ένα heet

Στα αλήθεια αγαπώ τον εαυτό μου.
Όχι για αυτό που είμαι, να όπως τώρα
αλλά για αυτό που είναι πάντοτε μες στα χρόνια
όταν εγώ είμαι ξανά πάρα πολύ μακριά.
Με τον ίδιο τρόπο αγαπώ και σένα, bro.

Σε κάθε μου βήμα ισορροπούν όλοι οι χαρακτήρες μου της αφήγησης. Πρόκειται για μια ιστορία που αυξάνεται και πληθαίνει μέρα με τη μέρα, στιγμή τη στιγμή, τόσο οδεύοντας προς το οριστικό της τέλος όσο και προς την μαγική της αδιανόητη αρχή, μετατοπίζοντας συγχρόνως και τα δύο αυτά σημεία ολοένα προς τα εμπρός και πίσω αντίστοιχα, προς τους χρόνους άλλων ξένων άγνωστων ιστοριών που ποτέ δεν θα γίνουν δικές μου. Αυτό από μόνο του είναι δυσβάσταχτο. Αλλά ένας ήρωας και χιλιάδες ακόμη είναι ένα επιπλέον αφόρητο φορτίο για την φτωχή μου ελάχιστη δύναμη να τους χαρίζω ζωή, καθώς ο δρόμος πυκνώνει σαν σύννεφο πριν την βροχή και στενεύει υπερβολικά σαν καλντερίμι το ξημέρωμα, οδηγώντας μας σε αιματηρές συγκρούσεις και ασφυξίες, σφίγγοντας τα χέρια μας μεταξύ τους όπως τα αδέρφια και οι εχθροί συνηθίζουν, σφίγγοντας τους αγκώνες μας γύρω από τον λαιμό μας, αδυνατώντας να αναπνεύσουμε τον μυθικό αέρα που μας περιβάλλει, κλέβοντας ο ένας την αναπνοή του άλλου, δόλια και φθονερά κι αμετανόητα, οδηγώντας τον κόσμο μου σε μια ολοκληρωτική καταστροφή, αφανίζοντας την ιστορία σε λίγες επαναλαμβανόμενες λέξεις, που διαστέλλουν το παρόν σε αιώνια φρίκη, λίγες ανόητες λέξεις που φουσκώνουν και ξεχειλίζουν το ποτάμι της πραγματικότητας σε κάθε του πιθανή εκδοχή, αέναα κύματα που σφυροκοπούν την ύπαρξη μου σε αδυσώπητους τρόμους, ένα έτσι περίεργο πράμα.wordpress.com 

Αν θέλαμε ειρήνη θα αφήναμε την ζούγκλα να μας καταπιεί.
Θα αφήναμε τον ουρανό να πέσει στα κεφάλια μας
και την μεγάλη μαύρη θάλασσα να μας γκρεμοτσακίσει.
Θα αφήναμε τον έρωτα να δηλητηριάσει τα σωθικά μας.
Θα πέφταμε με πάθος στις φλόγες ανόητων σκοπών.
Θα τρέχαμε ωσότου η καρδιά μας να θρυμματιστεί
και θα βάζαμε το μαχαίρι στο χέρι του αδερφού μας
φανερώνοντας τα στήθια μας με περηφάνεια.
Αντί για αυτό ή το άλλο προτιμήσαμε τον πόλεμο.
Τον μόνο τρόπο να πεθάνεις δίχως να σου αξίζει.
Τον μόνο τρόπο να ζεις από καθαρή τύχη ή ατυχία.

Πηγαίναμε κάθε καλοκαίρι των παιδικών μου χρόνων και κατασκηνώναμε για αρκετές βδομάδες στο βουνό λίγο έξω από το Καρπενήσι, κοντά στην περίφημη πηγή της Μαργαρίτας. Κατά τον Αύγουστο μαζευόταν πολύς κόσμος στη συγκεκριμένη μεριά, στη μεγάλη λάκκα δίπλα στον δρόμο προς την πόλη και στον λόφο που βρίσκονταν ακριβώς από πάνω της. Η μέρα και η νύχτα σε κείνα τα μέρη ήταν ένα πραγματικό σχολείο του ελεύθερου χρόνου, που όμοιο του δεν έχω ξανασυναντήσει από τότε. Αιώνια μεσημέρια κάτω από τα έλατα και αστρόφωτοι ουρανοί πέρα από κάθε φαντασία. Κάποιες χρονιές ήμασταν μια μεγάλη παρέα παιδιών μες στον αμέτρητο αυτό τόπο και χρόνο έτοιμα να τον εξερευνήσουμε και μαζί με αυτόν και όλες τις πρωτόγνωρες σχέσεις και διαθέσεις που δημιουργούνταν μεταξύ μας. Ένα καλοκαίρι σε μια από τις διπλανές σκηνές διέμενε μια ξαδερφή μου, λίγο μεγαλύτερη από μένα, και αν και δεν μου ήταν απόλυτα ξεκάθαρο ακόμα την γούσταρα με έναν τρόπο που αργότερα θα αποκαλούσα ερωτικό. Την κοιτούσα πίσω από τα μάτια μου και φαντασιωνόμουν τη γυναικεία της φύση. Για την προσωπική μας ανάγκη καθόλη την διάρκεια των διακοπών μας στο βουνό χρησιμοποιούσαμε ένα μικρό λαγκάδι δίπλα από τον λόφο και την λάκκα. Παρέες κοριτσιών ή ο καθένας μας χωριστά και με βήμα ταχύ πηγαίναμε για το ψιλό μας ή το χοντρό μας ανάμεσα στα φυσικά παραπετάσματα της βλάστησης. Ένα πρωινό αντιλήφθηκα πως η ξαδερφή μου με το χαρτί υγείας στο χέρι ξεκίνησε να κατεβαίνει προς τα κει. Στιγμιαία, δίχως να το πολυσκεφτώ, έτρεξα να πάρω θέση σε κάποια καλή μεριά του υψώματος, κυνηγώντας την τύχη μου για την θέα έστω και ενός μέρους του γυμνού της κορμιού. Πέτυχα διάνα και σε λίγα λεπτά την είχα μπροστά μου να στέκεται με την πλάτη της μπροστά σε ένα έλατο και να κατεβάζει το παντελόνι της. Ο κώλος της, θεσπέσιος και παχύς, άσπρος σαν το όνειρο που αδημονούσα να μου κλείσει τα μάτια, ένας ζουμερός τέλειος κώλος ήταν εκεί ολοφάνερος και καθώς λύγιζε τα πόδια της το σμίλευμα της σάρκας της με έκανε να θέλω να δακρύσω. Τόσο από ικανοποίηση όσο και από ντροπή. Ώσπου μες σε λίγα δευτερόλεπτα είδα την κουράδα της να κατεβαίνει. Ανάμεσα από τα κωλομάγουλά της ξεπρόβαλε ένα κατάμαυρο σκατό, μακρύ σαν φίδι, που κύλισε και κουλουριάστηκε στο χώμα ήρεμα και απαλά. Γύρισα την πλάτη μου και έκανα να φύγω. Κοντοστάθηκα και ξαναγύρισα προς το μέρος της. Πέταγε το χαρτί στο έδαφος κι αμέσως ανέβασε τα βρακιά της. Έφυγα τρέχοντας με όλη μου την δύναμη προς την αντίθετη κατεύθυνση από τις σκηνές μας, βαθιά μες στο δάσος, προσπαθώντας να πνίξω στα πνευμόνια μου τον αέρα που με πίεζε ολοταχώς προς τα πάνω.

Μια διαφήμιση από κάτω
μια διαφήμιση από πάνω
και στη μέση ένας κόσμος
που κρατά την ανάσα του
ως ένδειξη ικανότητας
να παραμένει ζωντανός.

Όλοι εξαφανίζονται.
Ο ένας δίπλα στον άλλον
με μια ανεπαίσθητη γκριμάτσα
αποχαιρετούν και χάνονται.
Κανείς δεν νοιάζεται.
Είναι πραγματικά εύκολο
να μην είσαι εκεί
όταν έρθει η σειρά σου.

Εμπιστευόμαστε τον δήμιο.
Δίχως αυτόν
θα έπρεπε να αποδείξουμε
πως έχουμε κεφάλι.
Ή έστω μια καρδιά
που σπάει και κομματιάζεται
πριν καταφέρει να γίνει καρδιά.

Είμαστε τέρατα. Μικρά, φοβισμένα, μοναχικά
βλακώδη ανθρωπόμορφα, έτοιμα να κατασπαράξουν
ότι μένει πίσω, όταν κλείνουν τα μάτια
και ονειρεύονται τον παράδεισο. Ή την κόλαση.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 η παλιά γειτονιά των σφαγείων πλημμύριζε από παιδιά. Γυρνάγαμε από το πρωί ως το βράδυ γύρω από την περιοχή, παίζαμε μπάλα στην μεγάλη αλάνα κοντά στην εθνική και σκαρφιζόμασταν ότι μαλακία μπορείς να σκεφτείς για να περάσουμε όμορφα. Ένα καλοκαίρι είχαμε δημιουργήσει την δική μας οικογένεια στα μπετά μιας πολυκατοικίας που ετοιμάζονταν εκεί κοντά, όπου και περνάγαμε όλη μας την μέρα, μαγειρεύοντας, παίζοντας, αναλαμβάνοντας ρόλους με την βοήθεια των μεγαλύτερων παιδιών κι έχοντας όλοι για παρατσούκλι το όνομα κάποιου ζώου σύμφωνα με την ιδιότητα του καθενός. Εγώ ήμουν το τσιτάχ, όντας γεννημένος κατοστάρης. Για το μαγείρεμα στο κατσαρολάκι μας προμηθευόμασταν υλικό από τα μπακάλικα της ευρύτερης περιοχής. Μιας και δεν είχαμε χρήματα τα κλέβαμε, άλλοτε με τέχνη κι άλλοτε απλά με το παλιό γνωστό χτύπα και τρέξε όσο πιο γρήγορα μπορείς.

Στις αρχές του ’90 ήμουν ακόμα παιδί και δεν έχανα τα παιδικά πάρτι που διοργανώνονταν σε κάθε ευκαιρία από φίλους και γνωστούς. Σε ένα από αυτά, σχεδόν αδικαιολόγητα, είχα ζηλέψει ένα σπαθάκι playmobil από την συλλογή του οικοδεσπότη. Ήταν ένα απλό λευκό σπαθί, ίσαμε με δέκα εκατοστά, αλλά μου ασκούσε μια ιδιαίτερη γοητεία. Με πόνο το έβαλα στην τσέπη του παντελονιού μου πιστεύοντας πως θα την γλίτωνα και θα το έκανα δικό μου, αλλά οι φωνές του εορτάζοντα καρφώθηκαν μέσα μου αστραπιαία, ξεσπώντας στην ντροπή και στην χλεύη και των άλλων παιδιών και των γονιών τους πάνω μου.

Κάπου το 2000, φοιτητής στην Αθήνα, συνόδευα φίλο καλό με την κοπέλα του στο αγαπημένο μας ταβερνείο με το θεσπέσιο όνομα «Γη», στα στενά κάτω από την πλατεία Βικτωρίας. Σταματήσαμε να πάρουμε τσιγάρα σε ένα μίνι μάρκετ. Βγαίνοντας κοντοστάθηκα μπροστά στο σκοινάκι με τα περιοδικά και συγκεκριμένα σε κάποιο που συνοδεύονταν από ένα cd με επιτυχίες του Τζίμη Πανούση. Δεν ξέρω τι ακριβώς ένιωθα ή τι σκεφτόμουν αλλά δίχως καμία προειδοποίηση άρχισα να σκίζω με τα δάχτυλα του ενός χεριού την ζελατίνα που κρατούσε το cd παρέα με το περιοδικό. Ο περιπτεράς δεν άργησε να καταλάβει τι συμβαίνει καθώς σύμφωνα με τα λεγόμενα του φίλου είχα ξαφνικά σηκώσει και το δεύτερο χέρι και έσκιζα άγαρμπα και ασυναίσθητα την ζελατίνα. Στην πρώτη φωνή του μαγαζάτορα τράβηξα το cd, ρίχνοντας κάμποσα περιοδικά από την θέση τους και άρχισα να τρέχω. Στην αρχή αργά σαν να μην έχω καταλάβει πως ο άλλος έχει σηκωθεί από το καρεκλάκι και έρχεται φουριόζος καταπάνω μου, μα πριν καν πάρω την στροφή οι απειλές που έρχονταν από πίσω μου με εκάναν να γκαζώσω. Τρέχαμε έτσι, ο ένας πίσω από τον άλλον, με κάμποσα μέτρα απόσταση για αρκετή ώρα. Ο μπάρμπας δεν έλεγε να το βάλει κάτω. Αν κι εγώ άρχισα να λαχανιάζω αυτός είχε αφηνιάσει φωνάζοντας μου πως θα με γαμήσει, θα με ξεκωλιάσει, κ.τλ. Δεν άντεξα και πέταξα το cd στον δρόμο. Συνέχισα να τρέχω καλού κακού και δεν σταμάτησα παρά όταν βρέθηκα μπροστά σε δύο ζητάδες μες σε ένα στενό. Περπάτησα ανάμεσά τους αναψοκοκκινισμένος και αφότου τους προσπέρασα ξεκίνησα πάλι γοργό βήμα μέχρι τους σταθμούς των τρένων. Είχε περάσει ώρα, βαριανάσαινα, πεινούσα και ο μπάτσος του σταθμού με κοίταζε από πάνω μέχρι κάτω. Έκανα ένα τσιγάρο, πήρα ταξί και πήγα στην Γη να περάσω καλά με την παρέα μου.

Η πόλη, η γλυκιά αφόρητη πόλη
καρατομημένη από αμέτρητα σχήματα
ακούσια και φρενήρη αποτυπώματα
τόσων και τόσων φωνών
αργά μες στο βράδυ
η σχεδόν απούσα πόλη
από όλων μας τις ζωές
πως επιμένει να συγχωρεί
τις αμαρτίες μας και τα λάθη
τα στραβοπατήματά μας
στο μικρό πλακόστρωτο δρομάκι
δίπλα από τα εγκατελειμένα σπίτια
με τις φλύαρες συκιές
να φεγγοβολάν στα χαλάσματα
η πόλη των χρόνων κι άλλων χρόνων μετά
όπως επαναλαμβάνονται στο ρυθμό
μιας κίνησης ασύλληπτης, αποπροσανατολισμένης
δίχως λογική στο αίμα που θρέφει
η πανούργα κι ασύμφορη πόλη
μετριέται και χάνει
στο ζύγι μιας ολοένα επιστρεφόμενης σιωπής.

Μου πήρε χρόνια να καταλάβω πως
δεν αγαπώ πραγματικά κανέναν
Μου πήρε χρόνια να μάθω
να ζω με αυτό

Μου πήρε χρόνια να καταλάβω πως
κανείς δεν αγαπά πραγματικά κανέναν
Ακόμα δυσκολεύομαι να μάθω
να ζω με αυτό

Ο μικρός ήθελε ρολόι. Η παρέα του στον παιδικό έχουν όλοι ρολόι κι έτσι ήθελε κι αυτός. Δεν μετρήσαμε πως δεν ξέρει τους αριθμούς ή πως δεν έχει καμία διάθεση να τους μάθει, προς το παρόν, αλλά με ελαφριά την αγάπη κινήσαμε προς το κέντρο και ένα φιλικό μαγαζί με ρολόγια, μπαταρίες, κ.τλ. για να του πάρουμε ένα. Εδώ ανοίγει μια παρένθεση. Παλιότερα η γυναίκα μου είχε ανακαλύψει την κινέζικη αγορά και το αρκετά διαδεδομένο, όπως κατάλαβα αργότερα, ιντερνετικό site Aliexpress. Είχε πάρει κάτι άχρηστα πράγματα από κει και η αλήθεια είναι πως θαμπώθηκα κι εγώ από την φτήνια. Ήξερα το πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό κομμάτι που το εξηγεί όλο αυτό αλλά η φτήνια φτήνια. Είχα, οπότε κι εγώ, μπει στον πειρασμό και αγοράσα ένα ρολόι στυλ casio, ηλεκτρονικό, μάρκας q&q, με μόνο 1.50 ευρώ, μαζί με τα μεταφορικά. Είχα πάρει θυμάμαι και μια συσκευή καρφί σε usb, με την οποία έγραψα κάτι κιθάρες παλιότερα. Το πιο σωστό το είχε πει η πεθερά μου, «Βάζετε τους ανθρώπους και σας στέλνουν ένα πραματάκι τόσο δα από την άλλη άκρη της γης. Ντροπή!». Κλείνει η παρένθεση. Ο μαγαζάτορας του κέντρου της πόλης έριξε πέντε έξι ρολόγια στον πάγκο για να τα δούμε. Ένα από αυτά ήταν ένα κίτρινο q&q, ολόιδιο με το δικό μου. Αυτό άρεσε και στον μικρό. Παρά τις προτροπές της μαμάς του και τις δικές μου να διαλέξει κάποιο άλλο αυτός ήθελε το συγκεκριμένο. Πόσο κοστίζει; 25 ευρώ, μας λέει. Εκείνη την στιγμή βγήκα έξω κι άναψα τσιγάρο. Δεν ήθελα ούτε να πω κάτι, ούτε να παίξω κάποιο ρόλο στην αγοραπωλησία. Ο μικρός βγήκε από το μαγαζί φορώντας το, χαρούμενος μέχρι τα αυτιά. Το φοράει κάθε μέρα. Όταν τον ρωτάνε τι ώρα είναι είτε τους το δείχνει, είτε το βάζει πίσω από την πλάτη του.

Στην πρώτη μου μαλακία με κάναν τσακωτό. Πρέπει να ήμουνα προς το τέλος του δημοτικού, άνοιξη, καλοκαίρι, αρχές 90. Μεσημεράκι μόνος στο σπίτι. Οι γονείς βόλτα κι η γιαγιά κάποια δουλειά θα είχε. Έβλεπα τηλεόραση και έπεσα πάνω σε έναν διαγωνισμό μπικίνι στον Ant1. Ξανθιές, βυζαρούδες, Αμερικάνες, με κείνα τα χαρακτηριστικά μαγιό της εποχής. Μου άρεσε αυτό που έβλεπα και μαζί με την αύρα της εποχής και της ώρας αισθανόμουνα πολύ όμορφα. Ο πούτσος μου, ή το πουλί μου όπως το ονόμαζα τότε, σηκώθηκε αβίαστα. Μου είχε συμβεί πολλές φορές, μαζί με την κάψα στο στομάχι, αλλά δεν ασχολούμουν περαιτέρω. Τότε θυμήθηκα πως ο Ντίνος, ένα παιδί κάπως πιο μάγκας από μένα, που βρισκόμασταν στη γειτονία, μας είχε πει πως άμα σηκωθεί το πουλί σου και το κάνεις πάνω κάτω συμβαίνει κάτι που είναι ωραίο και σημαντικό. Έτσι το θυμόμουν αν και είμαι σίγουρος πως ήταν πιο αναλυτικός. Άρχισα και εγώ να κουνάω το πουλί μου πάνω κάτω με τα δάχτυλα. Αισθανόμουν πραγματικά περίφημα. Πριν καλά καλά το καταλάβω ένας χείμαρρος ανάβλυσε από μέσα μου, κάτι σαν θάλασσα, σαν κύμα που σκάει, πιθανώς ένας από τους καλύτερους οργασμούς της ζωής μου. Τα χέρια μου γέμισαν με ένα άσπρο κολλώδες υγρό, που κοιτούσα τόσο με απορία όσο και με τρόμο. Κανένας δεν με είχε προειδοποιήσει για αυτό. Πήγα στο μπάνιο ενστικτωδώς και πέταξα ότι κρέμονταν από πάνω μου στον νιπτήρα. Σκουπίστηκα και έπεσα για ύπνο στο δωμάτιο μου. Όταν οι γονείς μου γύρισαν στο σπίτι δεν ένιωθα πως πρέπει να τους ενημερώσω για όσα είχαν γίνει. Δεν ήξερα αν άξιζε καν τον κόπο. Η μητέρα μου ήρθε και με κοίταξε στα μάτια απαιτώντας να μάθει τι είχα κάνει. Δεν μπορούσα να καταλάβω πως το ήξερε. Μετά από κάμποσες αρνήσεις μου να ομολογήσω τι είχε συμβεί με τράβηξε στο μπάνιο και μου έδειξε τα ξεραμένα χύσια μου στον νιπτήρα. Ντράπηκα όσο ποτέ άλλοτε. Κλείστηκα στο δωμάτιο μου νιώθοντας ταυτόχρονα ένοχος και προδομένος. Δεν μπορούσα ακόμη να συνειδητοποιήσω πόσα πράγματα είχαν συμβεί και πόσα θα ακολουθούσαν. Θα συνέχιζα να μαλακίζομαι για χρόνια, προσέχοντας πια περισσότερο, εκτός βέβαια από τις εποχές που η καύλα με χτύπαγε κατακούτελα και ήμουν ικανός να τα γαμήσω όλα.

Έπιασε να φυσάει από νωρίς το απόγευμα.
Είχα χρόνια να έρθω σε αυτό το σπίτι
κι είναι πολλά αυτά που πρέπει να ειπωθούν.
Τα δέντρα τριγύρω με βοηθάν να καταλάβω.
Τα παραθυρόφυλλα τρίζουν και μολογάνε.
 
Ο αέρας όσο πάει και δυναμώνει.
Ακούω με προσοχή όλες τις λεπτομέρειες.
Εγκλήματα, πάθη και μια ηλικία απούσα.
Μια ανοιχτή πόρτα κλείνει με κρότο.
Είναι πολλά όλα αυτά που πρέπει να ειπωθούν.

Τα σύννεφα αρχίζουν να μαζεύονται.
Καπνίζω σιωπηλός, μονάχος στην βεράντα κι ακούω.
Όλος αυτός ο πόνος έμενε πάντα εδώ.
Αυτή η ιστορία είναι και δική μου.
Αρχίζει να βρέχει. Είναι μια συμπονετική βροχή.

Μέσα στα μάτια το μυαλό κουκούτσια.
Μέσα στο στόμα το μυαλό στάχτη.
Μέσα στα αυτιά το μυαλό πριονίδια.
Μέσα στη μύτη το μυαλό διαφάνεια.
Μέσα στα χέρια το μυαλό μια καρδιά
που δεν θυμάμαι που την άφησα πάλι.

Νιώθω μέρα με τη μέρα να γίνομαι πιο νωθρός. Οι άνθρωποι με αποχαιρετούν και φεύγουν μέσα από τον δρόμο που ανοίγεται σε κάθε μου βλέμμα, μα δεν ενδιαφέρομαι να ανταποδώσω κανένα  νεύμα ή χάδι φιλικό. Είμαι σχεδόν σίγουρος πως ο μόνος τρόπος να παραμείνω ζωντανός, ακόμα κι αν η ζωή δεν εννοείται από αυτό που γίνομαι, είναι να απαγκιστρώσω οποιαδήποτε αίσθηση από το φτωχό και άμοιρο κορμί μου. Είτε αυτό είναι η νύχτα, είτε η αφόρητη ζέστη αυτού του παντοτινού καλοκαιριού που μας περιβάλλει, είτε η αλήθεια πως ο κόσμος κατοικείται από ανθρώπους που σαν και εμένα το μόνο που πραγματικά επιθυμούν είναι η παύση, αν όχι ο τερματισμός, της σημασίας αυτού του κόσμου, η άμεση απόρριψη της αξίας του και όλων των κοινότοπων παραγώγων της, η απελευθέρωση από την ιστορία, από την παραμικρή συγκολλητική ουσία όλου αυτού του χάους, είτε αυτό είμαι εγώ, όπως αυτό εκφράζεται και εφαρμόζεται, όλα αυτά πρέπει, είναι πιότερο αναγκαστικό από ποτέ, να σταματήσουν μεμιάς. Έτσι τουλάχιστον μπορώ να συνεχίσω να υπάρχω. Αυτό θα είναι απλά η τελεία στο τέλος αυτής της άχαρης πρότασης, που θέλοντας και μη αναγκάστηκες να ξεστομίσεις και να γράψεις ξανά και ξανά σε οτιδήποτε έχεις ποτέ αγγίξει, σε οτιδήποτε έχεις ποτέ νιώσει πως σου ανήκει ή χάρισες για να γλυτώσεις από αυτό. Η μικρή μαύρη τελεία. Τόσο μικρή που τίποτα δεν μπορεί να την προσπεράσει. Το τέρμα αυτού που κάποτε λογιζόταν ως νους. Τόσο μαύρη που κανείς δεν μπορεί να την αναγνωρίσει. Η άβυσσος κρεμάμενη από τα χείλια μου.

Το αριστερό μου πόδι. Το αριστερό μου πόδι. Τι πιο σημαντικό από το αριστερό μου πόδι
όταν προηγείται το δεξί.

Η πολυκατοικία μας ήταν πολύ ήρεμη, σαν ένας φωτεινός, ασάλευτος καθρέπτης. Κάπου κάπου διασταυρωνόταν με κάποια από τις απέναντι πολυκατοικίες και τότε ανασηκώνονταν μια ελαφριά ριπή ανέμου, ικανή να στρέψει το βλέμμα των ενοίκων πάλι πίσω μέσα στα δωμάτια των σπιτιών τους. Το γαλάζιο του ουρανού έρεε αδιάφορα ολόγυρα πάνω από τα ψηλά κτίρια ενισχύοντας τις αποστάσεις μεταξύ τους. Ο ήλιος, λευκός σαν το μάτι του δεσμοφύλακα, επιτηρούσε τις κινήσεις μας ικανοποιημένος από το γεγονός πως σπάνια κάποιος θα τολμούσε να του ρίξει έστω και μία κλεφτή ματιά. Κρυβόμασταν, είναι η αλήθεια, ο ένας από τον άλλον, κι όλοι μαζί από όλους μας, ακόμα κι αν αυτό έπρεπε να επιτευχθεί μέσα στις ελάχιστες αυτές αποστάσεις. Ή κυρίως για αυτό είναι που εφευρίσκαμε κάθε πιθανό τρόπο να κυριαρχήσουμε στις ίδιες μας τις αισθήσεις και να τις αποτρέψουμε από το να αναγνωρίσουν οτιδήποτε ξένο και να συνδιαλλαχτούνε με κάτι έξω από τα όρια αυτού που, νομικά τουλάχιστον, θεωρείται προσωπικός μας χώρος. Τις στιγμές που αυτό ήταν αδύνατο και είτε ακούγαμε, ή βλέπαμε, ή ακόμα μυρίζαμε κάποιον ή κάτι έξω από την πόρτα μας ή στο περιθώριο των μικρών μας μπαλκονιών, τις περισυλλέγαμε με ευλάβεια και τις αποθηκεύαμε βαθιά στην ψυχή μας ως πειστήρια καταπάτησης και φθοράς της πολύτιμης περιουσίας μας και τις χρησιμοποιούσαμε ξανά και ξανά, όποτε κρίνονταν απαραίτητο, προκειμένου να αμυνθούμε έναντι προσβολών ή υπονόμευσής μας σχετικά με την ευρυθμία αυτής της αναγκαστικής γειτνίασης, συνήθως από αυτούς που κατ’ επανάληψη διατάρασσαν κάθε έννοια κοινής ησυχίας και οικιακής ειρήνης.

Με εκείνο το μικρό κόψιμο στο δάχτυλο
Με το κυριακάτικο μαχαίρι
Ξεκίνησαν όλα.
Σε λίγες ώρες είχα αλλάξει όνομα
Μέχρι το βράδυ βρισκόμουν σε μια ξένη χώρα.
Την επόμενη μέρα ζούσα πια
Σε έναν κόσμο πιο δίκαιο και πιο σοφό.

Σκοτείνιασαν οι γειτονιές.
Φέγγουν οι στύλοι
μεγάλα μαύρα κουτιά.
Ποιος ξέρει από πού έρχονται
όλοι αυτοί οι άνθρωποι
στην πόλη κάθε πρωί.

Όταν είσαι αθώος κοιτάς συνήθως μπροστά.
Η ζωή δεν μπορεί να περιμένει.
Το να κοιτάς συνεχώς προς τα πίσω
είναι ένα τυπικό σημάδι ενοχής.

Πίνεις, πίνεις, πίνεις
Και δεν σε νοιάζει
Περνάς καλά
Μιλάς για όλα
Το σήμερα, εδώ
Το χτες, αύριο
Δεν ξέρεις τι λες
Πίνεις, πίνεις, πίνεις
Διψάς, ξεδιψάς
Τσιμπάς κι ένα μεζέ
Η νύχτα προχωρά
Χάνεται
Δεν έχει σημασία
Όλα είναι καλά
Πίνεις, πίνεις, πίνεις
Πετάς τα λεφτά στο μπαρ
Καβαλάς και φεύγεις
Προσγειώνεσαι στο κρεβάτι
Κλείνεις τα μάτια
Ξέρεις πως το πρωί θα αργήσει
Θα σαι σκατά
Η αυριανή μέρα θα χαθεί
Μες στο κενό σου στήθος
Το αυριανό τσιγάρο
Θα ναι πικρό και άφιλτρο
Ο αυριανός καφές
Δεν θα χει νεύρο
Όλη η μέρα αύριο
Θα χει ένα τρόμο στα σωθικά
Μια αδιόρατη ενοχή και μελαγχολία
Όλοι θα είναι εχθροί
Θα ξέρεις γιατί τους μισείς
Θα φτάσει το βράδυ
Για να μπορέσεις
Να κοιταχτείς στον καθρέπτη
Να νιώσεις εντάξει
Να καταλάβεις
Πως έτσι θα πάει η ζωή
Πως η αγάπη κοστίζει
Γιατί πάντα χάνεται
Γιατί δεν υπάρχει
Παρά μόνο σαν ένα όνειρο
Από το οποίο θα ξυπνήσεις
Συντετριμμένος και άδειος
Ανίκανος να το αντιμετωπίσεις
Ανίκανος να το κάνεις να ξεχαστεί
Παρά γυμνός και σμπαραλιασμένος
Θα τρέχεις ξοπίσω του
Θα το εκλιπαρείς να ξανάρθει
Μέσα στις ατελείωτες νύχτες σου
Καθώς θα κλείνεις τα μάτια
Θα κλείνεις τα μάτια σφιχτά
Και θα πίνεις, θα πίνεις, θα πίνεις

Ήταν ένα κοριτσάκι, ψηλό και παχύ, πάνω από δέκα δώδεκα χρονών παρέα με την μητέρα του, που θα μπορούσε να είναι γιαγιά του, με την ελαφριά καμπούρα της και τα άσπρα στις ρίζες τους μαλλιά, στην παιδική χαρά, φορώντας κάτι ξεχειλωμένες μάσκες στα πρόσωπά τους, μαύρες και λερωμένες, στην παιδική χαρά ανάμεσα σε τρίχρονα και πεντάχρονα που τρέχαν αλαφιασμένα, και το κοριτσάκι είχε ξαπλώσει σε μια κούνια σαν φωλιά πουλιού από δίχτυ, είχε ξαπλώσει μέσα ολόκληρη, με τα πόδια λυγισμένα κι η μαμά της την κούναγε απαλά, σκύβοντας αρκετά σε κάθε σπρώξιμο και τραβώντας πάλι πίσω το κορμί της προετοιμαζόμενη για την επόμενη σπρωξιά, και το κοριτσάκι καθόταν εκεί, κοιτώντας άλλοτε ψηλά στον ουρανό κι άλλοτε ανασηκώνοντας ελαφρά το κεφάλι της προς όλους εμάς με τα παιδιά μας, καθώς τα παρατηρούσαμε από τα τσιμεντένια καθίσματα που περιστοίχιζαν το μέρος, ενώ αυτά τρέχαν πάνω κάτω, μην δίνοντας σημασία στον αέρα που άρχισε να δυναμώνει, στο λίκνισμα όσων κλαδιών είχαν απομείνει στα πετσοκομμένα δέντρα, στα σύννεφα που άρχισαν να συννενοούνται για κάτι μεγαλύτερο από βροχή, για κάτι πιο σημαντικό από το να μας διώξουν όλους από κείθε, ίσως και για κάτι που θα στοίχιζε κάτι παραπάνω από την αναβολή της αναψυχής των παιδιών μας και πιθανώς και κάποιων δικών μας στιγμών χαλάρωσης, όταν δίχως καμιά προειδοποίηση ο κόσμος τελείωσε, έτσι απλά χωρίς καμιά τυμπανοκρουσία, χωρίς καμιά ευκαιρία για μελοδραματισμούς, έτσι απλά δεν υπάρχει πια κόσμος, ο κόσμος έπαψε να υπάρχει, ότι έμεινε πίσω δεν είναι παρά μια φτωχή ανάμνηση στο μυαλό του καθενός μας που αργά η γρήγορα θα ακολουθήσει κι αυτή το μονοπάτι και της δικής της εξαφάνισης κι όλα θα είναι ένα τίποτα που στέκεται καταμεσής ενός..

Ξέρεις, λέμε εκείνο και το άλλο αλλά οι άνθρωποι πεθαίνουν. Από αυτή την πόλη το πιο εύκολο πράγμα να κάνουμε είναι να κρατάμε την απόσταση μας από όλες τις υπόλοιπες. Μόνοι μας με τον πόνο μας μαθαίνουμε να ζούμε κι έτσι να πορευόμαστε στους κύκλους μας παίρνοντάς τους ευθείες. Αυτό μας κρατά αληθινούς όπως αλήθεια είναι να λες κουράστηκα και βαρέθηκα και έτσι μου έρχεται να σηκωθώ να φύγω και ποτέ να μην το επιχειρείς. Για χάρη αυτής σου της δημιουργικής απώλειας.

Ξέρεις, αγαπάμε πολύ κόσμο κι ας μην τον ξέρουμε κι ας μην θέλουμε να τον μάθουμε, λοιπόν. Σκέψου όλα αυτά τα βιβλία, τις μουσικές, τις ταινίες που μας μεγάλωσαν ως εδώ. Όλα αυτά που μας έφτασαν στο σημείο να μπορούμε να αντέξουμε την βουβαμάρα μας αργά το βράδυ στο μπαρ δίχως τίποτα να μας χωρίζει από την επέλαση της αυγής. Τόσοι ήρωες και ηρωίδες μες στο κεφάλι μας με το μπάσο στο τέρμα και το φύλλο υπογραμμισμένο πάντα στις αγαπημένες λέξεις και τα μάτια ορθάνοιχτα σε ένα μοντάζ που κόβει την ανάσα μας προειδοποιώντας μας για όλες τις μελλούμενες απώλειες.

Ξέρεις, ποτέ δεν τολμήσαμε να βγάλουμε τα ρούχα μας στην μέση του live. Ούτε κόψαμε ποτέ τα μαλλιά μας καθώς πέφταν οι τίτλοι τέλους και σίγουρα δεν τρυπήσαμε τις γλώσσες μας με την πρώτη λέξη. Αλλά ίσως πάλι όλα αυτά να συμβαίνουν κάθε φορά που προστίθεται μία ακόμα, ακόμα κι αν δεν τολμάμε να το ομολογήσουμε, απώλεια.

http://www.mic.gr/team/gia-ton-mpampi

Πάντα το βέλος θα ψάχνει το μήλο.
Το μήλο θα ψάχνει το κεφάλι
πάνω στο οποίο θα στέκεται
και το κεφάλι με τη σειρά του
θα ψάχνει τον τρόπο
να χαμογελάσει αδιάφορα
λες κι όλα αυτά δεν είναι
παρά ένα παρατραβηγμένο αστείο.

Στη διπλανή πολυκατοικία μία κυρία
πήδησε απ’ τον τρίτο.
Το πρωί έκανε ζέστη στο κέντρο
κι είχε διαολεμένη κίνηση.
Μαζεύτηκε πολύς κόσμος στο σημείο
περιμένοντας ποιος ξέρει τι.
Πήρα κεφτεδάκια από τη μάνα
αλλά χύθηκαν όλα στο βαλιτσάκι της μηχανής.
Σε λίγες ώρες ο τοπικός τύπος μας ενημέρωσε
για το σοκ που νιώσαμε.
Έφαγα ψωμί με χόρτα κι ήπια και μια μπύρα
και στα καπάκια έφτιαξα καφέ.
Κυκλοφόρησε και μια φωτογραφία
με τα παντοφλάκια της κυρίας αφημένα στο μπαλκόνι.
Άρχισε να σουρουπώνει και λέω να βγω καμιά βόλτα στην πόλη.
Όλη μέρα στη βεράντα βαρέθηκα να κοιτώ απέναντι τα βουβά σπίτια.

Σε κάνει να θες να γράψεις, μπλε κόκκινο
κίτρινο άσπρο. Να πεις την αλήθεια.
Αλλά η αλήθεια δεν λέγεται, βιώνεται.
Μέσα σε μια νύχτα πνιγμένη σε αβάνα κόλα
τσιγάρα, τραγούδια που χορεύεις
μένεις στο κέντρο της πίστας
χτυπάς τα πόδια σου με ρυθμό
κάνεις τον Άτλαντα να γονατίσει
να πετάξει τον πλανήτη στην άκρη
και να φιλήσει τον πρώτο άνθρωπο
που θα τον κοιτάξει στα μάτια.
Γλιστράμε στην ανηφόρα, ολοταίριαστοι
όπως η νύχτα συνθλίβεται στο άγγιγμα των χειλιών μας
τα δάχτυλά μας μπλέκονται στον γρίφο της ηδονής μας
το δωμάτιο αιωρείται
στα όνειρα των ενοίκων της πολυκατοικίας
το κρεβάτι είναι η μόνη πραγματικότητα
κίνηση, ακινησία, πάνω, κάτω
γλώσσες σε αποστολές αυτοκτονίας
δόντια, ακόντια, βέλη, ξιφολόγχες
το στήθος μας κοχλάζει σαν γέρμα στην αγχόνη
μπλε κόκκινο αναστεναγμοί, βογγητά
μαύρο πηγάδι του ουρανού αφρίζει ελεύθερο
γερμένος δίπλα σου αναρωτιέμαι
αν θα ξυπνήσω ποτέ από τούτο τον έρωτα
ολόγυμνος κι ειλικρινής, ένα πρωινό δίχως όρια
δίχως εκλείψεις, μαζί σου μέχρι το τέλος του κόσμου.

Όλοι πέσαν μες στα σπίτια τους.
Οι λάμπες του δρόμου ξεμείναν να ρωτάνε.
Ποιος θα σώσει τούτη τη νύχτα απ’ τον αφανισμό;

Όλοι κοιμούνται μέχρι να ξυπνήσουν.
Κανείς δεν πιστεύει πως αύριο ο κόσμος θα τελειώσει.
Ποιος θα σώσει τούτη την ζωή από την ελπίδα της;

Όλοι κρατάνε τα στόματά τους κλειστά.
Τα μάτια τους ορθάνοιχτα και τα χέρια στις τσέπες τους.
Ποιος θα σώσει τούτη την αγάπη από την ασφυξία;

Ένα πακέτο τσιγάρα και καμιά τριανταριά χεσίματα. Δύο μπουκάλια καθαρκτικό και τέσσερα λίτρα νερό. Εξέταση στις δέκα το πρωί την αυριανή μέρα. Νηστικός με ένα φιδέ δίχως λάδι. Καθόταν όλο το απόγευμα μπροστά στον υπολογιστή φτιάχνοντας μια νέα λίστα με τραγούδια. Δίπλα στους Love και στον Johnny Thunders έτρεχε την δισκογραφία των Sonic Youth αλλά δεν του κόλλαγε τίποτα. Τελικά πρόσθεσε ένα κομμάτι Teenage Fanclub. Έλειπε και το καπάκι από το καζανάκι κι όποτε το τράβαγε γέμιζε θόρυβο το μυαλό του. Έλειπε κι ο μικρός με τη μάνα του και καθόταν στα σκοτεινά μόλις βράδιασε. Το φτηνότερο ρεύμα γαμώ την πρέζα μου, σκέφτονταν. Ήδη είχε αρχίσει να τριπάρει όταν μπήκαν μέσα. Κατευθείαν το παιδί τον αγκάλιασε και του είπε πόσο τον αγαπάει. Κατευθείαν κι αυτός ένιωσε να τον προδίδει. Παρά τα παρακάλια του ούτε είχε μειώσει ούτε πρόσεχε με τις καταχρήσεις. Και μετρούσε πολλά χρόνια μέσα σε διάφορα σκατά. Η γυναίκα μπήκε για ξεβρώμισμα κι αυτός αναβόσβηνε τσιγάρα, πηγαινοέρχοταν στο δωμάτιο του αγοριού κι έριχνε και κάνα τελευταίο χέσιμο. Μπήκε μες στο μπάνιο και της την είπε που έπαιρνε τόσο πολύ χρόνο πάνω της. Στην ουσία της παραδεχόταν πως φοβόταν και έτρεμε το βλέμμα του γιού του. Τα αθώα του μάτια που κρέμονταν από τα δικά του. Δεν άργησαν να μπουν για ύπνο και να τον παρατήσουν στον καναπέ. Εξαντλημένος πια, σε μια κατάσταση νιρβάνας και αποσύνθεσης, άκουγε το αίμα του να τρέχει και προσπαθούσε να φανταστεί τις εκβολές του. Διάβαζε τον παφλασμό του νερού πάνω στα μεγάλα βράχια της νιότης του, το απαλό του κελάρυσμα στα χρόνια της συντροφιάς τους και τρομοκρατούταν στην ιδέα του ανταμώματος με τη θάλασσα. Επιθυμούσε κάθε μοναδική φορά που το ρεύμα του θα τους φρόντιζε. Ήθελε να τον δει να βουτά μέσα του και να βγαίνει πιο ήρεμος και πιο άγριος από πριν. Να γευτεί λίγη από την δική του ζωή προτού φύγει για να βρει την δική του πηγή, τον ρου της δικής του ιστορίας. Δεν ήθελε να βρει μια λευκή σελίδα στην θέση του. Το βιβλίο της ζωής είναι μεγάλο και δεν ήθελε να τον δυσκολέψει. Μαθαίνοντας τον, χαϊδεύοντας τις δικές του ουλές και κατανοώντας την σημασία τους,  πίστευε, πως θα μπορέσει μεγαλώνοντας να κάνει τις δικές του επιλογές πιο εύκολα. Ακόμα κι αν πρόκειται να ξεχάσει τα πάντα, κάποτε. Πήγε στο κρεβάτι λίγο μετά τις δώδεκα και έκλεισε τα μάτια. Δεν είχε άλλο κουράγιο να αναδυθεί μέσα από το παγωμένο υγρό. Το ποτάμι κατέβαινε βαθύ.

Χάθηκα μες στις μέρες. Δεν ξέρω τι θα πει.
Το μοναδικό φωτεινό παράθυρο
μες στη νύχτα
ανήκει στο δάσος που καίγεται.
Πόλεμος, ειρήνη και πάλι πόλεμος.
Δεν ξέρω τι ήρθα να κάνω εδώ.
Αρχίζω πάντοτε από την αρχή.

στο someno

Η μέρα σήμερα έπαιζε στο σινεμά.
Όλοι λέγαν τα λόγια τους σωστά
χτίζοντας την ιστορία
κι έπειτα βγαίναν από το πλάνο
τόσο γρήγορα και απαλά
λες και η ταινία είχε ήδη γίνει κλασική.
Ήμουν τόσο πολύ ο πρωταγωνιστής
μέσα σε όλους αυτούς τους διαλόγους
που άρχισα να πείθομαι
πως ο σκηνοθέτης με αγαπά πραγματικά
και πως με προορίζει για κάποιο εξαίσιο φινάλε.
Τρομοκρατήθηκα όμως στ’ αλήθεια
όταν καταλήγοντας μόνος μου στο σπίτι
καταλάβα πως η κάμερα παρέμεινε ανοιχτή
και κεντραρισμένη πάνω μου,
διαλέγοντας γωνίες
που κάθε άλλο παρά ευοίωνες
θα τις χαρακτήριζα.
Μέχρι και το τσιγάρο
μου έκαιγε έναν παχύ μελαγχολικό καπνό.
Το συναίσθημα άρχισε να γινεται αφόρητο
κι έτσι αποφάσισα να βγώ ξανά έξω.
Αντικρίζοντας τον δρόμο κάτω από το σπίτι μου
ένιωσα την κομμένη ανάσα του κοινού.
Έπρεπε να προχωρήσω, αλλά για που;

Ο χειμώνας ταξιδεύει την άνοιξη. Φτάνει στο σπίτι και μαγειρεύει την επόμενη θυσία.
Το καλοκαίρι είναι όλα έτοιμα και περιττά, έτσι ο κόσμος μαζεύεται στις ταράτσες
πλέκει τα δάχτυλά του με οποιονδήποτε λάθος τρόπο και πετάει τα τσιγάρα του
στο κεφάλι του φθινοπώρου. Ο χειμώνας γεννιέται την τελευταία μέρα του
καλοκαιριού, μεταξύ μέθης και αηδίας, υπνοστεντόν και κίτρινης τεκίλας
αλογοουρών στο ταμείο δεξιά. Σκουπίζοντας τα πόδια μας προσεκτικά
στο φθινόπωρο της χρονιάς όλα τα λουλούδια της άνοιξης πέφτουν
λιπόθυμα στο προσκεφάλι του πρώτου μας νεανικού έρωτα
και οι βρικόλακες αυτοκτονούν από νοσταλγία. Ήλιος
μπαινοβγαίνει στο διαμέρισμα του 5ου ορόφου
καθιστώντας ανίκανους τους ενοίκους του
να προφέρουν τις λέξεις καλοκαίρι,
χειμώνας, φθινόπωρο δίχως
μια άνοιξη στο στόμα.
Μαλακίες θα πει
κάποιος και
θα έχει
δίκιο.
Οι εποχές είναι άχρηστες και ξεπερασμένες.

Σε μια από τις τελευταίες κληρώσεις του Τζόκερ
το τυχερό δελτίο αποτελούνταν
από τα νούμερα 6,5,4,3,2 και Τζόκερ το 1
και μάλιστα εμφανισμένα με αυτή τη σειρά.
Από πολλούς θεωρήθηκε ως τρομερό κοσμικό μήνυμα.
Στην επόμενη κλήρωση τα ίδια νούμερα
θα επιλέγοταν κάποιες δεκάδες χιλιάδες φορές.
Φυσικά η κλήρωση είχε τζακ ποτ.
Το ίδιο και κάμποσες μετά από αυτήν.
Τελικά ο μεγάλος τυχερός κέρδισε με ένα δελτίο
αποτελούμενο από πολλαπλάσια του 3.
Όλη η χώρα πλέον είχε αναστατωθεί για τα καλά.

Ήρθε ο Μάης κι ακόμα φοβάμαι να σε φιλήσω.
Θαρρείς πως ο κόσμος θα τελειώσει
αυτή την Δευτέρα ή την άλλη
και πρέπει να μείνω μόνος. Ολομόναχος.
Μόνος, δίχως κανέναν για να αποχαιρετίσω.
Δίχως τίποτα που θα με αναγκάσει να γυρίσω το κεφάλι
προς όλο αυτό το τέλος που βράζει και χύνεται.

Είμαι μαλάκας αλλά όχι βλάκας
Όταν καταπίνω προς τα μέσα φτύνω
Κάλλιο μονάχος να πνιγείς, κανέναν να μην πνίξεις
Και τα γαμήσια που χρωστάς στο πέτο σου λουλούδια
Να ρθουν τα κοριτσόπουλα να πλέξουνε τραγούδια

Με ένα πόνο στο στήθος
προχωρούσα
δίχως να με νοιάζει
ποιος είμαι ή που πηγαίνω
Πονάω, έλεγα
και μου δείχναν ευθεία
την άβυσσο
Πονάω, σκεφτόμουν
δεν γίνεται να σταματήσω
Προχωρούσα
με ένα πόνο στο στήθος
κι αυτό μου ήταν αρκετό


Οι λέξεις είχαν προσβάλλει τον ύπνο μας.
Καμία φωνή δεν ρίζωνε το ταξίδι.
Καμία σιωπή δεν βύζαινε τον χρόνο.

Τα κρεμασμένα άσπρα σεντόνια στον ακάλυπτο.
Η σφυρίχτρα των σκύλων στο λαιμό μου.
Η άνοιξη καλογυαλισμένη λαιμητόμος.
Η άνοιξη πυρπολημένος θίασος.
Το μεγάλο της κεφάλι στο μισοσκόταδο.
Το θαύμα της αιώρησης.
Ο τρόμος στο μάτι της πόλης.
Το μάτι της πόλης ως σύμπαν.
Τα κίτρινα φώτα ως σκευωρία.
Η διαφυγή στον Υμμητό.
Η λογική να ραγίζει τις καρδιές μας.
Το αυτοσχέδιο τραγούδι στην κιθάρα.
Η φωνή μου μες στο κρύσταλλο της νύχτας.
Η Γαλάνη να με αγκαλιάζει σφιχτά.
Όλες οι κουρτίνες γεμάτες τέρατα.
Αυτή να παρακαλά να εξαιρεθεί.
Το αίμα δροσερό στα χείλη μου.
4, 5, 6 η ώρα, ξημερώνει.
Οι γλάροι γελάν. Το σπίτι τρέμει.
Όλοι ετοιμάζονται να λιποθυμήσουν.
Προσπαθεί να με πείσει πως έχω ξυπνήσει.
Αδυνατώ να την πιστέψω.
Αδυνατώ να πιστέψω οτιδήποτε πια.

Ο ίδιος δάσκαλος κύριος σατανάς καθόταν στην είσοδο του σχολείου μπροστά από το προαύλιο και μας κοιτούσε να μονομαχούμε με αφορμή έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Είχαμε την τιμή να παίζουμε με πραγματική μπάλα μιας κι ήταν ο τελευταίος αγώνας της χρονιάς, ο τελευταίος αγώνας του δημοτικού, μιας και σε λίγες ώρες θα αποφοιτούσαμε προς ένα ακόμη μεγαλύτερο καλοκαίρι και ποιος ήξερε προς ποια εποχή στη συνέχεια. Ήμουν ο γίγαντας του σχολείου, πολύ ψηλότερος από όλα τα παιδιά, πολύ πιο εσωστρεφής, πολύ πιο πλούσιος, πιο καλός μαθητής, αναγκάζοντάς τα να με κοιτούν με μισό μάτι και να με περιμένουν στη γωνία για όλα αυτά και όσα ακόμη δικαιωματικά μου καταλόγιζαν εν άγνοια μου εκείνο τον καιρό. Δεν θυμάμαι τι προκάλεσε την συμπλοκή αλλά ξαφνικά βρέθηκα μπροστά στον Γιώργο, τον συμμαθητή μου για όλα αυτά τα χρόνια, ο οποίος μου ζητούσε επίμονα να ρίξω την πρώτη. Τον κοιτούσα παγωμένος από φόβο μην τυχόν και σηκωθεί το χέρι μου και τον χτυπήσω και τον σκοτώσω. Τότε, ίσως ακόμη και τώρα, ήμουν πεπεισμένος πως το παραμικρό χτύπημα μπορεί να είναι ή μάλλον σίγουρα θα είναι το μοιραίο. Δεν άντεξε να με προκαλεί για πολύ ώρα μπροστά σε όλα τα αγόρια του σχολείου και ακολουθώντας τις προσταγές του πλήθους άρχισε να με κοπανά με μπουνιές στα μούτρα και στο στήθος. Στεκόμουν ακίνητος, με τα χέρια κατεβασμένα, και δεχόμουν τα χτυπήματα ανέκφραστος. Δεν πονούσα τόσο από το μίσος του όσο από την σκέψη που άρχισε να σχηματίζεται στα πρώτα μου δάκρυα πως αυτή είναι η τελευταία μέρα του σχολείου. Το κουδούνι χτύπησε, και σαν να μην συνέβη τίποτα αξιόλογο, το κοπάνημα κι οι ζητωκραυγές διαλύθηκαν και με σκυμμένα κεφάλια προχωρήσαμε όλοι μαζί προς την τάξη. Στην είσοδό της ο δάσκαλος μας κοίταζε περιφρονητικά και καθώς περνούσα από δίπλα του μου είπε, α ρε ###, ψηλός και άχαρος, για τίποτα δεν είσαι. Κάθισα στο θρανίο μου, μπροστά μπροστά, κι άνοιξα όλες τις βρύσες κι έσπασα όλα τα φράγματα κι έδειξα στην θάλασσα το δρόμο προς το βουνό. Έκλαιγα με αναφιλητά. Τόσο ο μαλάκας όσο και τα παιδιά είχαν σαστίσει. Το νερό ανέβαινε γρήγορα και θα μας έπνιγε, τόσο αβίαστα, τόσο αδιάφορα. Η ώρα πέρασε μέσα στην μύξα και την αυτολύπηση. Θυμάμαι το κουδούνι να ξαναχτυπά κι όλοι να φεύγουμε για τα σπίτια μας. Η ντροπή μου καθώς η μητέρα άνοιξε την πόρτα ήταν το ίδιο δύσκολη αλλά έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσα να κλάψω άλλο. Παρατήρησα πως η καλή μου μπλούζα που είχα φορέσει ειδικά για την μέρα αυτή είχε σκιστεί στο λαιμό. Ήμουν σχεδόν σίγουρος πως το σκίσιμο θα βάθαινε μες στα χρόνια που ερχόνταν.

Ο δάσκαλος χαμογελούσε με κείνον τον καταστρεμένο του τρόπο και όλα τα παιδιά σφίγγαμε τις καρέκλες με τα πόδια μας. Έξω ο ήλιος μας έπειθε πως η ζωή έχει αντοχές που αργά ή γρήγορα θα ανακαλύπταμε. Εκείνη τη μέρα ήταν η σειρά του πιο νέου συμμαθητή μας. Ίσως να ήταν κι η πρώτη φορά που τον προσέξαμε. Η ιστορία έλεγε πως είχε έρθει από μια μακρινή χώρα που δεν ήταν η Ελλάδα. Ο δάσκαλος μας είπε πως λεγόταν Αλβανία. Σίγουρα κάποιο περίεργο μέρος πέρα από κάθε φαντασία για όλους εμάς με τις χωμάτινες αυλές, τα πατημένα τενεκεδάκια για μπάλα και την απόλυτα ασπρόμαυρη τηλεόραση. Έπειτα ο κύριος της τάξης ρώτησε τον μαθητή αν έχει αδέρφια. Ο μαθητής απάντησε καταφατικά για να δεχτεί αυτόματα την νέα ερώτηση του αφέντη που αφορούσε τον αριθμό αυτών. Όλα τα κεφάλια γύρισαν προς το μέρος του όταν ξεστόμισε τον μαγικό αριθμό δώδεκα. Τα πράγματα δεν θα πήγαιναν καλά. Ο αρχιμάγιστρος θέλησε να μάθει τα ονόματα αυτών. Το μικρό αγόρι τον κοίταξε με όλο το απλανές βλέμμα ενός παιδιού της ηλικίας του και συνέχιζε να τον κοίτα το ίδιο κενά παρά τις φωνές του διαβόλου που υψώνονταν γύρω του. Ο ληστής σήκωσε την μακριά ξύλινη βέργα που κρατούσε και τον πρόσταξε μια τελευταία φορά να απαγγείλει τα ονόματα των πανάκριβων αδερφιών του. Τα σφραγισμένα χείλη του παιδιού συσπάστηκαν και σφράγισαν ποιος ξέρει για πόσο καθώς η βέργα άρχισε να πέφτει με μανία ξανά και ξανά πάνω στο κεφάλι του. Όλοι εμείς μάθαμε μέσα σε μια στιγμή το όνομα, την καταγωγή και τον προορισμό όλων των μελλοντικών μας αδερφιών.

Πιτσιρικάκι, δεκατριών δεκατεσσάρων χρονών, αθληταράς, κάτι πόδια να, κατοστάρης, γύρναγα γύρω από την περιφορά του επιταφίου με τα άλλα αλάνια και μαλακιζόμασταν. Κοιτάζαμε τον κόσμο, μαζεύαμε βαβούρα και θείο δράμα και κοζάραμε τις μορφονιές. Γεμάτη η εποχή από μίνι φούστες και πυρκαγιές. Έθιμο ήταν κι αυτό, όταν αλλάζανε βάρδια τα παλικάρια που σηκώνανε το μεγάλο φορτίο να ορμά ο κόσμος και να περνά σταυρωτά κάτω από τον επιτάφιο. Την είχα δει, συναθλήτρια στον στίβο, μουνάρα και ξανθιά, κάνα δυο χρόνια μεγαλύτερη, να χώνεται κι αυτή από κάτω και να χάνεται. Ευθύς ο καλός συνοδοιπόρος της πομπής άστραψε μέσα μου και βρήκε το σχέδιο του. Με το που την είδα να προετοιμάζεται να ξαναμπεί από κάτω, χώθηκα και γω. Έσπρωξα και χλιμίντρησα κι όπως βρέθηκα ακριβώς από πίσω της, κάτω από το σώμα του εσταυρωμένου, της έμπηξα ένα ξεγυρισμένο χούφτωμα στον κώλο. Αστραπιαία γύρισε το κεφάλι, με κοίταξε με όλα της τα γαλήνια, καυλωμένα μάτια και μου χαμογέλασε. Κώλωσα. Κώλωσα και συνεχίζω να κωλώνω. Τα πόδια μου λυγίζουν και βεγγαλικά. Τις επόμενες μέρες στην προπόνηση δεν είπαμε κουβέντα. Όταν μου σκαγε κάνα χαμόγελο ξανά έκανα το ένα παγκόσμιο ρεκόρ μετά το άλλο.

Μια λάμπα για κάθε άνθρωπο
Το σκοτάδι να ορίζεται
Και να παραμιλά
Χωρίς ποτέ του να αρθρώνει
Κάτι σαν λέξη ή ψίθυρο
Ή κάτι εξίσου αναγκαίο

Μία λάμπα για κάθε άνθρωπο
Έτσι που όταν βρισκόμαστε μαζί
Τίποτα να μην μένει όρθιο
Όλα να σβήνουνε
Μες στην απέραντη έκταση
Της ανοησίας μας

Η αγάπη μας είναι ο κόσμος
έξω απ’ τον κόσμο.
Αυτό που κρατά τα αστέρια
στην θέση τους.
Όλη αυτή η απόσταση
στο χαμόγελο σου.

Είμαι στο μπαρ κι απέναντι μου
Μόνο μια γυναίκα.
Έχει ένα ποτήρι μπύρα που δεν ακουμπά.
Κράτα το κινητό της και παίζει παιχνίδια
Στέλνει μηνύματα, κοίτα τον τοίχο της.
Καλά μου κάνει. Τι να της πω?
Ότι πρωταγωνιστεί σε ένα ποίημα
Που δεν φτάνει ούτε για να ζεστάνει
Τα πόδια μας. Ότι είναι η μούσα
Ενός φτηνού ουίσκι, βροχερής βραδιάς
Δίχως εγκληματίες.
Πέρασε κι ο λαχειοπώλης.
Ίσα για να πει καληνύχτα.
Δεν βρέθηκε ούτε ένας ετοιμοθάνατος
Για να ψωνίσει. Κι είμαστε τόσο μόνοι.
Συνεχίζουμε το πιώμα.
Μακριά από εξηγήσεις. Ή αφορμές.
Επιβιώνουμε.
Διάβασα το ποίημα στον dj
Σαν παραγγελιά
Και μου πρότεινε να το διαβάσω
Και στην κοπέλα.
Το έκανα. Συνεχίζω το πιώμα.

Όταν ήμασταν παιδιά
η λέξη σφαγεία
έμοιαζε το ίδιο
ακατανόητη και όμορφη
με κάθε ένα ακόμη
απαγορευμένο όνειρο
ενηλικίωσης.
Τόσα χρόνια μετά
αποτελεί τον ορισμό
μιας ζωής
από την οποία δεν ξυπνήσαμε
ποτέ.

Είναι πραγματικά δύσκολο να υπερασπίζεσαι τους φίλους σου καθώς μεγαλώνεις.
Από τα μυθικά πλάσματα του ονείρου γίνονται τα ίδια πάντα σπασμένα γρανάζια μιας μηχανής που βογκά και αγκομαχά σε κάθε ανηφόρα κι είναι πάντα τόσο ψηλά όσο πρέπει να πας.
Όπως και συ, έτσι κι αυτοί φοβούνται, είτε το να πεθάνουν ολομόναχοι, είτε το να πεθάνετε όλοι μαζί, χαρούμενοι και αηδιασμένοι, ο ένας με τον άλλον, ο ένας με τον δεν ξέρω πραγματικά πως κάποιος μαθαίνει να μετρά.

Να μαστουρώσω, να βρέξει χώμα
Να μας θάψω όλους, όλους
Να μείνει ο σταυρός μας
Να κοιτάει δεξιά κι αριστερά

Πάνω και κάτω
Και να μην ξέρει που να πάει

Πιο πολύ από κείνο το γκρι απόγευμα
ήταν ένα ποίημα
που έλεγε
πως η ζωή μας προηγείται της ποίησης.
Τόσο μα τόσο κρίμα που έφυγες.

Πιο πολύ από κείνο το σώμα σου
με όλους τους τέλειους μυς του
θα μείνει ένα μήνυμα Κυριακής μεσημέρι
Πάω για μπύρα Ακροβάτη, αν θες έλα

Με τόσα πεζοδρόμια και τόσες βιτρίνες πόση ελεημοσύνη πάει χαμένη;
Μία λεπίδα είναι πάντα ο τρόπος να δέχεσαι τα πράγματα.

Αν ήμουν κουφός θα μπορούσα να μιλάω στον εαυτό μου.
Αν ήμουν τυφλός θα μπορούσα να γελώ με τον κόσμο.
Αν ήμουν ηλίθιος θα μπορούσα να λύσω αυτή την ζώνη και να πέσω στο πάτωμα.

στον φίλο και συνταξιδιώτη Βασίλη

Εκατομμύρια, χιλιάδες, αδιανόητα πολλές στιγμές, μεγάλες, μικρές, ελάχιστες, σε κείνη την μετάβαση από στίχο σε στίχο. Από λέξη σε λέξη.

Ένας άνθρωπος, εμείς οι ίδιοι, ας τον ονομάσουμε έτσι απλά Βασίλη κι ας του δώσουμε το πρόσωπο ενός φίλου, σκύβει πάνω από το λευκό χαρτί. Η απόσταση είναι τόση μεταξύ τους όση η ζωή που προηγείται ενός θαύματος. Ο άνθρωπος αυτός βρίσκεται μέσα σε ένα σπίτι. Ή είναι προτιμότερο να πούμε πως υπάρχει γύρω του ένας χώρος. Μαζί του, δίπλα του, στέκουν οι ήρωες της βραδιάς. Δεν είπαμε πως είναι βράδυ αλλά είναι σχεδόν βέβαιο. Δεν συμφωνείτε? Ο Βασίλης κοιτάζει το λευκό χαρτί όπως η θάλασσα κοιτάζει την ακτή. Οι ήρωες καπνίζουν και πίνουν και σιγοψιθυρίζουν που και που. Είναι μια χαλαρή και απλή μελωδία καθώς τα ποτήρια σέρνονται πάνω στο τραπέζι, τα τσιγάρα καίγονται και συνθλίβονται στο φτηνό τασάκι και οι κουβέντες αφήνουν τα πάντα να συμβούν.

Ο άνθρωπός μας με το όνομα Βασίλης που έχει το πρόσωπο ενός φίλου με μακριά λυτά μαλλιά έχει αρχίσει σιγά σιγά να χαράζει πάνω στην λευκή επιφάνεια. Είναι ο τρόπος του να κρατήσει την παρέα κεφάτη. Να γεμίσει ξανά τα ποτήρια τους και ευχηθεί στην απεραντοσύνη της βραδιάς. Να υπενθυμίσει σε όλους όσους βρισκόμαστε εκεί πως η νύχτα μας χρειάζεται. Σιγά σιγά μαζεύονται κι άλλοι. Άντρες και γυναίκες, ακόμα και μικρά παιδιά, όλοι τους εξίσου απαράμιλλοι και μοναδικοί με την ιστορία του καθενός μας. Ο άνθρωπός μας με το όνομα Βασίλης που έχει το πρόσωπο ενός φίλου με μακριά λυτά μαλλιά νιώθει τον πόνο να μεγαλώνει στο δεξί του πόδι και καταλαβαίνει πως πρέπει να συνεχίσει να υπερασπίζεται όλον αυτόν τον κόσμο με ακόμα μεγαλύτερη δύναμη. Το πρώτο χαρτί έχει γεμίσει μολυβιές, έχει καεί και προστεθεί στα υπόλοιπα φωτεινά στίγματα στον ουρανό. Ακολουθεί το δεύτερο, το τρίτο, η ζωή του η ίδια, ολάκερη και βροντερή, του ανθρώπου μας με το όνομα Βασίλης που έχει το πρόσωπο ενός φίλου με μακριά λυτά μαλλιά κι έναν πόνο στο δεξί του πόδι. Το σπασμένο γερό τσαμπουκαλεμένο του χαμόγελο διαγράφεται μπροστά από το φόντο τόσων και τόσων ποιημάτων, ωκεανών και αιώνιων μικρών στιγμών. Από λέξη σε λέξη. Από στίχο σε στίχο. Από ήρωα σε ήρωα.

Ένας άνθρωπος είναι μόνος του μέσα στην νύχτα. Προχωρά και σημαδεύει το λευκό λευκό χαρτί. Ας τον ονομάσουμε Βασίλη κι ας του δώσουμε το πρόσωπο ενός φίλου.

Από τα απέναντι σπίτια μπορούν να δουν μες στο μικρό μου δωμάτιο καθώς κάθομαι τις νύχτες με το φως ανοικτό και καπνίζω μπροστά από τα βιβλία μου. Προσφέρω αυτή την εικόνα κάθε βράδυ εδώ και αρκετά χρόνια. Κανείς όμως ποτέ δεν φιλοτιμήθηκε να ανοίξει και το δικό του φως και να σταθεί έστω για λίγο μέσα στη νύχτα της μικρής μας γειτονιάς και να μου κάνει παρέα. Αρχίζω να πιστεύω πως πίσω από τα σκοτεινά τους παράθυρα σχεδιάζεται κάτι κακό. Ή απλά περιμένουν υπομονετικά κάτι τέτοιο από εμένα.

Όλοι ξέρουν. Η μάχη του καλού με το κακό είναι πια ξεπερασμένη.

Όλοι μπορούν να μείνουν μόνοι τους για πάντα.
Οποιοσδήποτε πόλεμος έχει πια ακυρωθεί.

Όλοι πονάνε.
Τα μαχαίρια στόμωσαν και δεν κόβουν παρά μια αυγουστιάτικη βροχή.

Ίσως το τέλος της ανθρωπότητας. Μέσα από μια σχισμή φωτός κάτι πολύ μακρινό που αναπνέει αργά, σχεδόν χωρίς να το θέλει. Έβλεπα τους δεινοσαύρους και τους ουρανοξύστες πάνω από την θάλασσα ή καλύτερα ένιωθα την πληροφορία τους, όπως ένιωθα συνάμα πως υπήρχε κάτι, ένα σώμα, μια συνείδηση, που λειτουργούσε ως δέκτης όλων αυτών των σημάτων και που είχε, θα μπορούσε να έχει, το πρόσωπο και την ιστορία ενός παιδιού σαν αυτό που ήμουν μέχρι λίγες ώρες πριν, μια στιγμή μες στην αιώνια δίψα των αστεριών. Λίγο πριν ή λίγο μετά, δεν έχει καμία σημασία, είχα ανοίξει τα μάτια, εγώ; είχα ανοίξει τα μάτια και το πάρτι συνεχιζόταν. Αφού είχα καταφέρει να ανοίξω τα μάτια είχα αυτόματα την πεποίθηση πως είχα σωθεί. Δεν μπορούσα να διακρίνω καθαρά γύρω μου αλλά γυρνώντας το κεφάλι μου προς τα δεξιά είδα μια παρέα συνομήλικων παιδιών να με κοιτάζει και να γελά. Ήταν όλοι τους χαρούμενοι, αγόρια κορίτσια και με κοιτούσαν με την ζεστασιά και την περηφάνια ενός νικητή. Ένα ξανθό κορίτσι από την παρέα με πλησίασε και ανοίγοντας ένα πλαστικό μπουκαλάκι έχυσε λίγο νερό στην χούφτα της και μου το πρόσφερε. Έσκυψα να πιώ και ξαναβρέθηκα μέσα στο μαύρο ακατανόμαστο όνειρο. Έπειτα πέρασαν χρόνια σκληρά και τότε τα χρώματα άρχισαν να επανέρχονται. Ήμουν ξαπλωμένος, ήμουν καθισμένος και γύρω μου άρχισαν να βρίσκονται κάποιοι από τους φίλους που με συντρόφευαν από την αρχή της βραδιάς. Ακολουθούσα τις οδηγίες τους δίχως να τους ακούω. Φύγαμε από την ταράτσα του πανεπιστημίου και κατευθυνθήκαμε προς την έξοδο. Σιγά σιγά άρχισα να γίνομαι αυτός που ήμουν κάποτε ή ότι πιο κοντινό σε αυτό. Είχε ξημερώσει.

Πηγαίναμε Γιάννενα για τη δόση ιωδίου. Θα φτάναμε το μεσημέρι, θα αράζαμε στην πόλη και το επόμενο πρωί θα την άφηνα μέσα στο σφραγισμένο δωμάτιο για τρεις μέρες. Έτσι κι έγινε και μετά από μια βόλτα στη λίμνη καθήσαμε σε μια ταβέρνα για να φάμε. Είχαμε αποφύγει τα χειρότερα με τον θυροειδή κι οι τελευταίες αυτές μέρες του καλοκαιριού μας κράταγαν στην αγκαλιά τους τρυφερά. Παρόλα αυτά η υποψία ενός ξαφνικού χειμώνα είχε φωλιάσει πια για τα καλά μέσα μας. Θα έμενα μόνος μου με τον μπέμπη για καμιά εικοσαριά μέρες κι αυτό θα ήταν ότι μεγαλύτερο θα βιώναμε σαν χωρισμό από την κοπέλα μας. Παραγγείλαμε κι αρχίσαμε να τρώμε. Δεν μιλάγαμε πολύ. Δεν θέλαμε να παρακινδυνέψουμε με τυχαίες κουβέντες. Ξαφνικά καθώς τσίμπαγα από την σαλάτα σήκωσα μέσα από τα μαρούλια ένα κουκούτσι ελιάς. Κοίτα τι βρήκα, της λέω. Παιδί μου, εσύ θα το έφτυσες μέσα, θα το ξέχασες πως το έκανες, μου απαντά. Όχι, της λέω ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής μου. Κατευθείαν σηκώνω το χέρι μου και κάνω νόημα στον σερβιτόρο. Αυτός καταφτάνει αμέσως και με ακούει να του λέω, βρήκα ένα κουκούτσι στην σαλάτα μου. Τα έχασε. Μου λέει, να φωνάξω τον σεφ. Παιδί μου, τρελάθηκες, μου λέει αυτή, τι κάνεις; εσύ θα το έβαλες. Αποκλείεται, φωνάζω, είμαι σίγουρος πως δεν το έβαλα εγώ εκεί, η σαλάτα αυτή είχε ένα κουκούτσι μέσα, επιμένω αγανακτισμένος. Μετά από λίγο έρχεται κι ο σεφ. Του εξηγώ τι συμβαίνει και μου λέει με αρκετή ευγένεια και ηρεμία πως αυτό είναι πρακτικά αδύνατο, πως δεν του έχει ξανασυμβεί κάτι τέτοιο και πως αν το επιθυμώ θα μας φέρει μια καινούρια σαλάτα που θα την ελέγξει ο ίδιος. Σας ευχαριστώ πολύ, του απαντώ, αλλά δεν χρειάζεται, το πιο πιθανό είναι να έφτυσα εγώ το κουκούτσι ξανά μέσα στο πιάτο της σαλάτας. Με συγχωρείτε για την αναστάτωση αλλά είμαι λιγάκι κουρασμένος, προσθέτω και χαμογελώ στην δικιά μου. Αυτή περιμένει να φύγει ο υπεύθυνος και αρχίζει να γελά και να αναφωνεί πόσο μαλάκας είμαι και χαχαχα και χαχαχου. Όλα καλά. Την επόμενη μέρα χαιρετώντας την μέσα στο κουτί της υπενθύμισα να τσεκάρει καλά το φαγητό που θα της δίνουν. Όλα καλά.

Εφήυραμε κάθε λόγο για να έχουμε καρδιά
Αλλά το μόνο που καταφέραμε
Ήταν να κλειδώσουμε τον εαυτό μας
Έξω από το σώμα μας

Το φως είναι πολύ δυνατό
Παγώνει το ποτάμι

Χρειάζοταν απλά μια ελαφριά κίνηση
Κάτι σαν κάτι που πέφτει
Έτοιμο να γίνει χίλια κομμάτια
Και να χαθεί

Απλά χαμογέλασε
Λίγο πριν ο κόσμος ξαναγίνει δικός σου

Ή παραδέχεσαι πως ο κόσμος ολόκληρος είναι μια απέραντη φυλακή και πως όλοι εκτίουμε τις ποινές μας για τα ειδεχθή μας εγκλήματα ή απλά υπομένεις την δολοφονία σου ξανά και ξανά μέχρι να μην έχει καμιά σημασία πια αν είσαι ήρωας ή απλά πολύ μα πολύ μαλάκας.

Στα 16 δεν φταίει κανείς. Μπορείς και πετάς ανάμεσα σε όσους πετάνε δίχως να σε ενδιαφέρει αν θα συγκρουστείτε αφού η πτήση έτσι κι αλλιώς πάντα συνεχίζεται.

Στα 26 φταις πάντα εσύ. Μπορείς και πετάς μόνο και μόνο για να συγκρουστείς είτε με κάποιον άλλο είτε επιτέλους με το έδαφος.

Στα 36 φταίνε πάντα οι άλλοι. Δεν πετάς πια αλλά συνεχίζεις να συγκρούεσαι με όποιον βρεθεί στο διάβα σου.

Στα 46 δεν έχει σημασία ποιος φταίει. Βρίσκεσαι πάντα στο ίδιο σημείο και εύχεσαι να μπορούσες να συγκρουστείς με κάποιον ή κάτι μα δίχως να χρειαστεί να σηκωθείς ψηλά. Τα ύψη σου προκαλούν μια δηλητηριώδη νοσταλγία.

Η ποίηση είναι μαθηματικά που μιλάν για τη ζωή σου.
Τι καλύτερος τρόπος να περιπλέξεις ακόμη περισσότερο ένα πρόβλημα
που ούτως ή άλλως δεν έχει καμία λύση.

Τα φιλαράκια μοιραζόμασταν την σκηνή. Απόλυτα βέβαιοι πως το κοινό θα μας αποθέωνε. Η πεποίθηση μας αυτή στηριζόταν σε κάθε λογής τρέλα που κατέβαινε από τα ουράνια κεφάλια μας ολοταχώς προς εκείνο τον σκατότοπο που αναγκαζόμασταν να ζούμε και να τον διασκεδάζουμε. Ήμασταν μια καλή ομάδα. Ο ένας συμπλήρωνε τον άλλον σε έμπνευση, ασημαντότητα και ρίσκο. Κατεδαφίζαμε τα μούτρα μας σε κάθε ευκαιρία και με κάθε ασήμαντη αφορμή. Πως μπορώ να ξεχάσω τις τραγικές παραβάσεις στις λεωφόρους της μητρόπολης, πετώντας στα κάγκελα περαστικά μηχανάκια και προκαλώντας κομφούζιο και τρόμο σε δεκάδες τιμόνια, σακατεύοντας το ίδιο πάντα κακόμοιρο αμάξι. Τις συναυλίες που συμμετείχαμε με μόνη φωνή αυτή ενός γαϊδάρου μες στο Αυγουστιάτικο λιοπύρι. Τις γυναίκες που αψηφήσαμε με την τόλμη ενός θηριοδαμαστή ποντικιών. Ή ακόμη πως τις συμπαρασήραμε μες στο απόλυτο κενό μιας νεαρής ανδρικής καρδιάς και τις αφήσαμε να τσιμπολογήσουν τα εντόσθιά μας μέχρι να βάψουν κόκκινο κάθε ηλιοβασίλεμα της υπόλοιπης ζωής τους. Πως πίναμε και τρώγαμε δίχως να γίνεται αντιληπτό από κανέναν αν οι πράξεις αυτές ήταν κάτι διαφορετικό από το κατούρημα ή το χέσιμο. Πως κυκλοφορούσαμε φορτωμένοι ίσα για να φτάσουμε μπροστά στην σπηλιά και να πούμε την μαγική λέξη που θα την γκρέμιζε. Πως φλυαρούσαμε ακατάπαυστα και δίχως ειρμό τόσο μεταξύ μας ή και με οποιονδήποτε άλλο με μόνο σκοπό μια γρήγορη και απολαυστική λιποθυμία. Τις στιγμές που κοντέψαμε να πεθάνουμε μόνο και μόνο για να πειστούμε πως μπορούμε ακόμα να γελάμε με την πάρτη μας.

Ανάμεσα από τα κτίρια ο αέρας φυσά.
Τα σκόρπια δέντρα μας το μαρτυρούν.
Φαίνεται αδύνατο μα πρέπει να τα πιστέψουμε.

Ακροβατούσαμε από το μεσημέρι κι είχε περάσει η ώρα του διαβόλου. Μπύρα και πάλι μπύρα και δώστου μπύρα μέχρι που πλέον δεν την πίναμε, λουζόμασταν με δαύτη. Δεν ξέραμε τι λέγαμε, δεν ξέραμε ποίοι είμασταν αλλά συνεχίζαμε ακάθεκτοι όλες αυτές τις ώρες. Ήμασταν χαρούμενοι για αυτό. Σχεδόν ευλογημένοι. Ερχότανε μεζεδάκια από το μαγαζί και καταπίνονταν δίχως πολλά πολλά αλλά είχε αρχίσει να μας κόβει. Σε μια φάση δεν υπήρχε άλλη γλώσσα στο στόμα μας να πει κάτι και το μυαλό μας επέπλεε ήδη νεκρό κάπου στο πέλαγος οπότε και πήραμε την απόφαση να το σπάσουμε. Μας πήρε η κατηφόρα κι είδαμε την βιτρίνα του σαντουιτσάδικου. Μπήκαμε και σταθήκαμε μπροστά από την βιτρίνα με τα φαγητά. Μου ‘πε, πάρε μου ότι πάρεις και βγήκε. Ο σεφ με κοίταζε απορημένος γιατί πρέπει να έκανα μεγάλη προσπάθεια να αρθρώσω κάτι που να βγάζει νόημα. Τελικά και δίχως να ξέρω πως αποφάσισα τυρί, μανιτάρια, σως. Προσπάθησε να μου αλλάξει γνώμη αλλά εγώ επέμεινα. Δύο τέτοια θέλω φίλε, απάντησα νευριασμένος. Στάθηκα όρθιος και περίμενα να τα παραλάβω. Πρέπει να έδωσα λιγότερο από 3 ευρώ και βγήκα κρατώντας τα θριαμβευτικά. Του δωσα το ένα και το άνοιξε αμέσως και το δάγκωσε. Η γάμω σως άρχισε να τρέχει αριστερά και δεξιά από το στόμα του και να πέφτει στο πεζοδρόμιο. Γούρλωσε τα μάτια και δεν ήξερε τι να κάνει. Ρε μαλάκα τι έβαλες, μου λέει. Φάε ρε, του λέω, είναι καλό. Άνοιξα κι εγώ το δικό μου κι αρχίσαμε να μασάμε και να καταπίνουμε δίχως λογική. Κατέβαινε σαν γλίτσα και χτύπαγε κατευθείαν στομάχι. Στα μισά του σάντουιτς είχαμε σταματήσει. Εγώ είχα ξεκαρδιστεί κι ο άλλος απορούσε με ένα τόσο βαθύ συναίσθημα λες κι ο κόσμος ολόκληρος είχε μόλις αποτραβηχτεί φανερώνοντας ένα τρομακτικό και συνάμα γελοίο θέαμα. Με τα πολλά χαιρετηθήκαμε και χωρίσαμε. Την επόμενη μέρα έμαθα πως ξέρασε με το που έφτασε στην λεκάνη.

Η σωτηρία είναι ένα ατομικό άθλημα.
Χρειάζεσαι όμως ανθρώπους.
Πολλούς ανθρώπους.
Είναι ο μοναδικός τρόπος
για να νιώσεις
έστω και λίγο νικητής.

το μνημείο

Δεν έχω επιλογή.
Σιχαίνομαι αυτή την πόλη
περισσότερο
από τον εαυτό μου.
Αυτό κατά κάποιο τρόπο
με κρατάει εδώ
αρκετά ικανοποιημένο
με την αδυναμία μου
να μας συγχωρέσω.
Μπορώ και μετράω
σε αυτές τις γνώριμες φάτσες
με εξαιρετική ακρίβεια
το άνοιγμα της πληγής
κι αυτό είναι επίσης
κάτι που δύσκολα
χαραμίζεις
όταν η πληγή
είσαι εσύ.

Ακούω τους ανθρώπους να πέφτουν
και δε γυρνώ τόσο δα το κεφάλι μου
να γνέψω ένα αντίο ή κάτι παρόμοιο.

Ίσα, ίσα που νιώθω πιο ήρεμος
καθώς οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι
παίρνουν κι όλο ξεμακραίνουνε.

Υποψιάζομαι πως για μια ακόμα φορά
οι άνθρωποι αυτοί με υπερασπίζονται.
Πολύ περισσότερο από ότι εγώ αυτούς.

Το να μας ταπεινώσουν ήταν εύκολο.
Το να μας εξαθλιώσουν θα είναι ακόμα πιο εύκολο.
Αυτό που δεν θα καταφέρουν ποτέ αδέρφια
είναι να μας πείσουν πως όλα αυτά
έχουν πραγματικά κάποια σημασία.

Όλοι αξίζουν έναν χαιρετισμό.
Ειδικά αν αυτός που φεύγει δείχνει στον χρόνο τον δρόμο
που θα ακολουθήσει.
Αυτό απαιτεί την αμοιβαία τόλμη και των δύο μεριών.
Το σύνηθες λάθος είναι να κοιτάν κι οι δυο
προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Ο διάλογος είναι λίγο από τα μάτια σου, λίγο από τα μάτια του άλλου, δυο τρεις μύτες να μοιράζονται την ίδια λογική, αυτιά παντού διάσπαρτα, το ένα μες στο άλλο, πηγούνια, μέτωπα, μάγουλα και κρόταφοι μία μεγάλη κοινή γραμμή στον δρόμο προς την αλήθεια και την ηδονή της.

Βλέπω παντού πια το ίδιο πρόσωπο με τα καθαρά χαρακτηριστικά, απόλυτα και δεδομένα. Μονολογεί τα μάτια του δίχως να το νοιάζει αν τα αυτιά του είναι εκεί ή στο διπλανό δωμάτιο ή ακόμη αν υπάρχουν καν αυτιά έτοιμα να θυσιαστούν για χάρη του, η μύτη του πάντα όρθια να διερευνά τις διάχυτες σιωπές τριγύρω, τα χείλη του να στάζουν την μοναξιά σαν δηλητήριο που παγώνει τον χρόνο και όποιον βρίσκεται απέναντί του μες στην αιώνια φυγή προς το τίποτα, το δίχως σημασία, το ανώφελο, την πλήξη μιας ζωής που αδυνατεί να μισήσει ή να αγαπήσει οτιδήποτε.

Όλοι πατήσαν το κουμπί κι απόψε.
Ο πύραυλος έφυγε
αιωρήθηκε μες στην απόλυτη μοναξιά
ενός καταδικασμένου κόσμου
και έπεσε, σπέρνοντας
τον θάνατο και τα likes
σε κάθε μοναχική καρδιά.
Ποιος θα το λεγε..
Φαίνεται πως πλέον
είμαστε όλοι τέρατα.

Τόσο καιρό μακριά σας είχα τον χρόνο να καταλάβω πως είμαι πραγματικά τρελός.

Αυτό με βαραίνει με την τεράστια ευθύνη της ανάστασης όλων όσων έχουν χαθεί.

Ο πόλεμος συνεχίζει να πνίγει στο αίμα τα όνειρά μου.

Πόσο μου έλειψε ένα τηλέφωνο έκτακτης ανάγκης
Να πάρω τον Φόρη, τον Θανάση, τον Μπιλ
Να ζητήσω συγνώμη και να πεθάνω
Να τους παρακαλέσω να με επαναφέρουν στην ζωή
Κι αυτοί να μου πουν ξεκόλλα, μην σε νοιάζει
Είναι αργά και όλοι κοιμόμαστε βαθιά
Το όνειρο θα ναι πικρό μα θα μας ανταμείψει
Κοιμήσου ρε μαλακά παπ
Κι άστα να παν να γαμήθουν σαν τους ταιριάζει
Κοιμήσου ρε κι αύριο θα πάμε βολτούλα
Να δούμε τον ήλιο και τις θάλασσες
Είχα τόσα ωραία πράγματα και συ μου τα χάλασες

Αντί να φάω καπνίζω
Αντί να κάνω μπάνιο
καπνίζω περισσότερο
Όταν περπατήσω
κρατώ τα τσιγάρα σφιχτά
και φτάνω στο μπαρ
για να πιώ
και να καπνίσω λίγο ακόμη
Δεν προφταίνω να σε φιλήσω
γιατί πάντα καπνίζω
Αυτό δεν μας εμποδίζει βέβαια
να αγαπηθούμε σφοδρά
Καπνίζω και συνέχιζω
να καπνίζω μέχρι να κοιμηθώ
Καμιά φορά ξυπνάω
για να κάνω δυο τσιγάρα
Κάποιος κάποτε με ρώτησε
γιατί καπνίζω, αν μου αρέσει κτλ
Πρέπει να είσαι ηλίθιος
για να κοιτάς τον καπνό
και να μην βλέπεις την φωτιά
Σαν να πιστεύεις πως η ποίηση
θα σώσει τον κόσμο
Ή σαν να νομίζεις πως ο άνθρωπος
είναι όντως μια ικανοποιητική απάντηση

Τι πιο θλιβερό από κείνο το πιόνι
που διασχίζοντας τις γραμμές του εχθρού
φτάνει στο τέλος του κόσμου του
και το μόνο που μπορεί να κάνει πια
είναι να αναβαθμιστεί
σε ένα ισχυρότερο εργαλείο πολέμου.
Κοιτώντας πίσω για πρώτη φορά
μπορεί πλέον να δει καθαρότερα
τις άδειες πόλεις, τον πόνο και την συμφορά
τον θάνατο να πλημμυρίζει την σκακιέρα.
Είναι βέβαιο πως σε λίγες ακόμα κινήσεις
ένας βασιλιάς θα πέσει ή απλά
το παιχνίδι θα τερματιστεί
μέσα στην απόλυτη ερημιά του τοπίου.

Είμαστε όλοι μόνοι μας.
Μπροστά είναι ένας πόλεμος που δεν μας αφορά.
Πίσω μια ηλικία που δεν ήρθε ποτέ.
Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε
είναι να πληγώνουμε και να πληγωνόμαστε
μέχρι το αίμα να μας πνίψει.
Οι φίλοι μου φροντίζουν να παραμείνω αστέρι.
Εκείνο το φωτεινό απόμακρο σημάδι
μιας αιωνιότητας που έχει αργήσει χαρακτηριστικά.

Κι όμως έπιασε. Θυμάμαι μια ζωή να προτρέπω φίλους και γνωστούς, υπαλλήλους και αφεντικά, οποιονδήποτε καθόταν δίπλα μου στο αμάξι, να μην πετάνε τσιγάρα και σκουπίδια από το παράθυρο. Τι μαλάκα με έχουν πει, τι φλώρο, τι γραφικό κι άλλα πολλά κι ωραία. Για την πάρτη μου το τηρώ με ευλάβεια. Ούτε ψίχα έξω από το παράθυρο. Μέχρι που σήμερα βγαίνοντας με το αμάξι για να αγοράσω τσιγάρα έκανα μια γύρα παραπάνω κι είδα ξανά και έπηξα με την αηδία που ζούμε, με την ανευθυνότητα και την ευκολία με την οποία κάνουμε ο ένας στον άλλον το κακό. Έτσι, είπα να το δοκιμάσω και λίγο πριν χτυπήσει το φίλτρο το πέταξα. Απαλά και ανυποψίαστα. Και έπιασε. Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται, αλλά όχι με την αγωνία της επιβίωσης αλλά με την θέρμη ενός κυνηγού που γεύεται το αίμα του σκοτωμένου ζώου. Με την αγαλλίαση του νυχιού που μπήγεται μες στον μεγάλο καταραμένο εχθρό. Να πάτε να γαμηθείτε λοιπόν κι εσείς κι οι πόλεις σας κι οι γειτονιές σας και τα μπουρδέλα τα κλουβιά που έχετε για σπίτια. Αν μπορούσα θα σας το έχωνα κατευθείαν μέσα στο στόμα. Μπορεί και να το ξανακάνω.

Ο Μιχάλης Σ. ήταν 19 χρονών. Είχαμε έξοδο την Κυριακή και κατεβήκαμε στην πόλη του νησιού για να δούμε το ντέρμπι. Χειμωνιάτικο απόγευμα μέσα στις γυάλινες προθήκες μιας καφετέριας. Σαν Κ.Ψ.Μ. με πολιτικά. Λίγοι βρίσκαν κάποιο ενδιαφέρον στην στιγμή. Οι περισσότεροι κοιτάζαμε τον διαιτητή μήπως και σφυρίξει την λήξη νωρίτερα να πάμε να χωθούμε μες στις κουκέτες πριν το νούμερο. Στον γυρισμό έμεινα με τον πιτσιρικά συνοδηγό για μια ώρα δρόμο. Τι κι αν του αράδιαζα φιλοσοφία και μαλακίες δεν έλεγε κουβέντα. Λίγο πριν φτάσουμε μου είπε πως χώρισε με την κοπέλα του και πως είναι στενοχωρημένος. Στην δεκαετία που μας χώριζε ηλικιακά βρήκα τον χώρο να του πω δυο τρία υποστηρικτικά λόγια και τα κλασικά περί της ζωής μπροστά του. Μετά από δυο μέρες αρρώστησα και με πήγαν στο νοσοκομείο. Εκεί μες στην βουβαμάρα ενός εγκαταλειμμένου και έρημου τοπίου κι αφού πέρασα ολομόναχος το χειρότερο συναίσθημα απόγνωσης και εγκατάλειψης που έχω βιώσει ποτέ μου ξαναγύρισα στο στρατόπεδο. Ανυπομονούσα να βρω τις μαλακισμένες φάτσες των άλλων και να ξανασιχαθώ την ζωή μου. Μπαίνοντας μου παν πως ο Μιχάλης κρεμάστηκε από ένα δέντρο την προηγούμενη νύχτα. Για μια ακόμα φορά στην είδηση ενός νεκρού έψαχνα να βρω ποιος είναι. Δεν υπήρξε κάποια αναστάτωση παρά μια γενική κατήφεια. Σε λίγες μέρες είχε έρθει η άνοιξη και όλα ήταν πιότερο υποφερτά.

συμβουλές για νεοσύλλεκτους

Καλή σημασία
Καλή ανοχή
Καλή σωβρακίλα
Καλή παραφορά
Καλή εμετίλα
Καλή συμφορά
Καλή προβατίλα
Καλή εθελούσια
Καλή πίσσα
Καλή λύσσα
Καλή ενοχή
Καλή πτώση
Καλή νύστα
Καλή προσοχή
Καλή αστοχία
Καλή μαλακία
Καλή ατροφία
Καλή κουβέρτα
Καλή σιωπή
Καλή μοναξιά
Καλή αδιαφορία
Καλή αηδία
Καλή ονείρωξη
Καλή σαπίλα
Καλή εθνοκάθαρση
Καλή ξεφτίλα
Καλή στοίχιση
Καλή απορύθμιση
Καλή στάχτη
Καλή φαλάκρα
Καλή λεπίδα
Καλή συνταγή
Καλή φυλακή
Καλή διάγνωση
Καλή μπέκρα
Καλή μαστούρα
Καλή κρυψώνα
Καλή υποταγή
Καλή υποδούλωση
Καλή μαντραπήδα
Καλή εξαφάνιση
Καλό γιώτα