μια κλειδαριά που γυρνάει
σαν
μια βρύση που τρέχει
σαν
έναν υπολογιστή που βουίζει
σαν
ένα παράθυρο σαν καθρέπτη
σαν
ένα κρεβάτι που τα κρατάει όλα στην θέση αυτή

σταμάτησε το αυτοκίνητο στο πλάι του δρόμου

Μάσησε τα δόντια του σαν τσίχλες
κι απ’ τον πρωκτό του ξημέρωσε η θάλασσα.
Ένα χαζό μακαρόνι, παραβρασμένο
τυλίχτηκε μέσα απ’ τα αυτιά του και τα ρουθούνια
και δέθηκε φιόγκος στην κορφή του κεφαλιού.
Επιτέλους, το αστείο δεν είναι πια διασκεδαστικό.

η πιο μεγάλη κι η χειρότερη ανία είναι το ποίημα

Η πιο μεγάλη κι η χειρότερη ανία είναι το ποίημα
που ενώ δεν υπάρχει
και τίποτα δεν καταφέρνει να το δημιουργήσει
αυτό γράφεται
με όλες τις άτολμες και τολμηρές του λέξεις
με όλη του την περιφρόνηση για τον καημένο τον ποιητή
και βγαίνει στο φως έτοιμο να καταστρέψει
τις φιλοδοξίες όλων όσων πίστεψαν
πως υπάρχει κάτι που πρέπει να σωθεί.

Προχώρησα πέρα από το ποίημα
και δεν βρήκα τίποτα.
Υπήρχες εσύ
κι ένας κόσμος σαν εσένα
κι η τεκίλα ήταν κρύα
και δεν με ένοιαζε ιδιαίτερα
αν θα επιστρέφαμε
σε κάτι πιο αληθινό
από τη νύχτα ολόγυρά μας
ή αν θα γεννούσαμε
έναν ακόμα ήρωα
για να κοιμηθούμε.

Δεν είμαι ο Τόμας Μπέρνχαρντ.
Δεν είμαι ο Άλιστερ Κρόουλι.
Δεν είμαι ο Στίβεν Κινγκ.
Δεν είμαι ο Κεν Κέσυ.
Δεν είμαι ο Λόρδος Βύρωνας.
Δεν είμαι ο Χάρι Πότερ.
Δεν είμαι ο Καρλ Μαρξ.
Δεν είμαι ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης.
Δεν είμαι καν εγώ.
Είμαι η ευχή ενός ανθρώπου πως τα πάντα
είναι ένα υπέροχο ποίημα
αρκεί το μηχανάκι που οδηγεί να φτάσει σπίτι.

τώρα μου μοναξιά
ταιριάζεις τη σιωπή μου
ο χρόνος μία γη
σβήνει φίλους
αφουγκράζεται
το καντήλι
πως αγκαλιάζω
πως προστάζω
άλλη ώρα
να μην ’ρθει

Κάποιοι σκάβουν για να βγουν.
Κάποιοι κοιτάνε για να φύγουν.
Κάποιοι πλαγιάζουν για να σωθούν.
Κάποιοι πεθαίνουν για να μείνουν.

Μα όλοι, μα όλοι γνωρίζουν για να είναι μόνοι.

Κάποιοι φτύνουν για να φαν.
Κάποιοι στριφογυρνάνε για να διψάσουν.
Κάποιοι αυτοτραυματίζονται για να γίνουν σκυλιά.
Κάποιοι ξερνάνε για να πιστέψουν.

Μα όλοι, μα όλοι γνωρίζουν για να είναι μόνοι.