις
Με το σώβρακο στην βεράντα

Δεν βρίσκεται ούτε ένας
Να φωνάξει από μακριά

Τράβα κοιμήσου ρε μαλάκα
Πάλι αύριο εδώ θα σαι

Μια μπάντα με το όνομα Jean Jacket. Καθαρόαιμο indie, συμφωνικό punk, ακουστικό ambient με wave wave αντανακλάσεις. Όλα τα μέλη θα τραγουδάνε. Χέρια, πόδια, πέη, αιδοία, ουρές. Αν βγάλουμε κέρατα θα τραγουδήσουν κι αυτά. Οι στίχοι δεν θα είναι κανενός. Δεν θα γράφονται, δεν θα ζωγραφίζονται, αλλά θα γίνονται tattoo κατευθείαν στους αμέτρητους φαν της μπάντας. Ειδικά σε όσους έχουν υπάρξει συμμαθητές και συμμαθήτριες μας κάποτε. Τα εξώφυλλα θα έχουν αποκλειστικά πρόσωπα πρωθυπουργών. Από μακρινές και ξένες χώρες. Πιθανώς και άλλων πλανητών. Για τον λόγο αυτό και καθότι θα είμεθα ακέραιοι αντιεξουσιαστές στις συναυλίες μας θα μαζεύονται σε στοίβες και θα καίγονται όλα μαζί. Αν βρισκόμαστε σε κλειστό χώρο θα χρησιμοποιούνται ειδικές κατασκευές που θα διοχετεύουν την θερμική ενέργεια μέσω ενός πολύπλοκου συστήματος σωληνών και λοιπών μαραφετιών στα συντριβάνια των πόλεων. Εκεί σε συνεργασία με τον άλλο άνθρωπο θα μαγειρεύεται φακή, η οποία και θα προσφέρεται στο κοινό και σε όποιον γενικά πεινάει. Θα βγάζουμε έναν δίσκο την χρονιά. Μπορεί και δύο. Τρεις το πολύ. Κάμποσοι εξ αυτών θα τύχουν ευρείας αποδοχής γεγονός που θα μας συνθλίξει στις συμπληγάδες του θεάματος. Θα διαλυθούμε σε μόρια κι από εκεί σε άτομα και θα συνεχίσουμε την καριέρα μας στον μικρόκοσμο. Με την βοήθεια των τεσσάρων φανταστικών θα επανέλθουμε στον συνηθισμένο κόσμο για ένα επετειακό live επανένωσης που θα διαρκέσει κάτι λιγότερο από μια δεκαετία, κατά την διάρκεια της οποίας ο ανθρώπινος πολιτισμός θα εξαφανιστεί. Το ζητούμενο είναι το διάδοχο είδος του πολιτισμού μας να δείξει τον απαραίτητο σεβασμό και επαγγελματισμό στην αναπαραγωγή των τραγουδιών μας, τουλάχιστον μέχρι το encore.

Γράφω δίχως καμία εμπιστοσύνη σε ότι μεσολαβεί μεταξύ των πραγμάτων
και των λέξεων. Προσπαθώ να συγχωρέσω τον εαυτό μου πηδώντας
στο κενό. Ότι χρειάζεται ένας άνθρωπος για να ζήσει εκπορεύεται
από την επιθυμία του κόσμου να ζήσει και αυτός. Μια χοάνη
εκχυλίζει υφαντουργήματα και ταυτότητες
μονοσύλλαβων πυροτεχνήματα
εθελούσια αναίμακτα βέλη
σιωπή σιωπή σιωπή dot
ωκεάνιος νους
αγκαλιάζει
την
έ
λ
λ
ε
ι
ψ
η
πριν αυτή
προσφέρει 

Χρειάζεται διαρκώς μια ιστορία. Από την αρχή μέχρι το τέλος του κόσμου. Αδυνατώ να του την πω ή ακόμα και να του την δείξω για να την βρει, ίσως, κάποια στιγμή μόνος του, αν είναι αρκετά τυχερός. Περπατάμε μέσα στο δάσος. Είναι κομμάτι του δάσους όπως εγώ είμαι κομμάτι της πόλης που μουρμουρίζει από μακριά. Βρίσκεται τόσο κοντά στο έδαφος κι όμως αισθάνεται με απόλυτη ηρεμία τις κορυφές των δέντρων όπως λικνίζονται στο ελαφρύ φθινοπωρινό αεράκι. Οι πέτρες, τα χαλίκια, το χώμα που τρίζει κάτω από τα μικρά του βήματα του μαρτυράν πολλά περισσότερα από όσα εγώ θα μπορούσα να του εκμυστηρευτώ. Προπορεύεται συνεχώς αφήνοντάς με μάρτυρα ενός κόσμου που αδυνατώ πλέον να αγγίξω αλλά παρατηρώ με όλη μου την αγάπη για όσα ποτέ μου χάρισε. Τον προειδοποιώ για την δύναμη και την εξουσία της αλλά και πάλι είναι σαν να παρακαλώ το δάσος να μην τραγουδά και τον άνεμο να μην φιλά τόσο γλυκά. Θα μπορούσε ξαφνικά να αρχίζει να πετά τριγύρω από τα κλαδιά κι ίσως να σηκωνόταν και πιο ψηλά απλά και μόνο γιατί το πρόσταξε η καρδιά του αλλά ξέρει πως εγώ είμαι πολύ βαρύς για να τον ακολουθήσω οπότε και προτιμά να με κρατά τρυφερά από το χέρι και να του επισημαίνω τι είναι ο φόβος και πως μπορείς να τον ξεγελάσεις δίχως να τον προσβάλλεις. Για κάθε παιδί η ιστορία ξεκινά με τον οίκτο απέναντι σε όσους κρύβουν το όνειρο από το πρόσωπό του, και κάθε παιδί μεγαλώνει μόνο και μόνο για να αποσπάσει αυτό το πρόσωπο από τον κόσμο ολόκληρο.

στον ηράκλειο Νίκο και στα μικρά βιβλιοπωλεία του Σεπτέμβρη

Συνεχίζεις να αγαπάς τον κόσμο για να υπάρχει
Συνεχίζεις να μένεις μόνος στο σκοτάδι
για να υπάρχεις κι εσύ
Συνεχίζεις να ζεις για να γελάς
στα όρια της τρέλας
Συνεχίζεις να βοηθάς τους ανθρώπους
να περνάνε τον δρόμο
μήπως και περάσεις και συ
Συνεχίζεις να κλαις για να ζεις
στα όρια της χαράς
Συνεχίζεις να απορείς
αν όλα αυτά έχουν κάποια σημασία
για να πείθεις τον εαυτό σου
Να συνεχίζει κι ας μην ξέρεις γιατί
ποιος και κυρίως πότε

Κάθε γενιάς μανιφέστο
μια διαφήμιση
για τα γεράματα της ίδιας γενιάς

Αν θες πραγματικά να αλλάξει ο κόσμος
σταματά να τον αποκαλείς κόσμο
και δώστου το όνομα όσων αγαπάς
απλά βεβαιώσου
πως ανάμεσα σε αυτά τα ονόματα
βρίσκεται και το δικό σου

Καθόμασταν στο παγκάκι της παιδικής χαράς ο φίλος μου κι εγώ. Αυτός πατέρας δύο παιδιών που σκαρφαλώνανε και πέφτανε όλο γέλιο από τα ψηλότερα σημεία των κατασκευών του παιδότοπου κι εγώ ο φίλος του. Για να πιούμε καφέ παρεούλα έπρεπε να τον συντρόφευσω σε αυτές τις ατελείωτες ώρες ανατροφής των παιδιών του. Δεν υπήρχαν άλλες ευκαιρίες καθώς ή θα τα μεγάλωνε ή θα δούλευε αλλά δεν με πείραζε. Είχε πλάκα να βρίσκομαι μέσα σε όλο αυτό τον χαμό από παιδικές φάτσες και ανύσηχες μαμάδες. Ήμουν εργένης και συνήθως ξενύχτης. Τα μαύρα ρούχα με τα μαύρα γυαλιά μου και οι μαύροι κύκλοι πίσω από αυτά προσθέτανε μια αύρα μυστικισμού στον χώρο. Εκείνη την μέρα μιλάγαμε ως συνήθως για μεγάλα πράγματα όταν ξαφνικά μας διέκοψε η φωνή του Χρήστου. Ο παλαβός της πόλης μας. Μια κωμική και συνάμα τραγική φιγούρα που τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια σερνόταν δίχως πόνο στους δρόμους κι έμοιαζε να περνάει καλά και να κάνει και τους γύρω να διασκεδάζουν μαζί του όταν είχαν ένα δύο λεπτά να συμμεριστούν την τρέλα του. Μας τράκαρε ένα τσιγάρο και μας ευχαρίστησε μένοντας από πάνω μας να το καπνίζει με απόλαυση. Στη στιγμή εμφανίστηκε ο γιος του φίλου μου για να πιεί νερό ή κάτι τέτοιο. Ο Χρήστος ξαφνιάστηκε κι αφού ενημερώθηκε για την πατρότητα του παιδιού γυρνάει όλο ύφος και λέει στο παιδί, μικρούουλι, μικρούουλι, πες τ’ πατέρα σ’ να πα να γαμ’θει. Γελάσαμε και γέλασε κι αυτός μαζί μας εκτός από τον μικρό που κοίταγε με απορία και τους τρεις μας. Από τότε η φράση αυτή έμεινε στα κεφάλια μας σημαίνοντας αγάπη και ταυτόχρονα κάτι πέρα από το νόημα αυτής, κάτι που δεν μπορεί να εξηγηθεί με ένα φυσιολογικό ή συνηθισμένο τρόπο. Κάτι πολύ πιο μεγάλο από το γνώριμο συναίσθημα του να αγαπάς κάποιον ή κάποια, καθώς μες στα λόγια αυτά νιώσαμε την υπέρβαση ενός κοσμικού αστείου, την διαφυγή από την στείρα λογική των τρυφερών συναισθημάτων και την ανύψωση σε κάτι πολύ πιο αληθινό από ότι χρειάζεται να καταλάβουμε για να αγγίξουμε με στοργή αυτόν που στέκεται δίπλα μας. Ίσως παρατραβηγμένο συμπέρασμα αλλά από τότε αναπαράγουμε την φράση ακατάπαυστα σε στιγμές ευδαιμονίας και χάρης. Μικρούουλι, μικρούουλι Τζένη, μικρούουλι Μήτσο, μικρούουλι Φόρη, μικρούουλι Νίκο, πες τ’ πατέρα σ’ να πα να γαμ’θει.

Το δράμα των φύλλων
κάτω απ το φως του στύλου
ολάκερη η νύχτα
στην κόψη μιας πτήσης
από το ύψος των ανθρώπων
στο δικό μου επίμονο λάθος.

Το ημερολόγιο απαρτίζεται
από τις σιωπές που μοίρασες.
Στην άκρη της νύχτας.
Όταν όλα όσα έπρεπε να ειπωθούν
ήταν το όνειρο μιας αυγής
πολύ όμορφης
για να την πιστέψεις.

Ο ένας μετράει τον άλλο
να τον βρει πιο λίγο πιο πολύ
περισσότερο ή λιγότερο
ευτυχισμένο από τον ίδιο

ανάλογα με τη θέση
που θέλει να καταλάβει
για να γίνει ή να νιώσει
πιο πολύς ή πιο λίγος

λιγότερο ή περισσότερο
ευτυχισμένος από τον άλλον
σε έναν κόσμο που οι περισσότεροι
παραμένουμε ολόιδιοι με τον καθένα.

Υγ: Συνεχώς χασμουριέμαι
να μην ακούω ούτε τον άλλο

ούτε και μένα.

Ότι μαθαίνουμε
προέρχεται από τους ανθρώπους
που αγαπάμε.

Είμαι ένας άντρας
με γυναίκα και παιδί
σε μια μικρή πόλη.

Ότι γινόμαστε
προέρχεται από τους ανθρώπους
που ποθούμε.

Είμαι ένας άντρας
που εργάζεται και γράφει ποιήματα
σε μια μικρή πόλη.

Άρχισε να κλαίει μες στα πρώτα πέντε λεπτά. Λες κι ήθελε να προλάβει τον χρόνο μέχρι το κουδούνι για να πνιγεί μες στα δάκρυά της, ίσως πιστεύοντας πως έτσι θα καταφέρει να παρασύρει κι εμάς μέσα στα απροσμέτρητα βάθη της οδύνης της και να μας θάψει μες στο λερό σκοτάδι που της χαρίσαμε, εμάς τους τερατώδεις μαθητές και μαθήτριες του Γ3 στο δεύτερο πιο επικίνδυνο λύκειο της πόλης. Την είχαμε πρήξει. Φωνές, κραυγές, ιπτάμενα βιβλία και κιμωλίες, θρανία που τραντάζονταν από τα χτυπήματα, τσάντες που σκάγαν με δύναμη στο πίνακα περνώντας ξυστά από το κεφάλι της, σωματικά υγρά να ανταλλάσονται με περηφάνια κι άλλα πολλά ήταν τα τετριμμένα κόλπα για να ισοπεδώσουμε μια καθηγήτρια ή έναν καθηγητή αλλά στην περίπτωσή της αυτό που της στοίχιζε τόσο πολύ ήταν πως δεν δείχναμε ούτε την παραμικρή μετάνοια για τις πράξεις μας. Ακόμα κι όταν η φασαρία και ο πανικός κούραζαν ακόμα κι εμάς αδιαφορούσαμε πλήρως για την κατάσταση της, για το πόσο ειλικρινά λυπημένη και καταπονημένη φαινόταν και συνεχίζαμε να την κοροιδεύουμε δίχως ποτέ να περάσει από το μυαλό μας πως κι αυτή σαν εμάς ήταν άνθρωπος. Αυτή μια κοπέλα όχι πάνω από τριάντα, πτυχιούχος κοινωνιολογίας, να προσπαθεί να διδάξει σε μας συμπεριφορά, οργάνωση και αλληλεπίδραση. Κι εμείς από τη μεριά μας να την βαράμε με ότι έχουμε για να ξεχάσει τα πάντα. Εκείνη την μέρα άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Είχε καταρρεύσει. Στην αρχή παραξενευτήκαμε κι είπαμε να δούμε που το πάει. Καθώς το πρόσωπό της παραμορφώνοταν από τον πόνο συνειδητοποιήσαμε πως το παιχνίδι έσπασε. Προσπαθήσαμε να της εξηγήσουμε πως δεν είμαστε κακά παιδιά, πως απλώς κάναμε πλάκα, πως δεν έχουμε κάτι μαζί της. Δεν καταλαβαίναμε τι ήθελε να μας πει. Είχε μπουκώσει τόσο κλάμα και μύξα που δεν ήταν πια μαζί μας. Την αφήσαμε στην έδρα να κρατά το κεφάλι της μες στα χέρια της και να προσπαθεί να ανασάνει. Λίγο πριν το κουδούνι ένας από μας σηκώθηκε και της πρόσφερε ένα χαρτομάντιλο με έναν ακραία ειρωνικό τόνο. Γελάσαμε όλοι μαζί καθώς αυτή το άρπαξε, το τσαλάκωσε και το πέταξε κάτω.

Είχα μία ώρα
για να σώσω τον κόσμο
από την καταστροφή
απλά και μόνο λέγοντας κάτι
μία οποιαδήποτε έκφραση
ότι ήθελα, ότι πίστευα
γενικό ή συγκεκριμένο
ικανό να σώσει τον κόσμο
από την καταστροφή.
Δοκίμασα τα πάντα.
Αφού εξάντλησα το μυαλό μου
έπιασα τα βιβλία μου
τα τραγούδια και τις προσευχές.
Στα τελευταία λεπτά
είχα ήδη καταρρεύσει
σε κάτι άρρωστο και ξένο.
Όταν η ώρα πέρασε για τα καλά
πήρα τηλέφωνο την μητέρα μου
και της ζήτησα συγνώμη κλαίγοντας
ζητώντας της να με συγχωρέσει.
Ο θόρυβος της πόλης
συνέχιζε να τρύπα τους τοίχους μου.
Η αλήθεια είναι εξάλλου
πως ο κόσμος δεν με ενδιέφερε ποτέ.

Όταν ήμουν παιδί, στις οικογενειακές μας διακοπές στο βουνό, ολομόναχος μέσα στα βαθιά μαύρα έλατα και τον χαμηλό ήλιο είχα εφεύρει ένα παιχνίδι για να σκοτώνω την ώρα μου. Έπαιρνα μυρμήγκια από διαφορετικές φωλιές γύρω από το μέρος όπου κατασκηνώναμε και τα έβαζα μέσα σε μια λακουβίτσα από χώμα προσπαθώντας να τα βάλω να μονομαχήσουν μεταξύ τους. Τις περισσότερες φορές απόφευγε το ένα το άλλο και κάποιες πολύ λίγες φορές η μάχη δινόταν και ήταν μέχρι θανάτου. Εκείνες τις φορές σχεδόν μαγευόμουν από την βαναυσότητα των χτυπημάτων. Ήταν ότι πιο σκληρό είχα δει μέχρι τότε. Δεν ήμουν ένας κακός θεός. Απλά δεν είχα ακόμα αντιληφθεί το συντριπτικό κάλλος της αδιαφορίας.

Από το χαρτί στον υπολογιστή κι από κει στο κινητό κι από κει σε έναν κόκκο άμμου. Βρήκα το παλιό τετράδιο με την αγάπη της Κατερίνας. Άγαρμπα ψηλά ποιήματα ξεθωριασμένα πια σε έναν καιρό που όλα τα χωνεύει. Μάθαμε να αντέχουμε τα πάντα. Τον εαυτό μας κυρίως. Οι παλιές κραυγές για βοήθεια αντικαταστήθηκαν από το ίδιο αδιαπραγμάτευτο αύριο της συνήθειας και της μοναξιάς. Που και που σπάει ένα χαμόγελο αληθινής συντροφοσύνης και τότε όλα φαίνονται πόσο ρημαγμένα έχουν παραιτηθεί. Δεν τολμώ να κοιτάξω πίσω. Το παρελθόν είναι ένας θησαυρός που μόνο να με στοιχειώσει μπορεί. Γίνομαι φάντασμα μόνο και μόνο για να καταφέρω να πληρώσω το τίμημα του και να εξέλθω στην τωρινή μου ζωή. Είναι αδιανόητο το ποσό πολύ επιθυμούσα να την αγαπήσω. Τα ποσά ενσάρκωνε δίχως ποτέ της να μπορεί να το αντιληφθεί. Το σμίλεμα της μούσας που πάντοτε ποθούσα. Το εισητήριο για την αθανασία. Στο φιλί, τον πόνο, την χαρά. Όπως κι άλλες μετά από αυτήν. Μέχρι την αμείλικτη πραγματικότητα. Μέχρι την απόλυτη επίγνωση του ποιος πραγματικά είμαι.

Τόσοι πυροβολισμοί
Τόσα λάθη
Λάθος ονόματα, λάθος λέξεις
Άνθρωποι που φεύγουν
Άνθρωποι που στέκονται
Ολομόναχοι
Μέσα στους υπονόμους
Στις φωλιές των πουλιών
Ξεριζωμένοι
Από κάθε αλήθεια
Από κάθε πιθανότητα
Να πιστέψουν σε οτιδήποτε πια
Κοιτάν τον ουρανό
Δηλώνουν αθώοι
Επιστρατεύουν τα σύννεφα
Μεγάλα σαν κύματα
Να ξεπλύνουν το αίμα
Να επαναφέρουν την ιστορία
Στο σημείο διαγραφής του χρέους
Από όλα τα μικρά παιδιά
Που κι απόψε θα κλείσουν τα μάτια
και θα κοιμηθούν

Πιο μόνος από τον κόσμο δίπλα μου.
Πιο ετοιμόρροπος απ την νύχτα.
Πιω δεν πιω η πόρτα θα ανοίξει.
Θα μπει μέσα ο πατέρας μου.
Θα με κοιτάξει και θα φύγει.
Τότε θα καταλάβω για μια ακόμα φορά
πως η ευθύνη είναι όλη δική μου.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερο δώρο
από αυτόν που δεν υπάρχει.
Θα ξαπλώσω στο κρεβάτι
και θα προσποιηθώ πως αυτός
Είμαι εγώ. Ο κόσμος θα γνέψει καταφατικά.

Όλοι κοιμούνται με το πρόσωπό τους το βράδυ
Όλοι ξυπνάνε με τα δύο πόδια τους το πρωί
Όλοι ζούνε με τα δύο τους χέρια
Άλλοτε γεμάτα κι άλλοτε άδεια
Όλοι πεθαίνουν με ολόκληρο το σύμπαν
στο προσκεφάλι τους

Μια καρδιά πριν γίνει ψυχή
Μία απεριόριστη ρουτίνα εκφράσεων
Κι ένας κόσμος που σκάει σαν δάκρυ
Πάνω στα μάγουλα ενός παιδιού
Την στιγμή ακριβώς που αυτό γίνεται πια παιδί

Αγοραπωλησίες εαυτών
Άλλων φτηνότερων άλλων ακριβότερων
Ξεχνάς τον στίχο που θα έκανε αυτό το ποίημα
ποίημα
και προχωράς
Δεν ακούω πια τον εαυτό μου
Η ζωή μου καταλαμβάνει
ολάκερη την πραγματικότητα
Κλείνω τα μάτια και αφοδεύω
την καλύτερη ύπαρξη που δεν ήμουν

Τα μπαρ είναι πιο μοναχικά
από το μπαλκόνι μου
Το μπαλκόνι μου είναι πιο μοναχικό
από εμένα
Δεν υπάρχει δίοδος διαφυγής
Όλα επιστρέφουν σε ένα πρωινό
καταμεσής του κόσμου
με την απορία γαντζωμένη στο στόμα
Ποιο νερό; Ποια γη; Ποια σύννεφα;

Προσαρμογή διδακτέας ύλης
Το κόλπο της εξαφάνισης
Όλοι μαζί ταυτόχρονα
Το μικρό λευκό ψυγείο και όλα τα συναφή
Τα δικαιώματα του ανθρώπου
Στην εποχή των δεινοσαύρων

Χτες βράδυ σε είδα
Έκανες πάλι τα ίδια
Πλακωνόσουν στα ξίδια
Σε μια μπάρα με φίδια
Και ξερνούσες στολίδια
Σε όποιον σε κέρναγε άλλο ένα ποτό

Ξέρω πως είσαι μόνη
Πέλαγος το σεντόνι
Το κινητό η αγχόνη
Κάθε νύχτα παγώνει
Δίχως Αργύρη το χιόνι
Σε σκεπάζει μέχρι να κοιμηθείς

Καλύτερα να ξεχάσεις
Προτού παίξεις να χάσεις
Ότι βρεις να στοιβάξεις
Την καρδιά σου να βράσεις
Το ζουμί να πετάξεις
Κι ότι μείνει δώστο σε μια ΜΚΟ