Κάθε μέρα μένω στο σπίτι και κρατάω την πόρτα κλειστή.
Ευτυχώς, δεν χρειάζεται να κάνω το ίδιο με τα παράθυρα.
Από αυτά πάντοτε επιστρέφω.

Ένα για τη μπάρα

Περνώντας με πορτοκαλί

(στο ένα έτσι)

Μια πανδημία μόνο από μια προηγούμενη μπορεί να σε σώσει. Είναι σαν να σκοτώνεις το hangover σου αποφασίζοντας να πιεις ξανά. Μόνο που εδώ έχεις την επιλογή ή έτσι νομίζεις. Η θέση πως όταν ένα κακό σε έχει ήδη βρει οτιδήποτε άλλο θα σε αφήσει ανέγγιχτο απορρίπτεται και μόνο ως ουτοπική μπορεί κάποιος να την χαρακτηρίσει.

Όταν θα βρεθούμε στο δρόμο σίγουρα θα ξαναγελάσουμε κοιτώντας ο ένας τον άλλο κατάφατσα. Θα έχει μείνει κάτι άλλο εκεί έξω που να αξίζει; Έστω μια μπάρα που να χρεώνει φθηνά;

Ο λόγος για να αποδεχτείς οποιαδήποτε πρόσκληση ή πρόκληση είναι ο ίδιος για τον οποίο μπορείς να την απορρίψεις, εφόσον έχεις αναγνωρίσει στο πρόσωπό σου το μεγαλείο του αδιεξόδου που σου χαρίστηκε.

Δείτε την αρχική δημοσίευση

Απ’ το μπαλκόνι υπάρχει ένα διάστημα
που αναγνωρίζει το πρόσωπό σου σε κάθε του επιστροφή.
Αυτό το ποίημα μέθυσε πιο γρήγορα από την σιωπή σου.
Είναι τότε που το σύννεφο προδίδει τις επιφάνειες
κι η όλη η ανακατανομή πάει στράφι.
Θα χρειαστώ ένα καινούριο εσώρουχο.
Γυρνάς το παράθυρο σε λα μείζονα, ανασαίνεις την ορθογραφία κεφαλαίων.
Στο πορτοφόλι μου έχω κάτι ψιλά.
Φτάνω μα δεν περιμένω παραπάνω από ότι έφυγα.
Χρησιμοποιώ το ίδιο ρεύμα δεκαετίες.
Υπομονή και πλησμονή κι ένα φεγγάρι απόσταγμα.
Χρυσά αντικλείδια ταξιδεύουν τον ποταμό.
Άναψε η απόστασή σου.
Το ψέμα στην χαραυγή του είναι ο λόγος που ζω.
Πιο εκλεκτικό απ’ την θλίψη μου.

Η μουσική είναι το καλύτερο πράγμα που συνέβη ποτέ στην ανθρωπότητα. Και τα κόμικς. Κι η πίτσα. Και η μπύρα. Και το ουίσκι. Κι η γυναίκα που αγαπώ. Και το διαδίκτυο. Και η λογοτεχνία. Κι η ποίηση. Και ο κειμενογράφος. Μόλις έσβησα τις πολυκατοικίες. Αν και με τις παρούσες συνθήκες θα μπορούσαν να γίνουν ο ύμνος της νεωτερικότητας. Και το τζάκι. Και η θέρμανση γενικά. Και το τηλέφωνο. Κι η σοφία του σκοταδιού. Κι η μέριμνα του φωτός. Κι η μνήμη. Ναι κυρίως αυτή. Όταν οι ιστορίες μοιάζουν να επαναλαμβάνονται αρκεί μια σπιθαμή από δαύτη για να νιώσεις κάτι πιο παλιό από τον εαυτό σου. Κι οι παντόφλες.

Μήτσο, σ’ αγαπώ και μου λείπεις.
Βασίλη, σ’ αγαπώ και μου λείπεις.
Φόρη, σ΄ αγαπώ και μου λείπεις.
Νίκο, σ’ αγαπώ και μου λείπεις.
Θανάση, σ’ αγαπώ και είμαι σίγουρος πως μου λείπεις.
Θέλετε να βρεθούμε να παίξουμε φτυσιές;

Οι μέρες συναγωνίζονται τις νύχτες σε οράματα. Μια ανθρώπινη φιγούρα βγαίνει στο πιο μακρινό μπαλκόνι του ορίζοντα, στέκεται κι αγναντεύει δίπλα στην σημαία που κλώθει ο αέρας και ξαναχάνεται πίσω απ’ τον τοίχο. Ένα περιστέρι στέκει για ώρες πάνω στον στύλο μιας τηλεοπτικής κεραίας, ακούνητο κι ασμίλευτο από το περιβάλλον, αναγκάζοντας τα σύννεφα να κατεβούν πιο χαμηλά για να το κρύψουν. Το δάσος κρατά την αναπνοή του, στοιχειώνοντας το τοπίο σαν σύμβολο που κρούει την σιωπή. Κι έπειτα το σκοτάδι, βραδυκίνητο και σαφές, υπερτερεί του ονείρου και συνεργεί στην πιθανότητα όλα αυτά να συμβούν ξανά και ξανά, με τον ίδιο αλλότριο τρόπο, μέχρι να πειστείς πως και συ δεν είσαι παρά ένα όραμα καταμεσής της φρίκης.

Είμαστε μόνοι μας. Η ανθρωπότητα διάλεξε να κρυφτεί κάτω από το χαλί. Ή μέσα σε μια σακούλα σκουπιδιών. Εξάλλου για κει προορίζονταν. Τυχαίοι άνθρωποι συνομιλούν μεταξύ τους με την βοήθεια συσκευών. Κανείς δεν ξέρει τον άλλο κι ούτε νοιάζεται. Είναι απλά η πρόφαση για να συνεχίζουμε να βουρτσίζουμε τα δόντια μας. Είμαστε άγνωστοι μέσα σε άγνωστες πόλεις και άγνωστα διαμερίσματα. Δεν γνωρίζουμε πως βρεθήκαμε εδώ μα και να το ξέραμε δεν θα άλλαζε κάτι. Ψάχνουμε για ίχνη κίνησης στα απέναντι μπαλκόνια εξασκώντας τα μάτια μας στην απουσία αυτής. Σε αυτό το κρυφτό κανείς δεν έχει αναρωτηθεί ποιος τα φυλάει. Ίσως να μην έχει πια σημασία. Αρκεί να μην μας βρει. Όταν καταφέρει να τελειώσει το μέτρημα. Είμαστε οι τελευταίοι ενός είδους που έχει ήδη εξαφανιστεί. Είμαστε το φάντασμα που αδημονεί να κλείσει την πόρτα. Να την διπλοκλειδώσει και να πάψει με την σειρά του να υπάρχει, αφήνοντας τον δρόμο ελεύθερο για το επόμενο κορόιδο. Είμαστε ελεύθεροι να πεθάνουμε με τον ένα και μοναδικό τρόπο που έχουμε να ζήσουμε. Λέγοντας ψέματα ο ένας στον άλλον πως είμαστε ζωντανοί. Χτυπώντας λίγα πλήκτρα πάνω στις άδειες ώρες, ικανά να υπερασπίσουν αυτό το ψέμα έναντι οποιασδήποτε ενναλακτικής.

 

Δεν ήρθε η Κυριακή.
Απέμεινε στα μισά της βδομάδας
να κοιτά από τον καναπέ την εξώπορτα.

Δεν ήρθε η Κυριακή.
Κάποιοι λεν πως δεν υπήρξε ποτέ.
Μα εγώ θυμάμαι την αλμυρή της δίψα.

Όλα μοιάζουν το ίδιο ασάλευτα με χτες.

Δεν ήρθε η Κυριακή.
Ήταν αναμενόμενο πως θα κάποτε θα συνέβαινε κι αυτό.
Τόσο μα τόσο προβλέψιμο από μέρους της.

ο χρόνος είναι μια ιστορία που δεν μπορεί να ειπωθεί

Όλοι το ξέρουν πως ο χρόνος έχει δύο πρόσωπα. Ένα το δικό σου και ένα με αυτό που θα πεθάνεις. Κανείς όμως δεν θέλει να πιστέψει πως καλύτερα είναι να φυλάς ένα τουλάχιστον από τα δύο για όταν ο χρόνος θα σε επισκεφτεί. Οι περισσότεροι σπαταλούνε πότε το ένα και πότε το άλλο, πότε και τα δύο μαζί, σε κάθε ευκαιρία, όπως με μια ακόμα φωτογραφία στο δίκτυο ή κατά την διάρκεια μιας κραυγής θυμού στα μούτρα ενός αγνώστου που διέσχισε τον δρόμο ενώ η προτεραιότητα ήταν δικιά τους, αγνοώντας πως το πρόσωπο αυτό, που τόσο ανέξοδα σπατάλησαν, θα ήταν η μία και μοναδική τους ελπίδα για να χαρίσουν στον χρόνο την υπόστασή του και στους εαυτούς τους την αιώνια έξοδο από αυτόν. Κανείς πραγματικά δεν νοιάζεται να αναλάβει υπεύθυνα τους όρους αυτού του παιχνιδιού. Σάμπως και ο χρόνος είναι κάνα παιδαρέλι που μόλις το αγριοκοιτάξεις θα φύγει κλαίγοντας παίρνοντας μαζί του κάθε πιθανή και απίθανη ιστορία σου βαθιά μέσα στο δάσος της λήθης, εκεί όπου το φτωχικό του σπιτικό καίγεται κάθε στιγμή και αναδημιουργείται.  Το μόνο που ο χρόνος μας ζήτησε ποτέ ήταν μία και μόνο εικόνα μας αποκλειστικά δική του και εμείς του το αρνούμαστε. Από την πρώτη και ισόβια εικόνα του προσώπου μας που αφήνουμε να διαρρεύσει σε κάθε στιγμιότυπο της πλάσης, λες και είναι απαραίτητο ο κόσμος να χτιστεί πάνω σε αυτό το παλίμψηστο αλλήθωρων ματιών και ξεδοντιάρικων χαμόγελων, έως και την τελευταία μας εικόνα, του παγερού και ακράδαντου μηδέν που μας περιλούζει, καθείς από μας υπεισέρχεται οικειοθελώς στην δικαιοδοσία της αιωνιότητας, αυτού του μόνου και απεχθέστερου αντιπάλου του γλυκού μας και καλοπροαίρετου χρόνου.  Όσοι από σας μπορείτε ακόμα να διαισθανθείτε το τι σημαίνει να είσαι όσο το δυνατόν μακρύτερα από την αγκάλη αυτού του βυζανιάρικου γερομαθουσάλα καλό θα ήταν να ακολουθήσετε προσεκτικά τα χνάρια του δικού σας, μοναδικού προσώπου σαν κλέφτης που παραφυλά την λεία του στο σκοτάδι. Πλησιάστε επιφυλακτικά και προς Θεού Χρόνου και πάσας Στιγμής αλλάξτε θέση, σαν δύο άνθρωποι που είναι όμως ένας, ή χτυπήστε πισώπλατα με όλη σας την δύναμη και με κλειστά τα μάτια κάντε αυτό το πρόσωπο να αφανιστεί μια για πάντα από μπροστά σας.

Είναι μία ακόμα
ερώτηση κι άλλη μια στις
χιλιάδες που προηγούνται μέσα
στο μικρό δωμάτιο που
σφραγίζουν την
είσοδο στην
μία και
μοναδική
απάντηση που
ζητάς. Έτσι μονάχα
μπορείς να συνεχίσεις
να είσαι μόνος.

Οι πρώτες οκτώ μέρες σε τροχιά κι ο πλανήτης εξακολουθεί να μοιάζει αδιάφορος σαν σφαίρα. Λαμβάνω το σήμα του το ίδιο ψυχαναγκαστικά όπως κι όταν υπάκουα στον κύκλο της ημέρας και των εποχών του. Χαζεύοντάς τον από τα φινιστρίνια, κυρίως όταν βρίσκεται στο φως, μου φαίνεται αδιανόητο πως κατοικείται ακόμα. Φτάνω στο σημείο να απορώ αν οι φίλοι μου, οι γονείς μου, ακόμη κι η γυναίκα μου, ζουν εκεί κάτω, τρώνε, αναπνέουν κι είναι πραγματικά όντα ενός εξίσου πραγματικού κόσμου από τον οποίο κι εγώ ο ίδιος προέρχομαι. Μου φαίνεται πιο πιθανό να βρίσκομαι εδώ από πάντα, μόνος, απέναντι σε ένα εξίσου έρημο και αφιλόξενο μέρος όπως αυτό. Όταν γυρνάω μέσα στη νύχτα του, η φωταψία που αναβλύζει στα εδάφη του μου υπενθυμίζει τα ονόματα και τις λέξεις που με συνδέουν μαζί του, καθώς και τον σκοπό της ύπαρξής μου στην μεταξύ μας απόσταση. Μα ακόμα και με την επίγνωση όλων αυτών των ανατριχιαστικών λεπτομερειών η αποστροφή μου για τον κόσμο αυτό παραμένει αδιαμφισβήτητη. Οποιοσδήποτε όρος για μια πιθανή επιστροφή μου είναι πλέον αδύνατον να επιτευχθεί. Ήμουν πάντα εδώ, ακόμα κι όταν δεν το ήξερα πως αυτή είναι η φυσική μου θέση, και θα μείνω για πάντα εδώ, να ερημώνω αυτή την γη, να την εκμηδενίζω, από κάθε είδους ζωή μα και κάθε είδους θάνατο, με όλη την δύναμη της δικής μου άπειρης ερημιάς.

 

 

Κι έχει ησυχία. Σαν όλοι να πέσαμε για ύπνο.
Απαλά, δίχως απότομα τινάγματα ποδιών.
Κι όλοι να βλέπουμε το ίδιο όνειρο, περίπου.
Πως ο πρώτος που θα ξυπνήσει θα είναι ήδη νεκρός.

Ίσως αύριο να μην βγούμε καν για την βόλτα
του τετραγώνου. Η ανταπόκριση από το
πεδίο της μάχης είναι εξουθενωτική.
Ακόμη και τα σύννεφα δείχνουν
να μην νοιάζονται. Ίσως αύριο
μείνουμε μέσα, όσο βαθιά
χρειάζεται, για να σας
βρούμε και να σας
φιλήσουμε
δυνατά.

Ένας άνθρωπος χωρίς φόβο είναι ένας άνθρωπος χωρίς ελπίδα.
Η φωτιά άνοιξε το πιθάρι και σκόρπισε παντού.
Όπως η καρδιά μας χαίρεται καθώς αγκαλιάζουμε την καταστροφή.

Έμεινε ένα δωμάτιο κι ένας κόσμος.
Το ένα μες στ’ άλλο.
Απέξω η ζωή που δεν σου ανήκει.
Απέξω η ζωή που χαράμισες.
Απέξω η ζωή μόνη της.
Χαζεύει τα σύννεφα και το φεγγάρι
τους άδειους δρόμους και τις πλατείες
και περιμένει κάποιον να φανεί.
Ξέρει πως δεν θα αργήσει.

Ο γιος μου χορεύει κι είναι άνοιξη.
Η γυναίκα μου τραγουδά κι είναι βράδυ.
Μες στην ευτυχία όλα μοιάζουνε ιδανικά.
Ακόμη κι ο θάνατος στο προσκεφάλι μας.
Ο κόσμος στριφογυρνά και είναι ακόμα Κυριακή.

Στα αλήθεια δεν με ενδιαφέρει η απάντηση.
Θα μπορούσε να ‘τανε ένα οποιοδήποτε δάσος.
Σημασία έχει να συνεχίσω να ρωτώ.
Μ’ αγαπάω. Δεν μ’ αγαπάω.