Ο γνώμονας


Σε ένα και συμπεριέλαβε όλη την ιστορία της ποίησης. Κανείς δεν τόλμησε να το διαψεύσει. Οτιδήποτε είχε κιόλας συμβεί και συνέχισε να συμβαίνει. Απαλά τα μαλλιά του σκέπασαν τον μηρό μου. Δεν θα καταλάβω ποτέ ξανά. Το υπόσχομαι.


Εμετός στο πρόσωπο της αγάπης


Είναι μεγάλο βάρος αυτός ο άλλος που οφείλω να γίνω, αυτός που τουλάχιστον διορθώνει τα σφάλματα του, αυτός που πραγματικά μπορείς να ζήσεις μαζί του, καθώς αυτόν τον άλλον δεν τον ξέρω, παρά μονάχα μια ιδέα υπάρχει γι αυτόν και τώρα που το σκέφτομαι μου φαίνεται κάπως περίεργος τύπος. Αυτός ο άλλος που τα πάντα ορίζει και τα πάντα διαχειρίζεται, αυτός που μπορεί να νιώθει τι θες και να στο προσφέρει, ω μα πόσο δυσθεώρητος είναι, αυτός αδυνατώ να ‘μαι εγώ. Εγώ που ‘μαι μια στιγμή,
η ευκαιρία της υπόστασης,
ο χρόνος που δεν μεσολαβεί,
η σημασία όπως είναι,
το σκίρτημα ενός απροσδιόριστου σκιρτήματος το σκίρτημα,
πόσα χρόνια να προσπαθώ να πω,
πως τα χρόνια αυτά υπήρξαν,
πως σε είδα και σένα και θέλω να σε ξαναδώ,
μέχρι να καταλάβω πως όλα αυτά συνέβησαν,
να πειστώ πως δεν γεννήθηκα τώρα,
πως αυτός ο προσδιορισμός υπόκειται σε νόμους,
πως όσα αγάπησα δεν είναι σκοτάδι,
πως εξακολουθεί ο αέρας,
πως απ’ το γαμημένο αδιέξοδο έμαθα να επιστρέφω και να συνεχίζω την περιπλάνηση, να σε φιλώ όπως αυτός που αδιαφορεί για το σύμπαν, αυτός που δεν θέλει να γνωρίζει την ταυτότητα των πλήκτρων που σηματοδοτούν την αποστολή κάθε αφορμής να σ’ αγαπώ να σ’ αγαπώ ολωσδιόλου ανέφικτα εις του αιώνες των αιώνων ετοιμόρροπος εις του αιώνες των αιώνων ετοιμόγεννος τους αιώνες των αιώνων ανήμερα εκεί.


Η σχολική χρονιά αρχίζει


Κριτική υπέρβαση της υποκειμενικότητας, διάθλαση διαμέσου της ιστορίας, υπερώνυμη της αλήθειας, αντίδραση στην επικυριαρχία του εκάστοτε πολιτισμού, υποκείμενη στην καθαυτού ζωή, διαρρηγνύοντας αποφασιστικά κάθε σημείο στον απανταχού ορίζοντα του.

Κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο της τάξης στο προαύλιο, είδα μαθητές και μαθήτριες να παίζουν μπάλα με το κεφάλι του διευθυντή.


Όταν επιτέλους


Όταν βαριανασαίνεις
μέσα στο πλήθος
συνειδητοποιώντας πως
θες να αγαπήσεις και να αγαπηθείς
με ακατανίκητη ορμή πως
θες να αγγίξεις όλα τα κορμιά
θες να φιλήσεις όλα τα χείλια
θες να σαγηνεύσεις όλα τα μυαλά
με όσες λέξεις βρεις
κι όσες κινήσεις
και με ότι καταφέρει να συμβεί
αφήνοντας επιτέλους
το σώμα σου να


 

κτλ. , κτλ.


Η αποχώρηση είναι απολαυστική μονάχα όταν είναι οριστική, είπε αυτός που ένιωσε ό,τι εγώ δεν μπορούσα, αφού μόνος δεν υπήρξε κανείς και μια μικρή ανάσα ωφελεί που και που κτλ., κτλ.

Ένα περίεργο συνονθύλευμα,
δύο περίεργα συνονθυλεύματα,
τρία κτλ., κτλ.

Οι γραμμές επεκτείνονται, έστω κι αποσιωπητικά…


Δεν γράφω, 1- 8


 

1.
Δεν γράφω. Όλα τούτα είναι μικροί σβόλοι ψωμιού που σε αντίθεση με το παραμύθι δεν σηματοδοτούν κάποια συγκεκριμένη πορεία. Απλά περίσσεψε κάμποσο απ’ το καρβέλι του τραπεζιού μου και παρορμητικά άρχισα να το σκορπάω εδώ κι εκεί. Χωρίς την παραμικρή προσπάθεια κατανόησης αυτής μου της πράξης, την θεωρώ πλέον μια ιδιαιτέρως προσφιλή συνήθεια. Εξάλλου παρατήρησα ότι αυτά τα μικροσκοπικά μεζεδάκια τρώγονται συνήθως από περιπλανώμενα ζωάκια. Αυτό μου δίνει επιπλέον ευχαρίστηση.

 

2.
Δεν γράφω. Πως θα μπορούσα άλλωστε αφού οι αιτίες της γραφής μου διαφεύγουν. Πιθανώς να εξαντλώ τις δυνατότητες του πολιτισμού μου. Θεωρώ τις αράδες μου καθαρή τύχη. Ούτως ή άλλως παραμένουν ένα διόλου ευκαταφρόνητο προνόμιο. Αναντίρρητο κι ως τέτοιο αναπόδεκτο κριτικής ή οποιασδήποτε πνευματικής θεώρησης. Απλά κι ακατανόητα, όπως και κάθε ευκαιριακή χαρά, συντάσσονται λέξεις δίπλα σε λέξεις προσδοκώντας τίποτα περισσότερο από την ύπαρξη τους. Σε αυτή την παράγραφο, σε αυτό το μπλογκ, σε αυτή τη ζωή.

 

3.
Δεν γράφω. Ιδού κι ένα παράδειγμα. Πρόσφατα κάποιος με ολόγιομο πάθος μου ανέλυε την σημασία της προσωπικής επιλογής κι ακολούθως την σημασία της υπεράσπισης της. Αν και η εκφορά του λόγου του μα κι οι απόψεις του κατάφεραν να επιταχύνουν τον παλμό μου, ήξερα εξ αρχής πως δεν θα τολμούσα επουδενί να υπερασπιστώ την παραμικρή διαφωνία μου μαζί του.

 

4.
Δεν γράφω. Καθότι πισθάγκωνα δεμένος, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να χαράζω είτε με το κεφάλι είτε με τα πόδια λίγες λέξεις πάνω στο χώμα. Ενίοτε κατορθώνω να σκίζω και κομμάτια σελίδων από βιβλία κι εφημερίδες με το στόμα κι έπειτα να τα τοποθετώ το ένα δίπλα στ’ άλλο. Δίχως συγκεκριμένο κριτήριο. Αποτελούν κι οι δύο ομολογουμένως πολύ κοπιαστικές διαδικασίες.

 

5.
Δεν γράφω. Οι τέσσερις μαθηματικές πράξεις εξαντλούν όποιο απόθεμα χρόνου ή χώρου διαθέτω, με αποτέλεσμα οι λέξεις να αποτελούν μικρές συνοπτικές σημειώσεις σε κάποια διάσπαρτα σημεία των τετραδίων μου. Συνήθως συνίσταντο σε υποδείξεις για περαιτέρω πράξεις.

 

6.
Δεν γράφω. Από μικρό παιδί οι γονείς κι οι συγγενείς, το σχολείο κι άλλοι πολλοί και διάφοροι παλεύουν με νύχια και με δόντια να με μάθουν να γράφω το όνομα μου, τις ιδέες και τα πρέπει μου λες κι απαιτείται να απεικονίζονται σε χαρτιά, οθόνες και ταμπλό, λες κι έτσι μονάχα μπορούν να υπάρξουν. Η γραφή τους λες κι είναι αυτό που τα πραγματοποιεί. Οπότε κι εγώ δεν μπορώ παρά να εναντιωθώ στην επιβολή της πρωτοκαθεδρίας της γραφής. Για το λόγο αυτό αποκηρύττω ότι κι αν έχω γράψει και προπάντων ότι κι αν στο μέλλον γραφεί από μένα. Αν τυχόν παρατυπήσω ας κριθώ με κατανόηση. Υπήρξα αυστηρά και βίαια εκπαιδευμένος.

 

7.
Δεν γράφω. Όλα τούτα δεν μπορούν να θεωρηθούν γραφή. Αν παρόλα αυτά τα εκλάβεις ως τέτοια, το πιο πιθανό συμπέρασμα είναι πως ούτε εσύ γράφεις.

 

8.
Δεν γράφω. Με τον καιρό πείθομαι ολοένα και πιο πολύ πως οι λέξεις αυτές δεν υπόκεινται στην δική μου πνευματική λειτουργία, αλλά σε κάποιου άλλου. Άγνωστου μα και συγχρόνως συγγενή. Κάθε μια απ’ αυτές δεν είναι παρά μια ακόμη προσπάθεια να τον γνωρίσω.


 

εγώ, εσύ κι οποιοσδήποτε άλλος


κάποτε το τηλέφωνο και κάποτε η καμπάνα κατάφερναν να μου προσδίδουν την αίσθηση πως ο κόσμος αγρυπνά κρυφά κι υπόκωφα θέλοντας να με τρομοκρατήσει να μου επιβληθεί όπως θυμάμαι φωνή βαριά κι αποπνικτική συνονθύλευμα μηρυκασμένων φωνηέντων και στραπατσαρισμένων συμφώνων να αδυνατώ να καταλάβω το νόημα ενώ ακατάπαυστη κι επιβλητική η φωνή απορροφούσε εμένα κι ολόκληρο το περιβάλλον μου βαθιά μες στην ακρόαση της όλο σαστιμάρα να αγωνιώ να αποφανθώ το λάθος το μπέρδεμα τη σύγχυση θυμάμαι να εκνευρίζομαι αφόρητα να της ζητώ ολοένα και πιο επιτακτικά να ταυτοποιηθεί όταν πια η διαίσθηση της διαστροφικής υπόστασης της προσταγής μου με έπεισε να τερματίσω οριστικά και αμετάκλητα κάθε επικοινωνία πολύ πριν οποιαδήποτε απάντηση δοθεί αν υποτεθεί βέβαια πως επρόκειτο να υπάρξει μία κι έκτοτε η ζωή ορίζεται ως ύλη ανόθευτη αυτούσια εξ ολοκλήρου ανήκει στην κρίση μου καταφέρνοντας να είμαι ό,τι διαλέγω να είμαι ακόμη κι αν αυτό είναι κάτι που αδυνατώ να διαχειριστώ ή να γνωρίζω μα πρωτίστως ειλικρινά κι ηθελημένα απορρίπτοντας ριζικά κάθε υποψήφιο μεσάζοντα του αναπόφευκτου χάσματος.


ο στίχος



Απέναντι στις διάφορες υποψίες πως ο χρόνος εν τέλει με σκότωσε, είσαι εσύ το τέλειο μου άλλοθι. Οι σφυγμοί μου διαρκώς μετράν τον ερχομό σου κι ο νους μου υφαίνεται εξ ολοκλήρου στην υποδοχή σου και στη βέλτιστη ικανοποίηση σου. Μου αρκεί που γνωρίζω πως εξακολουθείς να με επισκέπτεσαι κι ας είναι μονάχα για μια στιγμή κι έστω για μια δυο λεξούλες. Μα όλοι απορούν πως μπορεί να νοηματοδοτείται μια ζωή από λίγες φράσεις σε μια οθόνη ή ακόμη πως αυτές μπορούν να αποτελούν τη βεβαίωση μιας ζωής. Προτείνω η κρίση τους να περιμένει κάμποσα χρόνια ακόμα, προκειμένου να με συναντήσει ξανά οριστικά νεκρό πια και διαλεκτικότατο.



Ναι όλο


Τώρα το καταλαβαίνεις
Μόλις που καταλαβαίνεις
Ναι κάπως σαν το νιώθεις
Ναι ο ήχος
Ναι το βάθος
Ναι ο αέρας
Ναι το φως
Ναι εσύ
Ναι εσύ κι όλοι αυτοί
Κι όλο αυτό
Όλο
Ναι όλο


 

μηδέν μηδέν άγνωστης ταυτότητας ιπτάμενη μαλακία


η ορθογραφία προσεταιρίζεται το βίο μας.
η ομοιογένεια εστί σύμπτυξη.
η συγχώρεση εστί αναπροσαρμογή.
Μεσολαβούμε ως περίτεχνα ανυπόστατες εικασίες.
ακολούθως οι εποχές φθίνουν ως το αναπότρεπτο
σημείο. υπήρχε από τώρα ξανά ότι θα υπάρξει.
σώμα εστί προτεραιότητα.
χρόνος εστί ενσωμάτωση.
ακολούθως εκκρεμεί η πιθανότητα αποστασίας.