Η άκρη της νύχτας πάντα σπάει έναν άδειο καθρέπτη.
Το θέμα είναι να βρίσκεσαι στη σωστή μεριά.
Ή να χεις προ πολλού χάσει τα πάντα.

Το τώρα μανιάζει στην αιωνιότητα όπως μια μάνα που κυοφορεί και που ποτέ της δεν λυτρώνεται από την εγκυμοσύνη τούτη, κρατώντας για πάντα ζωντανό βαθιά μέσα στα σπλάχνα της αυτό που κάποτε, σίγουρα, θα την εξοντώσει. Είμαστε εμείς αυτοί που είτε θα την βοηθήσουμε να γεννήσει το παιδί, με όποιον τρόπο ο καθένας μας διαλέξει από όλους τους τρόπους που είναι τα μάτια ή τα χέρια ή ως και το μικρό νυχάκι του εσαεί νεογέννητου μονάκριβου μωρού, κι ευθύς μπορέσει η δόλια μάνα να σβήσει, να εκμηδενιστεί στο πρώτο κλάμα του αιώνιου βυζανιάρικου που είναι το ένα όλο, αυτό που άλλο δεν είναι και δεν μπορεί να γίνει, όπως το ένα στο μηδέν αντίκρυ πάντα στέκει, είτε θα την κρατήσουμε για αυτό το τώρα ζωντανή μέχρι κι οι δυο τους μόλις σε μια στιγμή, μαζί και μεις κι όλα μαζί, χαθούμε μια για πάντα.

Εύκολα κλείνουν τα φώτα στα απέναντι σπίτια.
Το ίδιο εύκολα με το αεράκι που σου ξεχνάει ποιος είσαι.
Λιγάκι πιο εύκολα από αυτό που χει για πάντα πια χαθεί.

Χαλίκια, μικρές γκρίζες πέτρες, ξερά πλατανόφυλλα σκόρπια τριγύρω, ξέφτια γρασιδιού, κλωναράκια αγριόχορτων σε συστάδες, πέτρες μεγάλες και κοτρόνες κι αμέσως το κύμα, σιγανό και άσβεστο, καλαμιές που λυγάνε τις πράσινες κορφές τους στον αέρα που όλο φτάνει με το γαλάζιο νερό σαν να ‘ρχεται από πάντα κι απέναντι οι λευκές τελίτσες των σπιτιών, τα αφράτα πράσινα βουνά να ανεβαίνουν ψηλά και δυο κορφές ξοπίσω να χάσκουν ως το τέρμα, ξερές και σίγουρες πως εκεί τελειώνει το βλέμμα κάμποσων σαν κι εμένα, ανάμεσα τους κι εγώ, σαν αυτούς κι εγώ να κοιτώ ως εκεί, όλοι μαζί να το βλέπουμε κι εγώ να το βλέπω, όλο αυτό που εκτείνεται ως πέρα και μας ανταποδίδει τους χαιρετισμούς, τις ευχές και τα γλυκόλογα, και την υπόσχεση πως υπήρξαν κι άλλοι εδώ, όπως κι εγώ και συ και εγώ, σε ένα σημείο σαν κι αυτό κι οποιοδήποτε άλλο σιμά του, και θα υπάρξουν κι άλλοι, όπως μαζί οι δυο μας κι όλοι οι υπόλοιποι και συ και εγώ είμαστε εδώ, είναι βέβαιο πως θα υπάρξουν κι άλλοι σαν εμάς και σαν εμένα που θα μας σκεφτούν κι ας μην μας ξέρουν και θα νιώσουνε απλά και μόνο κοιτώντας το τοπίο πως όλοι μας είδαμε το ίδιο πράγμα, τον έναν, τον άλλον κι όλους μας μαζί κι εμένα να κοιτώ και να αγναντεύω πέρα μακριά ως τον ουρανό, τα σύννεφα κι ένα λευκό κομμάτι φεγγαριού πάνω από όλα.

Το φως του στύλου, χιλιορηματικό και αχλογάλανο, φέγγει συγχρόνως, τα σκούρα οξυδερκή σιγοπράσινα φύλλα των χαμόδεντρων, στο σοκάκι που βλέπω από την θέση μου σε έναν ακόμη κόσμο, όμοιο με οποιονδήποτε συνηθίζει να ταυτίζει σκηνές σαν κι αυτή ως το στερνό αντίο στον ίδιο τον κόσμο αυτόν. Όταν το αεράκι που αναγλυφά την στέρεη κοίτη τόσων και τόσων γραμμών, διαγώνιων και παράλληλων, τεθλασμένων και μη, μπορεί κάλλιστα να προφέρει και τα ονόματα αυτών ή μήπως να χαρίσει την έπαλξη μιας ανταύγειας της πεισιθανάτιας σιωπής τους, τότε ακόμα κι ο λόγος των ποιητών είναι αντάξιος της μοίρας τους. Όλα συμβαίνουν με ένα αδυσώπητο ψέλλισμα, ένα ασίγαστο μουρμουρητό, ανόητου και διαφανούς, κάτι μεταξύ αυτού που είναι κι αυτού που ποτέ δεν θα συμβεί.

Ο αέρας δεν είναι ένα ρήμα
όταν κυριεύει τον τρόπο που σιωπάς.
Είναι μια φουσκοθαλασσιά επιθέτων,
ικανή να συντηρήσει
το τρεμοφέγγισμα της αναπνοής σου,
ίσα ως την απόδειξη του στήθους
και της καρδιάς σου πιο μέσα,
μικρά λαμπυρίσματα ανώδυνων θανάτων.

Πέρα από την άγραφη θάλασσα, τα χαλκοπράσινα βουνά, αζύγιστα και φρόνιμα, με τις ρυτίδες τους και τις ουλές τους, σκαμένες στην πέτρα και λειασμένες από ξερό, ασυλλάβιστο χώμα, κουβαλούν τις ρυθμικά στροβιλιζόμενες ανεμογεννήτριες που παραχαράσσουν τον ορίζοντα σε ένα παιχνίδισμα ολωσδιόλου ανθρώπινο. Ο ήλιος θριαμβεύει στις πλαγιές καθώς χρυσίζει απαλά στα τελευταία του σινιάλα, αφήνοντας την σκιά από την άλλη μεριά να βαθαίνει, έως την κοιλάδα ενός μυστικού που αδημονεί να αναδυθεί. Δυο γλάροι φτεροκοπάν διακριτικά πάνω στις ρίζες του κύματος, ολόγυρα στην βάρκα που υπενθυμίζει στο τοπίο, αν και φευγαλέα, ποιος το οδηγεί στο βέλος του χρόνου. Σίγουρος πια για την έκβαση των χρωμάτων και των σχημάτων, αποφασίζω να κλείσω τα μάτια, αφήνοντας απέξω όλα τα στίγματα του αναπάντητου φωτός, για να διαβάσω την αμήχανη φλέβα της αναπνοής μου.

Δρόσιζε και γλύτωνε τα μάτια της πάνω στα φρεσκοπλυμένα, εφηβικά μπουτάκια που διάβαιναν την πόρτα του ναού. Μέχρι και τις μεγάλες, φαρδιές γάμπες, τυλιγμένες μέσα στα χοντρά καλσόν κατάφερνε να συνταιριάξει με τον δεκαπενθήμερο ήλιο του Αυγούστου και την ομορφιά της απώλειας, ενός ακόμα καλοκαιριού ή και όλων μαζί. Μα τι στο διαόλο, απορούσε κι έγλυφε τον ιδρώτα που κυλούσε από το μέτωπό της, ως τις ρίζες της συκιάς που βόλευε το μπανιστήρι της. Μπαίνουν μέσα σε ένα σπίτι, μόνο και μόνο για να βγουν απ’ αυτό. Και που θα πάνε; Εδώ θα ‘ρθουν.

Κάτι έχω κάνει και γω που να μην έχει σημασία.
Ελπίζω το μέλλον να με γλυτώσει για αυτό.
Ή ας είναι ο ίδιος αέρας που πετάει στην χλόη.
Μια φροντίδα λιγότερη για ότι απομένει.