Πρέπει εξαρχής να θεωρήσεις πως είσαι χαμένος. Ακριβώς όπως αυτό το κείμενο και όσα ακόμη ακολουθήσουν. Πρέπει να συνειδητοποιήσεις πως η κίνηση, ακριβώς όπως αυτή η λέξη και όσες ακόμη ακολουθήσουν, είναι το κατάλοιπο μιας δράσης που συνέβη εκατομμύρια χρόνια πριν. Πρέπει να μάθεις, επιτέλους, πως ότι κατακτάς, αυτομάτως σε κατακτά κι αυτό. Δεν υπάρχει τοίχος να πηδήξεις αν δεν τον φτιάξεις πρώτα. Έτσι, μεγάλωσε η αγωνία, έτσι θέριεψε ο φόβος, έτσι μεταμορφώθηκες σε χίλια πράγματα ακριβώς όπως στο όνειρο σου. Τώρα καταλαβαίνεις τον βρυχηθμό του λιονταριού. Τώρα επιθυμείς να πνίξεις τα καράβια στη μπανιέρα. Τώρα που ο έρωτας λογίζεται ως μια ανάμνηση απ’ την εποχή των άναρθρων κραυγών. Εγκλωβίστηκες στις πολυσύλλαβες. Εγκλωβίστηκες στο μέλλον. Κανένα νόημα δεν θα συνηγορήσει υπέρ της εύρεσης νοήματος. Χιλιάδες καρδιές, αυτοπυρπολούνται, προκειμένου να καταστήσουν σαφές πως ο ορίζοντας ξεκινάει και τελειώνει πάνω στην φλεγόμενη σάρκα τους. Προσπαθούν να πείσουν το ανέφικτο να γυρίσει ξανά πίσω, κοντά μας. Να μας πάρει στην αγκάλη του, γλυκά να μας αποκοιμίσει. Να μας απαγγείλει τον χρόνο και τον ήλιο, μέσα σε μια και μοναδική στιγμή, που επαναλαμβάνεται αδιάκοπα, ωσότου ο χρόνος και ο ήλιος και η νύχτα με όλο της το ρίγος κι η σαύρα που στριφογυρίζει τη γλώσσα της και το σύννεφο και το νερό κι όλα βρουν κάποτε ένα μέρος να ζήσουν και να πεθάνουν.


Advertisements

Αν κάθε λέξη είναι το πεδίο όπου προσπαθώ να αγαπήσω και να αγαπηθώ, να πείσω και να πειστώ πως υπάρχει κάτι που αξίζει να ειπωθεί, πως εγώ και εσύ μπορούμε να ορίσουμε, ως συγγραφέας και αναγνώστης, τον κόσμο που ποθούμε, την ευκαιρία να ζήσουμε αυτή τη ζωή, να ξεψαχνίσουμε την πικρή αλήθεια του φωτός, το μάγεμα του σκοταδιού να απλώσουμε ως τα τρίσβαθα της φλέβας, κι άλλα τόσα που μπορούν να υπάρξουν, είμαι σίγουρος πια πως δεν ξέρω τι να πω και πως δεν έχει σημασία τι λέω κι αν πω, πιστεύω πως κάτι είπα, δεν θα είναι λάθος, μα δεν θα είναι και σωστό, καθώς έτσι κι αλλιώς, επιτέλους το ποτήρι έσπασε και το χυμένο γάλα στο πάτωμα, είναι το σημείο που αρχίζω να ονειρεύομαι, ένα όνειρο πέρα από το όνειρο, πέρα από τη λύπη και τη χαρά, πέρα από τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, πέρα από το νόημα, του να λέω αυτό που θέλω ή μπορώ, πέρα από μένα και σένα, μια ιαχή δίχως τις φωνές μας, ένα γράμμα δίχως παραλήπτη, ένας έρωτας δίχως κορμί, μια πορεία δίχως κατεύθυνση, ένα τίποτα που μαθαίνει να πάλλεται, χωρίς λόγο, χωρίς λόγο, χωρίς λόγο, χωρίς λόγο, αυτή η πρόταση, χωρίς λόγο, χωρίς λόγο, αυτή η πρόταση, χωρίς λόγο, μαθαίνει να πάλλεται, χωρίς λόγο, αυτή πρόταση, χωρίς λόγο, χωρίς εμένα, χωρίς εσένα, χωρίς τίποτα.



Εξέλιξα το φόβο μου, συμπεριλαμβάνοντας τα πρόσωπα σας, τον τρόπο που κινείστε και μιλάτε. Πλέον, χωρίς την παραμικρή σκέψη να συνδιαλλαχτώ μαζί σας, κάθε που σας αντικρίζω τρέχω μακριά. Ταυτόχρονα, απέκτησα και αποστροφή για τις σημαίες, τους φράχτες, τα δημόσια κτίρια, τα κέντρα διασκέδασης. Σιχαίνομαι, πια, λέξεις όπως αξία, ιερό, άποψη, γνώση. Το μόνο που μου απομένει είναι η μετουσίωση του φόβου μου στη δύναμη που θα σας γαμήσει τα πρέκια.


Θάνατε ακαταμάχητε


Τελευταία έχω πεθάνει πολλές φορές. Είναι ο δρόμος, η κούραση, η βαρεμάρα. Δεν είμαι σίγουρος για τον ακριβή αριθμό των θανάτων μου ως τώρα. Έκανα αίτηση ενημέρωσης. Αν συνεχίσω έτσι όμως, είμαι σίγουρος πως θα χω πρόβλημα. Δυστυχώς το πρόγραμμα δεν αναβάλλεται. Πρέπει τουλάχιστον να αποφύγω τους εντελώς χαζούς θανάτους. Όπως το τρακάρισμα ψάχνοντας για το cd των Tribe ή το πήδημα απ’ το παράθυρο κάθε που-σου-κου. Σκέφτομαι να περνάω περισσότερη ώρα περπατώντας στην ύπαιθρο γύρω απ’ την πόλη. Ίσως η επαφή με τη φύση με γαληνέψει ή αν μη τι άλλο θα ναι κομμάτι παράταιρο να χτυπήσω το κεφάλι μου με καμιά πέτρα. Παρόλα αυτά περιμένω την απάντηση τους. Αν τα χω υπολογίσει καλά έχω καμιά εικοσαριά χρόνια με δυο, τρεις θανάτους τη βδομάδα. Θα στενοχωρηθώ αν έχει πέσει παρακάτω το προσδόκιμο μου. Θα φρικάρω πάλι όπως παλιά και θα χτυπήσω καθημερινό θάνατο κι άντε μετά βρες το κουράγιο να κάνεις off, να ρθεις στα ίσα. Είναι ωραία η ζωή ρε γαμώτο, ειδικά όταν μπορείς να πεθαίνεις που και που. Δεν είναι τόσο το βιολογικό που φτιάχνει, με κάθε μικρό θάνατο, αλλά η αίσθηση του να μπορείς να ζεις με την ανεμελιά του μη αναστρέψιμου. Η έξαψη που νιώθεις όταν χτυπάς το πεζοδρόμιο ή ανοίγει το κεφάλι σου στα δύο και συνάμα η παντελής αδιαφορία, το αίμα που παγώνει λίγο πριν, ο εναγκαλισμός με ένα γλυκό, ανόθευτο τίποτα, η χαλαρότητα των άκρων σου, είναι σαν για λίγα λεπτά να εξαφανίζεσαι, δεν βρίσκεσαι πουθενά κι είναι τόσο αρκετό, μια έναστρη παλίρροια μηδαμινότητας που καθώς απομακρύνεται σε αφήνει καινούριο, πεντακάθαρο, έτοιμο να ζήσεις τα πάντα με περίσσεια ορμή, μέχρι να πεθάνεις ξανά.



Πολύ κουβέντα στο σπίτι.
Το σιφόνι βρίζει, τα τακούνια γκρινιάζουν,
τα τηλέφωνα χασκογελάν, η τηλεόραση απαγγέλει,
το πλυντήριο συλλογιέται, το τζάκι ψιθυρίζει,
η καφετέρια πετάγεται άξαφνα και τραγουδά.
Προσπάθησα κάποτε να πω και γω κάτι
μα δεν έδωσε κανείς σημασία.


 


Ευτυχώς για μένα δε γράφω από ανάγκη.
Έχω δυο φίλους καλούς, γυναίκα, φαΐ ζεστό.
Έχω κι ένα καλό καπνό από τη Μακρυνεία.
Που και που πάω και καμιά βόλτα στην εξοχή.
Δυστυχώς για την ποίηση γράφω από καπρίτσιο.


 


Δεν φταίνε οι δάσκαλοι που έχουν γνώση.
Δεν φταίνε οι πιστοί που έχουνε θεό.
Δεν φταίνε οι τραπεζίτες που έχουνε λεφτά.
Δεν φταίνε οι εργαζόμενοι που έχουνε δουλειά.
Δεν φταίνε οι πολιτικοί που έχουν εξουσία.
Δεν φταίνε οι μαφιόζοι που έχουν εξουσία.
Δεν φταίνε οι δικαστικοί που έχουν εξουσία.
Δεν φταίνε οι δημοσιογράφοι που έχουν άποψη.
Δεν φταίνε οι γονείς που έχουνε παιδιά.
Δεν φταίνε τα παιδιά που έχουνε παιχνίδια.
Δεν φταίει κανείς τους.
Φταίω εγώ που πονάω, πεινάω και κρυώνω.
Φταίω εγώ που φοβάμαι.
Φταίω εγώ που δεν αντέχω τη μοναξιά.
Φταίω εγώ που βαριέμαι εύκολα.
Φταίω εγώ που δεν ξέρω να ζω.
Φταίω εγώ που δεν είμαι ψάρι.
Φταις και συ που δεν είσαι νερό.


 

πρόχειρα προκατακλυσμιαία


Πρέπει να καταλυθούν τα πρόσωπα μπας και γραφτεί το ρημάδι το ποίημα.
Για τους χρόνους είναι βέβαια πολύ νωρίς.
Γέμισε ο τενεκές βαρύγδουπες, δακρύβρεχτες δηλώσεις.
Κι όλοι να απλώνουν χέρι, μα την ξενιστικωμάρα τους.
Κι όλοι να αγαπάνε τους τρελούς και τους καταραμένους
και να ποθούν νταραβέρια μαζί τους.
Λάδι πολύ και τηγανίτα τίποτα, σύντροφοι.
Δυο φίλους που τρελάθηκαν αδυνατώ και καλημέρα να τους πω.
Ή που όλοι στιχομυθούν ωσάν όλα να τα ξέρουν.
Με τόση γνώση δεν γίνεσαι ποιητής, αρχιμανδρίτης γίνεσαι.
Λυπημένες μου, καυλιάρικες ψυχές,
καλές οι δύσκολες οι λέξεις και τα περίπλοκα νοήματα,
μα οι δύσκολες οι μέρες δεν βρίσκουν πια σε σας καταφύγιο.
Σας προσπέρασαν κι ούτε ματιά δεν ρίχνουν πίσω.
Ετοιμάζουν τη γενιά που θα πυρπολήσει τα τεφτέρια σας.
Αυτό κι αν θα ΄ναι ποίημα, οεο.
Τιμή μου να καώ στο πλάι σας, σύντροφοι.
La pastie la mpouchesteri.
Α και κάτι ακόμα, σαν τη λαχανόπιτα της μαμάκας δεν έχει.
Λαχανόπιτα , λαχανόπιτα , λαχανόπιτα.
Του λόγου το αληθές.


 


Τέσσερις μπύρες στο Avant Garde
Δύο ποτά και μια μπύρα στο Κάλντε
Ένα σάντουιτς στον Ερμή / χωρίς πατάτες
Ένα πακέτο Winston white κατά τη διάρκεια
Πέντε λίτρα βενζίνη
Μια σαραντάρα ευρώ συνολικά
Για να ξαναορκιστώ πως την επόμενη Παρασκευή
Θα κάτσω σπίτι.


 

σποτάκια ουτοπίας


Δουλεύεις γιατί είναι η καλύτερη κρυψώνα που μπόρεσες να βρεις. Ο τρόμος μου όμως ακόμα σε αποκαλύπτει. Η σιωπή αποθηκεύεται για την επερχόμενη κρίση. Είναι το μέσο της συνδιαλλαγής μας. Έτσι εξελίσσονται τουλάχιστον τα χόρτα. Από τελεία σε τελεία εγκλωβίζεται το σχέδιο. Ο χρόνος προσπαθεί να απορρίψει τη γνώση. Όσο πονάς τόσο αυξάνονται οι μεταγνωστικές σου ικανότητες. Ο πλούτος μας εντοίχισε. Οι παρομοιώσεις μας απαλλοτρίωσαν. Περιμένουμε τη λήψη του νέου επεισοδίου. Τα βιογραφικά μας είναι μαύρες σελίδες. Ακούγονται μες στα λούκια της αποχέτευσης. Σε συναντώ όταν γίνομαι λύκος. Το φετινό καλοκαίρι θα ΄ναι κατά συνθήκη ψεύδος. Μετά το θεό βρήκα εσένα. Η αφήγηση είναι προϊόν σχιζοφρένειας. Το άλλο μισό της ελευθερίας είναι ο πόλεμος. Βαρέθηκα να μου χρονοτρίβεσαι.



Η διασκέδαση για χιλιάδες χρόνια παρέμενε το να σκοτώνεις και να γαμάς. Να σκοτώνεις και να γαμάς, χωρίς καμία ενοχή, χωρίς καμία συνέπεια. Απλά να σκοτώνεις και να γαμάς ότι μπορείς, μπορεί και ταυτόχρονα. Είχε αρχίσει να καταντάει λίγο βαρετό, ώσπου ανακαλύφθηκε μια νέα, απίθανη διασκέδαση. Να πεθαίνεις και να ανασταίνεσαι. Να πεθαίνεις και να ανασταίνεσαι όσες φορές το επιθυμείς. Χωρίς καμία εμπλοκή, χωρίς καμία συνέπεια. Λένε πως τους συνεπήρε τόσο όλους, που ειδικά τα πρώτα λίγα χρόνια κύλησαν με ολόκληρο τον πληθυσμό να πέφτει νεκρός και να σηκώνεται ξανά και ξανά και ξανά.



Άπειρα ελάχιστα στιγμιότυπα μας υφαίνουν. Όπως η έναστρη νύχτα απαγγέλλεται αδιάκοπα. Διαθλάται η μνήμη μου στο μέλλον που αγάπησα. Μέχρι τελείως η γνώση να στερέψει και ξεπροβάλει ο κόσμος. Ένα φιλί. Το απαλό κυμάτισμα του νερού. Ό,τι τολμά να διεκδικεί το αδύνατο. Το ολοκαίνουριο λεξικό της παλιάς μας ζωής. Τις μυρωδιές σαν χρώματα και τα χρώματα σαν ήχους. Κάθε αστέρι σου στέλνει την υπόσχεση πως θα συμβείς. Προϋπαντεί ο χρόνος επιθυμίες ασφυκτικά γεμάτες απ’ τον καθένα μας.


it’s a satanic drug thing, you wouldn’t understand


Το έκρυψα κάπου εδώ ανάμεσα στις λέξεις. Δεν είμαι σίγουρος που ακριβώς, μα δεν έχει σημασία. Αυτό που μετράει είναι πως το είπα, χωρίς βέβαια να χρησιμοποιήσω κάποια συγκεκριμένη λέξη. Αυτό θα ήταν μεγάλο σφάλμα. Επιπλέον, έβαλα φίλους αγαπημένους να το καταγράψουν και να το αποθηκεύσουν σε ασφαλές μέρος. Το ίδιο έκανα κι εγώ αρκετές φορές ώστε να διασφαλιστεί πως κανείς δεν θα καταφέρει να το βρει και να το διαγράψει. Εξάλλου κανείς δεν ξέρει περί τίνος πρόκειται. Κανείς δεν υποψιάζεται πως έτσι θα καταφέρω να ζήσω για πάντα και με όλους τους πιθανούς τρόπους. Με τρόπους που ακόμα δεν έχω φανταστεί. Είμαι σίγουρος πως αυτό είμαι εγώ, ότι καλύτερο είμαι εγώ και πως αυτό θα είναι αιώνιο. Αδιάρρηκτο και ταυτόχρονα πασιφανές. Το μέλλον θα συμβεί χάρις σε αυτό. Όλοι θα συμβούν χάρις σε αυτό. Όλοι θα είναι αυτό, χωρίς κανένας να μπορεί να το αναγνωρίσει. Χωρίς κανένας να ξέρει το όνομα μου. Ή το πρόσωπο μου. Ή ακόμη αν υπήρξε αυτός ο απώτερος σκοπός. Οι ερωτήσεις που πιθανόν να προκύψουν απλά θα το ενισχύουν, θα το θεριεύουν ωσότου γίνει ταυτόσημο με κάθε λέξη, με κάθε χρώμα, με κάθε ήχο και κάθε γεύση που υπήρξε ή πρόκειται να υπάρξει. Ότι σημαίνει θα είναι αυτό που σημαίνει. Θα είμαι εγώ σε εκατομμύρια παραλλαγές του να είμαι τα πάντα. Νιώθω ήδη όλες τις χαραυγές και τα ηλιοβασιλέματα του κόσμου αυτού να με καλωσορίζουν ξανά και ξανά. Οι συσπάσεις του τελευταίου ανθρώπινου ρόγχου με αποχαιρετάν. Οι πέτρες λιώνουν και το χώμα σκορπίζεται με τη θέληση μου. Οι θεοί πλαγιάζουν μαζί μου, εκλιπαρώντας να τους καταπιώ. Το μαύρο απειροστό ενδιαίτημα με αγκαλιάζει με τα χέρια ενός αληθινού εραστή, ίσως του μόνου. Ετοιμάζω ήδη την κατάλυση όλων στο κάθε επόμενο βήμα.


το ερμάρι


Η πραγματικότητα υφάνθηκε από τον Κύριο ως το λαμπρό φέγγος ενός αιώνια παγωμένου ουρανού. Ο θάνατος έγινε ο προστάτης της κι ένας χρυσός θρόνος, στην κορφή ενός ψηλού βουνού, ο φύλακας της. Μαζί κρατούσαν μακριά όποια ιδέα αποστασίας, όποια πιθανότητα διάρρηξης του γρανιτένιου πέπλου της, άλλοτε τρομοκρατώντας όσους κατάφερναν, κατά έναν ανεξήγητο τρόπο, να βρουν μια απειροελάχιστη τρυπούλα και να χώσουν βιαστικά και άγαρμπα μέσα της, ένα δάχτυλο, ένα μάτι ή τη γλώσσα τους κι άλλοτε δελεάζοντας τους υποψήφιους παραβάτες να αποσυρθούν απ’ το βαθύπνοο τραγούδι τους με ένα γλυκό χωρίς όνειρα ύπνο στην αγκαλιά του θρόνου. Ελάχιστοι και φευγαλέα ήταν αυτοί που για μια υποψία μπόρεσαν να αισθανθούν τον ασυγκράτητο βόμβο που στροβιλίζεται αδιάκοπα, πολύ πριν τη γέννηση του κόσμου, πίσω απ’ τους ορισμούς της αλήθειας και του ψεύδους. Για άλλους έμοιαζε με ένα περιστέρι που ‘χε τη φωνή της από καιρό χαμένης μητέρας τους και για άλλους με την αδιάκοπη τροχιά ενός μοτοσικλετιστή στις παρυφές της πόλης. Για άλλους ήταν η παλίρροια μιας οθόνης, η μοναξιά του χρόνου, ένας τρίσβαθος πόνος. Για μένα ήταν ο συριχτός, οξύς ήχος μιας ασάλευτης πομπής εντόμων πάνω στο στήθος μου. Αν και πια κοιτάζομαι ευθαρσώς στον καθρέπτη, ξέρω πως είναι ακόμη εκεί.