Μια υπερπιθανή θεώρηση του «ένα έτσι» από ένα φίλο της σελίδας

Το «ένα έτσι» είναι ένας ποιητικός μηχανισμός. Αποτελείτε από ένα σταθερό μεταλλικό στέλεχος, που λειτουργεί ως βάση και από τον κύριο μηχανισμό του, που προσομοιάζει με κιάλι. Αυτή τουλάχιστον ήταν η αρχική του μορφή. Η λειτουργία του είναι να υποβάλει κάτι απλό (υλικό ή άυλο) σε ακτινοβολία που εκπέμπει από τον κύριο μηχανισμό του και στη συνέχεια να το μετατρέπει σε κάτι σύνθετο. Αν είχαμε, λόχου χάρη, ένα δισδιάστατο αντικείμενο, ο ποιητικός μηχανισμός «ένα έτσι» θα το απεικόνιζε ως ν-διάστατο κύβο (υπερκύβο). Το υποκείμενο που χειρίζεται τον μηχανισμό, σύμφωνα με υποθέσεις, λειτουργεί κάπως έτσι: γράφει κάποιες σκέψεις του, ακολούθως τις υποβάλει στην ακτινοβολία του μηχανισμού. Οι νέες, σύνθετες πια, σκέψεις, με την μορφή ποιημάτων, αναρτώνται στο διαδίκτυο. Δεν είναι όλες οι αναρτήσεις (ίσως πάνω από χίλιες) επεξεργασμένες από τον μηχανισμό αυτόν, αλλά δεν δύναται να εξακριβωθεί ο ποιοτικός και ποσοτικός τους διαχωρισμός.

Η αλήθεια είναι, ότι αν και σήμερα, χρησιμοποιείται ως ποιητικός μηχανισμός, το «ένα έτσι» κατασκευάστηκε για άλλους λόγους, σε άλλα μέρη. Συγκεκριμένα, στο σύμπαν μιας παράλληλης διάστασης του δικού μας σύμπαντος, μια ομάδα όντων, θα μπορούσαμε να πούμε, τηρώντας τις αναλογίες, μια ομάδα φοιτητών, κατασκεύασε έναν μηχανισμό για να κάνει λίγο πιο σύνθετη τη ζωή τους. Η ζωή στο κόσμο που διέμεναν τα όντα, είχε εξελιχθεί τεχνολογικά, ξεπερνώντας αισίως το σημείο της αυτοκαταστροφής ενός τεχνολογικά αναπτυγμένου πολιτισμού, σε τέτοιο βαθμό, όπου δεν υπήρχαν πια προβλήματα. Η συνέπεια ήταν ότι η ζωή είχε γίνει πολύ απλή. Τα πράγματα ήταν αφόρητα απλά. Και αυτό για κάποιους έπρεπε απλά να αλλάξει. Κάποιοι έπρεπε να αντιδράσουν. Χωρίς, ωστόσο, να σημαίνει πως αυτό ήταν κάτι το απλό. Έτσι, η εναντίωση στην επιβαλλόμενη απλότητα, ξεκινούσε από την διαπίστωση πως το να αντισταθείς δεν ήταν κάτι απλό. Αυτή ήταν μια πρώτη -αν και απλή- νίκη του κινήματος κατά της απλότητας. Η πιο ριζοσπαστική πτέρυγα του κινήματος κατά της απλότητας αποφάσισε να κατασκευαστεί ένας μηχανισμός ως όπλο που θα έκανε τα απλά πράγματα σύνθετα. Όμως, με την ολοκλήρωση της κατασκευής, ο μηχανισμός, απλά εξαφανίστηκε. Οι αγωνιζόμενοι κατασκευαστές έμειναν να κοιτάνε απλά το κενό.

Τι είχε συμβεί; Ο μηχανισμός, υπερφορτώθηκε από την αυξημένη ροή πολλαπλών ερεθισμάτων απλότητας και για να μην αυτοκαταστραφεί, διέρρηξε το χωροχρονικό συνεχές και μεταφέρθηκε σε ένα πολυσύνθετο κόσμο. Ο εν λόγω κόσμος, είναι τόσο σύνθετος, που ένας απλός βραστήρας λειτουργεί αξιοποιώντας τη σκοτεινή ενέργεια, τα παιδιά νανουρίζονται με πιθανές εκδοχές ενοποιημένων θεωριών, ενώ μια κλασική φοβία είναι ο φόβος του υποατομικού κενού. Δυστυχώς, όμως, η κατασκευή του δε μπορούσε να διακρίνει το ύψος της σύνθεσης και έτσι άρχισε να αναλύει σε πιο σύνθετο τον ήδη πολυσύνθετο κόσμο στον όποιο είχε μεταφερθεί. Η  καμπύλωση και το σπάσιμο του χωροχρονικού συνεχούς -για άλλη μια φορά- ήταν αναμενόμενη. Μετά από ένα μεγάλο διαδιαστατικό ταξίδι διάρκειας πολλών νανοσεκόντ, μεταφέρθηκε στη Γη -ένα απλό οινοποτείον λίγο πιο κάτω από την Αχαρνών και Χέυδεν. Το υποκείμενο το συνέλλεξε κρυφά και το ήπιε. Να σημειώσουμε πως ο μηχανισμός, λόγω των αλλεπάλληλων χωροχρονικών μετατοπίσεων, είχε συρρικνωθεί και είχε γίνει μικρό σαν μια φακή. Το υποκείμενο δεν άντεξε την αλλόκοτη μικρο-γεύση του και το απέβαλλε (ξέρασε) σε ένα πεζοδρόμιο. Με τα χρόνια η βροχή μετέφερε το «ένα έτσι» σε  μια πλατεία με σκιές. Εκεί, ίσως όχι τυχαία, αντάμωσε πάλι με το υποκείμενο. Εκείνο το κανάκευσε για να το αρπάξει ύπουλα και να το ενσωματώσει μέσα στο μάτι του. Το «ένα έτσι» είναι πλέον το βλέμμα του υποκειμένου. Το εφαρμόζει, όμως, μόνο για την κατασκευή ποιημάτων.

Τι θα συμβεί, αν το υποκείμενο, στρέψει το βλέμμα του και σε άλλα πράγματα;

Τι θα συμβεί, αναρωτιούνται όλοι, αν το υποκείμενο στρέψει το βλέμμα του στον ίδιο του τον εαυτό. 

Αλίμονο, λεμέ εμείς, αν το στρέψει προς την ίδια την ανθρωπότητα. Αν ήδη δεν το έχει κάνει…

Ήταν η τελευταία μέρα κάμποσων καλοκαιριών. Μάης μήνας με μακριά λυτά μαλλιά να φιδορμάνε στον ανοιχτό ουρανό της κούρσας που μας έβγαζε ολόισια από την κατουρημένη πόλη στο παραθαλάσσιο χωριό. Ένας, δύο, τρεις, τέσσερις και ΄γω, από κολλητοί μέχρι άγνωστοι πήραμε το δρομάκι για την παραλία πίσω από το βουνό. Δεν ξέρω πως έκατσε μα σε όλη την αφήγηση φοράω ένα ζευγάρι γυαλιών ηλίου με μωβ φακό που προσδίδουν στις σκηνές το απαιτούμενο ρεσάλτο προς την ανυπαρξία. Με μια πετσέτα, τα τσιγάρα του κι ένα νερό ο καθένας μας αδειάσαμε στην μέση της παραλίας με καμιά διακοσαριά έρημα μέτρα να μας χωρίζουν από τα τέλη της. Δοθήκαμε μεμιάς στα ευγενικά σαγόνια του ήλιου και την οριζόντια βροχή που ριχνόταν σε ύψη δύο μέτρων μέχρι τις πατούσες μας.

Photo finish: Ο ένας πνίγονταν κι ο άλλος προσπαθούσε να τον σώσει, ο άλλος κουκουλωμένος με την πετσέτα του προσπαθούσε να τιθασεύει ένα τσιγάρο από τον άνεμο που το σκόρπαγε πριν γίνει τσιγάρο, ο άλλος τον έπαιζε με πλάτη σε δώδεκα ή και περισσότερες γυναίκες που είχαν έρθει πριν λίγη ώρα δίπλα μας και πλατσούριζαν γυμνές κι ευτυχισμένες, ω, μα τα θεία ολόλευκα κορμιά τους, ενώ τις κλεφτοκοιτούσε τρελαμένος κι εγώ πηγαινοερχόμουν στην παραλία γύρω γύρω από ένα σημείο που δεν ήξερα αν υπάρχει ή αν είναι ένας τρόπος για να αποδεχτώ την προέλαση του φθινοπώρου.

Στον δρόμο της επιστροφής όλοι γελούσαμε με τα μεγαλύτερα στοματά μας και κανακεύαμε την ηλιθιότητά μας να σηκωθούμε και να φύγουμε από την παραλία μες στο καταμεσήμερο μόνο και μόνο για να γυρίσουμε πίσω σε ένα εφηβικό δωμάτιο για το απόγευμα κι ίσως μετά ουζερί. Το αμάξι έπαιζε συνέχεια ένα χιτάκι της εποχής που λέγοταν lucky girl και μίλαγε για χωρισμό ή κάτι τέτοιο. Όλα αναποδογύρισαν κι όλα βρήκαν την θέση τους ξανά το ίδιο εύκολα όπως πάντα.

Όλοι είναι μόνοι τους.

Με κείνη τη σκέψη πως θα γίνουν κάποιος άλλος.

Κάποιος που δεν θα έχει ανάγκη αυτόν που είναι.

Όποια κι αν είναι η απάντηση η ερώτηση είναι πάντα η ίδια.

Μπορεί πλέον να μην γυρνάμε γύρω γύρω από τον εαυτό μας

μες στα στενά σαλόνια της ενηλικίωσής μας

Σίγουρα βρήκαμε πιο έξυπνους τρόπους για να ζαλιζόμαστε

αλλά αυτό το αίσθημα της ναυτίας δεν λέει να φύγει πια

Το στομάχι πάντα δεμένο στο θαλασσοδαρμένο ναυάγιο

Καθώς βουλιάζει και βουλιάζει και χάνεται

Κατά πάσα πιθανότητα θα καταφέρω να μετρήσω

Μέχρι το χίλιες χιλιάδες

Και θα ναι κάμποσες φορές δύο

Κι άλλες τόσες φορές τρεις

Και μια τελευταία φορά χίλιες χιλιάδες

Μα θέλω να ξέρεις

Πως κλήρωσε κάθε μία από αυτές

Με ένα χαμόγελο και μία πίκρα

Μια τρύπια ομπρέλα στην ξαστεριά

Αρκετή πληρωμή για χίλιες χιλιάδες κι άλλη μία

Φορά που θα σου πω το σ’ αγαπώ

Ξέρεις τώρα, σαν να έχει συμβεί από πάντα

Απλά να το ξέρεις ήμαστε εμείς

Χίλιες χιλιάδες φορές το ίδιο ξανά και ξανά

Άλλο ένα βράδυ που απορώ τι δουλειά έχω εγώ μες σε αυτή την πρόταση. Άλλο ένα βράδυ που ελπίζω η επόμενη πρόταση να δώσει μια απάντηση σε αυτό ή σε οποιοδήποτε ερώτημα ικανό να με βγάλει σε μια παράγραφο, τουλάχιστον. Μικροί σβόλοι ψωμιού πεταμένοι σε έναν τυχαίο δρόμο πολύ μακριά από το σπίτι που έζησα κι ακόμη μακρύτερα από οποιοδήποτε σπίτι θα έκανα δικό μου. Απλά, η σιωπή μιας δίχως νόημα κίνησης. Η αδιάκοπη επανάληψή της σε τρομοκρατεί και σε γαληνεύει ταυτόχρονα, υποβαθμίζοντας τον λόγο σου σε προσευχή και ανυψώνοντας τον στην άναρθρη κραυγή ενός θηρίου που κατασπαράζει τον εαυτό του. Έπειτα, αρχίζεις να διακρίνεις μια εποχή εκεί που ο χρόνος τελειώνει. Είναι ο τόπος που τα πουλιά τσιμπολογάν την καρδιά σου και πλέκουν φωλιές με ότι ξεβράζει η λήθη σου. Περίμενα πολύ καιρό για μια διάψευση των όσων ορκίστηκα, μα δεν απομένει παρά να πω ψέματα ξανά.

Σε αυτή την πόλη δεν περπάτησα ποτέ.

Σύρθηκα, γονάτισα και έπεσα νεκρός.

Η πόλη ήταν πάντα καλή μαζί μου.

Μα τώρα μου λέει, σήκω και ζήσε.

Προστάτευσε τον εαυτό σου από τους άλλους.

Ο θάνατός σου με προσβάλλει, μου λέει.

Η πόλη έχει πλέον για τα καλά τρελαθεί.

Ξεχνάει πως η πτώση μας είναι η κοινή μας μοίρα.

Έκανα τόσο καιρό να ανακτήσω τον ήχο του ονόματός μου
όταν προφέρεται ή τον τρόπο που γράφεται
ή το βλέμμα που φέρνει στα πρόσωπα των φίλων μου
όταν με προσφωνούν και λογαριάζουν πως θα απαντήσω
που πλέον δεν έχει την παραμικρή σημασία
όταν το όνομα αυτό είναι απλά κάτι που αιωρείται
δίχως σκοπό ή νόημα ή πιο απλά κάτι που πέφτει
όπως η νυχτερινή βροχή πάνω στα φύλλα των δέντρων.

Μου λέει, να βγεις στην τηλεόραση να δείξεις το τέρας και να πεις, να! κυρίες και κύριοι, να το τέρας που ζει ανάμεσά μας, αυτό το βδελυρό συνονθύλευμα νοσηρότητας και αμαρτίας που κατασπαράζει τις αθώες ψυχές παιδιών σαν και μένα, που τις καταπίνει αμάσητες και τις κρατά μήνες και χρόνια φυλακισμένες μες στο σαπιόχολο στομάχι του, μακριά από τον δρόμο τον καλό και την αγάπη των στοργικών τους μανάδων, κλπ., κλπ., ξέρεις εσύ, μου λέει. Τον κοίταζα μες στα μικρά του ταλαιπωρημένα από την υπέρμετρη χλιδή μάτια, κοίταζα το φρεσκοξυρισμένο πάντα πρόσωπό του, την δεμένη για σεμινάριο δεσίματος γραβάτα του, το ακριβό του ρολόι, τα ογκώδη επιστημονικά βιβλία που τον περιστοίχιζαν, το τακτοποιημένο γραφείο του με όλα τα λογής συμπράγκαλα που αρμόζουν σε έναν μέντορα της ψυχής, ως και τα αναμνηστικά από τα ταξίδια του στο εξωτερικό, Παρίσι, Λονδίνο, Νέα Υόρκη, αραδιασμένα στο περβάζι του μεγάλου παραθύρου που έβλεπε σε έναν ακάλυπτο με φοίνικες και προσπαθούσα να σκεφτώ αν είμαι ήδη στην τηλεόραση κι αν αυτό είναι ένα παγκόσμιας εμβέλειας σόου που τρέχει μόνο και μόνο για να δει όλος ο πλανήτης πως απορεί ένας άνθρωπος σαν και μένα όταν του προτείνουν να τον ταΐσουν με την ίδια του την καρδιά και καθώς η τηλεθέαση χτυπάει κόκκινο αν τελικά θα την φάει κι αν είναι τόσο μεγάλος παίχτης που διατίθεται να αφήσει και έναν τυχερό από το κοινό, έναν αδερφό στην απελπισία, μια μάνα που ξέρει πως το κουτάλι κόβει περισσότερο από το πιρούνι, ένα οποιονδήποτε που επιθυμεί να σώσει την νύχτα από το φεγγάρι, να πάρει μια μικρή μπουκίτσα. Αυτό που λέτε δεν γίνεται, του είπα. Δεν υπάρχει περίπτωση. Με παρακάλεσε κάνα δυο φορές ακόμα και αφού κατάλαβε πως δεν ήμουν το πρόθυμο θηρίο του φημισμένου τσίρκου του και πως αν ποτέ πήδαγα μέσα από το φλεγόμενο στεφάνι μάλλον θα έπαιρνα φωτιά και θα χανόμουν, πριν το πολυπόθητο χειροκρότημα αποθεώσει και τους δυο μας, μου είπε πως  χρόνος μας τελείωσε. Άκουσα το παρασύνθημα με ανακούφιση. Άφησα στο τραπέζι τα 100 ευρώ του εισιτηρίου της παράστασης και ξεκουμπίστηκα από κει.

Οι γλάροι γελούσαν δυνατά όμοια με κείνη την φλέβα γυαλιού που σπάει. Όποτε γυρνούσα το βλέμμα μου προς τον ουρανό μοιάζανε με σταυρωμένες κατάρες μα δεν μπορούσα να τους δω. Καθόμουν στα βράχια, πότε βαθιά μες στις λουφαξιές τους πότε στην άκρη τους κοιτώντας ίσια στο νερό που έβραζε από κάτω. Ήμουν εκεί από το πρωί και είχε πάει ήδη μεσημέρι. Είχα φύγει από το κέντρο χαράματα ψάχνοντας ένα μέρος που θα υπάκουε στον αγώνα του μυαλού μου να σταματήσει τις ακροβασίες και τις τολμηρές επιδείξεις με τα σαρκοβόρα στόματα της τρέλας. Οδηγούσα ώρες μέχρι εκείνη την παραθαλάσσια γωνιά στην άκρη της πόλης. Ό ήλιος συντρόφευε την απόγνωσή μου από το μενεξεδί σπαρτάρισμα μέχρι και το αυτοκτόνο λευκό κι οι γλάροι δεν σταματούσαν να γελούν, καθώς γοητευμένοι μαζεύονταν κοπάδια ολόκληρα σαν λιγωμένοι κλέφτες με το μάτι καρφωμένο στο πολύτιμο απομεινάρι του νου μου. Για ώρες υπήρχα εγώ, τα ζοφερά χαχανητά τους κι η θάλασσα ως πέρα ως το τελείωμα κάθε ιστορίας ενός νέου που κίνησε στην περιπέτεια με μόνο του όπλο μια ψυχή που χωράει όλη την φρίκη των αστείων που συγκολλούν την πραγματικότητα πάνω στα μάτια και στα χέρια του καθενός μας. Έπειτα από ώρα, δίχως απόφαση και τόλμη, σηκώθηκα από κει κι έβαλα μπροστά την μηχανή μέχρι το σπίτι της. Με περίμενε με δάκρυα και γέλια. Με τρόμαξε αμέσως το μάτι στο στόμα της και το στόμα στα δυο της μάτια, όπως μπλέκονταν τα δόντια με τα βλέφαρα, που κλείστηκα στο κρεβάτι με πόνο βαθύ. Το κρεβάτι πήρε να τρέμει και να κρέμεται πάνω από την κόλαση όπως η προσευχή του ετοιμοθάνατου και δεν ήξερα αν πρέπει και εγώ να πέσω μαζί με αυτό μέχρι το τέλος του κόσμου. Από κείνη την στιγμή ξεκινάει μια πολύ περίεργη ιστορία που δεν έχει έρθει η ώρα ακόμη να συμβεί.

Για άλλη μια μέρα ο κόσμος διαιρέθηκε με το ένα
και αποδείχτηκε ξανά πως μια τέτοια πράξη έχει νόημα
μονάχα ως απόδειξη πως μια τέτοια πράξη είναι δυνατή.

Για άλλη μια μέρα ο κόσμος πολλαπλασιάστηκε με το ένα
και αποδείχτηκε ξανά πως μια τέτοια πράξη έχει νόημα
μονάχα ως απόδειξη πως μια τέτοια πράξη είναι δυνατή.

Για άλλη μια μέρα ο κόσμος, όπου κι αν βρίσκεται, έμεινε ο ίδιος
και αποδείχτηκε ξανά πως ένας τέτοιος κόσμος έχει νόημα
μονάχα ως απόδειξη πως ένας τέτοιος κόσμος πράγματι υπάρχει.

Ήταν ένα διάστημα στη Γη που τα αστέρια ήταν πιο κοντά απ’ το περίπτερο μα αυτό δεν είχε την παραμικρή σημασία καθώς αυτό που χρειαζόσουν ήταν πάντα λίγο περισσότερο καπνό και όχι ανέξοδα γαλαξιακά ταξίδια.