Φαινομενικός υλισμός


Η ιστορία αδειάζει από τις ανούσιες σημειώσεις
καθενός μας
το πορτραίτο
δραπετεύει από τα αιώνια χαρακτηριστικά
ενός τόπου
που μας δίδαξε τη φωνή και τη λέξη και τα ποιήματα
άπαντα τιμωρία
κάθε ανθρώπου ένα έγκλημα
περισσότερο του άλλου μισού
μιας αντίστασης
το λυγμικό φιλί δίπλα στα τελευταία σύνορα
μεταξύ πληθυντικού κι ενικού.


 


Υπάρχουν πάντα τα γλυκά τα λόγια κι
οι σωστές οι λέξεις να σημειώσουν
στο ποίημα την διεύθυνση
του αποστολέα και του παραλήπτη.
Μα εγώ ποτέ μου δεν είχα σπίτι
και δεν έχω κάπου να πάω.

Φιλιά


κάψωμα εν υψίστοις εγώ


Όπου τ΄ αρμόζει ο λυγμός, η θεωρία των πάντων
Κι όπου διαόλια και θεός, σκατά που επιπλέουν
Κι εγώ πάντα γενέθλιος και πάντα στροβοσκόπος
Υμέτερος, πολλαπλάσιο του χρόνου και μιας λέξης
Υποφερτά ενδότερος μια σκέψης δίχως άλλης
Γνωρίζει ο κρίνων σχώρεση και του κεφιού τη ζάλη

Περιδρομιάστε άνθρωποι να βρούμε πως θα πούμε
Το νόημα είναι ο τιμωρός, ο τύμβος, το σακάκι
Που περιφέρουν σκώληκες πάνω σε ένα κουκούτσι
Κι ορέγονται να σου το λεν πως πια έχεις πεθάνει

Αδράξτε μάνες τη σιωπή, πατέρες φέρτε χώμα
Απόψε τρέφουμε σωστά το πολιούχο στόμα
Σαν από πάντα έτοιμο να καταπιεί τον κόσμο
Να γίνει η νέα εποχή του αλαλάζων κύκλου
Ότι χωρά μέσα θα μπει τ’ άλλα θα ξεστρατίσουν

Σε λόγγους, σε άγρια βουνά κείτεται η καρδιά μου
Κι είναι της μοίρας μου γραφτό σκληρά να μ’ αγαπήσεις



Αν έβρισκα τον πραγματικό λόγο που γράφω ίσως να έγραφα χειρότερα απ’ ότι συνηθίζω. Ίσως κι όχι. Χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει κάτι.


 

μόνο μία πρόταση, μία μόνο λέξη


Μόνο μία πρόταση, μία μόνο λέξη
Συμβαίνει
Αυτή μόνο η πρόταση κι αυτή μόνο η λέξη
Κι άλλη καμιά ποτέ
Καθώς ανασαίνεις
Μητέρα και κόσμο
Καθώς όλα επιστρέφουν και φεύγουν ξανά
Όπως πρέπει κι όπως τους ταιριάζει
Δίχως μέριμνα καμιά για το κενό ολόγυρα
Γυρίζεις εκεί όπου πας
Ανακατανέμεσαι στο παντοτινό
Εορτοστάσιο της αυγής
Της πρότασης και της λέξης αυτής
Που συμβαίνει
Σε κάθε μία πρόταση ή λέξη μόνο
Που συμβαίνει
Στην πρόταση και τη λέξη
Συμβαίνει
Μόνο μία πρόταση, μία μόνο λέξη
Συμβαίνει
Πρόταση και λέξη
Συμβαίνει
Συμβαίνει
Συμβαίνει
Αυτή μόνο
Κι άλλη καμιά ποτέ


 

Με τη γλώσσα νυσταγμένη και βαριά τριγυρνάνε οι ποιητές στην επαρχία


Αγκάθι η γλώσσα που επιλέγεις να την συμπεριφέρεις σαν χαμένος στη ζωή, στην αγορά, όλα όσα δεν θυμάσαι φορτωμένος λιμάνια, σταθμούς, το σακάκι σου πόσες γενιές χαμένες, στον ώμο σου στέκεται η φωνή μια μητρόπολη του νότου ένας λαβύρινθος σε έχει να ξεκινάς δυστυχώς ότι ψάχνεις να βρεις στη ζωή σε έχω δει πολλές φορές, σε έχω δει πολλές φορές, σε έχω δει μες στις στροφές, μες στις σκηνές από ταινία προσεχώς, σε έχω δει..



Μέχρι οι λέξεις
Να μην λεν τίποτα.
Μέχρι οι λέξεις
Να λεν πως μ’ αγαπάς.
Μέχρι οι λέξεις
Να πουν ό,τι δεν είπες.
Μέχρι οι λέξεις
Να απομυζήσουν την αλήθεια και τη ζωή.
Μέχρι τότε, κουράγιο μας εύχομαι.


 

Κάθομαι τέρμα περιμένοντας να γίνω γκολ


ΡΟΥΦΑ το σκοτάδι σου στον τόνο της γραφής.
Αναζήτησε τον πόνο, μην ψάχνεις για παρΗγοριά.
Αυτόματα ανακλώνται οι επάλξεις, μια υπέροχη
Ευκαιρία να αδράξεις και να αποσοβηθείς.
Κλάψε, κλάψε δεν θα το βρεις, το δαχΤυλίδι
Που ζητείς. Το δόκανο, στιλπνό, επιμερίζεται τα λάθη
Κι όμορφη μέρα, όμορφα παραμορφώνεται σε αυτό
Που δεν εκμυστηρεύεσαι παρά στο δίκτυο.
Το κέρδος και τα μάτια σου αποζηΤάν τον τρόπο τινά,
Δεν υπάρχει ενναλακτική. Ρίξε ένα χέσιμο και πάρε
Μια μπύρΑ ακόμη. Μην τολμήσεις να περιγράψεις
Νερόμυλους και μεγάλα ιδεώδη. Ο θρόνος σου
Είμαι εγώ και συ είσαι η μανιέρα μου για να απαγγείλω
Το παρελθόν και το μέλλον. Άιντε αδέλφια, μέχρι
Οι λέξεις να απομυζήσουν κάθε αλήθεια και ζωή.


 


Βαθιά πολιτική σημαίνει κι είναι η χαρά μας, που ομολογείται στα βάσανα όλου αυτού του κόσμου.                              Στροβιλισμοί κι ίλιγγοι και τα πανιά σκισμένα κι ο πατέρας από πάντα νεκρός.                   Κάθε μέρα εφευρίσκεται η παρθενιά μου, από νωρίς το πρωί ως όλα τα πιθανά μεσάνυχτα.            Ένα μεσοδιάστημα των εαυτών μου μένει να σε αγαπήσω αρκετά.                            Όλες οι κουβέρτες του χειμώνα χαρίζονται πια κι ο ίδιος ο χειμώνας δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση ενός μελαγχολικού διαβόλου.                         

Καταστρέφεται το νόημα σιγά, σιγά.                                        Δεν θα μπορούσαμε να είμαστε περισσότερο ευτυχείς.               Παρακολουθούμε τις ενοχές σου από μακριά και γράφουμε την κωμωδία που θα ανέβει στα μάτια μας όταν πια κλείσουν.                      Υπέροχη μαεστρία της άνοιξης δεν σου ζητώ παρά να με κατευθύνεις στο βράδυ σου, εκεί που όλα ανασαίνουν σιωπηλά κι αγαθά.                                                                                                   Σσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσς…


 


Υπήρχε μια εποχή που χειριζόμασταν τις λέξεις με ευκολία. Αγνοούσαμε την επίσημη ετυμηγορία τους και διαρκώς εφευρίσκαμε, ανάλογα με την στιγμή, αυτή που μας ταίριαζε περισσότερο. Φυσικά, αυτή η εποχή δεν μπορεί να περιγραφεί με σημερινούς όρους. Πλέον, ακόμα κι οι πιο δυσνόητες λέξεις έχουν αποσαφηνιστεί ανεπίστρεπτα. Ίσως γι’ αυτό, είναι τώρα, η θύμηση της εποχής εκείνης ότι απέμεινε από μια εικόνα των πραγμάτων, μα κι από μια δική μας εικόνα, δίχως το περιθώριο που η ζωή μας ενσάρκωσε και που αναπόφευκτα διατηρείται και διατηρεί την πρώτη ουσία κι ως πρώτη την ορίζουσα ουσία αυτού που είτε ήμασταν είτε φανταστήκαμε πως θα γίνουμε. Οτιδήποτε είναι αυτό που τελικά γινόμαστε, μέρα με τη μέρα, λέξη με τη λέξη, δεν θα υπήρχε δίχως εκείνη την εποχή της πρωτοκαθεδρίας των δίχως κανένα απαραίτητο νόημα εκφράσεων και ενεργειών μας, που ήλπιζαν να παραμείνουν κενές αν το όνειρο δεν συνηγορούσε υπέρ τους. Το όνειρο ήταν η μόνη δίοδος μας σε ένα κόσμο που ούτε θέλαμε ούτε μπορούσαμε να καταλάβουμε. Αναμασούσαμε το αφήγημα του κι αυτόματα το αλέθαμε στα ηρωικά μας στομάχια, ξερνώντας το κατόπιν σε ένα συνονθύλευμα συμφώνων και φωνηέντων που δεν αποζητούσαν αποδοχή μα την ευκαιρία να αναδυθούν, έστω και ελάχιστα, πάνω απ’ την βαριά στάθμη των κανόνων του κυριάρχου λόγου και των εφαρμογών του. Διασπούσαμε την νύχτα σε μέρα και το φως στα ανομολόγητα συστατικά του, με περίσσιο θράσος και έρωτα για κείνο το άγνωστο που καιροφυλακτούσε στην άκρη της γλώσσας μας. Ζούσαμε με την ελπίδα πως κάποτε θα μας καταπιεί και σαν άλλος Ιωνάς θα ταξιδέψουμε στις παρυφές του κόσμου μέσα απ’ τα σωθικά του. Μέσα από ένα μάτι κλειστό, ερωτευόμασταν τις απαράμιλλές σκιάσεις που αφήναν οι κραυγές μας, οι ψίθυροι κι οι σιωπές μας πάνω στα πεζούλια της πόλης, στους βρώμικους τοίχους και στις εξώπορτες των σπιτιών. Χωρούσαν παντού οι φωνές μας, σαν κάτι που ερμηνεύεται πολύ προτού συμβεί. Ήμασταν θαρραλέοι ως ετοιμοθάνατοι στην αρένα της μάχης, ανάμεσα σε μυθικά τέρατα και σε ένα κοινό που εξαρχής στάθηκε εναντίον μας και γνέφαμε νυχθημερόν στους βασιλιάδες την απιστία και το μίσος μας. Τελικά, η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που σε τρώει κι έτσι ασυναίσθητα περάσαμε απ’ τις εποχές, σταδιακά απ’ τη μία στην άλλη, απ’ την λιποψυχία στην προδοσία κι από εκεί στην συγκατάθεση. Το όνειρο ποτέ δεν αρκείται στην πίστη σου σε αυτό, προχωρά πάντα προς τα μέσα κι αν δεν είσαι έτοιμος να ταυτιστείς με την διαδρομή του, ένα μικρό, αδιόρατο βλέμμα προς τα πίσω σε πετά ξερό κι αισθητό στην πραγματικότητα. Κι έπειτα είναι πάντα αργά να αναγορευτείς νεκρός κι οι λέξεις δένονται πάνω σου ασφυκτικά και σε εγκαθιστούν σε σώματα που δεν αγάπησες και σε νοήματα που δεν ποθείς και πέφτουν βροχή πάνω στο έρμο σου κεφάλι και σε κρατούν ενήμερο αδιάλειπτα και πλέον είσαι εσύ, μια ακόμη συνήθης πρόταση, φτιαγμένη από συνήθεις λέξεις, ενός συνηθισμένου κόσμου με συνηθισμένους άλλους, σαν εσένα και μένα.



Ο ποιητής πήρε το μαχαίρι του, το έβαλε στο λαιμό του κι άρχισε να γράφει.

Έτσι, κατάφερνε να τηρεί την παλινδρόμηση του χρόνου, την ασάφεια του έρωτα και την ακρίβεια του θανάτου. Μπορούσε, με την πίεση της λεπίδας, να δει καθαρότερα τα σχήματα που προορίζονταν για τον ίδιο και τους αναγνώστες του. Η αγωνία του είχε μια αίσθηση κι ένα ξεκάθαρο σώμα να την εκκινεί και να την φέρει. Στην κόψη του μαχαιριού άνθιζαν τα ουσιαστικά και τα ρήματα κι οι λύσεις κάθε λογισμού του.

Έπειτα, όταν ο ποιητής αναγνώριζε πως το αίμα που ξανά δεν κύλησε μπορούσε να θεωρηθεί αρκετό και πως σαν δικό του μπορούσε πια να το τιμά, σταματούσε τις λέξεις, τραβούσε το μαχαίρι απ’ το λαιμό του, το καθάριζε ευλαβικά και το τοποθετούσε στην ιδιαίτερη θήκη του, δίπλα στα χαρτιά του.


Γράμμα στο γέρο που διάβαζε ποιήματα


Άκου γέρο μου, δεν γουστάρω δουλειά. Ίσα να κολλάνε οι λέξεις μεταξύ τους κι όσο για τις δημόσιες σχέσεις εδώ δεν έχω όνομα, ρε γέρο. Ακράτεια στις δημοσιεύσεις και εργασία αμισθί. Η ποίηση δεν είναι πόνος γέρο. Όποιος γνωρίζει τον πόνο, χέστηκε να γράψει ποιήματα. Να πάρω βραβεία; Ψώνιο! Μετά από 50 χρόνια δεν θα υπάρχω ούτως ή άλλως, γέρο. Το πρωί στις 6 κελαηδάνε τα πουλιά κι οι μεροκαματιάρηδες έχουν πιάσει το γκασμά. Γράφω στον υπολογιστή και στο κινητό. Το κινητό συνήθως βρίσκεται δίπλα στ’ αρχίδια μου. Τεμπελιά και πιόμα. Γέρο, τίμιο ψωμάκι δεν υπάρχει, παρ’ το χαμπάρι. Αριστούργημα δεν γράφει κανείς. Αριστούργημα απλά μπορεί να διαβάσει κάποιος. Σιγά μην αποσύρω τις δημοσιεύσεις μου. Να τις πάω που; Στο δικό μου δεν χωράνε, στο δικό σου; Ακαδημία δεν ξέρω τι είναι γέρο. Τεμπελιά, πιόμα, καύλα… κι όλα τα άλλα θα έρθουν γέρο!

Με αγάπη, ένα έτσι.



Μετά από βουτιά εκατομμυρίων χρόνων βγήκα στην ακτή. Κοιτάζοντας την αντανάκλαση μου στο νερό ευθύς έγινα μαγικός.



Μεγάλες λευκές σελίδες, μεγάλες λευκές οθόνες.
Μεγάλες λευκές ημέρες και μεγάλες λευκές νύχτες.
Μεγάλη λευκή εσύ, μεγάλος λευκός κι εγώ.
Περιμένουμε κάτι να φανεί.


 

Poesie macht frei


Αν όντως θέλεις να ασχοληθείς με την ποίηση
Πρέπει πρωτίστως να μάθεις να γράφεις μόνο για σένα.
Επίσης καλό θα ήταν να ξεχάσεις το όνομα σου
Τι πραγματικά ποθείς και τι αγαπάς.
Όπως θα πρέπει να θυμάσαι το όνομα σου
Τι πραγματικά ποθείς και τι αγαπάς.
Μα το πιο σημαντικό απ’ όλα είναι να μην δέχεσαι συμβουλές
Από κανέναν. Όσους προσπαθήσουν να σου δώσουν συμβουλές
Απλά στείλτους στο διάολο. Έλα λοιπόν πες το.


 

η σιωπή


Για μια στιγμή αναδύθηκε, ολόγυρα, το συναίσθημα που δικαίωνε την επί τόσα χρόνια αειθαλή σιωπή μας. Αιτία ήταν η συνειδητοποίηση πως ματαίως προσπαθήσαμε, ξανά, να βγάλουμε τις λέξεις απ’ τα κελιά τους, αφού πλέον είναι σαφές πως οι ίδιες υπάρχουν μονάχα εγκλωβισμένες, μέσα στα μικρά ιδιαίτερα κλουβιά τους. Μονάχα έτσι ορίζονται κι είναι ίσως η μυρωδιά του πολυκαιρισμένου εγκλεισμού τους που μας επιτρέπει ενίοτε να τις νοούμε. Όσον αφορά την επιθυμία μας να τις λευτερώσουμε, οφείλεται στην αδιάσπαστη ροή μιας ιστορίας στην οποία είμαστε απλά διάδοχοι, με συχνές αδιόρατες πεποιθήσεις πως μπορούμε να της αντιτεθούμε ή ακόμη καλύτερα να την ανατρέψουμε. Προς το παρόν, αρκούμαστε στην απώλεια της γλώσσας και όσων αυτή φέρει, όπως οι ευχές, οι εξομολογήσεις κι η πειθαρχία. Μεγαλώνουμε με απανωτές σιωπές, εγκαθιδρυμένες στην απόλυτη έκταση των φωνών μας, αρνούμενοι και την παραμικρή παράφραση αυτής της σιωπής μας σε οτιδήποτε άλλου πέραν αυτής. Η σιωπή, σαν αχόρταγο αστέρι, ποθεί περισσότερη σιωπή κι έτσι εύκολα κι αβίαστα επισφραγίζεται το κενό ενδιαίτημα του λόγου μας. Όπως τώρα, έτσι κι άλλοτε, η σιωπή καταφέρνει τα απαραίτητα πλήγματα στις λέξεις και στους ήχους τους, τονώνοντας την πίστη μας σε αυτή, χωρίς στην ουσία να κάνει κάτι άλλο απ’ το να μας ανακαλεί στην πασιφάνεια των πραγμάτων και της ζωής που μόνο αυτή προκαλεί. Στη σιωπή γεννήθηκε ο κόσμος αυτός και στη σιωπή πεθαίνει. Οτιδήποτε άλλο είναι απλά μια ασθένεια.


Πανάξιο, λατρεμένο μου wordpress


Εσύ σε απόγευμα χρυσό, μου χάρισες να γράφω,
χάρις σε σένα wordpress έμαθα πως υπάρχω.
Λιγάκι απ’ τη μνήμη σου μονάχα έχω πάρει
και συ μου έδωσες τη γη μαζί και το φεγγάρι.
Ακόλουθους δεν το πίστευα ποτέ μου πως θα έχω
και τώρα πρέπει πιότερο τι γράφω να προσέχω.
Μανία μου ΄γινες wordpress, πασχίζω να ποστάρω,
να διατηρώ τη φήμη μου, τα like μου να πάρω.
Η αλήθεια είναι ντρέπομαι τον ποιητή να κάνω,
εγώ ποτέ δεν σκέφτηκα να ζω ή να πεθάνω!
Από καπρίτσιο το άρχισα ετούτο το ρημάδι
και είναι λες και έπεσα μέσα σε πηγάδι.
Πίσω απ’ τις λέξεις σέρνομαι, ανάθεμα που πάω
για σένα άτιμο wordpress, για σένα χολοσκάω.


 


Η φιλία είναι ο σκοπός αυτής της πλάσης. Η φιλία και τα φιλιά. Το ένα άστρο προβάλλεται μες στο άλλο άστρο, κατευθύνοντας το σκοτάδι στο άπειρο μεσοδιάστημα. Ακριβώς επειδή όλα δε ξεκίνησαν ποτέ και ποτέ δεν θα σταματήσουν να συμβαίνουν. Είναι ο χρόνος η επινόηση μιας ακόμα ευκαιρίας εναγκαλισμού. Είναι το παράθυρο απ’ όπου πηδάμε με αφέλεια στην αιωνιότητα του έρωτα μας. Σιγοντάρουν οι φωνές μας την έκρυθμη απαγγελία χιλιάδων ηφαιστείων, τροπικών καταιγίδων, σεισμών, ευλογιών και κατάρων, αναρίθμητων ευχών, παύσεων και μακρόσυρτων κραυγών, σε ένα σύμπαν που γονατίζει και προσεύχεται να εκμηδενιστεί υπό το φως ενός κεριού, μιας ακόμη υπόσχεσης αδελφοσύνης όλων των στοιχείων, των επιτεύξεων που συνταιριάζουν όλη την αγάπη. Όπως γνωρίζω ήδη, πως θα σε συναντήσω αργά το απόγευμα, στο χωμάτινο δρομάκι δίπλα στη λίμνη, θα υψώνεις ένα φύλλο στον άνεμο, θα χαμογελάς, θα με κοιτάς να πλησιάζω, να εξαφανίζομαι για πάντα κι ευθύς να βρίσκομαι μαζί σου για πάντα, πάνω απ’ τις κορυφές των  δέντρων, στους βυθούς μιας σταγόνας βροχής, στην καρδιά ενός σκύλου. Το παιδί που οι δυο μας είμαστε κι όλοι μαζί αυτό το παιδί, το παιδί αυτό που έδειξε τον ήλιο με το απλωμένο του χέρι, η αθανασία των αιώνων των αιώνων.


μάλιστα


Αποφορά ξινίλας συνόδευε πάντα τον μικρό Σπύρο, υπενθυμίζοντας την άνυδρη καρδιά του σε όποιον τύχαινε να πλησιάσει, ενώ το αριστερό του μάτι καιροφυλακτούσε μονίμως με αγωνία, καρφωμένο άνωθεν. Εκεί του έλεγε η μαμά του πως ζει η μοναδική ευκαιρία κατανόησης αυτού που είναι. Ο κοφτός κι ασύμμετρος συλλαβισμός του τρέναρε τις λέξεις πάνω σε ράγες που κύκλωναν τη γη κι ήταν μόνο ένα αφράτο, γκρίζο σύννεφο καπνού το προμήνυμα ότι το παιδί βρίσκεται καθοδόν. Εξάλλου το όνειρο του εκδηλωνόταν κάθε φορά και σε ένα διαφορετικό τόπο και χρόνο. Τη μια ήταν αρχαιοκαπηλία στην Υεμένη, την άλλη ένα μαφιόζικο χτύπημα σε στενά σοκάκια ενός μεταπολεμικού Βερολίνου. Κανείς δεν τόλμησε να υποδείξει στο παιδί έναν οποιονδήποτε τρόπο να μετρά τις τρύπες στις παλάμες του κι έτσι ποτέ δεν κατάφερε να ξεδιψάσει. Η δίψα αυτή μετά από χρόνια κατέληξε στην επίγνωση του απόλυτου φόβου για το μέλλον της ανθρωπότητας.


άστρων περιπλάνηση


Δεν πείστηκες ποτέ, κακόμοιρε, ότι ο χρόνος σταματά ενίοτε κι αναγκαστικά μεταμορφώθηκες σε άνθρωπο. Κατέβαλλες το μαρτύριο ως το επακριβές αντίτιμο της φρίκης να λέγεσαι άνθρωπος, μα να που επιτέλους πια ο κόσμος ξεμακραίνει απ’ την ιδέα του ανθρώπου. Να που η μια μεταβολή διαδέχεται την άλλη κι ας μετονομάζεται κάθε μια τους άνθρωπος. Να που όλα κατασταλάζουν στο να μείνεις για πάντα άνθρωπος. Είσαι τόσο μόνος πια, εγκλωβισμένος να κοιτάς κατάματα, ξανά και ξανά, τον άνθρωπο και μόνο αυτόν. Ο θεός δεν είναι άλλος από την αυτολύπηση σου καημένε, καθώς τώρα ξέρεις, πολύ καλά, ποιος είναι ο άνθρωπος. Γνωρίζεις πως το τέρμα του ταξιδιού σου είναι ο άνθρωπος που ήδη είσαι κι απλά ελπίζεις πως κάποτε κάποιος άλλος ή κάτι άλλο, μες σε μια υπέρλαμπρη αυγή, θα σε αποχαιρετήσει για πάντα, δίχως τον παραμικρό οίκτο.


στη γυναίκα μου


Η μοναξιά μου για σένα διπλώνει το χρόνο
ξανά και ξανά
ωσότου σταθεί στην άκρη της γλώσσας μου.
Αγνάντι παρατίθενται τα αποσπάσματα ενός
οποιουδήποτε λόγου ήσουν εδώ.
Οι λευκοί τοίχοι αφυπνίζουν τις αποστάσεις
από χιλιάδες απύθμενα τώρα
στο φιλί της εισόδου σου.
Ο ήχος ενός και μόνο κλειδιού συνταιριάζει ολόκληρη την πόλη.
Καμία εξίσωση δεν σώζεται, δεν γλιτώνει
το θείο σύστημα της εκκόλαψης μας
στην απουσία μας.
Απλά διευρύνω τα μάτια σε αυτό κι αυτό σε κοιτά.
Ένας ενδότερος κόσμος πληθαίνει με ιώδης ταχύτητα για να
αφανιστεί μεμιάς και η παραμικρή επιλογή
προϋπόθεση ενός σάλτου
σε ότι απομένει εκεί δίχως εσένα.
Ενέχω τη σίγουρη καρδιά της μίας σάρκας.


 

ήταν ένα ποίημα με μεγάλα αυτιά

                                                                       Στο Μουτσουνάκι


Το καλό κακό ποίημα.
Αγάπη και σκατά.
Το κακό καλό ποίημα.
Σκατά και νερό.
Το ικανό ποίημα.
Μόνο νερό.
Το ανίκανο ποίημα.
Μόνο σκατά.
Το δικό μου ποίημα.
Το δικό σου ποίημα.
Το δικό του ποίημα.
Το δικό της ποίημα.
Επιστροφή μετά τις διαφημίσεις.



Τελειώνει ο χώρος στο τασάκι, στο δωμάτιο, στη πόλη. Τελειώνει ο χορός στην ανάσα, στα μάτια, στη λέξη. Μα γιατί να είναι τόσο εύκολο να ζεις; Γέμισε ο ουρανός καθρέπτες. Η γη είναι θρύψαλο χρόνου. Η τελευταία ατάκα ενός αστείου. Αν μπορούσα να γίνω η έξοδος κινδύνου και συνάμα ο σεισμός, η πυρκαγιά, η πείνα, ο φόβος. Το τρελό παιδί αρνείται να καταπιεί το μαχαίρι. Το μαχαίρι αρνείται να καταπιεί το φιλί. Είναι ένα μεγάλο μπλέξιμο. Είναι η παράλυση. Το άγαλμα λιώνει μέσα στο στόμα μας. Ο μίτος κάθε κοπέλας περιτυλίγει το μυστήριο. Καμία έκπληξη παρόλα αυτά. Καμία σύγκρουση. Ένα φρόνημα για κάθε σωτηρία. Ένας χριστός για κάθε αλλάχ. Ένα νόμισμα που δεν βρήκα στην τσέπη μου για να σώσω την μαγεμένη πολιτεία κι έτσι την πήραν ξανά τα κύματα για άλλα 100 χρόνια. Υπηρετώ με πάθος την συγνώμη που ποτέ δεν θα σας ζητήσω. Μαύρες κάπες στροβιλίζονται στα άδεια πάρκινγκ. Κάθε πλαστική σακούλα είναι ένα ξωτικό. Η μητέρα μου δεν γνωρίζει την απουσία μου από το σημερινό μάθημα. Η απουσία μου δεν γνωρίζει την μητέρα. Κατάλευκο το βιβλίο προσαρμόζεται στη στιγμή. Ελπίζω να δυσφήμησα ξανά τα ιστολόγια και κάθε αυτοκατάραστο ποιητή. Ελπίζω σε μια διακοπή ρεύματος. Ελπίζω στους ωκεανούς. Ελπίζω σε κάποιον άλλο από σένα και μένα. Τον ξέρεις;

I’m looking forward to forget about it all soon.


The end is near, have sex ή πόσο βαρέθηκα την μοιρολατρία


Σε χούφτωσα στο ραντεβού της νύχτας με τη μέρα
Μια ζεστή Απριλιάτικη Δευτέρα
Τα ρούχα ήταν λίγα, τα όνειρα πολλά
Κι οι δύο νιώθαμε καλά.
Που η καύλα θα κρατήσει και το γλέντι θα αρχίσει
Τσάμπα δεν ήτανε ο πούτσος μου σε στύση
Η αγωνιά μου, ο πόθος, η λαχτάρα
Μια μικρή ενδότερη αντάρα.
Που άκουσε ο κώλος σου και σύρθηκε ως εδώ
Κι από τότε δεν είμαι πλέον μοναχός
Και τα γέλια μας κρατάνε κι οι υποσχέσεις δε μετράνε
Και αυτοί που αγαπάνε βλέπεις εύκολα σκιρτάνε
Και μπορούν να σταθούν μέσα στο χρόνο
Κι από καύλα να μοιράζονται τον πόνο
Βλέπεις το σώμα το δικό τους φωτίζει εκεί ψηλά
Κι έτσι όλα πάνε καλά.

Άκου μωρό μου, για όλους έχει ο καυλός
Κι ίσως ο δικός σου κώλος να ναι κάπου εκεί στο φως
Άκου μωρό μου, για όλους έχει ο καυλός
Και σε γουστάρω ειδικώς


 


Δε γίνονται όλα ποιήματα. Δε μπορούν να γίνουν και δεν πρέπει.

Οι αυτοπυρπολούμενες γέφυρες, το κενό ενδιαίτημα, η ερμηνεία του σκοταδιού, η αυτιστική ετερότητα, το χρόνιο άσθμα, τα λεφτά σου, τα λεφτά μου, κάθε λογής προπαγάνδα, η σαβανώδης ευγένεια, η σύγχυση, η τρέλα που δεν αγαπιέται, το φρόνιμο φως, οι μπάτσοι σε κάθε γωνιά του ματιού σου, ο κλητήρας στο χέρι σου, η πρέζα, τα όπλα, οι κούκλες, το κουμπί της ετυμηγορίας, η αυτόκλητη τιμωρία, το ψέμα που δεν κατανοείται, η αλήθεια που δεν συγχωρείται, ο φθόνος, τα άδεια μας χέρια να παριστάνουν τη γιορτή, η λοιδορία, τα χιόνια που λιώνουν, το χλωμό πρόσωπο του μεσημεριού κι άλλα πολλά..

Υπάρχουν λέξεις που δεν πρέπει να γραφτούν.

Προσπαθώ σκληρά να μη τις γράψω.


 


Ω, εποχή πυρίμαχη
ανατέλλεις στην παράκρουση των φθόγγων
εσύ είσαι η ελπίδα να σωθούν
οι άμοιροι ποιητές μας.
Στο κρόταλο τους εισχωρείς
το ολόμαυρο, καθάριο στίγμα
παύοντας το άδοξο αίμα, το πικρό
επάνω στο μαχαίρι.
Κάθε ένα γράμμα τώρα πια
έχει να αποφασίσει
χωρίς κανένα υπαινιγμό
το φίλο και τον αδελφό
τη σημασία της φρίκης.
Είμαστε εμείς, ανάθεμα
ο αναγιγνώσκων τρόμος
εκείνο το άδηλο, ισχνό
τρεμούλιασμα του χρόνου.


 


Είναι εύκολο και συνάμα ευχάριστο να γράφεις όταν μπορείς έστω να υποθέσεις σε ποιον απευθύνεσαι. Αντιθέτως, όταν λείπει η ιδέα του συνομιλητή είναι το ίδιο με το να μιλάς και να γράφεις στον εαυτό σου. Οι αυτισμοί είναι αναπόφευκτοι, η αναβίωση των μυστικών ευνοείται, η τυχαιότητα των λέξεων παρασύρει καθώς δεν υπάρχει η βαρυτική δύναμη εκείνου του σώματος που θα σε κατευθύνει αν μη τι άλλο ως προς την καθετότητα του δικού σου σώματος. Είσαι ένας απεριόριστος χώρος, κενός και συμπαγές, που αδημονεί πρωταρχικά, ακόμα, να οριστεί ως χώρος. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι αυτό είναι ανέφικτο μα ποτέ δεν γλιτώνεις από την ελπίδα αυτή. Ποτέ δεν θα μπορέσεις να περιορίσεις το όνομα σου στα γράμματα που το αποτελούν κι αυτό συνεπάγεται την ακατάσχετη ορμή και σύγχυση όλων όσων ανώφελα προσπαθείς να συνταιριάξεις σε μια σελίδα σαν αυτή και όλων όσων ποτέ δεν θα καταφέρεις να αρθρώσεις σε μια σελίδα σαν αυτή, καθώς η σελίδα αυτή σου είναι από πάντα γνωστή. Δεν έχει κάτι να σου προσφέρει αφού η προσφορά είναι, εξ ορισμού, μια πράξη που απαιτεί τη γέννηση ενός γεγονότος ή μιας ιδέας. Εσύ απλά και τυχάρπαστα, επαναλαμβάνεις υπό μορφή λέξεων και εκφράσεων, την εντύπωση ενός μέρους του εαυτού σου ως κάτι που κάλλιστα θες να επιθυμείς, ξεχνώντας εσκεμμένα πως και η επιθυμία είναι μια πράξη που απαιτεί μια ερωτική διάθεση κι όχι μια στυγνή, βασανιστική, ψυχαναγκαστική χειρονομία. Ιδιωτεύεις με μια καταστρεπτική ιδιοτέλεια. Σύντομα θα καταλήξεις στην φαντασίωση. Θα αναγκαστείς να σημάνεις το τέλος αυτού του διαλόγου ή χειρότερα την απαρχή ενός επεισοδίου ψύχωσης και φθόνου γι’ αυτό που ποτέ δεν μπορείς να είσαι. Αυτό που ποτέ δεν θα γράψεις, εν τέλει, είναι το πολυτιμότερο σου γραπτό. Αν μη τι άλλο η πιθανότητα να συμβεί κάτι που θα ανατρέψει όλα τα παραπάνω είναι προς το παρόν ακόμα δυνατή. Μονάχα που κάθε σου λέξη την συρρικνώνει. Κάθε σου έκφραση επιβεβαιώνει αυτό που είσαι προορισμένος να είσαι. Δεν υπάρχει διαφυγή. Κανείς ποτέ δεν θα σβήσει όλες αυτές τις χαρακιές απ’ τα μπράτσα σου. Κανείς ποτέ δεν θα κοιτάξει τα μάτια σου για να δει την αντανάκλαση του. Κανείς ποτέ δεν θα μάθει ποιος είναι γνωρίζοντας εσένα. Όταν είσαι τόσο μόνος είναι προτιμότερο να μην γλιτώσεις ποτέ.


για μια νέα φυσική ερμηνεία των προσήμων


Ο φίλος του φίλου μου κατά κανόνα είναι εχθρός. Δηλαδή (+ ).(+) = (-)
Ο φίλος του εχθρού μου είναι ένας άγνωστος. Δηλαδή (+).(-) = Χ
Ο εχθρός του φίλου μου κάλλιστα είναι φίλος. Δηλαδή (-).(+) = (+)
Ο εχθρός του εχθρού μου είναι σίγουρα ο Θεός. Δηλαδή (-).(-) = 0


 


Η ποίηση που μας έχει ασκηθεί είναι πέραν της φύσεως μας. Υπεράνω αυτής της πραγματικότητας. Για χάρη της εκλείπουν τα σημαντικότερα γεγονότα. Το ιριδίζων μπλε της χρώμα σιγοντάρει απαλά το νανούρισμα της μαμάς εξουσίας. Κατορθώνει να ψαλιδίσει με απαράμιλλή μαεστρία το ασύμμετρο στην κάθε αλφάβητο. Επινοεί την πόρτα της θριαμβευτικής επανεισόδου στο φλεγόμενο κτίριο. Επιχορηγεί το ανέξοδο. Μια ματιά στους καταλόγους της ασφάλειας αρκεί για να πειστείς. Ασφαλίζει κραυγές και χάδια στα κενά της διαστήματα. Χωρατεύει δικαστές και ενόρκους μήπως κι αλαφρύνει την ποινή μας. Καταλύει τη δυνατότητα να συμβεί η ζωή. Μας καμουφλάρει για το πεδίο της μάχης με λέξεις που ποτέ δεν ποθήσαμε.  Με άγνωστα χρώματα, ενός κόσμου που δεν είναι δικός μας, προσπαθεί να μας πείσει πως η κατανόηση δεν περνά από το στομάχι. Πως αρκεί μια παλινωδία για να αποκτήσουμε την απαραίτητη τυφλότητα. Σφίγγει τα δόντια και καταπίνει κάθε περίσσια σιωπή. Μας εκπαιδεύει στη λατρεία του ανομολόγητου. Εκεί που το πρόσωπο και το ρήμα ταυτοποιούνται με το επίθετο. Και τούμπαλιν. Ένας σχολαστικός συνήγορος του αδιόρατου. Αυτός που μας καθυποτάσει στην αέναη εφεύρεση της αλήθειας. Η ποίηση μου μας έχει ασκηθεί είναι πέραν πάσης φύσεως. Γενικά, σκατά.



ΛΈΞΗ ΛΈΞΗ εγώ εσύ κι οι άλλοι
Απ’ το λερό πρωινό
ξεφτίζουμε
μήπως τάχα προλάβουμε το βράδυ.