Κάθε φορά

που κλειδώνεις την πόρτα

κάποιος σε αποχαιρετά. Δεν θυμάσαι

ποτέ ποιος ήταν ή αν απλά τον φαντάστηκες να

φεύγει. Κάθε φορά που κοντοστέκεσαι για να ελέγξεις

αν η πόρτα κλείδωσε, πριν ή αφότου στριφογυρίσεις το

κλειδί, βρίσκεσαι αυτόματα στην λάθος μεριά,

εγκλωβισμένος ανάμεσα στην πόρτα και

την

ε

λ

ε

υ

θ

ε

ρ

ί

α

σου.

Κλέβει τον ύπνο σου η έρμη χώρα
Σε προσηλύτισε το μαύρο φως
Ορμάς και στέκεσαι μπροστά στην ώρα
Χείλη που μίσεψαν όλο σ’ το βιός.

Κρένεις κι η απόσταση σου επιστρέφει
Τρύπια η Άνοιξη μπάζει βροχή
Κι ο άπνοος λύκος που γυροφέρνει
Σφίγγει στα δόντια του μια μαύρη ευχή

Δώσε το χρόνο στη σιωπούλα να ανάψει
Κάθε σου σκέψη καπνός να γενεί
Μόνος παρέα με την άστραφτη πλάση
Λέξη μη στάξει σ’ ουρανό και σε γη

Δώσε στον κόσμο την ευχούλα να αδειάσει
Το κύμα να πάρει και σένα μακριά
Να μείνει η αγάπη σαν άστρο που τρέμει
Στο δείλι που πέφτει μια ιαχή μακρινή

Δώσε το σάλτο ως την άκρη της μέρας
Μια σφαίρα στο στήθος είναι τούτη η ζωή
Μόνος παρέα με την άστραφτη πλάση
Λέξη μη στάξει σ’ ουρανό και σε γη

Για να καταφέρω τούτη την ειμαρμένη μοναξιά χρειάζομαι τον καθένα σας.

Αγαπημένα μου πρόσωπα και άγνωστοι αδίστακτοι ελεήμονες περαστικοί

σας παρακαλώ μην με ακολουθήσετε και μην πιστέψετε πως με θυμάστε.

¨Μια Άλλη Κυριακή¨

Περνώντας με πορτοκαλί

[…ναι, θα βρεθούμε σ’ ένα μπαρ που δεν θα υπάρχει,

θες να το λέμε “Bluebird” ;]

¨Μια Άλλη Κυριακή» [ -Αφανίζοντας ύπουλα τη Νύχτα- ¨Αγαύη¨ (Αγρίνιο 2019) ] Σύνθεση/παραγωγή/ερμηνεία – Γιώργος Γιαννόπουλος Στίχοι – Βασίλης Νικολόπουλος

Δείτε την αρχική δημοσίευση

«Όταν μπορείς να ξέρεις τα πάντα θα ήταν ίσως προτιμότερο να μην τα μάθεις ποτέ», ακούστηκε μια γέρικη αντρική φωνή από πίσω του. Γύρισε να κοιτάξει, υποψιασμένος ταυτόχρονα πως σε κάθε παιχνίδι υπάρχουν κανόνες που λησμονιούνται προς χάριν της απόλαυσης του παιχνιδιού, και αντίκρισε ένα ερωτευμένο ζευγαράκι να χασκογελά αγκαλιασμένο. Γύρισε μπροστά του και όλα φάνηκαν τόσο αληθινά απ’ άκρη σ’ άκρη αυτής της γης όσο και η κεντρική λεωφόρος με τις πολύβουες μηχανές που μόλις είχαν σταματήσει στο γύρισμα του φαναριού δίνοντας του την ευκαιρία να περάσει απέναντι.

«Εκείνο που θα σε δικαιώσει», ψέλλισε, «δίχως να σε κάνει δικό του». Συνεχίσαμε να περπατάμε ώσπου βρήκαμε ένα πέτρινο παγκάκι και κάτσαμε. Το σούρουπο ανέδιδε μια ευχάριστη δροσιά. Τα πρώτα αστέρια είχαν ήδη αρχίσει να πλέουν όταν αποχαιρετιστήκαμε για τελευταία φορά.

Απ’ το μυαλό μου ένας άνθρωπος σαν και μένα παίρνει τα μάτια του από τις κορφές των δέντρων μπροστά στο παράθυρο, σηκώνεται από την παλιά ξύλινη καρέκλα και φορά ένα τζιν και το μπουφάν του, βάζει τα παπούτσια του κι ανοίγει την πόρτα και φεύγει δίχως να ξέρει ή να θυμάται αν η πόρτα έκλεισε πίσω του, βάζει το αμάξι μπροστά και οδηγεί μέχρι την χώρα του νησιού, μέσα από τους στενούς υγρούς σκοτεινούς δρόμους, με τα παράθυρα ανοιχτά και gun club στο τέρμα, μπαίνει στο λιμάνι και στο πρώτο καράβι που περνά απέναντι, καπνίζοντας όλες αυτές τις ώρες αμέτρητα τσιγάρα και μη πίνοντας ούτε μια γουλιά νερό, κάθεται στο ψηλότερο κατάστρωμα με τον αέρα να τον αρρωσταίνει και να τον κάνει να τρέμει με όλη του την δύναμη, όπως ακριβώς το γουστάρει κι όπως το σαπιοκάραβο δένει πετάγεται στην άσφαλτο και δέρνει τα άλογά του, με μίσος σχεδόν κι απέραντη αγάπη, φτύνει στροφές κι ευθείες, αφήνει πουρμπουάρ στα διόδια, μπαίνει στην γη του και δέχεται την γλυκιά της απελπισία και σπρώχνει μια ταχύτητα ακόμα εκεί που δεν υπάρχει και φτάνει στην πόλη του, στα χιλιοσπασμένα φανάρια του, στο δρόμο που μένει, στο σημείο που λέγεται σπίτι του, τραβάει χειρόφρενο με κουμπωμένη τρίτη, κατεβαίνει, πηδάει τις σκάλες ως τον όροφο, ανοίγει την πόρτα και τους χαμογελά απαλά.

Ο κύριος κοίταξε τον ουρανό με περιφρονητικό ύφος, καθάρισε το μονόκλ του και το ξαναφόρεσε. «Προτιμώ να πληρώνομαι», είπε, «παρά να πληρώνω». «Φουκαρά μου!» αναστέναξε ο χαμάλης. «Και για τους δυο μας το αντάλλαγμα είναι πολύ πιο μεγάλο».

Στο γύρισμα της ρουλέτας κάποιοι γοητεύονται από την περιστροφή και μόνο του μικρού τροχού και θα τους ήταν αρκετό να τρέχουν αδιάκοπα με τα μάτια τους πίσω από την δαιμονισμένη μπίλια ακόμη κι αν αυτή δεν σταματούσε ποτέ και πουθενά. Όμως καθώς κι αυτή υπόκειται στους μεγάλους παλιούς νόμους, αργά ή γρήγορα, θα φωλιάσει και θα κοιμηθεί μες στο τυχερό νούμερο, προκαλώντας ρίγη συγκίνησης σε όσους κυριεύονται από την επιθυμία τους να μαντέψουν την θέση της πάνω στο νικητήριο ταμπλό. Κι είναι κι αυτοί που μετά από κάμποσα πονταρίσματα, επιτυχή ή όχι, προτιμούν να παγώσουν την ρουλέτα μακριά από κάθε κίνδυνο ή ελπίδα, κάθε πόνο ή ευχαρίστηση που αυτή θα τους προσφέρει αποδεχόμενοι την μοίρα τους ως ένα από καιρό νεκρό πράγμα. Κάπως έτσι οι περισσότεροι συνεχίζουν να δίνουν στο παιχνίδι την ζωή που του ανήκει καθώς το μαυροκόκκινο αστέρι γυρνάει και γυρνά, γύρω από τα παθιασμένα στοιχήματα νικητών και χαμένων, είτε το θέλουμε είτε όχι.

Όλοι μας ξέχασαν ελάχιστα παραπάνω από ότι εμείς οι ίδιοι τον εαυτό μας. Κι είναι αυτή η μικρή διαφορά που αφήνει τόσο πολύτιμα περιθώρια στο να συμφιλιώσουμε επιτέλους όλους τους φόβους μας με μια ακλόνητη απάθεια.

Στο επιθυμητό και ακριβές σημείο επιστροφής της νύχτας μπορείς να αποστρέψεις το βλέμμα σου από την ανθολογία των λεπτοδεικτών. Το αν θα ανοίξεις ένα παράθυρο στην ανορθογραφία κάμποσων τυχαίων ονομάτων έγκειται στο μερίδιο τυφλότητας που δικαιούσαι. Το πως παίρνει μπροστά το μηχάνημα εγγραφής της φωνής σου και καταφέρνει να λειτουργεί παρά την πίστη σου στο συκώτι που διυλίζει το ουίσκι με την φαρμακευτική σου αγωγή δικαιολογείται με τον ίδιο μπάτσο που γύρισε το κεφάλι σου σε κείνο το πρώτο capwalk ανεξαρτητοποίησης. Ο Ηλίας συνέχιζε να στέκει σιωπηλός και αλληλέγγυος με τον τρόπο μιας ξερολιθιάς καταμεσής Αυγούστου. Κατάφερε να τρελαθεί, να γίνει καλά και να τρελαθεί ξανά πριν πεις επιβίωση. Το υπόλοιπο ενός οποιουδήποτε τέλους μιας ακόμη ιστορίας είναι αυτό που αποσιωπάται καλύτερα πριν να συμβεί. Η αλήθεια είναι πως ανησυχώ με τα λίγα άκρα που μου έχουν απομείνει. Ανησυχώ για την απόφαση που παρήγγειλα από τον επόπτη της ονειροποιίας μου να μου επιβληθεί η είσοδος στο πάνθεο της λησμονιάς με αντάλλαγμα τον εγκιβωτισμό μου στην πάχνη του πάρκου Αγρινίου σε μήνα Φεβρουάριο. Δεν θυμάμαι κάτι άλλο. Σελίδα μία από μία, 183 λέξεις, Ελληνικά.

Το μυστήριο σου ζεσταίνει την πλάτη αφήνοντας το νερό να τρέξει ως τους αγκώνες και τις γάμπες σου. Το μικρό σπίτι αιωρείται μες στο απρόσκλητο σκοτάδι γύρω από τον άνεμο και τα μακρινά σινιάλα μιας ζωής που παρά τις όποιες προσπάθειες δεν θα μοιραστούμε μάλλον ποτέ. Όσο κι αν βλέπω την αγκαλιά σου να κυρτώνει γύρω από το φως δεν είμαι σίγουρος πως μπορώ να σημαδέψω την καρδιά σας και να πετύχω την άρνηση της απόστασης μεταξύ μας. Ή τουλάχιστον την υπόσχεση πως αυτή θα γίνει ο μελλοντικός μας παραδείσιος κήπος. Πως η ταχύτητα που θα αναπτυχθεί καθώς τα σώματά μας θα έλκονται όλο και πιο δυνατά μέχρι να σμίξουν ξανά δεν θα καταφέρει μια τελευταία υπέρλαμπρη και καινοφανής σύγκρουση που θα μας συντρίψει έως τα βάθη της κοινής μας μοίρας.

Καθώς αφαιρούμε έναν έναν
τους λόγους που μας έκαναν να πιστέψουμε
ο ένας τον άλλο
μένει ένα ολόχρυσο, αγνό φεγγάρι
να μας στρώνει τον δρόμο προς τον ουρανό.

Είχε τα πιο γοητευτικά μάτια ψυχικού νοσήματος που είχα δει ποτέ μου. Κάτι μεταξύ σπείρας και βραχονησίδας του Αιγαίου. Με περίμενε ακριβώς εκείνη την στιγμή, ασάλευτος στη μέση ενός τσιμεντένιου σιδερόφραχτου προαυλίου μιας παλιάς και ετοιμόρροπης μονοκατοικίας, μπροστά από το ακράδαντο ηλιοβασίλεμα, κρατώντας ένα σβηστό πούρο στο αριστερό του χέρι, μόνο και μόνο για να μου δώσει την πληροφορία της καταγωγής του ανθρωπίνου γένους. Μου είπε να στρίψω δεξιά μετά το παρκαρισμένο skoda. Τον ευχαρίστησα και καθώς με κοίταζε ολόισια στο πουθενά με αποκάλεσε γιο του. Κούνησα συγκαταβατικά το κεφάλι μου κι έφυγα. Τον είδα να μικραίνει μες στον καθρέπτη μου μέχρι την επανέναρξη της σκηνής σε ένα άλλο μέρος και σε έναν άλλο χρόνο και με τα ίδια πάντα μάτια στραμμένα πάνω μου.