Για κάθε ποίημα που γράφεται
ένα άλλο ποίημα παραμένει άγραφο.
Με λίγη προσπάθεια
αυτό θεωρείται ποίημα.
Είναι, καλώς η κακώς, ένα ποίημα
που αποτρέπει την σύλληψη
ενός άλλου ποιήματος.

Advertisements

8 και 05

Η ώρα είναι 7 και 20.
Αν αποφασίσω να γράψω κάτι
Θα χρειαστώ ίσως μια καλή ιδέα
Ή έστω ένα γερό συναίσθημα
Ή ακόμη θα μπορούσα να βρω δυο τρεις έξυπνες λέξεις
Και να τις ζαλίσω μέχρι να λιποθυμήσουν
Ή απλά να αποφασίσω πως σήμερα δεν έχω τίποτε να πω
Για όλα αυτά που συμβαίνουν
Ακόμη κι αυτή τη στιγμή ( 7 και 39 )
Και που ίσως αξίζει να μνημονεύσω
Για πολλοστή φορά
Όπως συνηθίζεται να κάνει κάποιος που γράφει
Ή κάποιος που θέλει κάτι να πει
Ακριβώς όπως συνηθίζεται πια
Μα θα αρκεστώ στο ότι πήγε 7 και 44
Με τη νύχτα να έχει έρθει
Και την ελπίδα πως αύριο θα υπάρξει αυτό
Που δεν θα αναβάλλεται
Που θα πρέπει να ειπωθεί
Και που θα καταφέρω να πω
Κι εσύ να το διαβάσεις
Και να πεις η ώρα είναι 7 και 51
Κι αυτό έχει μια ιδιαίτερη σημασία
Ή ακόμη και το ακριβώς αντίθετο.
Η ώρα είναι 7 και 59.

—-

Μα πόσο ανώφελη και κοπιαστική η λέξη αυτή
στης μοναξιάς μας το απαύγασμα.
Κι όμως σε αυτήν πάλι προστρέχω
ως προς την ταυτοποίηση κι αυτού του απογεύματος
σε κάθε δωμάτιο
που ίσως βρίσκομαι
σε κάθε πόλη.
Δίχως την παραμικρή ελπίδα
να στην πω, βεβαίως.
Δίχως καμιά ελπίδα
να την πεις κι εσύ.

αααργκ

Απεγνωσμένος από την χρόνια κομψευόμενη βραδυφλεγία του προετοίμασε την επόμενη λέξη με όση αλήθεια του είχε απομείνει. Μετά από 37 έτη ανούσιας παρουσίας και προσφοράς είχε πλέον κριθεί από καινοφανείς ιδέες ως στάσιμος και δουλικός. Εθελοτυφλία ή σκοπιμότητα άραγε; Σε μια εποχή που οτιδήποτε λέγεται για χιλιοστή φορά αξίζει να ακουστεί ξανά και ξανά, το τίποτα αποτελεί τη μόνη γνώριμη, οικεία και αγαπημένη φωνή. Οπότε δεν του απέμενε παρά να απαρνηθεί κάθε φραστική διάρθρωση, λογική συνέπεια και τεχνική επεξεργασία και να επιχειρήσει να αποδώσει την ακέραια κι αυθεντική έκφρασή του ως τη μοναδική και ουσιώδης αιτιότητα του λόγου του. Άδειασε ένα ποτήρι νερό στη γλάστρα με τα κυκλάμινα και πήδηξε ουρλιάζοντας στο κενό………………….

                               .

                               .

κόβω


δεν είναι που υπάρχεις εσύ
μα είναι ο ήλιος ένα
κάπως έτσι βαρετό πράμα
κι ακριβοπληρωμένο
όμως δεν είναι που υπάρχεις εσύ
δεν είναι, προφανώς, που υπάρχω και γω


 

ούτε μια λέξη


Χτες το βράδυ μέσα στο όνειρο
έπεσε στα χέρια μου
ένα ποίημα του Ρεμπώ.
Τέσσερις στίχοι θα ΄ταν όλοι κι όλοι
γραμμένοι με μαύρο στυλό
σ’ ένα φύλλο χαρτί.
Μόλις έπιασα να το διαβάσω
μια απύθμενη κραυγή
με πέταξε πάνω.
Ο τρόμος μου ξύπνησε κι εσένα.
Αγκαλιαστήκαμε ασθμαίνοντας
φιληθήκαμε αχνά
και κλείσαμε βαριά πάλι τα μάτια
χωρίς ούτε μια λέξη.


 

Αναπλήρωση


Δεν γνωρίζω άλφα μήτε βήτα.
Ένα παιδί παρατηρώ να έρχεται και να φεύγει.
Μαζί του έχω την εντύπωση πως και γω κινούμαι.
Αυτό κάποιες φορές με κάνει χαρούμενο.

Δεν γνωρίζω τον ακριβή αριθμό της δικαιοσύνης.
Ξέρω πως κάποιοι δεν θα χωρέσουν ποτέ.
Μαζί τους έχω την εντύπωση πως και γω διαλύομαι.
Αυτό πάντα με κάνει να λυπάμαι.

Δεν γνωρίζω τον τρόπο για να διαρκέσει η μέρα.
Ή η νύχτα.
Αυτή είναι η μόνη μου ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.

Δεν γνωρίζω ούτε αυτό το ποίημα τι σημασία έχει,
σε ένα κόσμο που ψάχνει συνεχώς τη σημασία του.


 

σχόλιο για την ακόμη μέρα


Πλούσιο ανώφελο ανίκανο καυτό άγουρο αχρείο.
Υπομονετικό επισφαλές σεσημασμένο ανεπιτυχές μικρό ατελές.
Τρύπιο κρύο άγνωστο απέραντο τελεσίδικο αβέβαιο.
Σμιλεμένο κακό ασήμαντο τρομακτικό άγριο.
Υπέροχο πρωταρχικό επίμονο ανεκτικό σωστό καημένο.



Οι επιθυμίες κοινοτοπούν στο πέρασμα του χρόνου, που πιότερο γίνεσαι εσύ, όλοι οι άλλοι, μηδενός εξαιρουμένου, αγωνιώντας να ορίσεις εκείνο το μικρό, αδιόρατο κομμάτι, να το ονομάσεις εγώ, την ευκαιρία να πείσεις και να πειστείς πως ο χρόνος διαιρείται στο κορμί σου, στα μάτια σου οι αιώνες, στα χείλια σου οι στιγμές, καθώς μια οποιαδήποτε ηθική σε διατηρεί ανέπαφο, μα έστω κι έτσι αυτό είναι μία ζωή, μια συμφωνημένη αισθητική διεργασία, η προσφιλέστερη σήψη, η αποστροφή του μέλλοντος προς χάρη της αρμονίας, η αίσθηση του δικαίου σε ένα κατακρεουργημένο σώμα, η αφαλάτωση των ονείρων, η επιστράτευση γαλήνιων μετασχηματισμών της αλήθειας, η όλα και τίποτα κοστολόγηση των ενστίκτων, ένα αμφιλεγόμενο ψίχουλο στην άκρη του τραπεζιού, περιμένει την έλευση των αγώνων, τη βία σαν ηδονή, τη βία σαν το επιστέγασμα του βίου, την έξοδο κινδύνου, την επιστροφή στο προϋπάρχον δέος, στις ανομολόγητες επιφάνειες του κόσμου, στις κατακρημνισμένες κορυφές του θείου, στην παντοτινή έλλειψη.


Γνωρίζεις την αρχή κι αυτού του ποιήματος


ακριβώς όπως στα άλλα τόσα ποιήματα
όταν ξεκινά και μακραίνει ο λόγος
και γίνεται ένας σωρόςαπόάχρησταγράμματα
που δεν μπορούν παρά να σημάνουν
την αδιαθεσία σου στις λέξεις
την αδιαφορία σου στο νόημα
αφού γνωρίζεις πια πως τίποτα δεν σώνεται
εδώ άλλος τρόπος να κλείνεις τα μάτια είναι
άλλος τρόπος να αποφεύγεις τον χρόνο είναι
να ονοματίζεις τη ζωή οτιδήποτε άλλο
από ότι πάντα νιώθεις πριν
το ταξίδι θεωρηθεί η επιστροφή
στο τέλος κι αυτού του ποιήματος
που δεν κατάφερε να γίνει τίποτα
περισσότερο από ότι κι οι δύο ελπίζαμε
στο 5% της χρήσης αυτού του χώρου.


 

Άτιτλο και σήμερα


Παρόλο που τα μάτια κλείσανε και τα χέρια άπλωσαν
δεν βρέθηκε τίποτα από αυτό που προσδοκούσα.
Αντ’ αυτού η μητέρα συνέχισε να κλαίει
ο καιρός λυσσάει
και τα πράγματα στέκονται απαράλλαχτα.
Δεν υπάρχει ελπίδα καμιά για τον ποιητή και σήμερα.


 

Εδώ


Αν γράφω για να αγαπήσω εσένα, εκείνη κι εκείνον
ίσως τα κατάφερα. Δεν είστε πια παρά μια λέξη
μια οποιαδήποτε λέξη δίπλα σε μία άλλη
εξίσου σημαντική, εξίσου αναγκαία
εξίσου μοιρασμένη στο ποίημα
που κοπιάζει να συνθέσει
όλο αγωνία και μέθη
την αληθινή ζωή
όταν κανείς
δεν είναι
πλέον
εδώ.


 

δημιουργία


Πάντα βαθιά η πνοή
Πάντα ερημωμένη η σφαίρα
Πάντα γνωστή η λύση
Πάντα να την λοξοκοιτάς
Πάντα να υποψιάζεσαι πως είσαι πάντα εδώ
Πάντα να επιμένεις να βρίσκεσαι εδώ
Πάντα να απορείς αν για
Πάντα θα συμβαίνει αυτό κι αν για
Πάντα θα το αγαπάς


 

κελί δίχως όρια


Υπάρχει πάντα ένα μερίδιο της αλήθειας που πρέπει να είναι ψέμα.
Αλλιώς, πόσο ανώφελο θα ήταν να προσδοκούμε τη ζωή.
Πρόσφερε στον εαυτό σου την αφαίρεση του λόγου
ένα τοπίο δίχως τόπο
ένα όνειρο δίχως ύπνο
την κλοπή της σκέψης από τα ακροδάχτυλά σου
ένα λάθος υπέροχο
ικανό να γλιτώσει τον κόσμο από τη σημασία του.
Σκύψε προσεκτικά στον ουρανό και
ξερίζωσε κάθε κατεύθυνση, κάθε πορεία
κάθε ευκαιρία για ανασύνταξη.
Μίλα ολομόναχος με τον καθένα
ωσότου όλοι μας χριστούμε κανείς.


 

άτιτλο


Αν ήμουν η πρώτη ανάμνηση του χρόνου
ίσως εσύ είσαι η τελευταία.
Εξάλλου, την αγάπη, το μίσος και το φως
μπορείς μονάχα να φανταστείς
πως υπήρξαν
και πως ίσως ξαναυπάρξουν.
Ακριβώς όπως εμείς και το άπειρο.
Από ένα σημείο κι έπειτα όλα είναι ίδια.
Ακριβώς όπως εμείς και το άπειρο.
Μια ενδελεχής πρόσπτωση στο ασήμαντο.
Μια ανάστροφη φθορά της όψης.
Ακριβώς όπως εμείς και το άπειρο.


 

ο χρόνος;


Ο χρόνος οργανώθηκε για να μας αφανίσει.
Ο χρόνος με έστεψε βασιλιά αυτού του κόσμου.
Ο χρόνος γέννησε τους Θεούς για να τον προστατεύουν.
Ο χρόνος είναι μεγαλομανής και εγωμανής.
Ο χρόνος είναι η φωλιά του κούκου.
Ο χρόνος είναι η προμετωπίδα κάθε λέξης.
Ο χρόνος είναι ο Υιός του Ανθρώπου.
Ο χρόνος είναι μια ανίερη εστίαση του Κόσμου.
Ο χρόνος επιβουλεύεται τον χώρο.
Ο χρόνος μετουσιώνεται σε χρόνο.
Ο χρόνος βαθαίνει τα χρώματα.
Ο χρόνος θέτει σε λειτουργία τα χρώματα.
Ο χρόνος είναι ο κακός πατριός μας.
Ο χρόνος επιβραβεύεται με θάνατο.
Ο χρόνος είναι ο θηριοδαμαστής του μέτρου.
Ο χρόνος είναι ανέραστος.
Ο χρόνος κατακτά το άγνωστο.
Ο χρόνος δεν διαμαρτύρεται ποτέ.
Ο χρόνος βράζει και χύνεται.
Ο χρόνος μισεί ότι είναι.
Ο χρόνος μισεί ότι έγινε και θα γίνει.
Ο χρόνος αγαπά την λήθη και το τίποτα.
Ο χρόνος είναι το έμφυτο ελάττωμά μας.
Ο χρόνος δεν γιατρεύεται αλλά πενθείται.
Ο χρόνος είναι όλη η κόλαση σε ένα παράδεισο.
Ο χρόνος απαγορεύεται στους μη έχοντες ψυχή.
Ο χρόνος λατρεύεται καθ’ ομοίωσίν.
Ο χρόνος είναι η σαγήνη των διαστάσεων.
Ο χρόνος πάσχει απ’ τον καθένα μας.
Ο χρόνος παραδόθηκε στους θεούς από εμένα.
Ο χρόνος είσαι εσύ όταν είσαι εγώ.
Ο χρόνος αρκείται σε κάθε στιγμή.
Ο χρόνος διατίθεται να πάψει να υπάρχει.
Ο χρόνος είναι αυτές οι προτάσεις.
Ο χρόνος είναι κάθε πρόταση.


 

υπάρχουν εκατομμύρια λέξεις


Ευτυχώς, υπάρχουν εκατομμύρια λέξεις
να σε γλιτώσουν από ότι θες να πεις
σε κανέναν τους
ειδικά όταν όλοι τους ακούνε
με μάτια, με χέρια, με πόδια
χωρίς να γνωρίζουν
τη φωνή σου
ή το πως μοιάζεις στις 6:00 π.μ.
ή το σημείο απ’ όπου ποτέ δεν έφυγες
όταν κι ο τελευταίος άνθρωπος
αποχώρησε
αναζητώντας σε.


 

Λίγες ώρες πάντα


Η Κυριακή δεν μιλάει πολύ.
Όλο το πρωί κάθεται ήσυχα δίπλα σε μια γυναίκα
πίνοντας καφέ και καπνίζοντας.
Η γυναίκα συγυρίζει και μαγειρεύει. Μια δυο
κουβέντες όλες κι όλες για τις υποχρεώσεις του νοικοκυριού.
Μετά το μεσημεριανό η γυναίκα φεύγει.
Η Κυριακή πίνει έναν ακόμη καφέ.
Έπειτα όλα παραμένουν αδιάφορα, βουβά
και σκοτισμένα. Που και που αναρωτιέται
αν έχει ξεχάσει κάτι να κάνει. Ποτέ δεν βρίσκει κάτι.
Λίγες ώρες πάντα μέχρι το βράδυ και πέφτει να κοιμηθεί.