Το περίοπτο φάντασμα

Εκείνη τη στιγμή που ο Θεός γεννιέται για να υπηρετήσει τον θάνατό Του και τον δικό σου. Τη στιγμή που ο πόνος εξελίσσεται σε ανυπαρξία. Στο τσάκισμα των διαχωριστικών γραμμών ανάμεσα σε σένα και τα πράγματα, ή τις λέξεις, και την ενοποίηση των πάντων σε ένα στατικό, αιώνιο, ανόητο τίποτα. Ακόμα μπορείς να κινείσαι, να παρατηρείς τον κόσμο ή την γυναίκα σου στο κρεβάτι, να αισθάνεσαι, μα τώρα ξέρεις πως τίποτα από όλα αυτά δεν σε αποδεικνύει ως το άτομο που τα πράττει. Ακριβώς όπως το κομμάτι ενός παζλ, συνταιριάζεσαι στην μεγάλη εικόνα, αδυνατείς να αποκοπείς από αυτήν κι απλά μεταφέρεσαι από το ένα σημείο στο άλλο, παραμένοντας εσαεί τμήμα της. Η παρατεταμένη ασφυξία εξελίσσεται στο αντιφέγγισμα μιας κρυστάλλινης σιωπής. Τα δάχτυλά σου, τα μάτια σου, κάθε σκέψη ή συναίσθημα που είχες ποτέ, διαλύονται και σκορπίζονται υπό το ακράδαντο φως της. Σε λίγο δεν θα ‘χει απομείνει ο παραμικρός κόσμος από ότι συνήθιζες να αποκαλείς ζωή. Καμία ευχή ή κατάρα δεν θα απομείνει εδώ. Εδώ, μονάχα όπως πάντα και παντού το κενό που πλάθει τον χρόνο.

Advertisements

προοίμιο μανίας

Αν κρατούσε λίγο ακόμα
Αυτός ο χειμώνας
Θα αναγκαζόμουν να καυχηθώ
Πως απέμεινα μόνος.

Μα ήδη σήμερα 28 Φλεβάρη
Κανείς δεν φοβάται πια.

Αδιαφορία.
Καλή λέξη για να δελεάσεις έναν απαιτητικό αναγνώστη.
Ανοησία.
Τον έχεις ήδη καβατζώσει.
Ελλιπής.
Πάνω που αρχίζει να δυσθυμεί ξανά
Αίμα Αίμα Αίμα Αίμα
Κουφάλα νεκροθάφτη, όλοι μας θα πεθάνετε μια μέρα.

Ευτυχώς καμιά αλήθεια κι απόψε
Δεν είσαι εδώ
Ο κόσμος είναι ήδη νεκρός
Δεν νιώθω πείνα ή κούραση
Σύντομα θα κοιμηθώ
Τα τσιγάρα δεν μιλάνε
Τα ποιήματα έχουν ξεθωριάσει
Τα έπιπλα απλά στέκονται
Οι τοίχοι παραμένουν όρθιοι
Δεν είναι κανείς εδώ
Κανείς δεν θα μπορούσε να ναι εδώ
Όλα είναι τόσο ήρεμα
Ευτυχώς καμιά αλήθεια κι απόψε

Τα δέκα λεπτά γίναν είκοσι / μα;
Καθώς άλλαξε το τριπ / πω πω
Στην ανακωχή / χμ
Που θεσπίζει τη μοναξιά / .

Ίσως αυτό το έξτρα δεκάλεπτο
Χρησιμοποιηθεί
Σε κάποια άλλη αλήθεια
Μακριά κι απ’ τους δυο μας

Αυτή η πόλη με τα κλειστά τα μπούτια
και τον μπούτσο στην διαπασών
ξεκοκαλίζει αφηγήσεις εγκλημάτων
πάθους τις στουμπώνει στην κλειδαρότρυπα
να ζηλεύει ο γείτονας να βαράει μαλακία
με τις κόρες τις επιτήδειες αναρχικές
που γνωρίζουν πως καυλώνει ο τσολιάς
και πως σπαράζει ο φλώρος
Αυτή η πόλη με τα χνώτα του αρνιού
και τα αχαμνά του τράγου σερβιρισμένα
στα ιδιαίτερα των σοφιστών και
στα καμπαναριά που ξεσκίζουνε
δύση κι ανατολή κι ανατινάσουν
κομψευόμενους δημογέροντες να
μοιραστεί η χάρις να κιοτέψουν
οι ληστές κι όλοι οι αλλοπαρμένοι
Αυτή η πόλη με τους φρόνιμους
επαναστάτες που ξέρουν πως
να στηθεί ένα γκουλάγκ και πως
ότι δεν φτάνει η αλεπού του βάζει
φωτιά και καίγεται και καλησπέρα
σας πόσο απεχθάνομαι να έρχομαι
σε ρήξη μαζί σας Όλοι χαρούμενοι
με τις μωρουδίσιες φατσούλες τους
να στάζουν κοπριά και λάβδανο
σαν από πάντα έτοιμοι για μια
μεγαλειώδης παρτούζα κανονικό
λουτρό αίματος μαχαίρια πιστόλια
δηλώσεις επί δηλώσεων και δώστου
ένας μπιντές για το καλό της πόλης
Αυτή η πόλη είναι το χαζό μου πόδι
που έχει αρνηθεί να πατήσει καταγής
κι όλο σέρνεται και μου ζητά
με ένα μπαλτά να το ελευθερώσω.

οι ήσυχες μέρες

Οι ήσυχες μέρες δεν χαίρουν ιδιαίτερης φροντίδας. Οι νεκροί χαμογελάν κολακευμένοι και δεν διστάζεις να τους προσφωνήσεις με ένα όνομα τυχαίο.

Το πριν και το μετά αλοίφονται πάνω σε μια φέτα ψωμί. Ψίχουλα σκορπισμένα εδώ κι εκεί μαρτυράν πως δεν υπάρχει φόβος για την επιστροφή.

Οι ήσυχες μέρες ξέρουν καλά πως δεν έχεις πρόσωπο, παρά ένα τσαλακωμένο σεντόνι, απ’ άκρη σε άκρη του κρεβατιού, που υποδέχεται τους φίλους που ποτέ σου δεν είχες.

Ο κήπος μοιάζει ξένος, όπως και κάθε κήπος, το ίδιο και το σπίτι κι η μητέρα, μα ξέρεις πως το κουβάρι ξετυλίγεται μόνο σαν κυλήσει. Ακόμη κι ένα μωρό γνωρίζει πως να κρατήσει τα μάτια του κλειστά.

Οι ήσυχες μέρες δεν ξεδιαλύνουν το φώς. Σιγομουρμουρά η σφενδόνη μια κατακλυσμική ικεσία και τα δάχτυλά σου απλώνονται στη γη, ριζώνουν, καρπίζουν και επιστρέφουν στο στόμα της.

Απλώνεται η νύχτα, αρχαίο γνωμικό, κι όλοι μαθαίνουν τη γεύση της σοφίας.

Κρύβεται το χτένι στα χέρια του Θεού κι όλοι μαθητεύουν στ’ άστρα.

Οι ήσυχες μέρες δεν ομολογούνται στις λέξεις που καραδοκούν. Ανά πάσα στιγμή μια φαντασία παύει την γνώση.

 

Είμαι όσο πρέπει μικρός
Για να ζω μονάχος
Είμαι όσο πρέπει νεκρός
Για να ζω με πάθος

Το άδειο σου χέρι
Μου προσφέρει ότι θέλω
Το άδειο μου χέρι
Όλα όσα πιστεύω

Είμαι ένα έρημος τόπος
Μες στην πικρή μου καρδιά
Έτσι μπορώ να αγαπώ αληθινά

Είμαι όσο πρέπει χαζός
Για να μην κάνω λάθος
Είμαι όσο πρέπει τρελός
Για να ζω με κάλλος

μία στις χίλιες

 

Η ζωή μετά το Θεό οδηγεί την έφοδο των αφεντικών στο διάστημα,μια μορφή ταπείνωσης που αναζητά το κατάλληλο έγκλημα και τιμωρία, την περιούσια αμερικάνικη λήθη, στη χώρα του εδώ και του τώρα, ένα αστείο εξάλλου όπως όλες οι φωτιές η φωτιά, ο ακατανίκητος πόλεμος και πόλεμος, το ταξίδι στην άκρη της νύχτας, ο μονόδρομος, ο μόνολογκ, καθώς θα διασχίζεις ένα πρωινό τον κόσμο με τη μουσική των αγρών γύρω απ’ την ηλεκτρισμένη πόλη, παρανουαρικό, ασκήσεις ύφους, ανιδεογράμματα, γουρούνια στον άνεμο σαν νυχτερινές ικεσίες, η μητέρα του σκύλου θα λέγεται αυτή τη φορά τριστέσσα, άριελ, στο παρίσι, στο τέξας έχοντας μια καρδιά από ζάχαρη, ζώντας μια ξεχωριστή πραγματικότητα, όλα τα ποιήματα, τη σιωπή του ξερόχορτου, την απροκάλυπτη φάρσα, αυτά τα 32 βήματα ή αλλιώς ανταποκρίσεις από το σπίτι των πεθαμένων, μια αδιάρρηκτη εποχή στην κόλαση, ένα τρελόχαρτο που τραγουδά τα άσματα του Μαλντορόρ, επιτείνοντας την αναγκαστική ανάπαυση ενώ το άλλο μισό, confiteor, για μια πορεία να ξεφυλλίζει τη λέξη, ακριβώς όπως οι μέρες αφηγούνται τα άπαντα της ζωής με τις απαραίτητες οδηγίες χρήσεως.

 

 

Πατέρα, θα γίνω πατέρας.
Μητέρα, θα γίνεις μητέρα.
Όλη η αγάπη που έχουμε νιώσει
θα γίνει δική μας.
Το παρόν του μέλλοντός μας.
Το στόμα του στίχου,
το μάτι της λέξης,
τα πόδια του ποιήματος.
Ο κόσμος θα γεννηθεί ξανά.
Θα μεγαλώσει γύρω μας.
Για πρώτη φορά θα αντικρίσω τον εαυτό μου
με συμπάθεια και φόβο αληθινό.
Ότι κι αν είμαστε μωρό μου
θα γίνουμε ότι χρειαστεί
για να ζήσουμε.

καραμέλα

Τρέχω προς τα κει
Σωστή αριθμητική
Με καθοδηγεί

Κάθε νόημα
Συμπεριλαμβάνεται
Στο μέτρο του

Νικά ο κόσμος
Που δεν περικλείεται
Στα αίτια του

Γίνονται ένα
Η σιωπή κι η λέξη
Μες στην κραυγή

Το απόγευμα
Βουβοί άδειοι δρόμοι
Σε κατευθύνουν

Ο νόμος λαλεί
Το νυχτερινό πρωί
Το κυνηγητό

Το ποίημα, το ποίημα. Το ποίημα.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που μήτε να αρχίσω το μπορώ
Μα μήτε και να τελειώσω.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που είναι τόσο μα τόσο λευκό
Μα και συγχρόνως τόσο μαύρο.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που θέλει να πει το σ’ αγαπώ
Ολόιδιο με το σε μισώ.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που ζει μέσα του ο κόσμος
Μαζί με μένα ή χωρίς.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που είναι ο φίλος μου ο καλός
Κι ο αγαπημένος μου ο εχθρός.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που όλο να καταλάβω προσπαθώ
Αν ποτέ θα καταλάβω.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που χει τη δικιά σου την φωνή
Και το δικό μου όνομα.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που χει τη δικιά μου την φωνή
Και το δικό σου όνομα.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που δεν έχει φωνή καμιά
Και όνομα κανένα.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που αν και δεν είναι ποίημα
Τα καταφέρνει μια χαρά.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που κανείς μας δεν θα γράψει
Κι όλοι μαζί θα τραγουδήσουμε.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Που ολοένα φεύγει
Και έρχεται ξανά.

Με βαραίνει αυτό το ποίημα
Κι ίσως να φταίω εγώ
Που ακόμα πιστεύω σε αυτό.

επιλεγμένη εικόνα

Κάθε λέξη που γεννιέται σήμερα στον κόσμο αποτελεί μια παράφραση της ανικανότητάς μας να επινοήσουμε την λέξη αυτή. Τα στόματά μας εκκρίνουν το απαραίτητο δηλητήριο για την επιβίωσή μας.

Κάθε μήνα γεννιέται ένα νέο άστρο ακριβώς όπως χιλιάδες παιδιά μαθαίνουν γραφή και ανάγνωση.

Η φύση δεν γοητεύτηκε ποτέ από την ιδέα του παραδείσου. Μια μικρή βόλτα στο πάρκο αρκεί για να σε πείσει.

Δύστυχε Καρλ! Η πολιτική για τον πραγματικό κόσμο είναι ότι ο αυνανισμός για την σεξουαλική πράξη.

Επιμένω πως ο χρόνος επήλθε της παρουσίας μας.

Πριν χρόνια φαντάστηκα πως είμαι ο Χριστός. Πολύ σύντομα βεβαιώθηκα συναντώντας κι άλλους σαν εμένα.

Οφείλουμε, επιτέλους, ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Σάντσο Πάντσα. Με τη βοήθειά του η δυστυχία μας σιγουρεύεται.

Πρόσεξε όταν χαρίζεις σε ένα παιδί τον θάνατό σου. Ίσως δεν καταφέρει ποτέ του να ζήσει.