31 Αυγούστου

Το καλοκαίρι τελειώνει πάντοτε ακριβώς όπως μια υπόσχεση διαδέχονται αναρίθμητες υποχρεώσεις. Εκείνος ο στίχος που φάνταζε ικανός να μετουσιώσει τον κόσμο σε αλήθεια και ηδονή συνάμα, κατέληξε μια μακροσκελής ωδή που αναζητά το θρασύ χάδι της πρώτης βροχής για να σφραγίσει τα χείλη της.

Το χρώμα που αποτίναζε τα μεγέθη και τα σχήματα από την ακατάσχετη ευρυθμία τους, και τους ανθρώπους από την συνήθεια της αναγγελίας τους, όταν και όσο φτάνουν, οπουδήποτε πέρα από τον εαυτό τους, φθίνει ολοένα, φανερώνοντας τις νέες κατακτήσεις της λησμονιάς πάνω στον χάρτη του αιώνια κρυμμένου θησαυρού.

Ο καθιερωμένος αναστοχασμός δεν δύναται να θριαμβεύσει, καθώς τίποτα από αυτή την άχρονη εποχή δεν μπορεί να προσαρτηθεί σε οποιαδήποτε στιγμή έξω από αυτήν. Είναι για αυτό, μονάχα ο βαθμός της έλλειψης, ή το γλυκό πένθος της απώλειας, που συντονίζει την πίστη σου με την ανεπίστρεπτη χαρά μιας στιγμής που έχει οριστικά παρέλθει.

Μπορείς στην παραμικρή διάθεση να πλάσεις το απέριττο χαμόγελο της αγάπης, να χαιρετήσεις, ξανά και ξανά, την αμετανόητη επιστροφή της φιλίας, να ενδυθείς τον μανδύα κάθε ξάστερης νύχτας, να συλλαβίσεις τις λέξεις που αποκόπηκαν από το στερέωμα για χάρη σου, ίσως ακόμη και να πλαγιάσεις στο ακάθαρτο μεσημέρι του ονείρου σου, μα όλα τούτα είναι εδώ ακόμα μονάχα για να σε καθοδηγούν στο πέρασμά σου.

Είναι μες στο παιχνίδι, εξ ορισμού, που φανταζόμαστε τους εαυτούς μας ως μια δυναμική του χώρου και του χρόνου, και τις διαστάσεις αυτές ανεξάντλητες προς όφελός μας. Εκεί ανακαλύπτουμε κάθε επόμενο βήμα προς την ευτυχία, κάθε δυνατότητα δημιουργίας, εκεί σφυρηλατούμε την αναγκαιότητα κάθε χειμώνα που αύριο πάλι θα πυρπολήσουμε για να βρεθούμε ξανά εκεί.

Έξοδος

Στον Μισέλ Πόρτις

Στην πρώτη ανακάλυψη
της μοναξιάς
είχα ήδη μάθει να υπομένω
τον καθένα σας.
Τόσα χρόνια μετά
συντηρώ ακόμα
τον χαμένο μου αδερφό.

Φλώρα

Το ότι μου έδωσες κάθε λόγο
να ζω δεν σημαίνει
πως το δικαιούσουν.

Ο ίδιος χειμώνας
εδώ και εκατοντάδες χρόνια
από ένα μόνο καλοκαίρι.

Όχι πως το ποίημα σε γύρευε
μα έπρεπε κάποιος να είσαι.

Από την απόσταση
προσφέρθηκε κάθε νέο.
Κατέληξα άδοξα.

Αργεντίνοι ποιητές
μακροσκελείς σιωπές
ασύμφορες.

Αύριο είναι πάντα
λίγο πριν έρθεις.

Την αγάπη επικαλούμαστε
μονάχα όταν όλα τα άλλα
μοιάζουν πιθανά.

Κρύα νύχτα, άδεια η πόλη
γεννιέται μια ελπίδα
αν και πρόσκαιρη.

ψεύτικο το μεσημέρι, πλαστική η ακρογιαλιά

Ο πατέρας ήταν η συνειδητή επιλογή κλαμπ σάντουιτς έξτρα μπέικον είχε την σημασία μου πολύ πριν φύγει σως σως s.o.s. η πολιτική του παρακατα τα άλλα όλα μπορούσαν να είχαν συμβεί πολύ πριν από τα νερά του Νείλου παραταχθήκαμε στον νέο ορίζοντα σαν βρέφη βρέχει κανείς δεν μας πιστεύει στο γιάπι το πηλοφόρι το μυστρί χάρτινα καραβάκια επιπλέουν του μυαλού μου η ανεξάντλητη αποχώρηση στα δεξιά όχι όχι πιο πίσω ξέρει καλά να επιστρέφει από και προς που το είχα το ήθελα τα σχολεία υποτιμούν την διάθεση του της το ο μήνας των προσφορών ακριβώς ακριβώς θωρακισμένα τάκα τάκα νάλια στη Συγγρού έγινε ότι είχε να γίνει μητέρα μανούλα Μάμρα ο παντοτινός. Βρε παλιόπαιδα τι είχαμε; τι χάσαμε;

αγορά

Αγοράζω λέξεις. Όσες περισσότερες αρκούν για να μετονομαστώ σε μια υποτυπώδη επιθυμία. Χτίζω την κατά συρροήν δολοφονία μου. Αυτό αρκεί για κάθε αύριο που θα βρεθώ ζωντανός και πάλι να ανεμίζω τα τσακισμένα μου δάχτυλα στον πανεπόπτη οφθαλμό.

Η αλφαβήτα είναι το υπόβαθρο της αέναης μετάνοιάς μας. Καθένας ικετεύει για μια στιγμή παραφροσύνης. Ο μυθικός ενταφιασμός στον αλατισμένο ορίζοντα. Η μύηση στο εγκάρδιο τόξο της διάστασης. Λοιδορούμαστε και αυτοκτονούμε.

Αγοράζω την χώνεψη του πολέμου. Ανυπεράσπιστες, τυχαίες εκφάνσεις του απομεσήμερου. Ολονύκτιες σιωπές, εμβρόντητες από την σήμανση του δικτύου. Αναγγελίες μια διαλεκτικότητας ικανής να πυροδοτήσει τον όλεθρο. Αδικώ για να συμπεριληφθώ στις επερχόμενες κρίσεις.

Χρυσές οι τομές της ηλιθιότητας στο γράμμα, στο σύμβολο και τον αριθμό. Επιστρέφουν από το στόμα στον σκουπιδότοπο της ποίησης. Κανείς πια δεν τρέφεται με πτώματα. Η επέλαση των φρέσκων φρούτων ευνοεί την θνησιγένεια μας. Επιτέλους μια μοίρα κοινή και αναπόδραστη. Χαιρετίζω μας.

βράχια

Χιλιάδες ανόητες ερωτήσεις με εκατομμύρια εξίσου ανόητες απαντήσεις καθιστούν τον χρόνο ένα απολειφάδι της συνύπαρξής μας. Η αδιάρρηκτη απόστασή μας κηρύττει την μόνη υπόσχεση της ευτυχίας μας.

Αγάλλεται η πλάση στο τέλος των αισθήσεων. Σαν ιδέες προκύπτουν τα σώματά μας, οι λεωφόροι των ονείρων μας κι ευθύς εξαφανίζονται χωρίς ποτέ να υπήρξαν.

Ο ήλιος, ο περίφημος ήλιος, αντανακλάται κι επιστρέφει τυφλός.

Τόσα αστέρια, ακόμη, προσπαθούν να προσδώσουν το μέλλον στην όραση, το παρελθόν στην αφή, το παρόν σε μια ανυποχώρητη και ακραιφνή ελπίδα, να συνταιριάξουν το κενό με το πάθος, μα κάθε γεύση ανακαλείται μες στην στρυφνή μας μοναξιά.

άκρο αυγούστου

παρατεταμένο παίξιμο του ποδιού ενώ το πρόσωπο παγερά ανέκφραστο, τα μάτια στυλωμένα σε μια υγρή αδιαφορία πεταρίζουν νευρικά για λίγο στην κίνηση του χώρου κι ευθύς ανακάθονται ανέγγιχτα

φανατικά προσηλωμένα στην ιστορία που τους ανήκει και που ποτέ δεν θα καταφέρουν να πιστέψουν σαν μια ιστορία αποκλειστικά δική τους

αναζητώντας ολοένα τον συνεργό που θα τα απελευθερώσει από την ευθύνη της ανάμνησής της και της αιώνιας ανασύνταξής της

ίσως ακόμη κι αυτόν ή αυτήν που με το βαρύτιμο σθένος του ψεύτη αναλάβουν έστω και πρόσκαιρα να αφηγηθούν τον άνθρωπο που αυτός αδυνατεί πλέον να είναι

να υπερασπίζεται κόντρα σε ότι ο κόσμος καταλαβαίνει πως είναι ένας ακόμη παρίας της επίγνωσης του ακατανόμαστου μια δύναμη που προσμετράτε μονάχα στην απώλειά της ένα κενό που γεμίζει με κενό

ένα σπασμένο χαμόγελο και μια ραγισμένη καρδιά που ικετεύει την αρχέγονη λήθη για έναν ουρανό ασύνταχτο όπως τα όνειρα ενός μωρού.

νομίζουμε πως σε βίασαν

Άρχισα να πιστεύω στην κόλαση όταν συνειδητοποίησα τα όρια μου. Η αλλοτινή απόλαυση ενός αισθαντικού πρωινού ήλιου είχε μόλις μετατραπεί στο τέλος των σημαινομένων.

Ένας γέρος που μισεί τον εαυτό του και τον κόσμο καθαρίζει την αυλή του από νεκρά φύλλα. Ένας νεαρός άντρας αποζητά την συντροφικότητα σε βίντεο στο youtube. Μια μαμά εξασκεί το παιδί της στην αξία του κινδύνου καθηλώνοντας το στον καναπέ.

Ένας ήχος συρικτός και παντοτινά απρόσμενος εγκαθιδρύεται στο ενδιάμεσο κάθε σκέψης και κίνησης.

Από εκεί αναχαιτίζεται κάθε πιθανότητα ο κόσμος να πάψει να γυρνά. Όπως τότε κι όπως ξανά άλλοτε τα σύννεφα παίρναν τον λόγο που μου αναλογούσε και ξανά άλλοτε το χρώμα επενδυόταν με αγάπη.

Πρόσφατα τα αγκυροβόλια δέσαν με την θέληση για δύναμη. Εξάλλου κάθε πορεία περνά μέσα από σένα. Επιστρέφω κάθιδρος κι αμετανόητα ατελέσφορος.

Το σάλιο μου θα επιστρατεύσει τον ορίζοντα. Ο χρόνος θα πελεκήσει την καρδιά μου σε βέλος. Η αποστροφή ενός γέλιου ανίατα άγιου θα γεννήσει ορδές ποιητών. Ξεκινά να επιβιώνει όποιος ανενδοίαστα χαίρει ζωής.

 

να χα συρτάρι

Να χα συρτάρι.
Να χώραγε τα ποιήματά μου.
Να χώραγε και μένα.
Να ήταν μυστικό.
Όπως όλα τα όμορφα πράγματα που αγαπάς.
Να χα συρτάρι.
Να χα τρελαθεί επιτέλους.
Να χώραγε τα ποιήματά μου.
Να χώραγε και μένα.
Να έβαζες μια φωτιά άθελά σου
όπως σε όλα τα όμορφα πράγματα που αγαπάς
και να γινόμουνα ουρανός.
Ολοένα και απομακρύνομαι κι απ’ τους δυο μας.

μπαλκόνι

Ψεύτικο το αεράκι. Κάποιος το άφησε να αγιάσει. Εγώ, αντιθέτως, θα έχω πάντα πατέρα. Υπήρχαν χίλια χρώματα να παριστάνουν τα μάτια μου μα ένας άνθρωπος υπερτερεί όταν είσαι το ίδιο άνθρωπος. Αναγκαίο να περιστοιχίζεσαι από δαύτους όταν ο ουρανός ζυγώνει. Καθένας τους μια σκάλα. Ή μια καταπακτή. Σε αυτούς οφείλεις την επινόηση του παιχνιδιού. Όπου κι αν στέκεσαι, γνωστός ή ξένος, βρίσκεσαι εκεί χάρις σε κάποιον άλλο. Καθετί σου ανήκει μονάχα ως επιβεβαίωση της αυτόματης απώλειάς του και οικειοποίησης του από αυτόν που σύντομα θα γίνεις. Κανείς δεν μπορεί να αποχωριστεί την ανθρωπότητα.  Κανείς δεν κατάφερε να απολέσει τον πλησίον. Το μίσος μας δεν είναι παρά η αδυναμία μας να σιγήσουμε τις παλλόμενες από αγάπη καρδιές μας και να ατενίσουμε τον κόσμο δίχως το παραμικρό ίχνος της επιβεβλημένης μας  υπόστασης. Κάθε βήμα προς αυτή την κατεύθυνση σε πηγαίνει ακόμα βαθύτερα στον δεσμό μας. Όπως εγώ γίνομαι εκείνος ο τόπος, μακριά από όλους,  όπου σε συναντώ.

μπουκέτο

απ΄
όλες
τις
αλήθειες
μονάχα
η
τελευταία
αξίζει
τον
πόνο

έκλεψα
την
καρδιά
σου
με
μια
τόση
δα
καρφίτσα

η
ανάμνηση
είναι
ο
τρομοκράτης
των
αισθήσεων

κάθε
αφήγηση
μια
προαιώνια
λύπη

τόσο
πρόχειρα
η
αγάπη
σου
με
τιμώρησε

Τα σπίτια έρχονται κοντά
Σχεδόν φιλιούνται
Μα τι απόσταση
αυτή μεταξύ των σωμάτων
Μεταξύ των σωμάτων σκιές
Τα χρώματα ξεβολεύουν
Μου απάντησες με ερώτημα
Και τι να ρωτήσω εγώ
που χάθηκα χωρίς βλέμμα
και μάτια προσμένω χωρίς σώμα
Γυμνός με τα μαλλιά στους ώμους
και τα υγρά μου σε δημοπρασία

εφιάλτης καλοκαιρινής πρωίας

Η μέρα εκλιπαρεί για ένα ποίημα φυλαγμένο από παλιά, καθώς κεντρώνει η υποδούλωση της αγάπης προς εαυτόν και πλησίον, από όταν ακόμη και το σαθρότερο ιδεολόγημα ήταν αρκετό για να υποταχθείς στην ρυθμική απομόνωση των στίχων του. Μα δυστυχώς, κάθε ποίημα από όλες εκείνες τις επάρατες μέρες έχει ήδη καταβληθεί. Δίχως την πρόνοια για στιγμές σαν κι αυτή, κακουργηματικά αυτόνομες, ατελέσφορα προσηνείς, επιβλητικά αδιέξοδες για ένα σώμα σαν το δικό μου. Μήτε ο καθιερωμένος προιδεασμός του φθινοπώρου δεν λειτουργεί. Σύντομα, φοβάμαι πως η αυτιστική φιληδονία της κάθιδρης σάρκας και του ανέξοδου ουρανού θα με καθυποτάξει στην προκρούστεια κλίνη της.