στο αλάνι

Έχω πάντα έναν φίλο.

Έναν μονάχα κάθε φορά.

Κι ας αλλάζει συχνά πρόσωπο, όνομα κι ιστορία.

Τα πάμε καλά, αν και βαριόμαστε συνήθως

τον μονότονο κι εξομολογητικό τόνο

της μοναξιάς μας. Καμιά φορά παρόλα αυτά

μπερδεύομαι

κι αρχίζω να μιλάω σε άλλον από αυτόν

που έχω μπροστά μου ή ακόμη χειρότερα

σε όλους τους μαζί

αραδιάζοντας κουβέντες, μυστικά και πεποιθήσεις

δίχως να θυμάμαι σε ποιον ανήκαν αρχικά

ή αν είναι ένας άλλος τρόπος

για να αναζητήσω την αλήθεια,

καθώς για τον καθένα τους προσπαθώ

με μεγάλη δυσκολία

να παραμείνω ο ίδιος,

αν όχι αυτός που όλοι τους ξέρουν

κι εμπιστεύονται.

Τότε, όταν τα μάτια του φίλου μου

απορούν εκστατικά

είναι που τρέμω μήπως και ‘γω τελικά

δεν είμαι παρά ένα άλλο φάντασμα στο δωμάτιο

ή μήπως απλά είμαστε όλοι τρελοί για δέσιμο.

στους παλιούς μας φίλους

Μου ζήτησε να του πω ποιος είμαι.

Αρνήθηκα.

Όχι γιατί δεν ήθελα ή γιατί δεν ήξερα τι να πω.

Αλλά γιατί αν το έκανα

θα έπρεπε να αποκλείσω όλα αυτά που δεν είμαι.

Βρίσκεσαι σε ένα σημείο της πόλης που ζεις και κοιτάς τριγύρω. Σήμερα βλέπεις τον γιο σου και την ανιψιά σου να παίζουν με μια μπάλα στο άδειο δημοτικό πάρκινγκ στην παλιά σου γειτονιά. Έχει βρέξει νωρίτερα κι η μπάλα βρέχεται και κολλά άμμο και χαλίκια που λερώνουν τα χέρια και τα ρούχα των παιδιών. Κοιτάς ανατολικά και βλέπεις τον δρόμο που μεγάλωσες. Μπορείς να τον κοιτάς για χρόνια, από την πιο παλιά ανάμνηση έως και την πιο πρόσφατη, από το ποδήλατο που έστριβε στο τέλος του για να διανύσει κατ’ επανάληψη το μήκος του έως και την τελευταία φορά που πάρκαρες πριν κάνα μήνα και έφυγες με σκασμένο λάστιχο. Ο δρόμος που σε δίδαξε πως η αγάπη και το μίσος είναι δυο αλληλοσυμπληρούμενα συναισθήματα. Θα ήθελες να συνεχίζεις να τον κοιτάς όπως ο πατέρας σου φεύγει για δουλειά ή όπως επιστρέφεις από οπουδήποτε αρκετά μακριά για να ανοίξεις την πόρτα του πατρικού σου με προσμονή αλλά το κεφάλι γυρνάει αμέσως βόρεια. Ο πλάτανος από το μικρό πάρκο κι οι τελευταίοι όροφοι του λυκείου σου ψιθυρίζουν τα ίδια γλυκόλογα σαν τότε. Τα λιωμένα παγωτά καταμεσής μεσημεριού Αυγούστου στα παγκάκια, όταν κάτι τέτοιο θεωρούνταν πράξη ηρωικής φιλίας ή απόδειξη της νίκης μας επί της πόλης, τα έο μέσα από τα κάγκελα του προαυλίου και τα σάλτα μας στην προσωπική μας μυθοπλασία, τα μπουγέλα τους τέλους της σχολικής χρονιάς παρέα με τα λευκά φανελάκια των κοριτσιών, κάμποσοι χωρισμοί κι άλλα τόσα ξεκινήματα. Κοιτάς δυτικά. Στην θέση της παιδικής χαράς υπάρχουν πλέον μόνο φαντάσματα. Τα παλιά σφαγεία κρέμονται ακόμα στα μάτια σου σαν τα δάκρυα που έριξες για να τα νικήσεις. Οι φωνές των μεγαλύτερων αγοριών αντηχούν ξανά τα τέρατα που κατοικούν μέσα στο σκοτεινό βασίλειο των σκουριασμένων τσιγκελιών και των φρικτών θανάτων. Μαθαίνεις πάλι εκεί πως ο φόβος είναι ένα πλάσμα που πνίγεται με την ανάσα σου. Μια ακόμα ματιά. Νότια φεύγει από πάντα η εθνική. Τα λίγα μέτρα που σε χώριζαν και σε χωρίζουν από την πέμπτη ταχύτητα κι ένα καθρεφτάκι που δείχνει ολοένα και λιγότερα. Όλο λες πως θα φύγεις μα η ώρα πάντα περνά. Έπιασε ψιλόβροχο ξανά. Κοιτάς τα παιδιά και τους φωνάζεις να έρθουν κοντά σου.

Στο δρόμο υπάρχουν άνθρωποι που σε ξέρουν.

Σου λένε πάντα αυτό που πρέπει να ακούσεις.

Άγνωστα πρόσωπα, βουβά, που δεν σε βλέπουν.

Μπορεί κι εσύ να είσαι ένας από αυτούς.

Κρατούσα λίγο από τον θάνατό μου

στην γλώσσα μου,

μόνο και μόνο για να μπορούν οι άνθρωποι

να διακρίνουν στα λεγόμενά μου

την έξοδο από κάθε ερμηνεία

και προς κάθε ατελεύτητη σιωπή.

Αυτό ήταν πάντοτε αρκετό

για να με αγαπάνε

δίχως τις ωμότητες της πίστης.

Μα το μεγάλο κομμάτι της ανυπαρξίας μου

το φύλαγα πάντα

μέσα στο δειλινό νανούρισμα

της ακριβής μου μοναξιάς,

μακριά μες στον απόηχο ενός ορίζοντα

που συνθλίβεται καθώς ξεμακραίνει.

Έτσι κατάφερα κι εγώ να τους αγαπήσω

δίχως την παραμικρή ελπίδα

να αποφύγω την αγάπη αυτή.  

Εγώ ήμουν χάλια, παρατημένος έξω από οποιοδήποτε μέρος γνώριζα ή είχα κάποτε επισκεφτεί, περιμένοντας το σινιάλο από τα ίδια μου τα πόδια προκειμένου να πάρω τον δρόμο της επιστροφής. Έλυνα και έδενα ξανά και ξανά τα κορδόνια των παπουτσιών μου, τσιμπούσα τις γάμπες μου και τράβαγα τις τρίχες των ποδιών μου, μέχρι και που κλώτσησα με το ένα μου πόδι το άλλο κι όμως παρέμενα καρφωμένος εκεί, μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων όσων γνώριζα ή είχα κάποτε συναναστραφεί, ο ίδιος πάντα αναίτιος φταίχτης μιας αναπόδραστης παραμονής που άρχιζε να διαρκεί σχεδόν όσο ολόκληρη η ζωή μου. Τότε ήταν που μου πέρασε απ’ το μυαλό να ποντάρω στα χέρια μου. Άρχισα να τα κουνώ, να τα στριφογυρίζω, να τα τινάζω λες κι ετοιμάζομαι να πετάξω, να χαράζω γράμματα, λέξεις κι αριθμούς στον παχύ αέρα μπροστά στο πρόσωπό μου. Δεν έχω διανύσει ακόμα παρά ελάχιστα εκατοστά.

Α, κορνίζαρα και το αυτοκόλλητο του ιού με τον Βάνεγκεμ, αυτό με το κλουβί που δεν βγαίνουμε, καλό.

Ναι, πάντως φίλε μου άρεσε που στον οίκο του Μ η Scarlet Witch τρελαίνεται, νομίζω πως καθώς μεγαλώνουμε όλοι μας έχουμε κάτι που δεν πάει καλά, που μας τρελαίνει.

Ρε συ καμάρι αυτό είναι το κλειδί που κρατάμε σφιχτά πάνω μας για να παραμείνουμε στο κλουβί. Καλό, ε;

Ναι, καλό.

Το να κλαις έχει απολέσει πια την μαρτυρία του. Όπως και το να οργίζεσαι, αν κι ο τονισμός μιας τέτοιας εθελούσιας εξόδου βρίσκεται πάντα στην λήγουσα με ότι αυτό επιφέρει. Το να χαζεύεις τα αστέρια ή την πασχαλίτσα πάνω στα φύλλα της χλόης ήταν ανέκαθεν πράξεις συνθηκολόγησης. Ίσως, τελικά, αυτό που έχει ακόμα κάποια σημασία, σε τούτο τον κόσμο της αέναης φυλλοροής, είναι να σιωπάς. Απόλυτα και κατανοητά. Σαν μέσο παράδοσης της αλήθειας στην ώρα της και στην σωστή πάντα διεύθυνση. 

Πρέπει πάντα κάτι να διακυβεύεται.

Η σιωπή, το γέλιο σου, η πορεία του σαλιγκαριού

ή ακόμη ο απόπλους της νύχτας.

Μονάχα έτσι διατηρείς την ελπίδα

αυτή σου η κίνηση να αποβεί μοιραία.

Ξέρεις, υπάρχουν τόσες φάσεις μόνο και μόνο

γιατί μιλάμε για αυνανισμό. Όχι, πάσο!

Κάποιες χαμουρεύονται μεταξύ τους

αλλά πάντα με τον κίνδυνο ενός ατυχήματος.

Μην παρεξηγηθώ, η κατάληψη ήταν το αλάτι μου

για πολύ καιρό. Αν κάποιοι ακολουθούν

τις οδηγίες του γιατρού ας παραμείνουν υγιείς.

Όπως και να ‘χει όλοι θα κατουρήσουν στον Άκρο.

Ίσως το καζανάκι εκεί μας διδάξει τα βασικά.

Διηγούμαι μια καταπληκτική ιστορία όπου δύο φίλοι βγαίνουν στο κυνήγι του ακούσματος. Πρέπει να ήταν δύο γιατί θυμάμαι που ο ένας βαστιόταν απ’ τον άλλο για να σταθούν όρθιοι. Αν ήταν τρεις ή περισσότεροι θα είχαν γκρεμοτσακιστεί στην πρώτη ανάθεση ρόλων. Ήταν κάποιο προάστιο της παραλιακής. Μπορεί και λίγο πιο πάνω. Το μόνο σίγουρο είναι πως το δειλινό τους βρήκε στο πόδι της περιοχής κι όλα τριγύρω μύριζαν φτήνια και συνενοχή. Η άκρη ήταν γνωστός του ενός ή του άλλου και με το που σήκωσε το τηλέφωνο εμφανίστηκε μέσα από μαγικούς καπνούς δίπλα τους, χαμογελώντας συγκαταβατικά και εχέμυθα. Πήρε το χαρτί κι ενώ έφυγε για να φέρει το deal στην ουσία έμεινε μαζί με τους δύο φίλους, αυτά τα αγνά και άγαρμπα μαστούρια, προκειμένου να εξακριβώσει το κατά πόσον οι δυο τους είναι μια ευκαιριακή πρόζα στην λογοτεχνία του περιθωρίου ή αν, αντιθέτως, φιλοδοξούσαν να δουν το ονόματά τους δίπλα στον φωταγωγημένο υπόνομο όλων των ξακουστών περιττωμάτων. Τα παλικάρια αντιλήφθηκαν την παρουσία απουσία του και προσπάθησαν να μην δώσουν σημασία αλλά να προσηλωθούν στην αναμονή της ντόπας τους μιας και τίποτα άλλο δεν μπορούσε να τους προσφέρει ο χρόνος σαν έννοια ή σαν πρακτική πέρα από αυτήν. Το θεατρικό εκτυλίχτηκε σε ένα από κείνα τα τσουρομαδημένα παρκάκια της τσιμεντομάνας. Όσο βάθαιναν οι ερωτήσεις του βαποριού τόσο μεγάλωνε κι η απόσταση των φίλων από την ακτή. Σύντομα άρχισαν να νιώθουν πως βρίσκονται καταμεσής ενός ωκεανού ματιών, δοντιών και μαύρων νυχιών ακονισμένων σε κάτι φλώρια σαν και του λόγου τους και άρχισαν να ψελλίζουν πως αν αργήσει η δουλειά δεν τους πειράζει να φύγουν και με άδεια χέρια γιατί έχουν να γυρίσουν σπίτι να κρυφτούν σε μια πρόχειρη ποδιά της μάνας τους που είχανε φέρει από το χωριό ειδικά για τέτοιες περιστάσεις. Ο μάγκας που κατάλαβε με τι έχει να κάνει είπε να τους χαρίσει ένα δομικό αξιοθέατο της φάσης, όχι τόσο για να μάθουν επιτέλους να συλλαβίζουν σωστά το όνομα της πόλης όσο για να τους πείσει πως η διαδρομή είναι διασκεδαστική αν ο κώλος σου ξέρει να τις αρπάζει. Χεράκι χεράκι τους πήγε μέσα από τα στενά στην παρακάτω πιάτσα από όπου ένα και μόνο βλέφαρο στα καλοκάγαθα γεροντάκια με τα τακούνια, τις ζαρτιέρες και τα βυζιά έκανε τον έναν να ξεράσει και τον άλλο να ζητά συγχώρεση και για τους δυο τους κι έτσι με τα μούτρα κατεβασμένα την πούλεψαν, πήραν το λεωφορείο για το χωριό και το γυρίσανε στο τσίπουρο.