Εμείς


 Όταν τα επώνυμα κλείνονται πίσω απ’ τις πόρτες τους
 προσφέροντας στους δρόμους
 τη ταιριαστή μοναξιά τους
 συναντιόμαστε σε κάποια φιλόξενη σκιά
 κι όλο καμάρι σβήνουμε τα πρόσωπα μας.
 Με δύναμη σκάμε αστεία
 έτσι για να μπαζώσουμε τον κενό χώρο
 της πιθανότητας
 να πιστέψουμε σε οτιδήποτε πια.
 Βουτάμε βαθιά στα ποτήρια μας
 δημιουργώντας ομόκεντρους κύκλους
 που μεγαλώνουν ως τον αφανισμό τους
 στις όχθες του ξημερώματος
 όπου αποχαιρετούμε ξανά
 τη διαιώνιση της θηριωδίας σας.

 

Ως ένα


Κλίνω στη φυσική της ικεσίας
ελπίζοντας ανεπαίσθητα να διανύσω
τη συνέχεια του φωτός.
Αναμένοντας στο πρώτο σπίθισμα του σκοταδιού
πιστά να υπηρετήσω
το θάνατο
και τον έρωτα
ως ένα.

 

Η αληθινή μας ζωή


Στη τσιμεντένια σιωπή του δωματίου
με μύτες και στόματα καυτηριασμένα
από χιλιάδες φωτιές
με τα μάτια κλειστά
αγκαλιαζόμαστε σφιχτά
κι είμαστε μονάχα
οι αναπνοές μας
η μία πάνω στην άλλη
και των καρδιών μας οι χτύποι
ο ένας μέσα στον άλλον
η πνοή κι ο ρυθμός
η ύπαρξη κι ο χρόνος
ο κόσμος μας όλος
η αληθινή μας ζωή.

Κάποια πρωινά


 Κάποια πρωινά καταρρίπτουν τη μέρα
 με βομβαρδισμούς αναίσχυντων ουρλιαχτών
 και δακρύβρεχτες ειδήσεις για το τέλος του κόσμου.
 Απανωτά τσιγάρα στρατολογούνται
 να πυρπολήσουν τους δείκτες απ’ τα ρολόγια,
 να σπάσουν το άθλιο κουρδιστήρι στο στομάχι
 και μια ανεπαίσθητη ευχή ρυθμικά ψελλίζει
 στην επόμενη εκπνοή
 να γλιστρήσει η ψυχή στον αέρα
 και ανώδυνα να λησμονήσει και να λησμονηθεί.
 

Νομίζω πως κάτι ξέρεις


 Απολογούμαι 
 για όλα όσα δεν μπόρεσα ποτέ να σου χαρίσω.
 Οπότε ο αέρας πάντα αδιαίρετος
 θα μείνει.
 Μα χτες γέλασα με μια βροχή
 που μου πε πως είμαι.
 Νομίζω πως κάτι ξέρεις.
 Κι έγειρα έτσι απαλά πάνω στα απέραντα θέλω σου
 κι έμεινα μια στιγμή
 που ήσουνα ο ορίζοντας
 και ήμουν το τέλος
 μιας κουρασμένης Κυριακής.