Ακόμη αναζητώ την ιστορία
Μόνο και μόνο για να βεβαιωθώ
Πως δεν μας ανήκει

Συνεχίζω να αναζητώ την ιστορία
Μόνο και μόνο για να πειστώ
Πως χάνεται ανάμεσά μας

Πασχίζω να βρω την ιστορία
Μόνο και μόνο για να καταλάβω
Πως δεν σημαίνει τίποτα για μας

Ακόμη αναζητώ την ιστορία
Μόνο και μόνο για να ξεχάσω
Πως σε λένε και πως μοιάζεις

Το ποίημα, το κύμα, η άμμος και το χέρι που πάνω της γράφει.
Το ποίημα, το κύμα, η άμμος και το χέρι που πάνω της γράφει.
Μετουσίωσα την ερημιά σε μια αλήθεια λιγότερη.

Έρχεται χειμώνας
Και δεν φτάνει πια η λέξη
Οι μουσικές και το ουίσκι
Οι άδειοι δρόμοι και τα αφιλόξενα μπαρ
Ο τραπεζικός μου λογαριασμός κι οι γείτονες
Οι φίλοι, η γυναίκα μου κι η ποίηση μου
Χρειάζομαι πια και την γαμημένη ειδησεογραφία
Για να έχω πλήρη εικόνα της απελπισίας μου

Κοίτα με πως αρρωσταίνω.
Δεν υπάρχει πια πουθενά αρκετή σιωπή
για να σηκωθώ να χορέψω.
Ίσως φταίει που δεν μπορώ πλέον να βγω.
Πάντα είμαι μέσα σε κάτι, σε κάποιον, σε ότι βρίσκεται.

Μετά τις χίλιες χιλιάδες λέξεις
ελπίζεις στην ανυδρία των σημαινομένων.
Μα υπάρχει πάντα η αυτόματη διόρθωση
μιας τρύπιας καρδιάς
που στοχεύει αποκλειστικά εσένα.
Αυτή η ακινησία ενός στόχου
κατατμημένου σε ανέκφραστες υποθέσεις.
Μια έπαυλη ντροπιαστικών μυστικών,
εύκαιρων πάραυτα σε κάθε μεταμεσονύχτιο λαγούμι
κατανάλωσης φύλλων συκής.
Τρέχαμε, μα δεν βρίσκαμε την ανάσα
να πέσουμε και να χτυπήσουμε τόσο άσχημα
ώστε να σπαθώσει το αίμα στα χείλη μας,
στα λόγια μας, στο κρασί μας.
Ευτυχώς, υπάρχει κάπου ανάμεσα στον πόνο και στην ανάγκη
ένα κρεβάτι ελεύθερο και για τους δυο μας,
αρκούντως μοναχικό και για μένα.

Και λες αύριο Παρασκευή κι είναι Τρίτη.
Και λες τώρα βρίσκομαι εδώ, μα που είμαι;
Και λες έχω να φάω αλλά μένεις νηστικός.
Και λες πως θα καταλάβει αρκεί να μάθει να μετρά.
Και λες είναι δύσκολο και μένεις ακίνητος.
Και λες θα πάω μια βόλτα και σταματάς να αναπνέεις.
Και δεν λες Σάββατο γιατί είναι πολύ νωρίς.
Και λες δεν έχει σημασία κι η καρδιά σου ραγίζει.
Και λες έγραψα οχτώ στίχους λες και φτάνουν για απόψε.

Η απουσία είναι πιο περίπλοκη από την παρουσία.
Η σιωπή είναι πιο μπερδεμένη από τον ήχο.
Η μοναξιά είναι πιο γρήγορη από τον χρόνο
πιο έξυπνη κι απ’ τους δυο μας, πιο εθιστική απ’ την νύχτα
πιο χαοτική απ’ τον κόσμο και πιο μπροστά από μένα.
Πιώ, δεν πιώ, πρέπει να μου θυμίζεις συνέχεια
το ονομά μου και γιατί αυτό το όνομα σου ανήκει.

Το τίποτα είναι ο μοναδικός προορισμός.
Με κάθε φίλο που πρόδωσες με την αγάπη σου
και κάθε εραστή που σκότωσες με την επιστροφή σου
Με κάθε πόλη αλλά χωρίς αυτήν που τόσο μίσησες
Με κάθε ένα πράγμα που αγόρασες για να το σβήσεις
Με κάθε γιο και κόρη που ξέχασες πιο εύκολα από το όνομά σου
Με κάθε όνομα που έδωσες στη νύχτα
Με κάθε επόμενη στροφή ενός ποιήματος που δεν γράφτηκε
παρά μονάχα για να πείσεις τον κόσμο πως απλά γράφεις ποιήματα

Μια ακόμα υπογραφή για να ‘μαι κοντά σου.
Ένας ακόμη αριθμός για να έρθω κοντά σου.
Ένα ακόμη τηλέφωνο για να ‘μαι δίπλα σου.
Ένα ακόμη γράμμα για να ‘μαι μαζί σου.
Όσα περισσότερα λεφτά για να σε φτάσω.
Όλα τα πονταρίσματα μέσα για να σε πιάσω.
Κι ένα τελευταίο ποίημα για να φύγω και πάλι.
Κι ένα ακόμη για να πάω όσο πιο μακριά γίνεται.
Κι ένα ακόμη για να μην γυρίσω ποτέ.
Και χίλια παραπάνω για μη με ψάξεις ποτέ.