Αν κι όταν πια έρθει η ώρα
να μάθεις το όνομά μου
αυτό που έχω ή αυτό
που θα αποκτήσω
μην τολμήσεις να
πιστέψεις πως
τ’ όνομα αυτό
είναι δικό μου
όπως ίσως το
δικό σου
όνομα
σου
ανήκει.

ενδιάμεσοι στίχοι

Η ανάσταση καλλωπίζεται με μια μεγαλειώδη αποκοτιά.

Το αλάτι σπινθήρες μνησικακίας.

Χρεωστικά χειροκροτήματα ελέους.

Πρόγκα θησαύρισε στο αγέρι.

Κριτήριο μεταποιείται για ηδονή.

Η σκέψη καμώνεται τον λόγο.

Περιορίσου στο απόρρητο.

Υφολογικοί συνδαιτημόνες.

Γούρνα, μηδέν του ορίζοντα, κρατήρα κατόπτρου.

Έτσι απλά συνέβη η Κυριακή.
Δυο νεκροί καθώς κουβέντιαζαν μεταξύ τους.
Ο ένας εκθείαζε τα οφέλη της επιστήμης
κι ο άλλος υπερασπίζοταν πως είναι ο θεός.

Σε κοιτώ και σκέφτομαι ένα στίχο
Έναν ακόμη στίχο σαν όλους αυτούς
Που σκέφτομαι όταν σε κοιτάζω
Και ξέρω πως δεν σε ενδιαφέρει
Αν φτιάξω ένα ή χίλια ποιήματα
Αρκεί να μην πάρω τα μάτια μου
Από πάνω σου. Ξέρω ακόμη πως
Αυτό που θες πραγματικά είναι
Να μην πάρω τα μάτια μου από
Πάνω σου μέχρι να ξεχάσω πως
Φτιάχνονται τα ποιήματα.

Το ευλύγιστο μουρμουρητό της νύχτας, η σκέψη, το πράγμα,   , το μέλλον επιταχύνεται στο επόμενο γράμμα, καμία απόσταση εντωμεταξύ δεν προκύπτει, παραμένουμε όπου μας βρίσκεις, κανένας και σήμερα, κανένας κι εγώ, χρησιμοποιούμε τη λέξη για να αποφύγουμε το σώμα, που συρρικνώνεται σε αυτό ακριβώς που σημαίνει, να είσαι οτιδήποτε μπορεί να λεχθεί, με ήχο, χρώμα και σιωπή, στο ανόητο κόσμημα της ποίησης.

σχόλιο για την ιστορία

Περιμένουμε του νικητές. Έρχονται από στιγμή σε στιγμή. Από αιώνα σε αιώνα. Αυτοί είναι η ελπίδα μας κι η ανταμοιβή μας. Για τις μάχες που δεν δώσαμε και τους αγώνες που προδώσαμε. Η πλάση ολάκερη θα σιγήσει λυτρωμένη. Θα βρούμε, επιτέλους, μια ήσυχη ζωή ανάμεσα στους αμέτρητους νεκρούς μας. Περιμένουμε τους νικητές. Δίχως αυτούς ο πόνος θα είναι ατελείωτος κι η απώλεια διαρκής. Ποιοί θα είναι κανείς δεν ξέρει. Περιμένουμε τους νικητές.

πάλι

Πάλι το γνωστό θέμα
Μεταμφιέζεται
Για να προσποιηθώ πως δεν το ξέρω
Και πως μόλις τώρα ανακαλύπτεται
Προς μεγάλη μου χαρά και τιμή.

Με αυτόν τον τρόπο αυτή τη φορά
Τον ίδιο με κάθε άλλη
Πάλι με λέξεις στη σειρά
Πάλι με μένα να αδημονώ
Να φωνάξω πως τα κατάφερα.

σχόλιο για την ιστορία

Μια από τις λιγότερο πιθανές προτάσεις για να αρχίσει μια ιστορία παραμένει αυτή η οποία διατυπώνει μια εικασία για την πιθανότητα αυτής της πρότασης. Εξάλλου ο καιρός είναι πάντα αυτό που είναι, ένα συνονθύλευμα ουσιαστικών και επιθέτων που διαπερνά κατά πολύ την εισαγωγή ενός κειμένου. Το ίδιο ισχύει και για τους ήρωες, παρότι αποτελούν τις εχέγγυες φωνές μιας εξιστόρηρησης, εξακολουθούν να εποπτεύουν το κείμενο ακόμη και στην απόλυτη σιωπή τους. Έτσι μένει πάντα ικανοποιητικός χρόνος για τα πράγματα και τις λέξεις που ο ίδιος ο συγγραφέας επιθυμεί, σε μια ατέρμονη προσπάθεια να παραμείνει ο κυρίαρχος αυτού του παιχνιδιού, και οι οποίες, παρά την κοινή πεποίθηση, πρωτοστατούν στην δημιουργία τόσο του έργου όσο και στην ευχαριστήση που μπορεί κάποιος να αντλήσει από αυτό. Μα ακόμη και οι πιο ανορθόδοξες εισαγωγές δεν αποτελούν παρά παραφράσεις μιας τυφλής υπακοής στον ρόλο των ηρώων της εκάστοτε ιστορίας και του περιβάλλοντός τους. Αυτό, νομοτελειακά, οδηγεί στην σταδιακή περιδίνιση του κειμένου σε υφάλους κοινοτοπίας και περιφρόνησης του χαρίσματος του να πλάθεις μύθους που υπερβαίνουν την παγιωμένη ανθρωποκεντρική διάρθρωση. Ίσως ήρθε η στιγμή για τις ιστορίες μας να πηγάσουν από όλον αυτόν τον κόσμο που μας περιστοιχίζει μυστικός κι ακλόνητος, μα προς θεού, δίχως την παραμικρή προσάρτησή του στον δικό μας παραδοσιακό εαυτό. Ιστορίες με την ευαισθησία και την ικανότητα να επαναπροσδιορίσουν ότι μας έχει απομείνει να πούμε.

μονάχα η ποίηση

Μας βρήκε η ποίηση
Εύκολους και πανεπόπτες
Έτοιμους να προσδώσουμε στο νόημα
Έναν οποιονδήποτε κόσμο
Και μόνο αφού μετονομαστούμε χίλιες φορές
Να μηνύσουμε τις λέξεις που δεν πέθαναν μαζί μας
Μας βρήκε η ποίηση
Ικέτες και φλεγματικούς
Στον ποδόγυρο της μούσας
Να μουρμουράμε πανηγυρικές λεωφόρους
Με νεκρές επιγραφές και τιμές σκοτωμένες
Εγκατελειμμένα βλέμματα να καρφώνουν τον ίσκιο μας
Μας βρήκε η ποίηση
Πρόχειρους κι απλόχερους
Ελεύθερους κι ήσυχους
Να ξεμακραίνουμε τον δρόμο
Να μην φτάσει κανείς
Κανείς να μη μας βρεί ποτέ
Μονάχα η ποίηση

Johnny was here

Το ότι μάλλον θα πεθάνω οφείλει να με αφήνει αδιάφορο, μα το ότι θα ξεχαστώ από όλους με απασχολεί επαρκώς. Ήδη πολλοί φίλοι το έχουν, ασυναίσθητα, στη λίστα με τις υποχρεώσεις τους κι όσο για κείνη την πρώτη αγάπη καταδικάστηκε, δίχως την παραμικρή ενοχή, να ετοιμάσει το εγχειρίδιο της πλήρους αμνησίας για το άτομό μου. Ίσως έχει κιόλας πουλήσει μερικά αντίτυπα. Είναι το βλέμμα των περαστικών που ποτέ δεν καρφώνεται στη γη, είναι κι αυτή η βλακεία να προσπαθώ να τα έχω καλά με όλους. Όσον αφορά την μνημόνευσή σου είναι προτιμότερο να ποντάρεις σε αυτούς που πλήγωσες παρά σε αυτούς που σε συμπάθησαν. Η ησυχία είναι γνωστό πως εξαφανίζει τα πάντα. Μα ακόμη κι αν παραδεχτώ πως οποιαδήποτε δημιουργία πάει στο βρόντο, ο κόσμος εξάλλου έχει βαρεθεί προ πολλού να συμπάσχει μαζί με όλη αυτή την πολύπλοκη τέχνη του να ζεις, είναι αυτονόητο πως μια μεγαλειώδης καταστροφή εξίσου γρήγορα θα λειανθεί από το κλωθογύρισμα του χρόνου κι απλά θα παρατείνει για κάποιο απειροελάχιστο διάστημα την μνήμη μου. Δυστυχώς, δεν διαφαίνεται κάποια δυνατότητα διαφυγής από τη λήθη.

Κι αφού μάθαμε τόσα πολλά
Για το ψύχος, τους φράχτες και το φεγγάρι
Για το καθένα χωριστά μα και για όλα μαζί
Αναγκαστήκαμε, προκειμένου η γνώση αυτή να στεριώσει
Να πιστέψουμε πως κάποιος μας αγαπά
Ακριβώς όπως και μεις μπορούμε να τον αγαπήσουμε