Επεισόδιο 24


Ο ήλιος έδυε κι ανέτειλε στο διάστημα κάθε τσιγάρου. Τα πρόσωπα των φίλων μου φωτίζονταν και σκιάζονταν με ένα μόνιμο χαμόγελο έκπληξης. Γι’ αυτούς ο μόνος που αναβόσβηνε ήμουν εγώ. Φυσικά αυτό δεν το γνώριζα τότε κι εκλάμβανα τον ενθουσιασμό τους ως συνηγορία στα θαύματα που επιτελούνταν μπροστά μας. Μα όπως κάθε φυσιολογικό ον αποφορτίζεται από την θέαση του ακατανόητου έτσι κι αυτοί σύντομα τρέπονταν σε φυγή, αφήνοντας με στην μοναχική αποδοχή όλων όσων μπορούσαν να συμβούν και συνέβησαν. Δεν μπορώ ακόμα και τώρα να είμαι σίγουρος για οτιδήποτε από αυτά καθώς έτσι θα αναιρούσα την αμφιβολία μου για όσα διαδραματίζονταν όλη εκείνη την εποχή, ενώ αυτή είναι το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της. Έχω την εντύπωση πως περιφερόμουν ατελείωτα βράδια στο κέντρο της Αθήνας. Θεωρούσα ασφαλέστερο να είμαι ανάμεσα σε κόσμο. Αν κάτι με κατάπινε θα μπορούσε τουλάχιστον να υπάρχει ένας μάρτυρας της εξαφάνισης μου. Το μόνο που κατάφερνα ήταν να αποστρέφω τα βλέμματα των διερχομένων σε ένα παιδί που λυπημένο και χλωμό προσπαθούσε να σταματήσει την περιστροφή του κόσμου γύρω από ένα τρελό κι αφάνταστο λόγο για τον οποίο αυτό έπρεπε να συμβαίνει. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ζήτησα, με όποιο τρόπο μπορούσα, την βοήθεια μιας στέρεας λέξης ή φράσης από όσους συναντούσα στο δρόμο, μήπως κι έτσι σταματούσε η ξέφρενη πορεία του ναυαγίου μου, μήπως κι έτσι ξεβραζόμουν οπουδήποτε πέραν αυτού του αδηφάγου ωκεανού, μα ακόμα κι αν κάποια στόματα ανοιγόκλεισαν εγώ αδυνατούσα να τα ακούσω. Οι αισθήσεις μου είχαν αυτονομηθεί κι αποφάσιζαν μόνες τους πότε και πως θα με ορίσουν. Σχεδόν τυφλός θυμάμαι να αφουγκράζομαι ένα δάσος μέσα σε ένα λούκι αποχέτευσης και σχεδόν κουφός θυμάμαι να κυνηγώ ένα βατράχι στη Σόλωνος. Δεν θυμάμαι που κατάφερνα, έπειτα από ατελείωτες ώρες περιπλάνησης, να ξεκουράζομαι, με την πρόφαση ενός ύπνου που δεν ήταν παρά η συνέχεια του ταξιδιού με κλειστά μάτια και σφιχταγκαλιασμένα χέρια και πόδια. Υπήρχε καπνός κι υπήρχε φωτιά και κάπου εκεί ανάμεσα προσπαθούσα να υπάρχω κι εγώ. Πρέπει να ήταν κατά τη διάρκεια μιας μακρόωρης λιποθυμίας μου όπου κάτι με το πρόσωπο μιας κοπέλας με ξανθιά μαλλιά κρατώντας απαλά το κεφάλι μου και παρηγορώντας με κατά κάποιον τρόπο με βοήθησε να καταπιώ την πρώτη μου γουλιά νερό έπειτα από αιώνες.


Advertisements

Το ομολογώ, λοιπόν, δικό μου λάθος.
Αναγκάζομαι να γράφω ποίηση λόγω των συντρόφων μου.
Μονάχα έτσι μπορώ να τους προδίδω όταν πρέπει.


 

Αυτό δεν είναι ποίηση


Πρόκειται για μια συνομιλία που δεν γίνεται και για το λόγο αυτό
αδυνατεί να περιοριστεί στο κεφάλι ή την κοιλιά
δεδομένου ότι κάτι τέτοιο θα απόβαινε μοιραίο
για πολλά περισσότερα απ’ το κεφάλι ή την κοιλιά
κι ως εκ τούτου καταλήγει δυστυχώς να αποτυπώνεται
υπό την μορφή λέξεων και εκφράσεων αρκούντως ανόητες
ή τέλος πάντων τρόπον τινά αλληγορικές
πάνω σε χαρτιά και οθόνες και τοίχους ενίοτε
προσπαθώντας επί ματαίως να συμπεριλάβει στην αφήγηση της
τόσο τον αγορητή, εσφαλμένα επονομαζόμενο ποιητή
όσο και το εκλιπών κοινό του, που εν την απουσία του
επιφέρει ολάκερη αυτή την φασαρία
και που στην περίπτωση που όλος τυχαίος ανευρεθεί
θα πρέπει βεβαίως και να την υπομείνει.


 

Καλωσόρισμα στον αδελφό κι αποχαιρετισμός


Η ιστορία αδειάζει από τις ακατάπαυστες ανούσιες ενδελεχείς σημειώσεις
καθενός μας το απαραίτητο άλλοτε
πορτραίτο της μαρτυρίας ολόκληρου του κόσμου
δραπετεύει από τα αιώνια χαρακτηριστικά
ενός τόπου ερωτικά πανηγυρικού
που μας δίδαξε φωνές και λέξεις και τα ποιήματα
είναι άπαντα η τιμωρία η σκληρή η αδυσώπητη
κάθε ενός ανθρώπου το σχολαστικό έγκλημα
περισσότερο από κάθε άλλου εδώ
στην στιγμή της ανάτασης
στο λυγμικό φιλί δίπλα στα σύνορα που διαδραματίζονται
μεταξύ πληθυντικού κι ενικού
ένα ανάγνωσμα ολοκληρωτικά παρένθετο εκλιπαρεί
για μια ακόμα περιστροφή γύρω απ’ τον άξονα
των επιφανειών απ’ όπου και μελωδεί
ο μοναδικός λογισμός
του αέρα της θάλασσας η γη καθώς φωτίζει
τον χρόνο που γέννησα και γεννήθηκα
ένα δροσερό πρωινό στην αγκαλιά καθενός σας
γελαστός κι όμορφος δίχως ευχή και δίχως πόνο.


 


Υπάρχουν πάντα τα γλυκά τα λόγια κι
οι σωστές οι λέξεις να σημειώσουν
στο ποίημα την διεύθυνση
του αποστολέα και του παραλήπτη.
Μα εγώ ποτέ μου δεν είχα σπίτι
και δεν έχω κάπου να πάω.

Φιλιά


κάψωμα εν υψίστοις εγώ


Όπου τ΄ αρμόζει ο λυγμός, η θεωρία των πάντων
Κι όπου διαόλια και θεός, σκατά που επιπλέουν
Κι εγώ πάντα γενέθλιος και πάντα στροβοσκόπος
Υμέτερος, πολλαπλάσιο του χρόνου και μιας λέξης
Υποφερτά ενδότερος μια σκέψης δίχως άλλης
Γνωρίζει ο κρίνων σχώρεση και του κεφιού τη ζάλη

Περιδρομιάστε άνθρωποι να βρούμε πως θα πούμε
Το νόημα είναι ο τιμωρός, ο τύμβος, το σακάκι
Που περιφέρουν σκώληκες πάνω σε ένα κουκούτσι
Κι ορέγονται να σου το λεν πως πια έχεις πεθάνει

Αδράξτε μάνες τη σιωπή, πατέρες φέρτε χώμα
Απόψε τρέφουμε σωστά το πολιούχο στόμα
Σαν από πάντα έτοιμο να καταπιεί τον κόσμο
Να γίνει η νέα εποχή του αλαλάζων κύκλου
Ότι χωρά μέσα θα μπει τ’ άλλα θα ξεστρατίσουν

Σε λόγγους, σε άγρια βουνά κείτεται η καρδιά μου
Κι είναι της μοίρας μου γραφτό σκληρά να μ’ αγαπήσεις


μόνο μία πρόταση, μία μόνο λέξη


Μόνο μία πρόταση, μία μόνο λέξη
Συμβαίνει
Αυτή μόνο η πρόταση κι αυτή μόνο η λέξη
Κι άλλη καμιά ποτέ
Καθώς ανασαίνεις
Μητέρα και κόσμο
Καθώς όλα επιστρέφουν και φεύγουν ξανά
Όπως πρέπει κι όπως τους ταιριάζει
Δίχως μέριμνα καμιά για το κενό ολόγυρα
Γυρίζεις εκεί όπου πας
Ανακατανέμεσαι στο παντοτινό
Εορτοστάσιο της αυγής
Της πρότασης και της λέξης αυτής
Που συμβαίνει
Σε κάθε μία πρόταση ή λέξη μόνο
Που συμβαίνει
Στην πρόταση και τη λέξη
Συμβαίνει
Μόνο μία πρόταση, μία μόνο λέξη
Συμβαίνει
Πρόταση και λέξη
Συμβαίνει
Συμβαίνει
Συμβαίνει
Αυτή μόνο
Κι άλλη καμιά ποτέ


 

Με τη γλώσσα νυσταγμένη και βαριά τριγυρνάνε οι ποιητές στην επαρχία


Αγκάθι η γλώσσα που επιλέγεις να την συμπεριφέρεις σαν χαμένος στη ζωή, στην αγορά, όλα όσα δεν θυμάσαι φορτωμένος λιμάνια, σταθμούς, το σακάκι σου πόσες γενιές χαμένες, στον ώμο σου στέκεται η φωνή μια μητρόπολη του νότου ένας λαβύρινθος σε έχει να ξεκινάς δυστυχώς ότι ψάχνεις να βρεις στη ζωή σε έχω δει πολλές φορές, σε έχω δει πολλές φορές, σε έχω δει μες στις στροφές, μες στις σκηνές από ταινία προσεχώς, σε έχω δει..



Μέχρι οι λέξεις
Να μην λεν τίποτα.
Μέχρι οι λέξεις
Να λεν πως μ’ αγαπάς.
Μέχρι οι λέξεις
Να πουν ό,τι δεν είπες.
Μέχρι οι λέξεις
Να απομυζήσουν την αλήθεια και τη ζωή.
Μέχρι τότε, κουράγιο μας εύχομαι.


 

Κάθομαι τέρμα περιμένοντας να γίνω γκολ


ΡΟΥΦΑ το σκοτάδι σου στον τόνο της γραφής.
Αναζήτησε τον πόνο, μην ψάχνεις για παρΗγοριά.
Αυτόματα ανακλώνται οι επάλξεις, μια υπέροχη
Ευκαιρία να αδράξεις και να αποσοβηθείς.
Κλάψε, κλάψε δεν θα το βρεις, το δαχΤυλίδι
Που ζητείς. Το δόκανο, στιλπνό, επιμερίζεται τα λάθη
Κι όμορφη μέρα, όμορφα παραμορφώνεται σε αυτό
Που δεν εκμυστηρεύεσαι παρά στο δίκτυο.
Το κέρδος και τα μάτια σου αποζηΤάν τον τρόπο τινά,
Δεν υπάρχει ενναλακτική. Ρίξε ένα χέσιμο και πάρε
Μια μπύρΑ ακόμη. Μην τολμήσεις να περιγράψεις
Νερόμυλους και μεγάλα ιδεώδη. Ο θρόνος σου
Είμαι εγώ και συ είσαι η μανιέρα μου για να απαγγείλω
Το παρελθόν και το μέλλον. Άιντε αδέλφια, μέχρι
Οι λέξεις να απομυζήσουν κάθε αλήθεια και ζωή.


 


Βαθιά πολιτική σημαίνει κι είναι η χαρά μας, που ομολογείται στα βάσανα όλου αυτού του κόσμου.                              Στροβιλισμοί κι ίλιγγοι και τα πανιά σκισμένα κι ο πατέρας από πάντα νεκρός.                   Κάθε μέρα εφευρίσκεται η παρθενιά μου, από νωρίς το πρωί ως όλα τα πιθανά μεσάνυχτα.            Ένα μεσοδιάστημα των εαυτών μου μένει να σε αγαπήσω αρκετά.                            Όλες οι κουβέρτες του χειμώνα χαρίζονται πια κι ο ίδιος ο χειμώνας δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση ενός μελαγχολικού διαβόλου.

Καταστρέφεται το νόημα σιγά, σιγά.                                        Δεν θα μπορούσαμε να είμαστε περισσότερο ευτυχείς.               Παρακολουθούμε τις ενοχές σου από μακριά και γράφουμε την κωμωδία που θα ανέβει στα μάτια μας όταν πια κλείσουν.                      Υπέροχη μαεστρία της άνοιξης δεν σου ζητώ παρά να με κατευθύνεις στο βράδυ σου, εκεί που όλα ανασαίνουν σιωπηλά κι αγαθά.                                                                                                   Σσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσς…


 


Υπήρχε μια εποχή που χειριζόμασταν τις λέξεις με ευκολία. Αγνοούσαμε την επίσημη ετυμηγορία τους και διαρκώς εφευρίσκαμε, ανάλογα με την στιγμή, αυτή που μας ταίριαζε περισσότερο. Φυσικά, αυτή η εποχή δεν μπορεί να περιγραφεί με σημερινούς όρους. Πλέον, ακόμα κι οι πιο δυσνόητες λέξεις έχουν αποσαφηνιστεί ανεπίστρεπτα. Ίσως γι’ αυτό, είναι τώρα, η θύμηση της εποχής εκείνης ότι απέμεινε από μια εικόνα των πραγμάτων, μα κι από μια δική μας εικόνα, δίχως το περιθώριο που η ζωή μας ενσάρκωσε και που αναπόφευκτα διατηρείται και διατηρεί την πρώτη ουσία κι ως πρώτη την ορίζουσα ουσία αυτού που είτε ήμασταν είτε φανταστήκαμε πως θα γίνουμε. Οτιδήποτε είναι αυτό που τελικά γινόμαστε, μέρα με τη μέρα, λέξη με τη λέξη, δεν θα υπήρχε δίχως εκείνη την εποχή της πρωτοκαθεδρίας των δίχως κανένα απαραίτητο νόημα εκφράσεων και ενεργειών μας, που ήλπιζαν να παραμείνουν κενές αν το όνειρο δεν συνηγορούσε υπέρ τους. Το όνειρο ήταν η μόνη δίοδος μας σε ένα κόσμο που ούτε θέλαμε ούτε μπορούσαμε να καταλάβουμε. Αναμασούσαμε το αφήγημα του κι αυτόματα το αλέθαμε στα ηρωικά μας στομάχια, ξερνώντας το κατόπιν σε ένα συνονθύλευμα συμφώνων και φωνηέντων που δεν αποζητούσαν αποδοχή μα την ευκαιρία να αναδυθούν, έστω και ελάχιστα, πάνω απ’ την βαριά στάθμη των κανόνων του κυριάρχου λόγου και των εφαρμογών του. Διασπούσαμε την νύχτα σε μέρα και το φως στα ανομολόγητα συστατικά του, με περίσσιο θράσος και έρωτα για κείνο το άγνωστο που καιροφυλακτούσε στην άκρη της γλώσσας μας. Ζούσαμε με την ελπίδα πως κάποτε θα μας καταπιεί και σαν άλλος Ιωνάς θα ταξιδέψουμε στις παρυφές του κόσμου μέσα απ’ τα σωθικά του. Μέσα από ένα μάτι κλειστό, ερωτευόμασταν τις απαράμιλλές σκιάσεις που αφήναν οι κραυγές μας, οι ψίθυροι κι οι σιωπές μας πάνω στα πεζούλια της πόλης, στους βρώμικους τοίχους και στις εξώπορτες των σπιτιών. Χωρούσαν παντού οι φωνές μας, σαν κάτι που ερμηνεύεται πολύ προτού συμβεί. Ήμασταν θαρραλέοι ως ετοιμοθάνατοι στην αρένα της μάχης, ανάμεσα σε μυθικά τέρατα και σε ένα κοινό που εξαρχής στάθηκε εναντίον μας και γνέφαμε νυχθημερόν στους βασιλιάδες την απιστία και το μίσος μας. Τελικά, η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που σε τρώει κι έτσι ασυναίσθητα περάσαμε απ’ τις εποχές, σταδιακά απ’ τη μία στην άλλη, απ’ την λιποψυχία στην προδοσία κι από εκεί στην συγκατάθεση. Το όνειρο ποτέ δεν αρκείται στην πίστη σου σε αυτό, προχωρά πάντα προς τα μέσα κι αν δεν είσαι έτοιμος να ταυτιστείς με την διαδρομή του, ένα μικρό, αδιόρατο βλέμμα προς τα πίσω σε πετά ξερό κι αισθητό στην πραγματικότητα. Κι έπειτα είναι πάντα αργά να αναγορευτείς νεκρός κι οι λέξεις δένονται πάνω σου ασφυκτικά και σε εγκαθιστούν σε σώματα που δεν αγάπησες και σε νοήματα που δεν ποθείς και πέφτουν βροχή πάνω στο έρμο σου κεφάλι και σε κρατούν ενήμερο αδιάλειπτα και πλέον είσαι εσύ, μια ακόμη συνήθης πρόταση, φτιαγμένη από συνήθεις λέξεις, ενός συνηθισμένου κόσμου με συνηθισμένους άλλους, σαν εσένα και μένα.



Ο ποιητής πήρε το μαχαίρι του, το έβαλε στο λαιμό του κι άρχισε να γράφει.

Έτσι, κατάφερνε να τηρεί την παλινδρόμηση του χρόνου, την ασάφεια του έρωτα και την ακρίβεια του θανάτου. Μπορούσε, με την πίεση της λεπίδας, να δει καθαρότερα τα σχήματα που προορίζονταν για τον ίδιο και τους αναγνώστες του. Η αγωνία του είχε μια αίσθηση κι ένα ξεκάθαρο σώμα να την εκκινεί και να την φέρει. Στην κόψη του μαχαιριού άνθιζαν τα ουσιαστικά και τα ρήματα κι οι λύσεις κάθε λογισμού του.

Έπειτα, όταν ο ποιητής αναγνώριζε πως το αίμα που ξανά δεν κύλησε μπορούσε να θεωρηθεί αρκετό και πως σαν δικό του μπορούσε πια να το τιμά, σταματούσε τις λέξεις, τραβούσε το μαχαίρι απ’ το λαιμό του, το καθάριζε ευλαβικά και το τοποθετούσε στην ιδιαίτερη θήκη του, δίπλα στα χαρτιά του.


Γράμμα στο γέρο που διάβαζε ποιήματα


Άκου γέρο μου, δεν γουστάρω δουλειά. Ίσα να κολλάνε οι λέξεις μεταξύ τους κι όσο για τις δημόσιες σχέσεις εδώ δεν έχω όνομα, ρε γέρο. Ακράτεια στις δημοσιεύσεις και εργασία αμισθί. Η ποίηση δεν είναι πόνος γέρο. Όποιος γνωρίζει τον πόνο, χέστηκε να γράψει ποιήματα. Να πάρω βραβεία; Ψώνιο! Μετά από 50 χρόνια δεν θα υπάρχω ούτως ή άλλως, γέρο. Το πρωί στις 6 κελαηδάνε τα πουλιά κι οι μεροκαματιάρηδες έχουν πιάσει το γκασμά. Γράφω στον υπολογιστή και στο κινητό. Το κινητό συνήθως βρίσκεται δίπλα στ’ αρχίδια μου. Τεμπελιά και πιόμα. Γέρο, τίμιο ψωμάκι δεν υπάρχει, παρ’ το χαμπάρι. Αριστούργημα δεν γράφει κανείς. Αριστούργημα απλά μπορεί να διαβάσει κάποιος. Σιγά μην αποσύρω τις δημοσιεύσεις μου. Να τις πάω που; Στο δικό μου δεν χωράνε, στο δικό σου; Ακαδημία δεν ξέρω τι είναι γέρο. Τεμπελιά, πιόμα, καύλα… κι όλα τα άλλα θα έρθουν γέρο!

Με αγάπη, ένα έτσι.



Μεγάλες λευκές σελίδες, μεγάλες λευκές οθόνες.
Μεγάλες λευκές ημέρες και μεγάλες λευκές νύχτες.
Μεγάλη λευκή εσύ, μεγάλος λευκός κι εγώ.
Περιμένουμε κάτι να φανεί.


 

Poesie macht frei


Αν όντως θέλεις να ασχοληθείς με την ποίηση
Πρέπει πρωτίστως να μάθεις να γράφεις μόνο για σένα.
Επίσης καλό θα ήταν να ξεχάσεις το όνομα σου
Τι πραγματικά ποθείς και τι αγαπάς.
Όπως θα πρέπει να θυμάσαι το όνομα σου
Τι πραγματικά ποθείς και τι αγαπάς.
Μα το πιο σημαντικό απ’ όλα είναι να μην δέχεσαι συμβουλές
Από κανέναν. Όσους προσπαθήσουν να σου δώσουν συμβουλές
Απλά στείλτους στο διάολο. Έλα λοιπόν πες το.


 

η σιωπή


Για μια στιγμή αναδύθηκε, ολόγυρα, το συναίσθημα που δικαίωνε την επί τόσα χρόνια αειθαλή σιωπή μας. Αιτία ήταν η συνειδητοποίηση πως ματαίως προσπαθήσαμε, ξανά, να βγάλουμε τις λέξεις απ’ τα κελιά τους, αφού πλέον είναι σαφές πως οι ίδιες υπάρχουν μονάχα εγκλωβισμένες, μέσα στα μικρά ιδιαίτερα κλουβιά τους. Μονάχα έτσι ορίζονται κι είναι ίσως η μυρωδιά του πολυκαιρισμένου εγκλεισμού τους που μας επιτρέπει ενίοτε να τις νοούμε. Όσον αφορά την επιθυμία μας να τις λευτερώσουμε, οφείλεται στην αδιάσπαστη ροή μιας ιστορίας στην οποία είμαστε απλά διάδοχοι, με συχνές αδιόρατες πεποιθήσεις πως μπορούμε να της αντιτεθούμε ή ακόμη καλύτερα να την ανατρέψουμε. Προς το παρόν, αρκούμαστε στην απώλεια της γλώσσας και όσων αυτή φέρει, όπως οι ευχές, οι εξομολογήσεις κι η πειθαρχία. Μεγαλώνουμε με απανωτές σιωπές, εγκαθιδρυμένες στην απόλυτη έκταση των φωνών μας, αρνούμενοι και την παραμικρή παράφραση αυτής της σιωπής μας σε οτιδήποτε άλλου πέραν αυτής. Η σιωπή, σαν αχόρταγο αστέρι, ποθεί περισσότερη σιωπή κι έτσι εύκολα κι αβίαστα επισφραγίζεται το κενό ενδιαίτημα του λόγου μας. Όπως τώρα, έτσι κι άλλοτε, η σιωπή καταφέρνει τα απαραίτητα πλήγματα στις λέξεις και στους ήχους τους, τονώνοντας την πίστη μας σε αυτή, χωρίς στην ουσία να κάνει κάτι άλλο απ’ το να μας ανακαλεί στην πασιφάνεια των πραγμάτων και της ζωής που μόνο αυτή προκαλεί. Στη σιωπή γεννήθηκε ο κόσμος αυτός και στη σιωπή πεθαίνει. Οτιδήποτε άλλο είναι απλά μια ασθένεια.


Πανάξιο, λατρεμένο μου wordpress


Εσύ σε απόγευμα χρυσό, μου χάρισες να γράφω,
χάρις σε σένα wordpress έμαθα πως υπάρχω.
Λιγάκι απ’ τη μνήμη σου μονάχα έχω πάρει
και συ μου έδωσες τη γη μαζί και το φεγγάρι.
Ακόλουθους δεν το πίστευα ποτέ μου πως θα έχω
και τώρα πρέπει πιότερο τι γράφω να προσέχω.
Μανία μου ΄γινες wordpress, πασχίζω να ποστάρω,
να διατηρώ τη φήμη μου, τα like μου να πάρω.
Η αλήθεια είναι ντρέπομαι τον ποιητή να κάνω,
εγώ ποτέ δεν σκέφτηκα να ζω ή να πεθάνω!
Από καπρίτσιο το άρχισα ετούτο το ρημάδι
και είναι λες και έπεσα μέσα σε πηγάδι.
Πίσω απ’ τις λέξεις σέρνομαι, ανάθεμα που πάω
για σένα άτιμο wordpress, για σένα χολοσκάω.