σύντροφοι

Αν κάποιος είναι νεκρός, αυτός είναι νεκρός
καθώς εσύ τρέχεις να μάθεις
πως αυτός είναι νεκρός, κάποιος είναι νεκρός
καθώς εσύ τρέχεις να μάθεις
γιατί κάποιος είναι νεκρός, αυτός είναι νεκρός
καθώς εσύ τρέχεις να μάθεις
Αν αυτός είναι νεκρός, κάποιος είναι νεκρός

Advertisements

Θεσσαλονίκη, ‘99, η απαρχή του κολαστηρίου, μα αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Με τους δύο κολλητούς ναρκόφιλους δεν την ακούμε πια, για κείνο το βράδυ, και θυμόμαστε πως κάτι υπάρχει ανάμεσα στα πόδια μας. Με τα στόματά μας ραμμένα και κομμένα από την μαστούρα και μάτια αντικοινωνικά, ο Βαρδάρης θεωρήκε η μόνη ευκαιρία, αν όχι να αγγίξουμε, έστω να δούμε ότι φημίζεται ως γυναικεία φύση. Με τα πολλά, μπαινοβγαίναμε σε κάτι χαμόσπιτα, με κάτι γερασμένες πουτάνες και μέχρι κι οι τσατσάδες μας λυπόντουσαν και μας παρότρυναν να βγούμε στον κόσμο, να γνωρίσουμε κορίτσια, να ερωτευτούμε, ακούς εκεί. Ώσπου σε ένα σπίτι καμιά δεκαπενταριά μαλάκες καθόντουσαν αναπαυτικά στους καναπέδες και κάτι περίμεναν. Αυτή βγήκε σε λίγα λεπτά κι ήταν σίγουρα η πιο όμορφη γυναίκα που μπόρεσα να δω για πολύ καιρό. Έλαμπε σε μια νύχτα που ήδη βίωνα για μήνες. Σάστισα και γύρισα να κοιτάξω τον κολλητό. Χασκογελούσε με δόντια μπαρουοζικά και σάλια και μάτια ξυράφια, και μου φάνηκε τόσο μα τόσο αποτρόπαιος και μόνος. Πέταξα γρήγορα το κεφάλι πίσω στην κοπέλα μα είχε ήδη μπει μέσα. Περιμέναμε λίγο και λακίσαμε σαν δαρμένοι. Δεν γύρισα ξανά στο σπίτι μήπως και την δω. Ανταυτού το βλαμόγελο του φίλου μου με στοίχειωσε. Από τότε έχει γίνει χίλια και χίλια στόματα, φίλων αγαπημένων, που ολοένα με αποσπάν από το χάζι μου. Υπόσχομαι και ξαναυπόσχομαι να μην ξαναπροδόσω την ομορφιά μου για κανέναν. Που και που τα καταφέρνω. Μα όλο και κάτι χάνω.

πυξίδα

Σημεία δεν γνωρίζω, μόνο εσένα
πλάνη αστείρευτη
χωρίς συνοχή
όνειρα διάσπαρτα σ’ ένα χαμένο νου
λέξεις αγωνιούν στις ανηφόρες του
καλοκαίρια πίσω τους κρυμμένα
κι εσύ να γυρνάς και να γυρνάς
τον κόσμο να φανερώνεις
και να μην φανερώνεσαι
πού ζούσαμε άραγε πριν
μας ταράξεις τους ορίζοντες;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

—————————————–
Λοιπόν, εκλιπών, αγαπητοί φίλοι, όσοι δείτε αυτή την ανάρτηση, μου ‘ρθε η ιδέα να γράψουμε κάτι όλοι μαζί. Ειλικρινά, βαρέθηκα μόνος και δεν είναι καν αυτό. Θα μπορούσε να γίνει η αρχή από οποιονδήποτε. Δεν θέλω να την κάνω εγώ. Κι από κει σε κάθε μπλογκ η συνέχεια. Ή μια αναρχία διάθεσης του κειμένου. Θα δούμε. Ποστάρω και περιμένω τον πρώτο στίχο. Θα προσπαθήσω να ανανεώνω στην αρχή του κειμένου. Φιλίά.

Απ ΄όταν άρχισα να κατοικώ στην κοιλιά μου
κατανόησα τον κόσμο
σαν αυτό που πράγματι είμαι.

Συνταίριαξα το φως με το χάδι σου
και τον ήχο με τη γεύση σου
κι ένα τυχαίο γεγονός με την μοίρα.

Τώρα μπορώ να ξέρω πως ζωή λέγεται
η αγάπη μας. Ακόμη κι αν δεν έρθεις
ποτέ.

Είναι τόσο εύκολο
να γράψεις κάτι
οτιδήποτε
προτού καν σκεφτείς τι γράφεις
ή το θεωρήσεις ως κάτι
που είναι ή δεν είναι
μα που αυτομάτως ξέρεις
πως ακόμη κι αν
δεν είναι αυτό που θες να πεις
το αγαπάς και το εκτιμάς
και το διαβάζεις
ξανά και ξανά
έως ότου βρει κι αυτό,
σταδιακά, την σημασία του.

Ο χρόνος γεννιέται την στιγμή που όλοι είναι νεκροί. Θαρρώ πως ήδη συμβαίνει. Το σύμπαν ισσοροπεί άχαρα πάνω στην μύτη μου. Από κει μπορώ να δω όλα όσα υπήρξαν. Την αγάπη που.. Τον φίλο που τάισα θειάφι. Ω, μα τι νόημα έχουν όλα αυτά; Ο ίσκιος μου, τώρα, συντηρεί τα αστέρια και δεν υπάρχει τίποτα να πεθυμήσω. Ως πέρα απλώνεται ένα άλτρειο σούρουπο κι ένα άγουρο πρωινό. Μικρά σύννεφα σκόνης διαθλούν το φως, επιβεβαιώνουν την μοναξιά, όπως κι όταν ακόμα υπήρχε αυτή η λέξη. Δεν τολμώ να σηκωθώ από την θέση μου. Οτιδήποτε αντανακλάται στο σώμα που είμαι και τόσο ανίκανος να συγκρατήσω αυτή την σιωπή. Έπρεπε να φτάσω εδώ για να συλλάβω την κατάρα του ενός. Ελπίζω σύντομα να καταφέρω να θρυμματίσω τον κόσμο στην αιώνια άδικη μοίρα του. Προσεύχομαι γι’ αυτό στον Θεό που έχω γίνει.

σκατά σπλάχνα

Δεν με ενοχλούν οι μύγες όταν
δεν είναι άνθρωποι.
Γαμημένη αστική χωροταξία.

Δεν με ενοχλούν οι σκύλοι όταν
δεν είναι άνθρωποι.
Γαμημένε καπιταλισμέ.

Δεν με ενοχλούν τα πλυντήρια όταν
δεν είναι άνθρωποι.
Γαμημένη ευδαιμονία.

Δεν με ενοχλούν τα βιβλία όταν
δεν είναι άνθρωποι.
Βάλε στον κώλο σου ένα ποίημα.

Δεν με ενοχλεί τίποτα όταν
δεν είναι άνθρωπος.
Come γαμημένε armageddon, come.

Αφού, κιόλας, καταλάγιασε η επιθυμία να ζήσω
για πάντα, σε αφήνω στο σαλόνι μόνη
να βλέπεις τηλεόραση
μόνο και μόνο για να γράψω
αυτήν την πρόταση
που ούτε ξέρω τι σημαίνει
ούτε με ενδιαφέρει
κι ευτυχώς ήδη τελείωσε
και επιτέλους θα σε πάρω αγκαλιά.

Η πρώτη φράση του ποιήματος
κοστίζει ακριβά
όταν το υπόλοιπο ποίημα
δεν έχει ακόμα αρχίσει.

————————-

 Δεν έχει ακόμα αρχίσει
όταν το υπόλοιπο ποίημα
κοστίζει ακριβά
η πρώτη φράση του ποιήματος.

Ζω τον δρόμο μου έξω απ’ τη ζωή
Γράφω τον δρόμο μου έξω απ΄ την γραφή
Αγαπώ τον δρόμο μου έξω από σένα
Κι εσύ ακολουθείς
Κι εσύ κι η θάλασσα κι η γη

Φυσικά και δεν υπάρχω,
θα έλεγε ένας οποιοσδήποτε
χαρακτήρας ενός οποιουδήποτε
ανήκουστου παραμυθιού,
μα, ειλικρινά, πόσο πολύ θα ήθελα,
θα συνέχιζε,
να γινόμουνα εσύ.

Πόσο δύσκολα ο πόνος γίνεται
η φωνή
που διασώζει
τον πόνο.

Κατά τα άλλα
θάνατος, πλήξη
και πάλι θάνατος.

Διατρέχω τον κίνδυνο να αγαπήσω αυτή την πόλη.
Με τις άδειες ώρες της
και τα στενά της πεζοδρόμια.
Ω! Τα απορριματοφόρα της κεντρώνουν τη νύχτα
όπως το καντήλι τους εύκαιρους αγίους.
Το αποχετευτικό της σύστημα ακμάζει
σαν ένα αστέρι που βυζαίνει τον κόσμο.
Πως μπορώ να μην εκτιμήσω την αγαθοεργία
τόσων και τόσων κωλοτρυπίδων.

Η τρέλα είναι πάντα ένα σπίτι
με αναμμένες όλες τις συσκευές
το ρεύμα να τρέχει στη διαπασών
τις βρύσες ανοιχτές, τα ρολόγια
κολλημένα στην πιο κοινή ώρα
γατιά, σκυλιά να λυσσάνε
το μπαλκόνι να κρέμεται στην
άβυσσο, άφθαρτοι τοίχοι
γυαλισμένα τζάμια, ευθυγραμμισμένα
έπιπλα, στρωμένα κρεβάτια
τακτοποιημένοι λογαριασμοί
το κλειδί στην πόρτα
ένας ολόκληρος κόσμος να
περιμένει να μπει μέσα, να ζήσει
κι αυτός, να φάει, να γαμήσει
να χέσει, να δει τις ειδήσεις
να πει τα νέα του, να κάνει
σχέδια για το μέλλον, να
αναβιώσει το παρελθόν
να σε πιάσει απ’ το λαιμό
να σε πετάξει στο δρόμο
να πας στο διάολο, να φύγεις
να μείνεις μόνος, μακριά από
όλους, φοβισμένος, ήσυχος
πεινασμένος, κουρέλι, μόνος
ελεύθερος, βρωμιάρης, άρρωστος
κι ευτυχισμένος.

Μόλις σε πρωτοείδα
Και σ’ αγαπάω χίλια χρόνια
Προτού το ρίσκο της σιωπής
Μαρτυρήσει ποιος να είσαι

Μπορείς πάντα να είσαι
Πριν ακόμα επιστρέψεις
Λιγό αφότου πια χαθείς
Κάθε μια καρδιά

Δεν έχει συμβεί
Δίχως εσένα
Το πρίν ή το μετά
Από εμένα