Η φιλία είναι ο σκοπός αυτής της πλάσης. Η φιλία και τα φιλιά. Το ένα άστρο προβάλλεται μες στο άλλο άστρο, κατευθύνοντας το σκοτάδι στο άπειρο μεσοδιάστημα. Ακριβώς επειδή όλα δε ξεκίνησαν ποτέ και ποτέ δεν θα σταματήσουν να συμβαίνουν. Είναι ο χρόνος η επινόηση μιας ακόμα ευκαιρίας εναγκαλισμού. Είναι το παράθυρο απ’ όπου πηδάμε με αφέλεια στην αιωνιότητα του έρωτα μας. Σιγοντάρουν οι φωνές μας την έκρυθμη απαγγελία χιλιάδων ηφαιστείων, τροπικών καταιγίδων, σεισμών, ευλογιών και κατάρων, αναρίθμητων ευχών, παύσεων και μακρόσυρτων κραυγών, σε ένα σύμπαν που γονατίζει και προσεύχεται να εκμηδενιστεί υπό το φως ενός κεριού, μιας ακόμη υπόσχεσης αδελφοσύνης όλων των στοιχείων, των επιτεύξεων που συνταιριάζουν όλη την αγάπη. Όπως γνωρίζω ήδη, πως θα σε συναντήσω αργά το απόγευμα, στο χωμάτινο δρομάκι δίπλα στη λίμνη, θα υψώνεις ένα φύλλο στον άνεμο, θα χαμογελάς, θα με κοιτάς να πλησιάζω, να εξαφανίζομαι για πάντα κι ευθύς να βρίσκομαι μαζί σου για πάντα, πάνω απ’ τις κορυφές των  δέντρων, στους βυθούς μιας σταγόνας βροχής, στην καρδιά ενός σκύλου. Το παιδί που οι δυο μας είμαστε κι όλοι μαζί αυτό το παιδί, το παιδί αυτό που έδειξε τον ήλιο με το απλωμένο του χέρι, η αθανασία των αιώνων των αιώνων.


Advertisements

μάλιστα


Αποφορά ξινίλας συνόδευε πάντα τον μικρό Σπύρο, υπενθυμίζοντας την άνυδρη καρδιά του σε όποιον τύχαινε να πλησιάσει, ενώ το αριστερό του μάτι καιροφυλακτούσε μονίμως με αγωνία, καρφωμένο άνωθεν. Εκεί του έλεγε η μαμά του πως ζει η μοναδική ευκαιρία κατανόησης αυτού που είναι. Ο κοφτός κι ασύμμετρος συλλαβισμός του τρέναρε τις λέξεις πάνω σε ράγες που κύκλωναν τη γη κι ήταν μόνο ένα αφράτο, γκρίζο σύννεφο καπνού το προμήνυμα ότι το παιδί βρίσκεται καθοδόν. Εξάλλου το όνειρο του εκδηλωνόταν κάθε φορά και σε ένα διαφορετικό τόπο και χρόνο. Τη μια ήταν αρχαιοκαπηλία στην Υεμένη, την άλλη ένα μαφιόζικο χτύπημα σε στενά σοκάκια ενός μεταπολεμικού Βερολίνου. Κανείς δεν τόλμησε να υποδείξει στο παιδί έναν οποιονδήποτε τρόπο να μετρά τις τρύπες στις παλάμες του κι έτσι ποτέ δεν κατάφερε να ξεδιψάσει. Η δίψα αυτή μετά από χρόνια κατέληξε στην επίγνωση του απόλυτου φόβου για το μέλλον της ανθρωπότητας.


άστρων περιπλάνηση


Δεν πείστηκες ποτέ, κακόμοιρε, ότι ο χρόνος σταματά ενίοτε κι αναγκαστικά μεταμορφώθηκες σε άνθρωπο. Κατέβαλλες το μαρτύριο ως το επακριβές αντίτιμο της φρίκης να λέγεσαι άνθρωπος, μα να που επιτέλους πια ο κόσμος ξεμακραίνει απ’ την ιδέα του ανθρώπου. Να που η μια μεταβολή διαδέχεται την άλλη κι ας μετονομάζεται κάθε μια τους άνθρωπος. Να που όλα κατασταλάζουν στο να μείνεις για πάντα άνθρωπος. Είσαι τόσο μόνος πια, εγκλωβισμένος να κοιτάς κατάματα, ξανά και ξανά, τον άνθρωπο και μόνο αυτόν. Ο θεός δεν είναι άλλος από την αυτολύπηση σου καημένε, καθώς τώρα ξέρεις, πολύ καλά, ποιος είναι ο άνθρωπος. Γνωρίζεις πως το τέρμα του ταξιδιού σου είναι ο άνθρωπος που ήδη είσαι κι απλά ελπίζεις πως κάποτε κάποιος άλλος ή κάτι άλλο, μες σε μια υπέρλαμπρη αυγή, θα σε αποχαιρετήσει για πάντα, δίχως τον παραμικρό οίκτο.


στη γυναίκα μου


Η μοναξιά μου για σένα διπλώνει το χρόνο
ξανά και ξανά
ωσότου σταθεί στην άκρη της γλώσσας μου.
Αγνάντι παρατίθενται τα αποσπάσματα ενός
οποιουδήποτε λόγου ήσουν εδώ.
Οι λευκοί τοίχοι αφυπνίζουν τις αποστάσεις
από χιλιάδες απύθμενα τώρα
στο φιλί της εισόδου σου.
Ο ήχος ενός και μόνο κλειδιού συνταιριάζει ολόκληρη την πόλη.
Καμία εξίσωση δεν σώζεται, δεν γλιτώνει
το θείο σύστημα της εκκόλαψης μας
στην απουσία μας.
Απλά διευρύνω τα μάτια σε αυτό κι αυτό σε κοιτά.
Ένας ενδότερος κόσμος πληθαίνει με ιώδης ταχύτητα για να
αφανιστεί μεμιάς και η παραμικρή επιλογή
προϋπόθεση ενός σάλτου
σε ότι απομένει εκεί δίχως εσένα.
Ενέχω τη σίγουρη καρδιά της μίας σάρκας.


 

ήταν ένα ποίημα με μεγάλα αυτιά

                                                                       Στο Μουτσουνάκι


Το καλό κακό ποίημα.
Αγάπη και σκατά.
Το κακό καλό ποίημα.
Σκατά και νερό.
Το ικανό ποίημα.
Μόνο νερό.
Το ανίκανο ποίημα.
Μόνο σκατά.
Το δικό μου ποίημα.
Το δικό σου ποίημα.
Το δικό του ποίημα.
Το δικό της ποίημα.
Επιστροφή μετά τις διαφημίσεις.



Τελειώνει ο χώρος στο τασάκι, στο δωμάτιο, στη πόλη. Τελειώνει ο χορός στην ανάσα, στα μάτια, στη λέξη. Μα γιατί να είναι τόσο εύκολο να ζεις; Γέμισε ο ουρανός καθρέπτες. Η γη είναι θρύψαλο χρόνου. Η τελευταία ατάκα ενός αστείου. Αν μπορούσα να γίνω η έξοδος κινδύνου και συνάμα ο σεισμός, η πυρκαγιά, η πείνα, ο φόβος. Το τρελό παιδί αρνείται να καταπιεί το μαχαίρι. Το μαχαίρι αρνείται να καταπιεί το φιλί. Είναι ένα μεγάλο μπλέξιμο. Είναι η παράλυση. Το άγαλμα λιώνει μέσα στο στόμα μας. Ο μίτος κάθε κοπέλας περιτυλίγει το μυστήριο. Καμία έκπληξη παρόλα αυτά. Καμία σύγκρουση. Ένα φρόνημα για κάθε σωτηρία. Ένας χριστός για κάθε αλλάχ. Ένα νόμισμα που δεν βρήκα στην τσέπη μου για να σώσω την μαγεμένη πολιτεία κι έτσι την πήραν ξανά τα κύματα για άλλα 100 χρόνια. Υπηρετώ με πάθος την συγνώμη που ποτέ δεν θα σας ζητήσω. Μαύρες κάπες στροβιλίζονται στα άδεια πάρκινγκ. Κάθε πλαστική σακούλα είναι ένα ξωτικό. Η μητέρα μου δεν γνωρίζει την απουσία μου από το σημερινό μάθημα. Η απουσία μου δεν γνωρίζει την μητέρα. Κατάλευκο το βιβλίο προσαρμόζεται στη στιγμή. Ελπίζω να δυσφήμησα ξανά τα ιστολόγια και κάθε αυτοκατάραστο ποιητή. Ελπίζω σε μια διακοπή ρεύματος. Ελπίζω στους ωκεανούς. Ελπίζω σε κάποιον άλλο από σένα και μένα. Τον ξέρεις;

I’m looking forward to forget about it all soon.


The end is near, have sex ή πόσο βαρέθηκα την μοιρολατρία


Σε χούφτωσα στο ραντεβού της νύχτας με τη μέρα
Μια ζεστή Απριλιάτικη Δευτέρα
Τα ρούχα ήταν λίγα, τα όνειρα πολλά
Κι οι δύο νιώθαμε καλά.
Που η καύλα θα κρατήσει και το γλέντι θα αρχίσει
Τσάμπα δεν ήτανε ο πούτσος μου σε στύση
Η αγωνιά μου, ο πόθος, η λαχτάρα
Μια μικρή ενδότερη αντάρα.
Που άκουσε ο κώλος σου και σύρθηκε ως εδώ
Κι από τότε δεν είμαι πλέον μοναχός
Και τα γέλια μας κρατάνε κι οι υποσχέσεις δε μετράνε
Και αυτοί που αγαπάνε βλέπεις εύκολα σκιρτάνε
Και μπορούν να σταθούν μέσα στο χρόνο
Κι από καύλα να μοιράζονται τον πόνο
Βλέπεις το σώμα το δικό τους φωτίζει εκεί ψηλά
Κι έτσι όλα πάνε καλά.

Άκου μωρό μου, για όλους έχει ο καυλός
Κι ίσως ο δικός σου κώλος να ναι κάπου εκεί στο φως
Άκου μωρό μου, για όλους έχει ο καυλός
Και σε γουστάρω ειδικώς


 


Δε γίνονται όλα ποιήματα. Δε μπορούν να γίνουν και δεν πρέπει.

Οι αυτοπυρπολούμενες γέφυρες, το κενό ενδιαίτημα, η ερμηνεία του σκοταδιού, η αυτιστική ετερότητα, το χρόνιο άσθμα, τα λεφτά σου, τα λεφτά μου, κάθε λογής προπαγάνδα, η σαβανώδης ευγένεια, η σύγχυση, η τρέλα που δεν αγαπιέται, το φρόνιμο φως, οι μπάτσοι σε κάθε γωνιά του ματιού σου, ο κλητήρας στο χέρι σου, η πρέζα, τα όπλα, οι κούκλες, το κουμπί της ετυμηγορίας, η αυτόκλητη τιμωρία, το ψέμα που δεν κατανοείται, η αλήθεια που δεν συγχωρείται, ο φθόνος, τα άδεια μας χέρια να παριστάνουν τη γιορτή, η λοιδορία, τα χιόνια που λιώνουν, το χλωμό πρόσωπο του μεσημεριού κι άλλα πολλά..

Υπάρχουν λέξεις που δεν πρέπει να γραφτούν.

Προσπαθώ σκληρά να μη τις γράψω.


 


Ω, εποχή πυρίμαχη
ανατέλλεις στην παράκρουση των φθόγγων
εσύ είσαι η ελπίδα να σωθούν
οι άμοιροι ποιητές μας.
Στο κρόταλο τους εισχωρείς
το ολόμαυρο, καθάριο στίγμα
παύοντας το άδοξο αίμα, το πικρό
επάνω στο μαχαίρι.
Κάθε ένα γράμμα τώρα πια
έχει να αποφασίσει
χωρίς κανένα υπαινιγμό
το φίλο και τον αδελφό
τη σημασία της φρίκης.
Είμαστε εμείς, ανάθεμα
ο αναγιγνώσκων τρόμος
εκείνο το άδηλο, ισχνό
τρεμούλιασμα του χρόνου.


 


Είναι εύκολο και συνάμα ευχάριστο να γράφεις όταν μπορείς έστω να υποθέσεις σε ποιον απευθύνεσαι. Αντιθέτως, όταν λείπει η ιδέα του συνομιλητή είναι το ίδιο με το να μιλάς και να γράφεις στον εαυτό σου. Οι αυτισμοί είναι αναπόφευκτοι, η αναβίωση των μυστικών ευνοείται, η τυχαιότητα των λέξεων παρασύρει καθώς δεν υπάρχει η βαρυτική δύναμη εκείνου του σώματος που θα σε κατευθύνει αν μη τι άλλο ως προς την καθετότητα του δικού σου σώματος. Είσαι ένας απεριόριστος χώρος, κενός και συμπαγές, που αδημονεί πρωταρχικά, ακόμα, να οριστεί ως χώρος. Γνωρίζεις πολύ καλά ότι αυτό είναι ανέφικτο μα ποτέ δεν γλιτώνεις από την ελπίδα αυτή. Ποτέ δεν θα μπορέσεις να περιορίσεις το όνομα σου στα γράμματα που το αποτελούν κι αυτό συνεπάγεται την ακατάσχετη ορμή και σύγχυση όλων όσων ανώφελα προσπαθείς να συνταιριάξεις σε μια σελίδα σαν αυτή και όλων όσων ποτέ δεν θα καταφέρεις να αρθρώσεις σε μια σελίδα σαν αυτή, καθώς η σελίδα αυτή σου είναι από πάντα γνωστή. Δεν έχει κάτι να σου προσφέρει αφού η προσφορά είναι, εξ ορισμού, μια πράξη που απαιτεί τη γέννηση ενός γεγονότος ή μιας ιδέας. Εσύ απλά και τυχάρπαστα, επαναλαμβάνεις υπό μορφή λέξεων και εκφράσεων, την εντύπωση ενός μέρους του εαυτού σου ως κάτι που κάλλιστα θες να επιθυμείς, ξεχνώντας εσκεμμένα πως και η επιθυμία είναι μια πράξη που απαιτεί μια ερωτική διάθεση κι όχι μια στυγνή, βασανιστική, ψυχαναγκαστική χειρονομία. Ιδιωτεύεις με μια καταστρεπτική ιδιοτέλεια. Σύντομα θα καταλήξεις στην φαντασίωση. Θα αναγκαστείς να σημάνεις το τέλος αυτού του διαλόγου ή χειρότερα την απαρχή ενός επεισοδίου ψύχωσης και φθόνου γι’ αυτό που ποτέ δεν μπορείς να είσαι. Αυτό που ποτέ δεν θα γράψεις, εν τέλει, είναι το πολυτιμότερο σου γραπτό. Αν μη τι άλλο η πιθανότητα να συμβεί κάτι που θα ανατρέψει όλα τα παραπάνω είναι προς το παρόν ακόμα δυνατή. Μονάχα που κάθε σου λέξη την συρρικνώνει. Κάθε σου έκφραση επιβεβαιώνει αυτό που είσαι προορισμένος να είσαι. Δεν υπάρχει διαφυγή. Κανείς ποτέ δεν θα σβήσει όλες αυτές τις χαρακιές απ’ τα μπράτσα σου. Κανείς ποτέ δεν θα κοιτάξει τα μάτια σου για να δει την αντανάκλαση του. Κανείς ποτέ δεν θα μάθει ποιος είναι γνωρίζοντας εσένα. Όταν είσαι τόσο μόνος είναι προτιμότερο να μην γλιτώσεις ποτέ.


για μια νέα φυσική ερμηνεία των προσήμων


Ο φίλος του φίλου μου κατά κανόνα είναι εχθρός. Δηλαδή (+ ).(+) = (-)
Ο φίλος του εχθρού μου είναι ένας άγνωστος. Δηλαδή (+).(-) = Χ
Ο εχθρός του φίλου μου κάλλιστα είναι φίλος. Δηλαδή (-).(+) = (+)
Ο εχθρός του εχθρού μου είναι σίγουρα ο Θεός. Δηλαδή (-).(-) = 0


 


Η ποίηση που μας έχει ασκηθεί είναι πέραν της φύσεως μας. Υπεράνω αυτής της πραγματικότητας. Για χάρη της εκλείπουν τα σημαντικότερα γεγονότα. Το ιριδίζων μπλε της χρώμα σιγοντάρει απαλά το νανούρισμα της μαμάς εξουσίας. Κατορθώνει να ψαλιδίσει με απαράμιλλή μαεστρία το ασύμμετρο στην κάθε αλφάβητο. Επινοεί την πόρτα της θριαμβευτικής επανεισόδου στο φλεγόμενο κτίριο. Επιχορηγεί το ανέξοδο. Μια ματιά στους καταλόγους της ασφάλειας αρκεί για να πειστείς. Ασφαλίζει κραυγές και χάδια στα κενά της διαστήματα. Χωρατεύει δικαστές και ενόρκους μήπως κι αλαφρύνει την ποινή μας. Καταλύει τη δυνατότητα να συμβεί η ζωή. Μας καμουφλάρει για το πεδίο της μάχης με λέξεις που ποτέ δεν ποθήσαμε.  Με άγνωστα χρώματα, ενός κόσμου που δεν είναι δικός μας, προσπαθεί να μας πείσει πως η κατανόηση δεν περνά από το στομάχι. Πως αρκεί μια παλινωδία για να αποκτήσουμε την απαραίτητη τυφλότητα. Σφίγγει τα δόντια και καταπίνει κάθε περίσσια σιωπή. Μας εκπαιδεύει στη λατρεία του ανομολόγητου. Εκεί που το πρόσωπο και το ρήμα ταυτοποιούνται με το επίθετο. Και τούμπαλιν. Ένας σχολαστικός συνήγορος του αδιόρατου. Αυτός που μας καθυποτάσει στην αέναη εφεύρεση της αλήθειας. Η ποίηση μου μας έχει ασκηθεί είναι πέραν πάσης φύσεως. Γενικά, σκατά.