Κόρνα λεωφορείου επιδιώκει την αποτροπή της συγγραφής αυτού του κειμένου, ενώ ταυτόχρονα το αυτόματο πότισμα του γκαζόν της πολυκατοικίας διατηρεί την αναγκαιότητα, έστω και της παραμικρής προσπάθειας,  δημιουργίας του. Η προηγούμενη πρόταση καταφέρνει το πρώτο και ουσιαστικότερο πλήγμα, στην πρωτοφανή επιμονή με την οποία η κόρνα επιχειρεί να επικαλύψει κάθε φωνή μες στο κεφάλι μου, κι ακόμα περισσότερο να διαστρεβλώσει το λεκτικό υλικό αυτών των φωνών, σε βαθμό που να είναι αδύνατο αυτές να συνθέσουν μια ολοκληρωμένη και επαρκής πρόταση. Είναι βέβαιο, πως δίχως την βοήθεια του πιτσιλωτού και επαναλαμβανόμενου ήχου των μικρών μπεκ από το ισόγειο, ακόμη και η τρίτη αυτή πρόταση θα παρέμενε ένα ακατάσχετο συνονθύλευμα ελαφρού εκνευρισμού, παλιοκαιρισμένου μίσους και τάσης φυγής, εκφραζόμενο με την προσφιλή βωμολοχία της εποχής. Καθώς ολοκληρώνονταν η περιγραφή της μοίρας που δεν έτυχε στην παραπάνω πρόταση, τόσο η κόρνα όσο και ο μηχανισμός του αυτόματου ποτίσματος σταμάτησαν. Τούτο το κυριακάτικο πρωινό έχει έναν ακόμη λόγο να εξακολουθεί να είναι ήρεμο κι ευγενικό. Ίσως, τελικά, οι σύμμαχοι μα κι οι αντίπαλοι της κάθε ιστορίας να είναι απλά ο τρόπος με τον οποίο κάθε ιστορία διεκδικεί την ύπαρξή της.

 

 

Advertisements

βραδινό μπανάκι

troy

Μου πήρε από τον τρίτο στο ισόγειο για να δω και να κοιτάξω το τσιμπιδάκι στο πάτωμα του ασανσέρ. Άνοιξα, γρήγορα, το κινητό και το τράβηξα μια φωτογραφία. Βγαίνοντας από την είσοδο του κτιρίου είδα έναν γέρο να πλησιάζει. Εκείνη την στιγμή ήμουνα σίγουρος πως τον σιχαίνομαι απόλυτα, αν και δεν τον ήξερα, αλλά εύκολα χαμογέλασα και κατευθύνθηκα προς το πάρκινγκ.

Υ.Γ.: Στον δρόμο, τόσο οι πεζοί όσο και οι οδηγοί των οχημάτων που συναντούσα, με κοιτούσαν μέσα στα μάτια, στα δευτερόλεπτα που περνούσα από μπροστά τους, κι ήταν λες και με εκλιπαρούσαν να τους σιχαθώ κι αυτούς.

Τα καθαρά πιάτα στο νεροχύτη δεν θα σερβίρουν την είδηση του θανάτου μου.
*
Στενοχωριέμαι όταν μαθαίνω νέα από φίλους που δεν βλέπω πια. Σκέφτομαι πως διένυσαν τόση απόσταση κι εγώ δεν μπορώ να τους δώσω ούτε μια γουλιά νερό.
*
Η πόλη γκρεμίζεται πάνω στα κοντά φουστανάκια των κοριτσιών.
*
Τα μεσημέρια του καλοκαιριού μονάχα οι θεοί κυκλοφορούν ελεύθεροι ψάχνοντας για αυτό που θα τους εκθρονίσει.

θα ήμουν τυφλός αν όλοι το ξέραν

mat

Τα μάτια προσπαθούν να χωρέσουν τα σφραγισμένα σώματά μας. Μεγαλώνουν και πρήζονται κι αλληθωρίζουνε και συντρίβονται στο πρώτο, τυχαίο, νεκρό τοπίο και προσεύχονται να τον χωρέσουν ολάκερο τον κόσμο, να μην μείνει κάτι, οτιδήποτε, που τα χείλη θα αναγκαστούν να ψελλίσουν και τα χέρια ν’ αγγίξουν κι η φωτιά ανάμεσα στα σκέλια να κατασπαράξει. Έτσι κοιταζόμαστε και κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε τι είναι αυτό που ο καθένας μας αντικρίζει στα μάτια του άλλου ή στα μάτια τα δικά του, στο φως ή στο σκοτάδι, στο πόνο ή στην χαρά. Στην ζωή ή στον θάνατο.

 

Υπάρχει μια στιγμή που το ρολόι έχει μπαταρία
και το φωτάκι του λειτουργεί
και έχεις το κουράγιο και την δύναμη
να το πατήσεις
κι ας αδιαφορείς τελείως
για οποιαδήποτε ώρα και ημερομηνία
και το πατάς, και το κοιτάς
κι αντιλαμβάνεσαι
πως για μια ακόμη φορά
έχεις άδικο.

Το μαχαίρι την κοιτούσε με όλη του την κόψη, κατευθείαν μέσα από τα μάτια των αδερφών της.
Ελπίζω, είπε, κάποτε, να το μετανιώσετε πικρά. Αλλιώς, θα είμαστε όλοι μας χαμένοι.
Το μαχαίρι στυλωμένο πάνω της, μες στους αιώνες, κι η ίδια πάντοτε ευχή.
Τόσες πολλές, πολλές φορές ειπωμένη, σαν να ‘γινε κατάρα.

Αυτό που με πληγώνει
είναι πως όλη αυτή η αγάπη
δεν έχει καμία σημασία
αν θα αγαπηθεί
και πως πια
δεν με ενδιαφέρει.

Το μίσος δεν θα σώσει την παρτίδα.
Παίζει για τη φάση.
Και γαμώ, δηλαδή.

χαρμάνα

Το θαύμα γεννιόταν μπροστά μου. Η φωνή του ανθρώπου, αντικριστά μου, έβγαινε κατευθείαν από το στόμα του και τα μάτια του γέμισαν ολόκληρα, τόσο πολύ που υγραίνονταν, από την δική μου παρουσία. Οι προσευχές μου είχαν εισακουστεί. Ήμουν, ξανά, μια ακόμη τυχαία θλίψη στον πλανήτη Γη. Οι κράμπες στα πόδια μου είχαν ήδη αρχίσει να επανέρχονται.

Στο μικρό ορθογώνιο τρίγωνο που σχηματίζουν η τέντα, ο μπεζ τοίχος και το εμπριμέ σεντόνι που στεγνώνει πάνω στα κάγκελα του μπαλκονιού, χωράνε δυο σκεπές από καφέ κεραμίδια, μια πολύ μικρή σοφίτα με μια κλειστή παλιοκαιρισμένη, σιδερένια πόρτα, πίσω από το προφίλ ενός ηλιακού θερμοσίφωνα και τους ιστούς τηλεοπτικών κεραιών κι ευθύς από πάνω ένα άσπρο, παχύ, μελιστάλαχτο σύννεφο και το γαλάζιο του ουρανού. Δεν απομένει παρά η λεζάντα της εικόνας, με παχιά γράμματα στο πάνω μέρος αυτής, στις πρώτες σελίδες ενός περιοδικού γνώσεων και δεξιοτήτων, που θα θέτει ένα ερώτημα ολωσδιόλου ευκαταφρόνητο και δίχως δυνατότητα έγκυρης και αξιόπιστης απάντησης. Πιθανώς, η δημιουργία του ερωτήματος να ανατίθεται στον αναγνώστη.

 

μικρή βόλτα

Σήμερα περπάτησα μέσα από την πόλη. Η πόλη ήταν ανύπαρκτη ως βουνό και θάλασσα και μια ευγενική πεδιάδα, από όπου ο ήλιος και το φεγγάρι και τα άστρα δεν ψυχορραγούσαν στην καθιερωμένη τους θέση αλλά διαδραματίζονταν ως μια συνεχής ροή γεγονότων, κατά πλειοψηφία χρωματικών, σε μικρές οθόνες που οι κάτοικοι της πόλης κρατούσαν σφιχτά στα χέρια τους. Οι δρόμοι ήταν τραχείς και πολύ βρώμικοι κι η ανάσα τους μύριζε θειάφι. Αρχικά φορούσα μια χούφτα χάπια στην τσέπη του παντελονιού μου· σύντομα, όμως, τα κατάπια και συνέχισα γυμνός. Ο περίπατος στον άδειο από θαύματα δρόμο με συμπύκνωνε σε μια πρωτόγνωρη λύπη, από τη μια στιγμή στην άλλη ήταν εδώ κι ύστερα πάλι κάπου αλλού, δίχως την παραμικρή συνέχεια στην τρόπον τινά αφήγησή μου. Κάπως έφτασα σε μια πλατεία, ένα πλήθος ορμούσε μπρος στα πόδια μου, η ιστορία με άφηνε ταχύτατα πίσω της με τον έξοχο λευκό καπνό της. Σαν άγριο, μαύρο ποτάμι περνούσαν οι άνθρωποι μέσα από την πλατεία, κι όσο στεκόμουν εκεί, ήταν στα μάτια μου σαν να καμπυλώνει και να στριφογυρνά ή ίδια η φαρδιά πλατεία. Ένα σύννεφο γκρεμιζόταν με πάταγο στον ορίζοντα. Ξαφνικά, κάποιος που ποτέ μου δεν κατάφερα να εντοπίσω που ακριβώς βρισκόταν, με ρώτησε αν έχω δει τον εαυτό μου. Όχι, του είπα. Με ρώτησε αν πηγαίνω κοντά. Όχι, είπα, και ξάπλωσα κατάχαμα. Όχι πολύ αργότερα, είδα και άκουσα πως ήμουν κάποιος άλλος από αυτόν που ήμουν, ο ίδιος ακριβώς με κάποιον άλλον από αυτόν που έγινα. Μια παρέα παιδιών έσερναν το κουφάρι μου, τραβώντας το από τα πόδια, μέσα σε ένα καλντερίμι. Δεν χρειάζεται να δούμε κάτι το εξαιρετικά συνηθισμένο. Βλέπουμε ήδη τόσα λίγα.

116 tears

Κρατούσες πάντα ένα καθρέπτη κάτω απ’ την γλώσσα σου για να δικαιολογείς τις ξαφνικές εξόδους σου από την λογική της παρουσίας μας. Ακόμη πιο συχνά, όταν η διάθεσή σου αποζητούσε την εμβληματικότητα της αχανούς ερήμου, έβγαζες τον καθρέπτη από το στόμα σου και τον έστρεφες προς τα πρόσωπά μας και τον κρατούσες εκεί μέχρι να παραμορφωθούμε σε μια άτονη γυαλάδα. Κανείς μας ποτέ δεν σε κατηγόρησε για κάτι από όλα αυτά και σίγουρα κανείς δεν πρόκειται να το κάνει, κι ας ανοίγεις το στόμα σου διάπλατα στο φως του ήλιου προκαλώντας μας να τυφλωθούμε, καθώς πάει καιρός πια που όλοι μας σε αναγνωρίζουμε και συνεχίζουμε να σε αγαπάμε ως την φαιδρή αντανάκλαση του μονάκριβού σου καθρέπτη.