Κι αν με τον καιρό μάθαμε
πως η αλήθεια είναι ο μόνος τρόπος
για να υπερασπιστούμε την ενοχή μας
ζούσαμε ήδη στον παράδεισο.

υπενθύμιση

Κάποια εκατομμύρια χρόνια για να γραφτεί κι αυτή η πρόταση
και λιγότερο από ένα λεπτό για να μην έχει την παραμικρή σημασία.

Ιστορία υπό κατασκευή

Υπήρχε από πάντα η ιστορία που εξελίσσεται σε τούτο εδώ το κείμενο. Από όταν ακόμη οι χαρακτήρες της και η ευφάνταστη πλοκή της ήταν σκόρπιες και ενδόμυχες σκέψεις ενός συγγραφέα. Από όταν ακόμη ο συγγραφέας αυτός αγωνιούσε να πιστέψει στην δύναμη της γραφής. Από όταν το παιδί που ήταν ο συγγραφέας έγραψε τον έρωτά του για πρώτη του φόρα. Από όταν, ακόμη πιο παλιά, κάποιος ξεφύλλισε ένα βιβλίο. Από όταν κάποιος, κάποτε, θέλησε η φωνή του να ταξιδέψει ως την άκρη του ορίζοντα. Από όταν κάποιος, σε μια πρωτόφαντη στιγμή, αντίκρισε σε μια χαρακιά πάνω στην πέτρα ολόκληρο τον κόσμο. Ίσως, αυτή η ιστορία να ξεκινάει πολύ πιο πέρα από όσο μπορεί κανείς να φανταστεί, μα τουλάχιστον προς το παρόν δεν τελειώνει. Συνεχίζεται στην επόμενη γραμμή.

Ο τίτλος αυτής της ιστορίας δεν είναι αυτός

Υπήρχε από πάντα η ιστορία που εξελίσσεται σε τούτο εδώ το κείμενο, μα ποτέ, σε όλες τις  λέξεις που την συνθέτουν, δίχως τις οποίες, είναι σαφές, πως θα γνωρίζαμε μίαν άλλη τελείως διαφορετική ιστορία από αυτήν, κι υποθέτοντας πως δεν είναι αυτός ο σκοπός της παρούσας ιστορίας, οπότε εκπληρώνοντας το πεπρωμένο της, η ιστορία ετούτη, άγνωστο γιατί και από ποιον έγινε αυτή η επιλογή, δεν θα αποκαλυφθεί, σαν ένα σύνολο στοιχείων ή γεγονότων που καθιστούν μια οποιαδήποτε ιστορία ως τέτοια, καθώς βασίζεται στην αποφυγή κάθε έκφρασης που θα επιχειρούσε να αρθρώσει τον παραμικρό λόγο ώστε οι λιγοστές της αράδες να μην θεωρηθούν ως τίποτα άλλο πέραν από μιας ιστορίας απούσας, μα ως τέτοιας νοούμενης κ.λπ. , κ.λπ. , κ.λπ.

Μετρώντας ανάποδα από την αρχή

Αθώος κι έρημος, περιπλανιόταν σε μια πόλη που τον είχε εγκαταλείψει προ πολλού. Δεν ήξερε πως και κυρίως γιατί η φωνή του επέλεγε να έρχεται και να φεύγει, πέφτοντας από ψηλά, σε ύφος άλλοτε αστείο κι άλλοτε σοβαρό, σε γένος άλλοτε ανδρικό κι άλλοτε γυναικείο κι άλλοτε απροσδιόριστα ξένο, μια φωνή που παρά τις ακατανόητες διαθέσεις της ζητούσε απελπιστικά ένα σώμα για να μείνει. Σε κάθε του βήμα έλπιζε πως θα στεριώσει μια πρόταση ή έστω μια λέξη από όπου θα ξετυλιγόταν ο μίτος της επιστροφής στο μυαλό του ή στην καρδιά του ή όπου τέλος πάντων κατοικεί μια φωνή. Αναζητούσε εκείνη την αλήθεια που άθελά του είχε κρύψει και που τριγύρω της ρίζωσαν όλες οι εκατομμύρια αλήθειες που άξιζαν πια όσο κι ένα ψέμα. Σε ένα μικρό, σκοτεινό κι αναπάντεχο παρκάκι, από αυτά που οι άνθρωποι της πόλης για πάντα θα αναζητούν την προέλευσή τους, μπήκε το ίδιο απρόσκλητος όπως κι αν ήταν το σπίτι του. Έκατσε στο παγκάκι απέναντι από την είσοδο. Ένιωσε περίπου μια ευθύνη για ότι τόσο καιρό είχε συμβεί. Πριν να το καταλάβει πήρε την απόφαση πως σύντομα θα έπρεπε να αποφασίσει πως ακόμα κι αν ότι ως τώρα θεωρούσε ως ένα κομμάτι του εαυτού του, είτε αυτό λεγόταν φωνή, είτε καρδιά, είτε μυαλό, είτε άγιο πνεύμα, δίχως το οποίο θα έπρεπε να συνεχίσει να ζει, απαλλαγμένος από τα ερωτήματα ή τις απαντήσεις του θανάτου του, τώρα ήταν η στιγμή να πεθάνει. Στάθηκε κάμποση ώρα, γαλήνιος, να κοιτάζει την σκιά του να σαλεύει πάνω στις μελαγχολικές του ανάσες. Έπειτα σηκώθηκε κι έφυγε βαθιά μες στους δρόμους με μια μικρή ραγισματιά στα χείλη, παρόμοια με αυτή των ελάχιστων εκείνων ανθρώπων που προτιμούν να μην αποχαιρετούν σε κάθε τέλος.

τίτλος τέλους

Ας μην παραπονιόμαστε αγαπητοί μου
η πείνα πάλι μας τάισε
κι η φοβέρα πάλι μας έντυσε
κι η σιωπή θα κρατήσει ξανά το βράδυ στα πόδια του.
Μονάχα αύριο πάλι
να θυμηθεί κάποιος πρωί πρωί
να πεθάνει με τρόπο φρικτό κι ατέλειωτο.
Να ξημερώσει άλλη μια φορά.

Κλικ, κλικ, κλακ ή αναδιανέμοντας τον Μπουκ

Είναι σπουδαίο προτέρημα να ξυπνάς το πρωί παρθένα. Στο πλευρό σου η έξοδος του δωματίου, γάλα αμυγδάλου, τοστ διπλό τυρί, 3 φακελάκια εσπρέσο, χτύπημα, παγάκια, ντύνεσαι τα ρούχα που ‘χεις βγάλει αποβραδίς, εκεί ακριβώς το ξέστρωτο πλακάκι σου υπενθυμίζει να μην βγεις στο μπαλκόνι για τσιγάρο, 7 και 15, με το κεφάλι έξω από την μπαλκονόπορτα κλέβεις δυο τζούρες, ξαναμπαίνεις στο δωμάτιο, την ρωτάς αν είναι όλα καλά, ο μπέμπης ήταν ήσυχος, φορτώνεις τσέπες, ανοίγεις την πόρτα και κατεβαίνεις στο γκαράζ. Ένα ακόμη τσιγάρο έξω από το αμάξι πριν τη στροφή του σχολείου.

Καμία δεκαριά καλημέρες μέχρι να ανεβείς τις σκάλες, να αφήσεις την τσάντα, να ξανακατεβείς, την Πέμπτη έχεις εφημερία. Καλημέρα παιδιά, καλημέρα Μαρία, η Μαρία θα χρειαστεί άλλες δέκα καλημέρες μέχρι το μεσημέρι, κουδούνι, μπαίνεις σε μια τάξη, τα παιδιά νυστάζουν περισσότερο από εσένα, συμφωνείτε να λύσετε δυο ασκήσεις και μετά να χαλαρώσετε. Κουδούνι, πηγαινέλα πάλι, μέσα έξω, τα παιδιά κυνηγάν το ένα το άλλο, οι συνάδερφοι προσπαθούν να είναι σοβαρά αστείοι, εσύ κοιτάς τη δουλειά σου, κι αυτή κοιτάει το βουνό απέναντι.

Φεύγουν όλοι, επιστρέφεις σπίτι, αναρωτιέσαι τι πηγαίνει καλά στον κόσμο, τρως, φτιάχνεις καφέ, όσο κοιμούνται κοιτάς τον Πύντσον με μισό μάτι, δεν κάνεις τον κόπο ούτε να τον ξεφυλλίσεις, έπειτα το απόγευμα, έπειτα το βράδυ, χαίρεσαι για την σχετική ευκολία που σου παρέχει ο μισθός σου, κοιτάς τα νέα, αυτά κοιτάνε μακριά τον ορίζοντα, σαν απειλή, ξέρεις πως κι αυτή η μέρα είχε εκατομμύρια πράγματα που δεν έχεις καμία διάθεση να διανοηθείς, κλειδώνεις πάνω κάτω, την φιλάς και πέφτεις για ύπνο. Το πάπλωμα σου έρχεται κοντό.

Δεν πρέπει να φοβηθούμε την ώρα που κανείς δεν θα μας αγαπά

Από όταν κάποτε το γάβγισμα ήταν η μοναδική προσημείωση
μιας νύχτας που ποτέ δεν θα επιστρέψει τώρα
επιφέρει τον ίδιο πόνο με εκείνο το ανενδοίαστα δολοφονικό συνονθύλευμα
που παρά την όποια εύνοια σου τύχει συνεχίζεις να αποκαλείς επιβίωση.
Η κατάλληλη ευκαιρία για να κλείσει το μεσημέρι τις μπαλκονόπορτες
και να θυσιαστεί για μια ακόμη φορά στο απαράμιλλο μιας χιλιοειπωμένης έκφρασης.
Όσο αδυνατείς να εξιχνιάσεις κάποιον
από τους χιλιάδες τρόπους που και μόλις σήμερα έχεις πεθάνει
θα συνεχίζεις να συμπεριφέρεσαι σαν τον τελευταίο
ζωντανό άνθρωπο που ξέρεις.
Η δυστυχία του να αναπνέεις με πληρωμένα διόδια.
Η κατάρα του να αγαπιέσαι από όσους ποτέ δεν θα γνωρίσεις.
Η προσευχή που αρχίζει και τελειώνει με την λέξη θεός.
Η ανατριχίλα μιας αποστραγγισμένης ελπίδας που
τολμά ακόμη να γυρίζει στο άκουσμα ενός ηλεκτρικού ακόρντου
κι εκείνης της φωνής που ποτέ σου δεν επέτρεψες
να αποπληρώσει μια στιγμή
από ότι συσσωρεύτηκε στην κόλαση που εξευγενίζουμε ως παρελθόν.
Θα μπορούσες να αποκτήσεις χέρια για να θρέψεις
το μακρύτερο μίλι του κόσμου μα κανείς δεν αντιστέκεται
στην ευφράδεια ενός ακονισμένου δοντιού.
Σε παρακαλώ γύρνα πίσω στον τρόπο που το φως ξεδιπλώνει
την μαρτυρία του σκότους.
Σε ικετεύω πες το όνομά της τόσες φορές όσες είναι
απαραίτητη η αλήθεια για να δικάσει τα κρίματά μας.
Κοίτα πως ορθώνεται η καρδιά στην ελεύθερη παρερμηνεία του χρόνου
πως συνταιριάζεται ο φθόγγος στο στομάχι
με ένα αναρίθμητο φωνήεν στα πόδια.
Ω γλυκεία μου ήδη είμαι τόσο μόνος όσο μπορώ για να σε αγαπήσω.
Ω παιδί που αποκαλείσαι η λέξη πριν αυτή ενδυθεί το χρώμα
κι η θέση πριν αυτή καταποντιστεί στο χώρο
έλα κοντά μου κι άσε με να γείρω μακριά από το σώμα μου
μακριά από τα όνειρά μου.
Άσε με να εισέλθω στην αφερματισμένη ευχή όσων
ποτέ δεν θα γίνω κι όσων ποτέ δεν γίνονται.
Δεν πρέπει να φοβηθούμε την ώρα που κανείς δεν θα μας αγαπά.