Όπως το σώμα τυγχάνει μια λέξη αρκεί στον αέρα να αγαπηθείς.

Όταν η πόλη αποκτά τις διαστάσεις
μιας τελείας
αρκεί ένα μονάχα γράμμα
για να μάθεις
αν είσαι ο ποιητής ή
το ποίημα.

Νέα, εξαφανισμένα, χορταίνουν το μεγαθήριο της ασφυξίας. Πύραυλοι
σε ιντερλούδια διάταξη, μαριονέτες τροπαιοφόρων συνθλίψεων
επιτύμβιες ονειρώξεις, σήμαντρα, σιρίτια, σήμερα
κατανοώ το παρελθόν ως την έξοδο προς
τον συντομότερο εφιάλτη, απαλά
τραβώ μια οποιαδήποτε
πρίζα, ανοίγοντας
το φεγγάρι
στην
μ
ο
υ
σ
ι
κ
ή.

Κάτι πρέπει να σημαίνει.
Κι ίσως αυτό το κάτι να είναι κάποιος σαν εμένα κι εσένα.
Τουλάχιστον έτσι είμαστε σίγουροι για την αποτυχία μας.

δερτμμμ

«… Ο κόσμος ξανά τέλειωνε κάθε νύχτα στην Σάντα Μαύρα μέσα σ’ ένα σκοτάδι παλιό πάντα. Ω σκοτάδι! Ψίθυρος όλων των δειλών στην μοντέρνα κωμωδία, πίσω απ’ το πεπρωμένο τους. Ο πρώτος τούτος κίνδυνος ήταν και δικός μας και τώρα το ‘ξερα. Στην καρδιά του καλοκαιριού, ανακάλυπτα επιτέλους πως φύλαγα μέσα μου έναν αήττητο χειμώνα».

 

Όπως έψαχνα να βρω κάτι λιγότερο από αυτό που γύρευα
ανακάλυψα τον τρόπο να χάνω οτιδήποτε είναι χαμένο
κι έτσι η αλήθεια διαιώνισε το τραχύ της αδυσώπητο ψέμα
και δεν έζησε κανείς καλά και κανείς καλύτερα.

Είμαι η πρόταση, η σχισμή ανάμεσα σε δύο προτάσεις, στο μυθιστόρημα που κάποιος γράφει με ένα χέρι λιγότερο από κανένα, βασισμένο σε μια ιστορία που ακούγεται αληθινή όταν ξέρεις πως όλες οι ιστορίες είναι ψέματα που περιμένουν να επαληθευτούν. Είμαι η παράγραφος, μια μικρή και μεγάλη παράγραφος, σχεδόν ολόκληρη και λευκή σελίδα, στο μυθιστόρημα που κάποιος δεν έγραψε ποτέ αλλά που κάθε νύχτα διαβάζεται από όλους μας για να ξεχαστεί στην πιο αποκρουστική αυγή ενός οποιουδήποτε αιώνα. Είμαι η λέξη, που δεν γράφεται ως λέξη, ίσως ως αριθμός ή τσάκισμα στα φύλλα, στο μυθιστόρημα που έχεις γράψει κάποια στιγμή στη ζωή που ποτέ σου δεν είχες και που τώρα αγοράστηκε από ένα κορίτσι στο υπαίθριο παζάρι βιβλίων στο νησί, στο βουνό και στο αγέρι. Είμαι το μυθιστόρημα της μόνης μου ελπίδας να έχει γραφτεί από κάποιον, σχεδόν από μένα τον ίδιο, ώστε εσύ να είσαι εκεί ανάμεσα στις λέξεις και τα πράγματα, ως πρόταση ή ως λέξη ή κεφάλαιο ή ακόμα ως αφιέρωση στις πρώτες σελίδες, και κανείς να μην μπορεί να αμφισβητήσει πως ξεφυλλίζοντάς το σε είδε να στέκεσαι με ένα βόμβο στα μάτια, στην αποβάθρα των πρώτων ονείρων, και να με κοιτάς.