Από τους χίλιους ορισμούς της αγάπης
ο πιο συνηθισμένος
είναι αυτός που δεν ορίζεται.
Τουλάχιστον έτσι
παραμένουμε πιστοί
στην ατέλεια της συνείδησής μας.

όπως πατέρας και γιος

Συναντηθήκαμε ξανά όταν ο ένας είχε πάρει την θέση του άλλου. Εσύ κλειδωμένος σε ένα κρεβάτι δίχως φως να μαθαίνεις να κατουράς και να χέζεις κι εγώ μπροστά στον υπολογιστή να προσπαθώ να δώσω στον χρόνο μια αιτία ισάξια με τον καθένα μας. Αναφωνώντας κι οι δύο το ίδιο όνομα σιγουρευτήκαμε για την αποτυχία μας.

 

προσευχόλογα

Δεν μου μιλάς πια κι εγώ όλο συμφωνώ μαζί σου.
Ούτε μ’ ακούς πια παρόλο που κοιμάμαι.
Δεν με κοιτάς κι ας έχω τα μάτια κλειστά.
Δεν με τρως κι ας μην υπάρχω.
Στην τελική ούτε εσύ υπάρχεις και σε έχω Θεό.
Η αγάπη μας είναι μια κόλαση και το ξέρεις.

μεγάλη Πέμπτη

Photo-0061_056

Υπήρχε μια πραγματικά υπέροχη ιστορία έως ότου αυτή η πρόταση πάρει μπρος μα τώρα πρέπει να αρκεστούμε στην πιθανότητα οι δύο αυτές ιστορίες να συναντηθούν κάποια στιγμή μετά το πέρας της τελείας.

 

πέτρα, ψαλίδι, χαρτί

Αντί πέτρας, η όψιμη μακαριότητα της καθημερινής ανοησίας
Αντί ψαλιδιού, η επισύναψη της λήθης με την δημιουργία
Αντί χαρτιού, η επιμνημόσυνη δέηση του ονείρου
Πόσες φορές θα παίξουμε;
Όσες χρειαστεί μέχρι το παιχνίδι να σπάσει τους κανόνες
Πόσες φορές θα παίξουμε;
Όσες χρειαστεί μέχρι ο κανόνας να σπάσει το παιχνίδι
Πόσες φορές θα παίξουμε;
Όσες χρειαστεί μέχρι κανόνας και παιχνίδι να γίνουν ένα
Πόσες φορές θα παίξουμε;
Όσες χρειαστεί μέχρι παιχνίδι και κανόνας να γίνουν εγώ

Το μέλλον είναι η χειρότερη φυλακή

Το μέλλον είναι η χειρότερη φυλακή.
Αν είσαι άπορος, ερωτευμένος ή καταζητούμενος
το μέλλον θα σε στραγγίξει
μέχρι την τελευταία του στιγμή.
Το παρελθόν δεν μπορεί να σε βοηθήσει.
Απλά επιτείνει τον πόνο.
Αν μονάχα μπορούσες σε κάθε σου βήμα
να μένεις ακίνητος
σε κάθε σου ανάσα
να είσαι νεκρός
ίσως το μέλλον να σε έβλεπε σαν
ένα αστείο παιχνίδι.

Ποια σκέψη μπορεί να σε έχει Κυριακή μεσημέρι στο τραπεζάκι του ουζερί καθισμένο στην τελευταία συνοικία της πόλης για ώρες πίνοντας μπύρα ολομόναχος κοιτώντας την άδεια πλατεία με μόνη υπόκρουση τα περαστικά αυτοκίνητα την μέρα να γκριζάρει ολούθε μια παρέα εφήβων να γελάει και να φεύγει διαγώνια στο τοπίο το διπλανό τραπέζι να είναι ένας απελπισμένος γέρος κι έπειτα κανείς η πόλη να στέκεται ολόρθη κι αδιαπραγμάτευτη να μην θυμάσαι γιατί γύρισες ξανά και γιατί θα ξαναφύγεις αλλά να ξέρεις πως αυτή είναι η μόνη σου επιλογή σε ένα διαρκές πηγαινέλα που δίνει στην απόσταση που διανύεται το δικαίωμα να είναι η απάντηση σε κάθε ερώτηση όπως τι απέγινε η μαύρη πέτρα ξοπίσω σου αν τελικά την αντάλλαξες με την καρδιά σου ή με την θύμηση μιας καρδιάς που κάποτε περηφανευόσουν πως σου άνηκε αν η καρδιά αυτή θα επιστρέψει αν επιστρέψει εκείνη μια οποιαδήποτε γυναίκα που από πάντα αγαπούσες αν ζει εδώ στην εσχατιά της ιστορίας σου αν ζει αν ζούσε ποτέ αν είσαι έτοιμος να παραδεχτείς πως σύντομα όλα αυτά δεν θα έχουν καμία σημασία καθώς θα παραμείνεις σε αυτό το τραπέζι μέχρι το βράδυ κι αποκαμωμένος και τύφλα πια θα συρθείς ως το σπίτι και θα κοιμηθείς δίχως την παραμικρή ανάμνηση μιας ακόμα ημέρας.

 

Απαίσιες συνήθειες

Τι απαίσια συνήθεια να ξυπνάς κάθε πρωί κυνηγημένος από το όνειρο χιλιάδων ρολογιών, να σηκώνεσαι από το κρεβάτι και να βλέπεις πως ένα από αυτά, πιθανώς το πιο διαβολικό, έχει επιζήσει του ονείρου, να το ακούς να χτυπά καθώς πίνεις το γάλα, καθώς φοράς το παντελόνι και τα παπούτσια σου, να το ακούς να σέρνει τους δείκτες του όλο και πιο δεξιά, καθώς το ραδιόφωνο μουρμουρίζει τις ειδήσεις, καθώς καλημερίζεσαι με τους συναδέρφους, να συνειδητοποιείς πως όλοι τους έχουν από ένα και δύο ρολόγια, που όσο θόρυβο κι αν παράγουν, ασυντόνιστα όπως είναι και ακανόνιστα όπως απαγγέλουν την ώρα, εσύ να συνεχίζεις να διακρίνεις ένα μικρό κενό ανάμεσα στους χτύπους, να ελπίζεις πως αυτό αρκεί για να σταθείς όρθιος μέχρι το τέλος της μέρας, κι η μέρα να φτάνει στο τέλος της κι εσύ να είσαι ακόμη αρκετά δυνατός για να ρίξεις μια τελευταία ματιά στο ρολόι σου, την τελευταία πριν κλείσεις τα μάτια, κι ευχηθείς αύριο να συνεχίσετε να συνεργάζεστε το ίδιο καλά κι αμερόληπτα.

Τι απαίσια συνήθεια να περπατάς στην πολυσύχναστη οδό, να παρατηρείς τους ανθρώπους δίχως να τους βλέπεις, να αναγνωρίζεις ανάμεσά τους τον παιδικό σου φίλο, να τον πλησιάζεις, κι αυτός την ίδια στιγμή που ετοιμάζεσαι να τον καλησπερίσεις με ένα πλατύ χαμόγελο να μεταμορφώνεται σε έναν άγνωστο, με χαρακτηριστικά που θα αποθάρρυναν ακόμη και τον πιο γενναίο μεταξύ μας να του απευθύνει το λόγο δίχως προηγουμένως να είναι σίγουρος πως έχει κάτι ισάξιο με την φοβερή του θωριά για να του προσφέρει, να φοβάσαι, κυρίως ως ένδειξη μεταμέλειας, να ζητάς επαναλαμβανόμενα συγνώμη καθώς αυτός απομακρύνεται από κοντά σου με την απάθεια της μεγάλης δύναμης, να κοιτάς τα περίλυπα πρόσωπα τριγύρω σου να αποστρέφονται με αηδία, να τρέχεις να κρυφτείς σε κάποιο απόμερο στενό, κι από εκεί να γλύφεις τον δρόμο ως το σπίτι, να κλείνεις πίσω σου την πόρτα, να σηκώνεις το τηλέφωνο, να καλείς στο σπίτι του φίλου σου, να το σηκώνει ο ίδιος και να σου διαβεβαιώνει πως ουδέποτε γνώριζε κάποιον με το όνομά σου.

Τι απαίσια συνήθεια να εφευρίσκεις την αλήθεια μέσα σε μια τυχαία συστάδα λέξεων, να την επαναλαμβάνεις σε όλες τις πιθανές διατάξεις των λέξεων αυτών, να προσθέτεις που και που και το όνομα της αγαπημένης σου, να τις γράφεις στην οθόνη ενός υπολογιστή, να τις ανεβάζεις στον παγκόσμιο ιστό, να υπάρχουν άνθρωποι που συνηγορούν υπέρ της αλήθειας αυτής, να τους ευχαριστείς και ταυτόχρονα να τους λυπάσαι, για το πόσο εύκολα κατάφεραν να πειστούν κι ευθύς να μετανιώνεις για την μπαγαποντιά σου και να κάνεις τα πάντα για να τους αποδείξεις το αντίθετο, να τα καταφέρνεις, κι έπειτα όταν πια κι αυτοί κι η αλήθεια σε αποχαιρετούν πικραμένοι να παίρνεις τις λέξεις που χρησιμοποίησες και με αυτές, όσο φθαρμένες και γεμάτες τρύπες κι αν είναι, να φτιάχνεις την φυλακή που θα εκτίσεις την ποινή σου.

Η αγάπη είναι η μάσκα του φόβου

Βαθιά μες στον ύπνο των ανθρώπων που σ’ αγαπάν υπάρχει ένα μέρος όπου κάθε του ανάσα σμιλεύει τον δρόμο που σ’ οδηγεί στο πλάι τους. Σε εκείνο το μέρος που οι σιωπές του υφαίνουν τις μελωδίες του γέλιου σου και που τα χρώματά του σπέρνουν τα αστέρια που τα δυο σου μάτια θερίζουν, σε εκείνο το μέρος στέκεται πάντα μόνος του, κι απόμερα από την μεγάλη γιορτή στο όνομά σου, ένας πικρός και ανίατος φόβος πως αυτό μέρος δεν βρίσκεται εκεί αλλά μέσα σου.

 

 

Η φωνή που μου χάρισε αυτά τα ποιήματα
απόψε
καμιά δικαιοδοσία δεν έχει.
Μόνος μου γράφω
ότι σ’ αγαπώ.
Μόνος μου γράφω
ότι είμαι εδώ.
Κι αν θες το πιστεύεις.
Είμαι σίγουρος ότι μπορείς.

Λίγες, απλές λέξεις χωράνε πάντα τον κόσμο μας.
Είτε το θέλουμε είτε όχι.
Αλλοίμονο σ’ όσους πιστέψανε
πως δίχως αυτές θα είναι ελεύθεροι να φύγουν.

νέο πακέτο

Υπήρχε μια ιστορία με τον φίλο μου τον Θ. αλλά έπειτα δεν υπήρχε Θ. ούτε για δείγμα, οπότε η ιστορία έμεινε μόνη της να με κοιτά και να μου ζητά εξηγήσεις για το ότι ακόμα την θυμάμαι. Βασικά υπήρχαν πολλές ιστορίες με πολλούς περισσότερους από τον Θ. αλλά όπως συμβαίνει πάντοτε επέζησαν μονάχα αυτές που μες στην βδομάδα θα πάρουν κάνα τηλέφωνο για έναν καφέ που δεν υπάρχει χρόνος ή διάθεση να πραγματοποιηθεί. Για να μην είμαι άδικος αργοπεθαίνουν κι αυτές που συντηρούνται σε κάποια παλιά τηλεφωνική συσκευή και οι οποίες χρησιμοποιούνται σαν φιλί της ζωής όταν το παρασκευιάτικο μεθύσι υπερβαίνει την δοσολογία του οίκτου. Αναρωτιέμαι πόσα πράγματα θα μπορούσαν να χωρέσουν σε μια παράγραφο σαν αυτή αλλά το κάνω μόνο και μόνο για να φτάσω αισίως τις 129 λέξεις. Και να σκεφτεί κανείς πως ο εθισμός μου στην εξιστόρηση έχει παρέλθει της παρθενορραφής μου στον κόσμο αυτό. Αν δικαιούμουν να διαλέξω ένα όνομα λιγότερο τυχαίο από τις αναμνήσεις μου θα ήταν το Ο. Δεν είναι και λίγο να εκμυστηρεύεσαι σε κάποιον πως θα είσαι άρρωστος σε όλη σου την ζωή μόνο και μόνο γιατί οι κοινωνίες θα κατέρρεαν αν πίστευαν  το αντίθετο. Βάλε έπειτα και μια σκοπιά με το παρασύνθημα μοναξιά και έδεσε το γλυκό μου, να το φάμε στην γιορτή μου να πούμε όλοι χρόνια πολλά ας μας συγχωρέσει το όνειρο. Θα μπορούσα βέβαια να συντηρώ την πλήξη σε υγιή επίπεδα αλλά δεν προσπαθώ αρκετά. Η γυναίκα μου δεν παραπονιέται για αυτό όσο είναι παντρεμένη μαζί μου. Όταν χωρίζουμε το ίδιο γίνεται ο λόγος για να με ξαναγαπήσει. Αν έκανα αυτόματη διόρθωση θα έγραφε ξαναπατήσει. Αλλά με ποιον αφού όλοι όσοι είμαστε εδώ είμαι εγώ. Πόσο θλιβερό το γράψιμο όταν έχεις μόνο δύο χέρια και μία καρδιά.

Η ομορφιά δεν λέει ποτέ ψέματα. Γι’ αυτό και ποτέ δεν αναπαρίσταται. Δεν αποτελείται ποτέ από έστω και μια λιγότερη αίσθηση. Το έλλειμα που βιώνουμε απέναντι της, και πάνω στο οποίο βασίζουμε όλο μας τον πολιτισμό, αυτοτροφοδοτείται κι αυξάνεται στην κάθε παραμικρή κίνηση που επιχειρούμε προς την κατεύθυνσή της. Σε κάθε κεφάλι που δημιουργείται με αυτό τον σκοπό δύο άλλα κεφάλια χάνονται δια παντός. Ακριβώς στο σημείο που η αλήθεια σε ορίζει, μα δίχως αυτός ο ορισμός να είναι κάτι παραπάνω από μια φευγαλέα σκηνή μέσα σε χιλιάδες άλλες, μπορεί να υπάρξει μια όμορφη στιγμή, αποκλειστικά για όσους έχουν την ικανότητα να την αποδεχτούν ως τέτοια και ως τέτοια να την χάσουν για πάντα. Ήδη έχω καταστρέψει μια ακόμα ευκαιρία να πω την αλήθεια και να νιώσω όμορφα. Προφανώς αυτή είναι η κοινή μας μοίρα. Η εθελοτυφλία μας πάνω σε αυτή την θέση μας τοποθετεί τον έναν απέναντι στον άλλον ως δημιουργό και θεατή. Η ομορφιά προς πείσμα όλων μας συνεχίζει να αναπνέει στο ενδιάμεσο. Η ταύτιση των δύο ρόλων την εναποθέτει στο όνειρο της θέωσης. Εκεί που όλα επεμβαίνουν σωτήρια και αναπόφευκτα. Αυτή την μόνη συνθήκη του αναίτιου σκοπού κάθε πλάσης.

Κληρονομιά

Έχω βρίσει και χτυπήσει την μάνα μου σαν να ‘τανε σκυλί.
Το ίδιο και τον πατέρα μου. Ίσως αυτόν ακόμη χειρότερα.
Οπότε ο γιος μου δεν έχει τίποτα να φοβηθεί.
Η αγάπη μας είναι εγγυημένη.