Κωλοχανείο.
Η αθανασία είναι ένα κενό γράμμα.
Άντε βρες ποιος το ‘πε κι αυτό.

Εγώ είμαι πιο σημαντικός από μένα.

Κάθε τι που σπάει αναδημιουργεί τον χρόνο.
Η ποίηση μου διατηρεί το άλλοθι της απόστασής μας.
Ένα έτσι, φάε γιουβέτσι.

Προσπαθώ να σε αγαπώ αλλά δεν ξέρω αν υπάρχω.
Πάλι, τρεις μόλις μπύρες είναι πιο σημαντικές από μένα.

Φυσάει, αλλά δεν ξέρω πως προφέρεται.
Ρίξτε έναν ωκεανό στις στάχτες μου.
Χτίστε μια διώρυγα στην καρδιά μου.
Να περνάνε οι μέρες κι οι φίλοι δίχως θυμίαμα.

Μακάρια η βροχή του οινοπνεύματος.
Γιατί αυτή είναι η παραγκούπολη των ουρανών.

Μπλα, μπλα, μπλα, μου χεις λείψει, γαμημένα όλα.

 

Ο Γιώργος δεν ήταν ποτέ φίλος μου, με τον τρόπο που κάποιους ανθρώπους τους αγαπάς ακριβώς για αυτό, αλλά του οφείλω την εκκίνηση της ποιητικής μου καριέρας. Παίζαμε εκείνη την εποχή σε μια μπάντα μαζί κι αν δεν με εκτιμούσε ιδιαίτερα σαν τραγουδιστή, τουλάχιστον δεν πρέπει να με σεβόταν καθόλου σαν καλλιτεχνική προσωπικότητα εν γένει. Από κει κάπου του έφτασε κι η ατάκα πως επιβιώνω το ίδιο κοινότυπα με το στυλό που έγραφε τους στίχους του συγκροτήματος και το σώμα που κρατούσε το μικρόφωνο σε πλήρης θέα στα λάιβ μας. Ειδικά όταν κάτι τέτοιο λέγεται μετά από λίγες παραπάνω μπύρες μιας καθημερινής με δουλειά στην οικοδομή την επόμενη χρειάζεται μια απάντηση που δεν θα διστάσει να κόψει το αίμα στα δυο. Κυκλοφορούσα μέρες θυμάμαι μαζί της, μα ήρθε σιμά κοντά ένα απόγευμα μες στον κρύο Γενάρη της χρονιάς εκείνης, που αδημονούσε για γενναίες και ριψοκίνδυνες πράξεις. Έφτιαξα το μπλογκ κι ανέβασα μεμιάς ότι είχα έτοιμο σε κειμενογράφο. Τις επόμενες μέρες προστέθηκαν τα πρώτα της φρέσκιας μου ανάσας στα μούτρα του κι ας είχα καιρό να τον δω. Γρήγορα κατάλαβα πως βρήκα τον τρόπο να λέω σε όλους αυτό που θα ήταν καλύτερα να μην ξέρουν και ποτέ να μην μάθουν, γιατί είναι προτιμότερο να πεθαίνεις μόνος παρά να πεθαίνεις απλά. Έπειτα ήρθαν κι άλλα ψευδώνυμα με παρόμοιες ή αντίθετες διαστάσεις κι ένιωσα ζεστά, ικανός να συνεχίσω να σπέρνω, να σκαλίζω και να τρυγώ ένα δέντρο με καρπούς τα γνωστά μου ψέματα, τις απεγνωσμένες μου αλήθειες και ρίζες που απλώνονται ολοένα κι ως την φλέβα που σφυράει το βράδυ στην οθόνη, στο ίδιο γραφείο, με την ίδια καρέκλα, εδώ και χρόνια στο ίδιο φευγιό. Τις προάλλες τον συνάντησα και με ρωτούσε τι κάνω. Ότι πάντα, ρε φίλε, του απάντησα, κι αυτό πλέον αρκεί για ένα ακόμα κείμενο.