στη γυναίκα μου


Η μοναξιά μου για σένα διπλώνει το χρόνο
ξανά και ξανά
ωσότου σταθεί στην άκρη της γλώσσας μου.
Αγνάντι παρατίθενται τα αποσπάσματα ενός
οποιουδήποτε λόγου ήσουν εδώ.
Οι λευκοί τοίχοι αφυπνίζουν τις αποστάσεις
από χιλιάδες απύθμενα τώρα
στο φιλί της εισόδου σου.
Ο ήχος ενός και μόνο κλειδιού συνταιριάζει ολόκληρη την πόλη.
Καμία εξίσωση δεν σώζεται, δεν γλιτώνει
το θείο σύστημα της εκκόλαψης μας
στην απουσία μας.
Απλά διευρύνω τα μάτια σε αυτό κι αυτό σε κοιτά.
Ένας ενδότερος κόσμος πληθαίνει με ιώδης ταχύτητα για να
αφανιστεί μεμιάς και η παραμικρή επιλογή
προϋπόθεση ενός σάλτου
σε ότι απομένει εκεί δίχως εσένα.
Ενέχω τη σίγουρη καρδιά της μίας σάρκας.


 

ήταν ένα ποίημα με μεγάλα αυτιά

                                                                       Στο Μουτσουνάκι


Το καλό κακό ποίημα.
Αγάπη και σκατά.
Το κακό καλό ποίημα.
Σκατά και νερό.
Το ικανό ποίημα.
Μόνο νερό.
Το ανίκανο ποίημα.
Μόνο σκατά.
Το δικό μου ποίημα.
Το δικό σου ποίημα.
Το δικό του ποίημα.
Το δικό της ποίημα.
Επιστροφή μετά τις διαφημίσεις.



Τελειώνει ο χώρος στο τασάκι, στο δωμάτιο, στη πόλη. Τελειώνει ο χορός στην ανάσα, στα μάτια, στη λέξη. Μα γιατί να είναι τόσο εύκολο να ζεις; Γέμισε ο ουρανός καθρέπτες. Η γη είναι θρύψαλο χρόνου. Η τελευταία ατάκα ενός αστείου. Αν μπορούσα να γίνω η έξοδος κινδύνου και συνάμα ο σεισμός, η πυρκαγιά, η πείνα, ο φόβος. Το τρελό παιδί αρνείται να καταπιεί το μαχαίρι. Το μαχαίρι αρνείται να καταπιεί το φιλί. Είναι ένα μεγάλο μπλέξιμο. Είναι η παράλυση. Το άγαλμα λιώνει μέσα στο στόμα μας. Ο μίτος κάθε κοπέλας περιτυλίγει το μυστήριο. Καμία έκπληξη παρόλα αυτά. Καμία σύγκρουση. Ένα φρόνημα για κάθε σωτηρία. Ένας χριστός για κάθε αλλάχ. Ένα νόμισμα που δεν βρήκα στην τσέπη μου για να σώσω την μαγεμένη πολιτεία κι έτσι την πήραν ξανά τα κύματα για άλλα 100 χρόνια. Υπηρετώ με πάθος την συγνώμη που ποτέ δεν θα σας ζητήσω. Μαύρες κάπες στροβιλίζονται στα άδεια πάρκινγκ. Κάθε πλαστική σακούλα είναι ένα ξωτικό. Η μητέρα μου δεν γνωρίζει την απουσία μου από το σημερινό μάθημα. Η απουσία μου δεν γνωρίζει την μητέρα. Κατάλευκο το βιβλίο προσαρμόζεται στη στιγμή. Ελπίζω να δυσφήμησα ξανά τα ιστολόγια και κάθε αυτοκατάραστο ποιητή. Ελπίζω σε μια διακοπή ρεύματος. Ελπίζω στους ωκεανούς. Ελπίζω σε κάποιον άλλο από σένα και μένα. Τον ξέρεις;

I’m looking forward to forget about it all soon.


The end is near, have sex ή πόσο βαρέθηκα την μοιρολατρία


Σε χούφτωσα στο ραντεβού της νύχτας με τη μέρα
Μια ζεστή Απριλιάτικη Δευτέρα
Τα ρούχα ήταν λίγα, τα όνειρα πολλά
Κι οι δύο νιώθαμε καλά.
Που η καύλα θα κρατήσει και το γλέντι θα αρχίσει
Τσάμπα δεν ήτανε ο πούτσος μου σε στύση
Η αγωνιά μου, ο πόθος, η λαχτάρα
Μια μικρή ενδότερη αντάρα.
Που άκουσε ο κώλος σου και σύρθηκε ως εδώ
Κι από τότε δεν είμαι πλέον μοναχός
Και τα γέλια μας κρατάνε κι οι υποσχέσεις δε μετράνε
Και αυτοί που αγαπάνε βλέπεις εύκολα σκιρτάνε
Και μπορούν να σταθούν μέσα στο χρόνο
Κι από καύλα να μοιράζονται τον πόνο
Βλέπεις το σώμα το δικό τους φωτίζει εκεί ψηλά
Κι έτσι όλα πάνε καλά.

Άκου μωρό μου, για όλους έχει ο καυλός
Κι ίσως ο δικός σου κώλος να ναι κάπου εκεί στο φως
Άκου μωρό μου, για όλους έχει ο καυλός
Και σε γουστάρω ειδικώς


 


Δε γίνονται όλα ποιήματα. Δε μπορούν να γίνουν και δεν πρέπει.

Οι αυτοπυρπολούμενες γέφυρες, το κενό ενδιαίτημα, η ερμηνεία του σκοταδιού, η αυτιστική ετερότητα, το χρόνιο άσθμα, τα λεφτά σου, τα λεφτά μου, κάθε λογής προπαγάνδα, η σαβανώδης ευγένεια, η σύγχυση, η τρέλα που δεν αγαπιέται, το φρόνιμο φως, οι μπάτσοι σε κάθε γωνιά του ματιού σου, ο κλητήρας στο χέρι σου, η πρέζα, τα όπλα, οι κούκλες, το κουμπί της ετυμηγορίας, η αυτόκλητη τιμωρία, το ψέμα που δεν κατανοείται, η αλήθεια που δεν συγχωρείται, ο φθόνος, τα άδεια μας χέρια να παριστάνουν τη γιορτή, η λοιδορία, τα χιόνια που λιώνουν, το χλωμό πρόσωπο του μεσημεριού κι άλλα πολλά..

Υπάρχουν λέξεις που δεν πρέπει να γραφτούν.

Προσπαθώ σκληρά να μη τις γράψω.


 


Ω, εποχή πυρίμαχη
ανατέλλεις στην παράκρουση των φθόγγων
εσύ είσαι η ελπίδα να σωθούν
οι άμοιροι ποιητές μας.
Στο κρόταλο τους εισχωρείς
το ολόμαυρο, καθάριο στίγμα
παύοντας το άδοξο αίμα, το πικρό
επάνω στο μαχαίρι.
Κάθε ένα γράμμα τώρα πια
έχει να αποφασίσει
χωρίς κανένα υπαινιγμό
το φίλο και τον αδελφό
τη σημασία της φρίκης.
Είμαστε εμείς, ανάθεμα
ο αναγιγνώσκων τρόμος
εκείνο το άδηλο, ισχνό
τρεμούλιασμα του χρόνου.


 


Είναι εύκολο και συνάμα ευχάριστο να γράφεις όταν μπορείς έστω να υποθέσεις σε ποιον απευθύνεσαι. Αντιθέτως, όταν λείπει η ιδέα του συνομιλητή είναι το ίδιο με το να μιλάς και να γράφεις στον εαυτό σου. Οι αυτισμοί είναι αναπόφευκτοι, η αναβίωση των μυστικών ευνοείται, η τυχαιότητα των λέξεων παρασύρει καθώς δεν υπάρχει η βαρυτική δύναμη εκείνου του σώματος που θα σε κατευθύνει αν μη τι άλλο ως προς την καθετότητα του δικού σου σώματος. Είσαι ένας απεριόριστος χώρος, κενός και συμπαγές, που αδημονεί πρωταρχικά, ακόμα, να οριστεί ως χώρος. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι αυτό είναι ανέφικτο μα ποτέ δεν γλιτώνεις από την ελπίδα αυτή. Ποτέ δεν θα μπορέσεις να περιορίσεις το όνομα σου στα γράμματα που το αποτελούν κι αυτό συνεπάγεται την ακατάσχετη ορμή και σύγχυση όλων όσων ανώφελα προσπαθείς να συνταιριάξεις σε μια σελίδα σαν αυτή και όλων όσων ποτέ δεν θα καταφέρεις να αρθρώσεις σε μια σελίδα σαν αυτή, καθώς η σελίδα αυτή σου είναι από πάντα γνωστή. Δεν έχει κάτι να σου προσφέρει αφού η προσφορά είναι, εξ ορισμού, μια πράξη που απαιτεί τη γέννηση ενός γεγονότος ή μιας ιδέας. Εσύ απλά και τυχάρπαστα, επαναλαμβάνεις υπό μορφή λέξεων και εκφράσεων, την εντύπωση ενός μέρους του εαυτού σου ως κάτι που κάλλιστα θες να επιθυμείς, ξεχνώντας εσκεμμένα πως και η επιθυμία είναι μια πράξη που απαιτεί μια ερωτική διάθεση κι όχι μια στυγνή, βασανιστική, ψυχαναγκαστική χειρονομία. Ιδιωτεύεις με μια καταστρεπτική ιδιοτέλεια. Σύντομα θα καταλήξεις στην φαντασίωση. Θα αναγκαστείς να σημάνεις το τέλος αυτού του διαλόγου ή χειρότερα την απαρχή ενός επεισοδίου ψύχωσης και φθόνου γι’ αυτό που ποτέ δεν μπορείς να είσαι. Αυτό που ποτέ δεν θα γράψεις, εν τέλει, είναι το πολυτιμότερο σου γραπτό. Αν μη τι άλλο η πιθανότητα να συμβεί κάτι που θα ανατρέψει όλα τα παραπάνω είναι προς το παρόν ακόμα δυνατή. Μονάχα που κάθε σου λέξη την συρρικνώνει. Κάθε σου έκφραση επιβεβαιώνει αυτό που είσαι προορισμένος να είσαι. Δεν υπάρχει διαφυγή. Κανείς ποτέ δεν θα σβήσει όλες αυτές τις χαρακιές απ’ τα μπράτσα σου. Κανείς ποτέ δεν θα κοιτάξει τα μάτια σου για να δει την αντανάκλαση του. Κανείς ποτέ δεν θα μάθει ποιος είναι γνωρίζοντας εσένα. Όταν είσαι τόσο μόνος είναι προτιμότερο να μην γλιτώσεις ποτέ.


για μια νέα φυσική ερμηνεία των προσήμων


Ο φίλος του φίλου μου κατά κανόνα είναι εχθρός. Δηλαδή (+ ).(+) = (-)
Ο φίλος του εχθρού μου είναι ένας άγνωστος. Δηλαδή (+).(-) = Χ
Ο εχθρός του φίλου μου κάλλιστα είναι φίλος. Δηλαδή (-).(+) = (+)
Ο εχθρός του εχθρού μου είναι σίγουρα ο Θεός. Δηλαδή (-).(-) = 0


 


Η ποίηση που μας έχει ασκηθεί είναι πέραν της φύσεως μας. Υπεράνω αυτής της πραγματικότητας. Για χάρη της εκλείπουν τα σημαντικότερα γεγονότα. Το ιριδίζων μπλε της χρώμα σιγοντάρει απαλά το νανούρισμα της μαμάς εξουσίας. Κατορθώνει να ψαλιδίσει με απαράμιλλή μαεστρία το ασύμμετρο στην κάθε αλφάβητο. Επινοεί την πόρτα της θριαμβευτικής επανεισόδου στο φλεγόμενο κτίριο. Επιχορηγεί το ανέξοδο. Μια ματιά στους καταλόγους της ασφάλειας αρκεί για να πειστείς. Ασφαλίζει κραυγές και χάδια στα κενά της διαστήματα. Χωρατεύει δικαστές και ενόρκους μήπως κι αλαφρύνει την ποινή μας. Καταλύει τη δυνατότητα να συμβεί η ζωή. Μας καμουφλάρει για το πεδίο της μάχης με λέξεις που ποτέ δεν ποθήσαμε.  Με άγνωστα χρώματα, ενός κόσμου που δεν είναι δικός μας, προσπαθεί να μας πείσει πως η κατανόηση δεν περνά από το στομάχι. Πως αρκεί μια παλινωδία για να αποκτήσουμε την απαραίτητη τυφλότητα. Σφίγγει τα δόντια και καταπίνει κάθε περίσσια σιωπή. Μας εκπαιδεύει στη λατρεία του ανομολόγητου. Εκεί που το πρόσωπο και το ρήμα ταυτοποιούνται με το επίθετο. Και τούμπαλιν. Ένας σχολαστικός συνήγορος του αδιόρατου. Αυτός που μας καθυποτάσει στην αέναη εφεύρεση της αλήθειας. Η ποίηση μου μας έχει ασκηθεί είναι πέραν πάσης φύσεως. Γενικά, σκατά.



ΛΈΞΗ ΛΈΞΗ εγώ εσύ κι οι άλλοι
Απ’ το λερό πρωινό
ξεφτίζουμε
μήπως τάχα προλάβουμε το βράδυ.


 

η Λέξη


Η Λέξη, εξ ορισμού, είναι ένα σύστημα καταγραφής και ελέγχου της κερδοφορίας των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Με την Λέξη γίνεται συστηματική καταγραφή της αξίας υλικών ή άυλων αγαθών όπως επίσης και δραστηριοτήτων που διαφοροποιούν την αξία υλικών ή άυλων αντικειμένων. Με την Λέξη, ως μαθηματικό σύστημα οικονομικού κορμού, πάσης φύσεως δραστηριότητες, πράξεις ή συναλλαγές, προσδιορίζονται και καταγράφονται συστηματικά και μεθοδικά έτσι ώστε να είναι εφικτός ο μελλοντικός έλεγχος.

Το γεγονός ότι με την Λέξη καταγράφονται και λαμβάνουν αξία, μεθοδικά, όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες ιστορικά, από την παραγωγή στην κατανάλωση, κάνει εφικτή την δυνατότητα ο άνθρωπος να προσδώσει με σαφήνεια αξία σε όλα τα αγαθά, αναγνωρίζοντας καθαυτό τον τρόπο το κόστος κάθε ύλης ή μη ύλης, ακόμα και το κόστος του ανθρώπινου δυναμικού.

Είναι μια μορφή οικονομικού λογαριασμού που έχει αντικείμενο την εγγραφή των πλευρών της αναπαραγωγής που εκφράζονται σε οποιαδήποτε μορφή και τις διάφορες πράξεις που δημιουργούν κίνηση υλικών και μη υλικών μέσων. Οι μέθοδοι και η τεχνική της Λέξης σημείωσαν στους αιώνες μια συνεχή βελτίωση.

Η Λέξη ως κλάδος της Μαθηματικής επιστήμης βασίζεται σε ένα σύστημα κατάταξης, δηλαδή ανάλογα με τον τύπο της συναλλαγής π.χ. παραγωγής, ανταλλαγής ή κατανάλωσης, δια της ακολουθούμενης στη συνέχεια ανάλυσης και σύνθεσης αυτών επιτυγχάνεται ο ακριβής προσδιορισμός της εκάστοτε πραγματικότητας και της πορείας μιας συγκεκριμένης ανθρώπινης δραστηριότητας.

Βάση της παραπάνω μελέτης είναι ο λογαριασμός. Με την εξέλιξη των ανθρωπίνων σχέσεων που συνεχώς γίνονται πιο περίπλοκες και η Λέξη συνεχώς τελειοποιείται.


Στο 19


Όλοι πια τα κάνουν όλα κι έτσι δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα.
Στίχο, στίχο φεύγουν τα ποιήματα μαζί τους και τα μάτια.
Ότι γίνεται, γίνεται για να γίνει προτού γίνει το επόμενο.
Τόσος ανύποπτος χρόνος που η άνοιξη ήρθε νωρίτερα.
Παρήγγειλα βιβλία για να μην βγάλω τις πιτζάμες.
Παρήγγειλα βιβλία για να μην σου ξαναγράψω.
Ακέραια η φροντίδα σου, νιώθω πως δεν υπάρχεις.
Ο λαγός απ’ το καπέλο του μάγου είναι το μετά-ελληνικό φαντασιακό.
Αύριο δικάζεται ένας φίλος και κοντεύω να σκάσω απ’ τη ζήλεια μου.
Ακόμη και στους νεκρούς υπάρχουν πρωτεία.
Μια ακόμη πρόταση για να καταστρέψω την αυτοπεποίθηση μου.
Μια ακόμη πρόταση για να γλιτώσω απ’ την πίστη σας σε μένα.
Η ιστορία επαναλαμβάνεται όσο καλύτερα μπορεί.
Αν σε προδώσω υποσχέσου μου πως θα προδώσεις το θεό.
Αν σε γλείψω μην κολυμπήσεις.
Όμορφα παιδάκια, όμορφα καίγονται.
Ένα τσιγάρο δρόμο μου ‘πες κι άνοιξες τα πόδια σου.
Οι φίλοι μου δεν είναι φίλοι μεταξύ τους.
Αν ήσουν ζώο τι χρώμα θα ‘σουν;
Αν ήσουν εγώ, εγώ ποιος θα ‘μουν;


 


Πολλοί ποιητές λένε πως όλοι γράφουνε ποιήματα
και δεν καταλαβαίνω αν αυτό λέει αυτό που λέει
ή θέλει να πει κάτι άλλο.
Στον κόσμο που ζω κανείς δεν μιλάει για ποίηση.
Οι βιτρίνες των βιβλιοπωλείων της πόλης μου σπανίως
κοσμούνται από ποιητικές συλλογές.
Από τους τρεις γνωστούς ποιητές της πόλης
ο ένας εξαιρείται του κανόνα ( ή καλύτερα είναι ο κανόνας )
ο άλλος έχει χρόνια να γράψει
κι ο τρίτος πρέπει να είναι ήδη φάντασμα.
Στο διαδίκτυο υπάρχουν πολλοί ποιητές
μα στην τελική καταφέρνω να επισκεφθώ
δύο με τρεις σελίδες τη μέρα.
Πρέπει να αναπνέεις κιόλας.
Ένας καλός μου φίλος που ήθελε να είναι ποιητής
τρελάθηκε πριν γράψει οτιδήποτε
και ένας άλλος μόλις χτες μου εκμυστηρεύτηκε πως γράφει
γιατί ήξερε πως εγώ δεν θα γέλαγα με αυτό.
Κάποιες προσπάθειες που γίνονται για την επικοινωνία της ποίησης
από μεμονωμένα άτομα ή συλλογικότητες
καταλήγουν να τρέφονται με τα απομεινάρια
από το μεσημεριανό ουζερί.
Εγώ ποτέ δεν είχα όνομα μέσα σε αυτό ( ή σπάνια έστω )
κι αν αυτό που κάνω είναι ποίηση
δεν το ‘χω σκεφτεί ιδιαιτέρως
μα και κανείς δεν τόλμησε να μου το πει κατάμουτρα.


 


Το μεσημέρι είμαι καλεσμένος σε φιλικό σπίτι για φαγοπότι. Οπότε καλό θα ήταν να σουλουπωθώ λιγάκι. Θα κάνω ένα μπάνιο, θα φορέσω καθαρά ρούχα και θα βάλω λίγο τσίπουρο σε μια μπουκάλα για πεσκέσι. Μα το κυριότερο είναι, καθότι ξύπνησα πάλι με τον ψυχαναγκασμό του ποιητή, να προεξοφλήσω την φλυαρία μου και να αλαφρύνω το μυαλό μου από όσες περισσότερες λέξεις μπορώ. Οπότε για το κοινό καλό, εξαιρουμένου του δικού σας, αγαπητοί μου αναγνώστες, θα ακολουθήσει μια ακατάσχετη, πιθανώς, ροή λέξεων και φράσεων, μπας και κατευνάσω το τερατόμορφο καρδιοχτύπι της δημιουργίας και μπορέσω να χαρώ, σιωπηλά και ακίνδυνα, την συντροφιά της παρέας. Επομένως, χρέος κι ηδονή, περίπατος, βιτρίνα, σωτήρας, υποδούλωση, μόνος, μοναχικός, σαφέστατα, υπεύθυνα, έρωτας, πράξη, παιδιά, γατιά, σκυλιά, θάνατος, χρωμοσώματα, εμπόριο, κομμουνισμός, αναρχία, βυζιά, κώλοι, πούτσες, μουνιά, facebook, χιούμορ, θεός, κορνήλιος καστοριάδης, ξέρω, γνωρίζω, υποθέτω, μπορώ, άκουσα, λένε, θα βρέξει, θα χιονίσει, η γη πεθαίνει, ωρολογιακή βόμβα, κατευθυντήρια σιωπή, αγάπη, αγάπη, μουσική, τέχνη, πόνος, πατρίδα, ήλιος, Δ.Ν.Τ., αριστερά, δεξιά, ανώφελα, αλήθεια, ψέμα, ποίηση, ποίηση, γραφή, σκατά. Νομίζω πως νιώθω ήδη καλύτερα. Καλησπέρα, πως πάει;



Οι άνθρωποι την σταματούσαν στο δρόμο και με ατόφια αγωνία την ρωτούσαν αν αισθάνεται καλά. Σήμερα ξεκουράζομαι, ψιθύριζε κι ευθύς απομακρύνονταν.



Η αγάπη μου είναι το μυστικό που σε σένα εκμυστηρεύτηκα. Η αγάπη μου μεγαλώνει με τα μυστικά μου για σένα. Η αγάπη μου δεν θα πεθάνει ποτέ, καθώς κανείς δεν θα μάθει ποτέ ποιος είμαι. Εκτός ίσως από σένα. Η αγάπη μου δεν θα πεθάνει ποτέ, καθώς ποτέ δεν θα μάθω ποιος είμαι. Παρομοίως, η αγάπη μου είσαι εσύ που δεν ξέρω τίποτα για σένα κι αυτό είναι ό,τι ζητώ.  



Τα πουλάκια κελαηδούν, ένα μηχάνημα βουίζει
Ένα τσιγάρο καπνίζει ένα άντρα
Η άνοιξη είναι ένα κρεματόριο
Όπως η αδικία είναι τυφλή
Ο κόσμος πηδάει από τις επάλξεις
Σφηνώνεται στη λέξη
Να ένα μήλο, να ένα πιστόλι
Να η υπεράσπιση των πάντων
Η απόλυτη ευκαιρία να σιωπήσεις
Γράφοντας μια ακόμα πρόταση
Δίχως την παραμικρή θέληση
Να σώσεις ή να σωθείς
Οι σημαίες σκεπάζουν τη χλόη
Οι μηροί σου αγκαλιάζουν το φως
Εγώ δεν αισθάνομαι λύπη
Εγώ φροντίζω το κορμί μου
Να γίνει στάχτη
Να ένα όμορφο πρωινό
Να η ανάταση της μοίρας μου
Σκεβρωμένοι υπάλληλοι του ακατάληπτου
Επιδειξίες σφετεριστές του ωραίου
Απλά μια σημείωση στην έκβαση του αγώνα
Είναι αρκετή να επαναφέρει
Τη συλλογική μνήμη του παιχνιδιού
Η απόλυτη ευκαιρία να σιωπήσεις
Γράφοντας μια ακόμα πρόταση
Από το Αγρίνιο ως τη Τζακάρτα
Από το πάνω ράφι της βιβλιοθήκης
Ως τον κάδο ανακύκλωσης στη γωνία
Από τη μι έως τη φα
Όλα είναι η έξοδος κινδύνου
Ο απαιτούμενος χρόνος σήψης
Η επιμονή του Κυρίαρχου Άλλου
Να γίνει Εμείς
Να το απόλυτο, να το μήλο
Ο χρόνος είναι ο διάολος
Κι ο διάολος είναι η φύση
Όπως σηκώνεσαι μέσα στο κύμα
Όπως ρουφάς το αίμα μου
Όπως ονειρεύεσαι τον τερματισμό
Ως την αιώνια επιστροφή
Ενός όμορφου πρωινού
Της αγκαλιάς μας
Χρέος



Από ένα σημείο κι έπειτα δεν έγκειται άλλη αλήθεια στις λέξεις. Όλα κυλάν στη ρότα των προλεγόμενων. Οτιδήποτε φαινομενικά νέο δεν είναι παρά μια επιβεβαίωση του παλιού. H ανακάλυψη καινούργιων τρόπων διατύπωσης απλά ενισχύει την πίστη σου πάνω στην ιστορία σου. Όλα έχουν ειπωθεί χιλιάδες φορές από σένα κι εκατομμύρια φορές απ’ όλους τους άλλους μα δυστυχώς υπάρχει ακόμη πολύ δρόμος για να θεωρηθούν δεδομένα. Για το λόγο αυτό γιαγιά πάρε με σπίτι. Για το λόγο αυτό γιαγιά πάρε με σπίτι. Γιαγιά πάρε με σπίτι. Γιαγιά πάρε με σπίτι.



Η επιθυμία ενός τραγικού προσωπικού συμβάντος με στοιχειώνει. Ο θάνατος, η απώλεια, η καταστροφή μου κλείνουν το μάτι και χαμογελάν ηδονικά. Ανατριχιάζω κι η καρδιά αυξάνει τους παλμούς της στη σκέψη ενός πόνου τέτοιου μεγέθους που θα παρασύρει και θα αφανίσει κάθε νόρμα, κάθε υπόσχεση δική μου η δική σας, κάθε πρότερη εικασία ή υποτιθέμενο θέλγητρο της ζωής μου. Φαντασιώνομαι το κορμί μου να λυγά και να συσπάται στην απαγγελία του ολέθρου. Να συρρικνώνεται και να εξαφανίζεται υπό το βάρος του πόνου και της θλίψης που αυτός προκαλεί. Ίσως αυτό ακριβώς να είναι το σημείο που ποθώ και είμαι σίγουρος πως η ιδανική συμφορά μπορεί να το επιφέρει. Η πλήρης ματαίωση αυτού που είμαι και θέλω να είμαι κι η σταδιακή αποσύνθεση μου σε κάτι πολύ λιγότερο από το ανθρώπινο. Μια πέτρα που υπάρχει απλά όπως οι πέτρες υπάρχουν. Χωρίς να αναπνέει, χωρίς να αναρωτιέται, χωρίς να περιμένει τίποτα άλλο πέρα από τον θρυμματισμό της, χρόνο με το χρόνο και σταγόνα με τη σταγόνα. Μια πέτρα στο χώμα, μες στη θάλασσα ή στα χέρια ενός μικρού παιδιού. Μια πέτρα που είτε στέκεται είτε κυλά δεν αλλάζει αυτό που είναι. Ένα σκληρό, συμπαγές τίποτα που ατενίζει τον κόσμο με αδιαφορία. Μια πέτρα που απεχθάνεται τον κόσμο στα χέρια ενός τρελού που με μανία διαλύει το κεφάλι της αγαπημένης του. Μια πέτρα που μισεί τις κοινωνικές προσταγές θρυμματίζει μια βιτρίνα. Μια πέτρα μαύρη, ολοσκότεινη, αποχαιρετά γνωστούς και φίλους φεύγοντας όσο πιο μακριά μπορεί. Μια πέτρα ανίκανη να πεθάνει αφού είναι για πάντα νεκρή.


 

Το τραγουδάκι της πρώτης επιθυμίας να φτιάξουμε συγκρότημα

Στην κ. Φρειδερίκη


Ποια συγχώρεση χωράει μες σε ένα λεπτό;
Ποια συγχώρεση αντέχει τον καλό μου εαυτό;
Παλιά γελούσαμε πολύ, παλιά γελούσαμε μαζί
Άνοιγε η πόρτα στο κλειδί κι ούτε μια λέξη αδειανή
Μα πάει καιρός που ξέχασα ποια η γιατρειά κι ο πόνος
Παρέα στέκονται μαζί και γω αντίκρυ μόνος

Hackers café 1995


 

το φώώώώώώώώώώώώς


Το φως είναι μια τρύπα απ’ όπου πέφτουν
τα σκουπίδια, η μόνη μας ευκαιρία
να επιβιώσουμε, η απόδειξη πως το σύμπαν
μπορεί να αγαπήσει.

Το φως είναι μια τρύπα στο κεφάλι μου
απ’ όπου αναβλύζει ο λόγος
που αδυνατώ να ονειρευτώ.

Το φως είναι μια τρύπα απ’ όπου κοιτώ
τον θάνατο και καυλώνω.


 

because I can


Δεν γράφω για τις λέξεις. Πως θα μπορούσα άλλωστε, αφού καμία δεν ξέρω. Δεν γράφω μήτε από θάρρος, μήτε από τόλμη. Δεν γράφω γιατί ξέρω τι να πω και πως να το πω. Η σιωπή εξάλλου είναι μια ευκολία που απολαμβάνω. Δεν γράφω γιατί μου έμαθε κάποιος να γράφω ή γιατί το θέλησα ή γιατί πίστεψα πως κάτι καλό θα βγει από αυτό. Δεν γράφω για να υμνήσω ένα έρωτα ή για να καταλαγιάσω κάποιο μαρτύριο. Δεν γράφω γιατί δεν έχω δουλειά ή μου περισσεύει ο χρόνος. Γράφω απλά γιατί είναι ένα από τα ελάχιστα προνόμια που μου έχουν απομείνει. Γράφω γιατί μπορώ.



Η λέξη είναι ένας μύθος. Ακόμα κι όσοι δεν την πιστεύουν αδυνατούν να ξεφύγουν από την διήγηση της. Η λέξη είναι ο πιο φθηνός θεός. Ακόμα κι όσοι αρνούνται να την πιστέψουν αδυνατούν να αποκοπούν από την λατρεία της. Είναι ένα ποτήρι, ένα χρέος, το επιστέγασμα της οδύνης. Μιλώ και γράφω όπως εσύ μιλάς και γράφεις, αφού κάποιος, κάποτε μίλησε και έγραψε κάτι και οτιδήποτε πιά επρόκειτο να μιληθεί και να γραφτεί. Η λέξη αναπνέει την αναπνοή μας, καλλιεργεί τα χωράφια μας, δημιουργεί το αύριο και το χτες αυτού του άμοιρου κόσμου. Η λέξη στοιχηματίζει στον έρωτα ή στο θάνατο, αναλόγως τις ορέξεις της. Η λέξη πράττει και εμείς ακολουθούμε εκστασιασμένοι. Η λέξη είναι ένα κουτί μέσα σε ένα άλλο κουτί, το οποίο με τη σειρά του κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει που βρίσκεται. Απλά φανταζόμαστε πως κρατάμε το κουτί στα χέρια μας, παραδίδοντας το από γενιά σε γενιά, με την υπόσχεση το κουτί να παραμείνει ασφαλές. Με την προϋπόθεση το κουτί να παραμείνει αδιάρρηκτο. Κι όμως η λέξη δεν μπορεί, από την φύση της να αρκεστεί στο ρόλο που της αναθέσαμε. Ο υπηρέτης είδε τον κύριο του ανίκανο κι ανήμπορο να προσδώσει νόημα στις ζωές τους κι ευθύς ανέλαβε πρωτοβουλία. Η λέξη έχει ξεκινήσει την πορεία προς την πλήρη αυτονομία της. Καιροφυλακτεί σε κάποιο υγρό, σκοτεινό σοκάκι και δεν θα αργήσει η στιγμή της επίθεσης της. Η δύναμη της συσσωρεύεται σε κάθε κενό διάστημα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ηχεί στα πράγματα κι αντιφέγγει στα πρόσωπα μας. Η λέξη δεν μας χρειάζεται πια και κάθε φρόνιμος άνθρωπος μπορεί να το καταλάβει αυτό. Σύντομα θα είναι μόνη, απόλυτη κυρίαρχος του ουρανού και της γης. Σύντομα οι φωτιές θα σβήσουν, τα νερά θα στερέψουν, το χρώμα των ματιών σου και κάθε ανάμνηση της αγάπης μας θα γίνει μια σπιθαμή του βασιλείου της, ένα ακόμη όπλο στη διάθεση της για την κατάκτηση νέων αστέρων.



%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%81%cf%84%cf%89

Αναρτώ, αναρτώ όταν ο λύκος είναι εδώ. Λύκε, λύκε είσαι εδώ.
Βγάζω το βρακάκι μου και σε αγαπώ.