Το μέλλον είναι μια αλαλάζουσα σιωπή

ενώ ένα παιδί ξημερώνει πάντα Σάββατο.

Χολιασμένη αποταμίευση εαρινών μανιφέστων.

Ένα κεφάλι για κάθε χέρι

ένα λουρί που τα κρεμάει στα σύρματα.

Μπαρούτι, φλεγμονή, οριζόντια θλίψη.

Χωράνε περισσότεροι στην λήθη από ότι στην sim.

Μαθαίνεις τα τεχνάσματα των ποντικιών.

Μαθαίνεις ακόμα να ξαγρυπνάς πλάι τους.

Μαθαίνεις να μισείς τις πόρτες που ανοιγοκλείνουν

κι όλους αυτούς που κουδουνίζουν κλειδιά

και σπέρνουν ψίχουλα βουτηγμένα στην κόλλα.

Θες να βγεις, μα ξέρεις πως είσαι ήδη έξω.

Πολύ μακριά από οποιαδήποτε φουρτούνα

να σου γδάρει το πρόσωπο, να σε ρίξει γυμνό

μες στην ανείπωτη ερημιά

να σου καρφώσει το μαχαίρι στην σπλήνα.

Καθόταν στη μέση της χωμάτινης αυλής με τα μάτια της καρφωμένα πάνω μου. Δύο μεγάλα πανάκριβα μάτια που με ικέτευαν να παραμείνω αληθινός. Την κοίταζα κι εγώ, κάπως κλεφτά από την ντροπή μου που υπέκυψα ξανά στο πρώτο φίδι που μου πρόσφερε μια δαγκωνιά από το απαγορευμένο μου μυαλό, καθώς απομακρυνόμουν χιλιόμετρα μακριά της, πέρα από τους τοίχους, μακριά, πέρα από τα υπόλοιπα ψυχάκια, τους γιατρούς, τις νοσοκόμες, τα λουριά και τα αχνιστά καζάνια με τους ύπνους, πέρα από τα φρεσκοπλυμένα προάστια, μακριά ως τη θάλασσα, σε κείνο το σημείο που πίστεψα πως κανένα όνειρο δεν στερεί από την πραγματικότητα το στέμμα και την βάναυση ομορφιά, στο ίδιο σημείο που λάθεψα, αγνοώντας πως τα όνειρα είναι πλάσματα δίχως λογική, ανεπηρέαστα από τις δυνάμεις που κρατάνε το αίμα στις φλέβες μας ή την αγάπη στα όρια της κατανόησής μας και πως αν τους δοθεί η ευκαιρία αυτό που πραγματικά είναι προορισμένα να κάνουν είναι να μετατρέψουν κάθε ανάσα που θα τους δώσεις, κάθε παραμικρό ίχνος της ζωής που θα τους χαρίσεις, στο όνειρο κάποιου άλλου, ενός άγνωστου και κτηνώδους ξένου που σε ονειρεύεται ακριβώς όπως και συ τον εαυτό σου. Την κοιτούσα και προσπαθούσα με ότι είχα πιστευτό να θυμηθώ πως η αγάπη της για μένα είναι η αλήθεια όσων Θεών μπορούν να υπάρξουν.

Για να τρυπήσεις τον πάτο του βαρελιού πάει να πει πως έχεις κάτσει πολύ καιρό εκεί μέσα και πως κανένας άλλος τρόπος διαφυγής δεν είναι δυνατός. Για να έχεις καθίσει πολύ καιρό μέσα στο βαρέλι σου πάει να πει πως το ήθελες, όπως όλοι μάλλον θέλουμε ένα υγρό ανήλιαγο μέρος για να σαπίσουμε. Για να θες να μπεις μες στο βαρέλι πάει να πει πως το βαρέλι σου προσφέρθηκε ως επιλογή που ήσουν έτοιμος να αποδεχθείς. Το ότι το βαρέλι σου προσφέρθηκε ως δελεαστική επιλογή σε αντίθεση ας πούμε με μια μπανιέρα ή με ένα μπαλκόνι με θέα στο Αιγαίο πάει να πει πως αυτό που πραγματικά επιθυμείς είναι να κρυφτείς. Με αυτά τα δεδομένα μπορεί να έχεις κάνει μια εξαιρετική επιλογή αν εξαιρέσουμε την πιθανότητα το βαρέλι να είναι απλά μια φαντασίωση που σε βοηθάει να κρατάς τα μάτια σου κλειστά.

Καθώς η μέρα τελειώνει μετράς τις ώρες που θα ήθελες να κοιμηθείς, τις αφαιρείς από όσες μπορείς να κοιμηθείς, πολλαπλασιάζεις το αποτέλεσμα με όσα στραβά κι ανάποδα σου  συνέβησαν μόλις σήμερα, και για τα οποία αισθάνεσαι ανίκανος να αντιδράσεις, και βρίσκεις σε πόσους ανθρώπους, αύριο πάλι, πρέπει να προσπαθήσεις να φερθείς ευγενικά και με σεβασμό, ίσως και με ένα ελάχιστο αλλά όχι μηδαμινό ποσοστό αλληλεγγύης,  προκειμένου να πείσεις τον εαυτό σου πως δεν είσαι ένα εκτρεφόμενο ζώο.  

«Πρέπει να γυρίσουμε πριν να είναι αργά», είπαν σύσσωμα τα γράμματα των ανθρώπινων γλωσσών, που προσπαθούσαν να χωρέσουν την γνώση μιας ολόκληρης ζωής σε κείνη την στιγμή που ήταν όλο κι όλο το μερίδιο τους. Γρήγορα και δίχως ιδιαίτερη φαντασία σχημάτισαν λέξεις, ακατάληπτες και βουβές, σπρώχνοντας το ένα το άλλο, πολλές φορές με τόση φούρια που ξένα μεταξύ τους αλφάβητα μπλέκονταν σε κτηνώδεις ακροβασίες απαράμιλλης παραφροσύνης και με ένα μικρό σάλτο πήδηξαν μέσα στην αριθμογραμμή.

Η μάνα στάθηκε στην άκρη του κρεβατιού γαλήνια και γυμνή από κάθε ιστορία που την συνέδεε μαζί μου. Μια απλή γυναίκα, γύρω στα πενήντα, με εμφανή τα σημάδια της κούρασης από όσα αναγκάστηκε να οικειοποιηθεί προκειμένου να τα εξουδετερώσει. Από πίσω της απλώνονταν τα κειμήλια όλων αυτών των ανόητων πολέμων, δίνοντας στους τοίχους του φτωχικού δωματίου μια αίσθηση πράου ηλιοβασιλέματος. Στο πρόσωπό της δεν υπήρχε το γνώριμο ίχνος της αγωνίας που της αντικατόπτριζα τόσα χρόνια ως το κυρίαρχο διακύβευμα των μαχών. Έδωσε στον χώρο μια ακόμα πνοή ειλικρίνειας κοιτάζοντάς με όλο κατανόηση και προσμονή και μου είπε, «Θα είμαι εδώ για πάντα». Παρέμεινα ξαπλωμένος κι ακίνητος, νιώθοντας την τρέλα μου να μετουσιώνεται σε μαγεία, προσπαθώντας να την ευχαριστήσω κρατώντας τα μάτια μου ανοιχτά μέχρι εκεί που αλήθευαν. Παρέμεινα σιωπηλός καθώς αυτή σηκώθηκε απαλά και βγήκε από το δωμάτιο, αφού πλέον ήμουν βέβαιος πως δεν υπήρχε καμία ανάγκη να βιαστώ να πω όσα ακόμη δεν γνώριζα. Μόλις είχε δημιουργηθεί ο χρόνος για όλα όσα έπρεπε να ειπωθούν και να γίνουν.

Για χρόνια υπήρξα ο χειρότερος πελάτης της νύχτας. Κρατούσα

το σπίρτο στο στόμα μου και δεν ανέπνεα παρά μονάχα αν το

κρύο γινότανε ποινή. Στο κομοδίνο δίπλα στο γαλάζιο κρεβάτι

μια λάμπα φθορίου και μια προσευχή μάχονταν για την επιβίωσή

μας, φτύνοντας με στο πρόσωπο όποτε πήγαινα να λιποθυμήσω.

Μέχρι και η κιθάρα μου προσποιούνταν το τέλειο έγκλημα με μένα

να τραγουδάω το περίγραμμά μου στους τοίχους κι έπειτα να

προσπαθώ να ταιριάξω στο χειροκρότημα που έφτανε από μακριά.

Το να τσιγάρο άναβε το άλλο κι όλα μαζί πλέναν το πρόσωπό μου

στην ανενδοίαστη λιτανεία της απουσίας σας. Τόσος πόνος

ελεύθερος από ιστορία και τιμή ξημέρωνε το αύριο σε κείνη

την ανόητη επανάληψη ενός στίχου παντελώς άσχετου με όλα αυτά.

Το όνομά μου θα αποδειχθεί λάθος.

Όπως και κάθε όνομα με την δικιά μας ιστορία.

Πρόσεχε! Αν κάποτε με χρειαστείς

δεν έχεις παρά να προφέρεις

τη λέξη που κρατάς στο στόμα σου

εκείνη μόλις τη στιγμή

μα με κάθε ένα πικρό της γράμμα λιγότερο.

Άπλωνε το αριστερό του χέρι και καθάριζε το παρμπρίζ από την υγρασία ενώ με το δεξί κρατούσε το τιμόνι. Το λεπτό του λιπόσαρκο χέρι σε αντίθεση με τα γινωμένα μπράτσα των άλλων αντρών μου έδινε την αίσθηση πως δεν απέχουμε τόσο πολύ ούτε σε ηλικία ούτε σε ρόλους. Ήξερα εξάλλου πως ο χρόνος είχε κατά κάποιο τρόπο σταματήσει για αυτόν από πολύ παλιότερα. Το καθημερινό πετρωμένο του πρόσωπο το μαρτυρούσε σε κάθε ευκαιρία. Το αμάξι ξεχώριζε, με τα φωτεινά του κίτρινα και μαύρα γράμματα πάνω στο λευκό αμάξωμα, με την επωνυμία μας σε κάθε του πλευρά και τα βαριά σίδερα που εξείχαν από την καρότσα. Στο μπάσκετ δεν ήμουνα ποτέ καλός, αν και ψηλός και γεροδεμένος, ήμουν πάντα πολύ άγαρμπος. Σχεδόν αδυνατούσα να κατανοήσω την ακολουθία των κινήσεων που απαιτούνταν για να κατέβεις το γήπεδο, να κάνεις το lay up ή να σουτάρεις με πιθανότητα να χτυπήσεις την μπασκέτα. Έπαιρνα rebound κι έκανα φάουλ όταν μου το ζητούσαν. Με περίμενε κάθε Παρασκευή στο απέναντι δρομάκι για να με κατεβάσει σπίτι. Το έκανε αποκλειστικά για να δηλώσει την παρουσία του, για να με κάνει να καταλάβω πως αυτό ήταν μια υποχρέωση που του ανήκει και την αναλαμβάνει. Κλείνοντας την πόρτα του αμαξιού, φεύγοντας από την προπόνηση, ελάχιστες φορές με ρωτούσε αν όλα ήταν καλά μιας και ο ίδιος ήξερε πως δεν θα ακούσει την απάντηση. Με στενοχωρούσε όποτε το έκανε αυτό. Άλλοτε απαντούσα από την κάψα ακόμα του παιχνιδιού κι άλλοτε απλά μουρμούριζα κάτι ακατάληπτο. Τις περισσότερες φορές απλά ξεκινούσαμε βουβοί για το σπίτι. Στον δρόμο η πόλη ακόμα υπόσχονταν κάτι αόριστο. Ένιωθα ήδη πως αυτή η κούρσα θα είναι ότι πιο κοντινό μπορούμε να έχουμε οι δυο μας εκείνα τα χρόνια. Η θλίψη μου ανακατεύονταν με την θέλησή μου να τον αποδεχτώ. Θυμάμαι ακόμα πως στο μικρό ασανσέρ της πολυκατοικίας απέφευγε να με κοιτάξει. Εγώ ανυπομονούσα να μπω στο σπίτι και να ακούσω τις φωνές της μητέρας και της αδερφής.

«Δεν είδα τίποτα, από σεβασμό και μόνο στην θνητότητά μας. Ακόμα ελπίζω πως αυτό δεν θα αλλάξει», είπε με την βαθιά φωνή του, την απαλή και ονειροπόλα. Χτύπησε το παιδί χαϊδευτικά στον ώμο. Από μακριά ακούγονταν το κοφτό λαχάνιασμα των μηχανών.