Η ποίηση δεν θα σώσει παρά μονάχα τον εαυτό της


Μην περιμένεις να τελειώσει το ποίημα
για να δικαιωθεί ο κόσμος.
Μην περιμένεις για τον στίχο
που θα ανασύρει τον ήλιο.
Μην περιμένεις για την λέξη
που θα σε επαναφέρει.
Μην περιμένεις να ξεκινήσει το ποίημα
για να δικαιωθεί ο κόσμος.
Η ποίηση απώλεσε, πια, τέτοιου είδους δικαιοδοσίες.
Δυστυχώς, προς όφελός της.
( Ο _ Ο κόσμος εξάλλου έχει, ήδη, κριθεί.)


 

Advertisements

Η παράνοια είναι μια επιλογή που έχεις ήδη κάνει.
Αρκεί, εντέλει, να το αποδεχτείς κι όλα θα πάνε καλά.


 

Συμπληρώστε το κενό


Πόσο τυχερός στάθηκα
Που ποτέ μου δεν μίλησα
Όπως κάποιος που έχει φωνή.
Λάμπω στις απανταχού
Τεμνόμενες σιωπές των πραγμάτων.
Κι όμως, οι περισσότεροι
Προσποιούνται άγνοια
Ως προς την πίστη
Που τους παρέδωσα.
Μα και πάλι
Πόσο τυχερός στάθηκα.


 

Ατυχίες


Αφού είναι τόσο δύσκολο να χαρίσεις στην ποίηση ένα καλό στίχο θεώρησα προτιμότερο να μου χαρίσει εκείνη χίλιους καλούς λόγους για να μην το προσπαθήσω καν.

Ελπίζοντας για αρκετά χρόνια στην αλληλεγγύη και την καλοσύνη των ανθρώπων η ομορφιά αυτού του κόσμου μου παρέμενε αφανέρωτη.

Δεν είναι τίποτα άλλο αυτές οι λέξεις παρά ότι ποτέ σου δεν μου πες.

Το ιατρικό μου ιστορικό είναι τρύπες στα σύννεφα για να περνάει ο ήλιος.

Ένα κριτήριο αρετής των ανθρώπων είναι η ένταση του θορύβου που παράγουν.

Η θρησκευτική πίστη είναι μια καλή δικαιολογία για να υπομένεις άξεστες ερωτήσεις.

Η αντίληψη των διλλημάτων ως μια αναπόφευκτη απώλεια μας καθιστά διπλά ανάπηρους.


 


                                                                                                                           . Στην δεύτερη πρόταση μπορώ κάλλιστα να υπερασπιστώ οτιδήποτε αλλά ξέρω να περιμένω και να υπομένω. Στην τρίτη, πάραυτα,  εγκαθιδρύομαι στην αγωνία μου κι αντιτίθεμαι στην επικυριαρχία της πρώτης πρότασης και φτύνω, με την ιδιοτέλεια που δικαιούμαι, αυτήν κι όλες όσες ακολουθήσουν.  Τέταρτη, πέμπτη, έκτη πρόταση, τι είχαμε; τι χάσαμε; για δες που μπορεί μες σε αυτό το κείμενο να καταφέρω να πω κάτι που δεν έχω πει ποτέ, χωρίς να ξέρω τι λέω. Λες κι είμαι ευτυχισμένος. Λες κι είσαι εδώ και μιλάμε ακατάπαυστα, χωρίς σκοπό να φυλάει τα νώτα μας, έτοιμοι να ηττηθούμε και να βουτήξουμε στο κενό του νοήματος. Ήδη γίνηκαν κάμποσες προτάσεις, μα καιροφυλακτούν ανάμεσα κι άλλες τόσες κι όλες προσδοκούν μερίδιο. Μην ταΐζεις το φόβο σου αν δεν σκοπεύεις να τον ερωτευτείς. Μην σταματήσεις να καθρεπτίζεσαι στο χάος, κι ας είναι η πιο απλή μορφή εκεχειρίας. Ε, εδώ πάμε για δέκα προτάσεις κι εσύ δεν έβαλες μυαλό στο κρασί σου. Παρασέρνεσαι στον υπέρδεο χείμαρρο των ηδονών που προσπαθείς, εναγωνίως, να οικειοποιηθείς. Εφηύρες, ξανά, μπαγάσα, την αυτοοργάνωση της συγγραφής. Την αλληλεγγύη των σημαινομένων. Ει, κακομοίρη μου, τερμάτισε το κείμενο, εν τέλει, πριν αναποδογυρίσει πάνω σου. Πριν σε λιθοβολήσουν λεξούλες άρριζες και νοήματα αμαρτωλά. Πριν αναγκαστείς να ορκιστείς πως είσαι ψεύτης. Εδώ με τόσες προτάσεις θα μπορούσε να σιωπήσει ολόκληρη η Πίνδος. Σταυρώσου γρήγορα σε ένα παραπέτασμα αναστεναγμού και φύγε.


Την ποίηση πολλοί αγάπησαν, τον ποιητή ουδείς


Ρίξε μια ματιά τριγύρω σου και πες μου
τι θα ήταν η ποίηση ολάκερη
τι θα άξιζε πραγματικά
χωρίς τον ποιητή που γνώρισες
χωρίς την κοπέλα που αποκαλέστηκε ποιήτρια.
Ειδικά αν δεν έχεις την παραμικρή ιδέα περί ποιήσεως.
Μα ακόμη κι αν αγαπάς την ποίηση ειλικρινά
έχεις σίγουρα πολλά να μάθεις ακόμα.
Ας αρχίσουμε λέγοντας σου πως με λένε Κώστα.