Σκυλί, γκιώνης.

Η σιωπή μας κρατά

ενωμένους.

Σκυλί, γκιώνης.

Η σιωπή εξηγεί

όσα χάθηκαν.

Σκυλί, γκιώνης.

Η σιωπή σαν κρότος

στο στομάχι μου.

Περιστρέφονται.

Ένα κοπάδι γλάρων στην ακτή. Δυο γυναίκες μέσα στο νερό.

Τα στίγματα. Ο άγραφος νόμος.

Γέρικο κεφάλι άντρα μέσα στα κύματα.

Οι ίσκιοι από τις ψάθινες ομπρέλες και τα αρμυρίκια.

Χιλιάδες πατημασιές πάνω στην άμμο.

Ο μυρωμένος αέρας και η μέθη του ούζου.

Τα στίγματα. Το απαράβατο όνειρο.

Η φωνή της σερβιτόρας και το νιαούρισμα της γάτας.

Η πρασινάδα που κόβεται από το χέρι του εργάτη.

Χελιδόνια που ψιθυρίζουν διακριτικά.

Τα στίγματα. Το χρόνιο τέλος. Η διαστολή του απείρου.

Το νόσημα κι η αφροσύνη.

Το αγόρι που χτίζει κάστρα στην άμμο.

Οι λησμονημένες επιφάνειες του ουρανού.

Η απόσταση από το κέντρο της καρδιάς μου.

Η συνέχεια των χθεσινών λέξεων.

Τα στίγματα. Το κλυδώνισμα της γέφυρας.

Τα χέρια που την βαστάνε σφιχτά.

Ο νεαρός με την κάμερα στον στόχο.

Το παιδί που τρέχει τραγουδώντας ανάμεσα

στα άδεια τραπέζια. Τα ζευγάρια

που γυρνάνε από την άκρη της παραλίας.

Όλα όσα θα μπορούσαν να συνεχίσουν αυτό

το ποίημα πριν μου τηλεφωνήσεις

πολύ κουρασμένη για να μιλήσουμε.

στον Νικόλα

ότι έχω είναι δικό σου. Αλλά

μην σε νοιάζει. Κάπου βρίσκονται περισσότερα

από αυτά, αρκεί να φτάσεις.

Ότι είμαι είναι κι αυτό δικό σου.

Μπορείς να το κάνεις ότι θες

αρκεί να γίνεις εσύ.

Δεν σε ξέρω ακόμα αλλά σ’ αγαπάω

ότι κι αν είσαι.

Δύο παράθυρα είναι υπέραρκετα για να φοράς κεφάλι.
Ένας τοίχος για να μετράς ως το άπειρο. Τέσσερις
για να επιστρέφεις πάντα στο μηδέν. Ταβάνι και
πάτωμα ξεκοκκαλίζουν ότι απομένει από την
πίστη σου στον άνθρωπο κι έπειτα όσες
πόρτες ποθείς για να συνεχίζεις να
αγοράζεις απομνημονεύματα
σοφίας και παρακμής. Αν
συμπεριλάβουμε και
ένα κλειδί από
την σωστή
μεριά
Καληνύχτα!

Τούτες τις ώρες
που σε περιμένω να βγεις απ’ την ζωή μας
μόνο και μόνο για να με συναντήσεις
μέσα στην αποκάλυψη των ερειπίων
και των ματοβαμμένων σιωπών
για να μου πεις γλυκιά μου τέφρα
με τις ίδιες πάντα λέξεις
πως κανείς μας δεν έφυγε
και πως κανένας πια δεν πρόκειται να έρθει
Τούτες τις ωρες
απέραντη ανίερη η θλίψη
για το νυχτοπούλι που κλωσάει τον ουρανό

Ο νεκρός σκαντζόχοιρος στο δρόμο για το σπίτι φεγγοβολάει τη λάμπα.
Η νυχτερίδα σβήνει το φως από τα χρώματα της νύχτας.
Το δάκρυ σημαδεύει το μάγουλο του αποχαιρετισμού.

5-7-5

Είναι μούφα, ναι.
Ένας χρόνος σκατούλες.
Δίχως φράουλες.

Η ποίηση, ναι.
Το σάλιο που γλιστράει
στο μαξιλάρι.

Ολομόναχος.
Ναι, είναι αναγκαίο
να αναπνέεις.

Φοβάμαι πως ναι.
Από όσα χάθηκαν
θα επιστρέψω.

Κορονοϊός.
Δεν έχει ναι ή όχι.
Κορονοϊός.

Πρέπει να τρως τις καραμέλες σου
Να μην σε σφίγγουνε οι τρέλες σου
Να βλέπεις πάντοτε ευθεία
Πρώτα και κύρια τη μπατσαρία
Κι οπως γυρίζεις το κεφάλι
Να μένει πίσω σου η ζάλη
Όλη η κόλαση άλλοι
Να την ρουφάν με κουτάλι
Δίπλα απ’ το μανουάλι
Τίγρης από τη Βεγγάλη
Μασάμε και το μπουκάλι
Πυρομανία και πάλι
Μην πάει στράφι το χάλι
Γουστάρω που μαι ξεσγάλι
Yo
Είναι καλό να έχεις φίλους
Μονάχα πρόσεχε του ψύλλους
Αφήνουνε κάτι τρύπες
Δεν ξες αν μπήκες ή βγήκες
Καλύτερα σπάστο και φάτο
Απ’ την κορφή ως τον πάτο
Να τρέξεις πάλι σαν νιάτο
Σε συννεφάκι αφράτο
Ηλιόλουστο κωλονάτο
Τρίποτα χάος μπομπάτο

Διάλεξα έναν στίχο σαν αυτόν

για να ζήσω και να πεθάνω.

Όχι σαν ποιητής

αλλά σαν κάποιος που δραπετεύει

από τον εαυτό του

για να παραμείνει άνθρωπος.

Ότι δεν είπα ή δεν τόλμησα να πω

θα γίνουν τα ποιήματα ενός νέου κόσμου

δίχως την παραμικρή ανάμνηση κάποιου

σαν αυτού που υπήρξα.

Η ελευθερία μου θα είναι το προνόμιο

όλων των μελλοντικών λέξεων.

Με τον τρόπο των ανθρώπων

που παραμένουν ένδοξοι και περήφανοι.

Το χώμα που παρασέρνει η βροχή

ενώ η φωτιά τραγουδάει τον άνεμο.