τίποτα


Συμμαζεύω, κάπως πρόχειρα, το γραφείο μου.
Τσεκάρω τις σημειώσεις μου.
Βάζω, συγχρόνως, ένα δίσκο να παίζει.
Ανοίγω τον κειμενογράφο.
Ανάβω τσιγάρο.
Περιμένω, κάμποσα λεπτά, μα δεν φαίνεται τίποτα.
Ανάβω ένα τσιγάρο ακόμα.
Τίποτα, πάλι.
Έτοιμο κι αυτό το ποιηματάκι.


 

Advertisements

αναπνοές και βογγητά


Τόσοι πολλοί στίχοι για το πως και το γιατί
που ξεχάσαμε να φέρουμε τα δώρα.
Άντε βρες τώρα τι να σημαίνει κι αυτό.
Πάλι καλά που μερικοί αναπνέουν και βογκάνε
και σκάει λίγο το χειλάκι μας.


 

Ημιτελής


Γράφω περισσότερα απ’ όσα μπορώ να γράψω.
Γράφω περισσότερα απ’ όσα νιώθω να γράψω.
Γράφω περισσότερα απ’ όσα ξέρω να γράψω.
Γράφω περισσότερα απ’ όσα αντέχω να γράψω.
Γράφω περισσότερα απ’ όσα έζησα μόνος μου ή μαζί σου.
Μα είναι πάντα λιγότερα απ’ όσα θέλω να γράψω.
Είναι πάντα πολύ λιγότερα απ’ όσα πρέπει να γραφτούν.


 

Το ίδιο λευκό


Στο ίδιο λευκό υπήρξανε κι υπάρχουνε οι ποιητές.
Ε, λοιπόν, το ίδιο λευκό κι εγώ κρατώ
λευκό όσο αντέχω.
Το ίδιο λευκό μαθαίνω να ζω, να αγαπώ
με όσο λευκό υπάρχω.

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

Λίγο πριν κοιμηθώ ονειρεύομαι


Στο ίδιο λευκό χαρτί υπήρξαν κι υπάρχουν όλοι οι ποιητές του κόσμου αυτού.
Σίγουρα μερικοί υπήρξαν κι υπάρχουν και σε μέρη άλλα από αυτό.
Ο στίχος αυτός δεν σκοπεύει να τους μνημονεύσει.
Ούτε καν να πλαγιάσει δίπλα τους.
Ο στίχος αυτός είναι απλά η υπενθύμιση πως
αρκεί ένας στίχος για να υπάρξεις και να υπάρχεις.
Σε ένα λευκό χαρτί ή ακόμη και σε μέρη άλλα από αυτό.


 

Οικογενής


Βαριανασαίνει ο θόλος της γενέτειράς μου.
Μητέρα κι αδελφή γίνανε οι φίλοι μου μα κι οι γνωστοί.
Όλοι τριγύρω συγγενείς, αγαπημένοι.
Υφαίνουνε, σταδιακά, την ενηλικίωσή μου.
Πόσες προσδοκίες τους βρίσκονται, βαθιά, μες στη σιωπή μου.


 

Υστεροφημία


Όλα, επιτέλους, πάνε καλά.
Κατάφερα να μάθω στα πουλιά να πετάνε.
Κατάφερα να μάθω στα σκυλιά να αλυχτάν.
Κατάφερα να μάθω και στους ανθρώπους να με αγαπάνε.
Να λεν το όνομα μου σαν μια οποιαδήποτε λέξη.
Ως και τον ήλιο κατάφερα να μάθω να ανατέλλει και να δύει.
Κι όλα αυτά με ένα τόσο δα, μονάχα, μικρούλι θάνατό μου.


 


Το πρώτο πρόσωπο είναι αυτό που ποτέ δεν θα γίνουμε. Είναι, απλά, η αναπόφευκτη συνθηκολόγησή μας. Είμαι, μονάχα, η ενορατική αγάπη μου για αυτούς που κάποια μέρα θα κατέβουν στο δρόμο, γυμνοί κι αλαλάζοντες, και θα σπείρουν τα πιο όμορφα ποιήματα, σκέτα, βδελυρά κατακάθια του μητροπολιτικού ουρανού, μες στις κεφάλες όλων των φαινομένων εξουσίας και πόνου. Εμείς που θα ψηλαφίσουμε το πλαδαρό σώμα των ιδεών του πανοράματος και θα του ξεριζώσουμε την καρδιά με μια μόνο λέξη.


Το πρώτο πρόσωπο είναι μια αυταπάτη. Μια φαινομενικότητα μαρτυρική, αποβιβασμένη στις πλάτες μας από την εποχή του Θεού, συντηρημένη από χιλιάδες φυλακισμένα κορμιά κι εκατομμύρια υπόδουλες λέξεις. Κατακρήμνισε τα μάτια σου, τη μύτη και το στόμα σου, γίνε ολάκερο το φως μέσα στην αγκαλιά του σκότους. Όλα τα ακατανόμαστα, άγνωστα στοιχεία της απουσίας της φύσης. Κατονομάσου ως εμείς, ο υπέροχος ήχος που, πληρεξούσια, απαγγέλει τον κόσμο.


Αμυχή


Η καταλληλότερη εκκίνηση είναι αυτή που καταφέρνει να καλύψει γρήγορα τη λευκή αυτή σελίδα. Εξάλλου ούτε κι αυτές οι αράδες θα αποτελέσουν ένα κείμενο με κάποιο συγκεκριμένο στόχο ή κάποια σημασία τόσο για μένα όσο και για σας. Θα μπορούσα κάλλιστα να χαράζω γραμμές, λεπτές, παχιές γραμμές, ασύμμετρες κι απροσδιόριστες. Θα μπορούσατε κάλλιστα να σταματήσετε να διαβάζετε τώρα. Αντ’ αυτού εκπίπτουν λέξεις, προτάσεις που δεν προτάσσουν παρά τον ειρμό ενός μυαλού, συνηθισμένου όσο και η ήττα που προσπαθεί να διαχειριστεί. Γιατί κανείς δεν κατάφερε ποτέ να γράψει τη φράση που θα τον απελευθέρωνε. Ακόμα κι αν αυτή είχε τη φωνή του ίδιου του διαβόλου. Στρατιές ατέλειωτες, πυκνογραμμένων, σελίδων βρίσκονται πάντα δίπλα σου για να το αποδείξουν. Κάποια αμυχή, λόγω του αδιάκοπου στροβιλισμού, σίγουρα έχει δημιουργηθεί, μα είναι απλά το άδηλο μερίδιο της ευτυχίας που σε παρακινεί, με παρακινεί να συνεχίσω να συντάσσω αυτό το κείμενο, προς πείσμα όλων και κυρίως εμού του ιδίου. Του τυχοδιώκτη, του μπαγαπόντη, του ελπίζω επιτέλους, ίσως, στην επόμενη πρόταση κάτι να φανεί. Ένα παλίμψηστο αέναο, της ίδιας της ανάσας της γης και του ουρανού, όλων όσων ποτέ δεν συνέβησαν και όλων όσων ποτέ δεν θα συμβούν. Ένα περιθώριο από το οποίο μπορώ να αγναντέψω τον κόσμο, πέρα από την ατυχία μου να είμαι ο κόσμος αυτός. Στοιχηματίζω συνεχώς, σε μια άγνωστη λέξη, χωρίς τον ορισμό της, χωρίς την παραμικρή πίστη σε αυτήν, πως κάποια μέρα, ίσως και μετά από χρόνια πολλά κι ακόμη περισσότερα, αυτή θα συμβεί, με τον τρόπο που επιθυμώ να είμαι, κι αυτή από μόνη της θα καταφέρει να με κάνει όλα αυτά που ακόμη τώρα δεν γνωρίζω και δεν θέλω να γνωρίσω, γιατί αυτό θα ήταν οριστικά το τέλος μου. Το μέλλον είναι η μοναδική μου κληρονομιά. Ένα μέλλον που πιθανότατα δεν θα συμβεί ποτέ. Αυτό μόνο αρκεί, αυτό επιτάσσει αυτή τη στιγμή, κάθε στιγμή, που πληκτρολογώ σαν άδειο κουφάρι, κενά νοήματα κι αδιόρατες λέξεις. Ένα συνονθύλευμα από το οποίο, ταυτόχρονα, προσπαθώ να ξεφύγω και να  ταυτιστώ. Να μετατρέψω αυτή την ακατάσχετη ροή, την ξέπνοη, στο χρόνο που χρειάζομαι για να αγαπήσω και να αγαπηθώ. Ο χρόνος αυτός δεν μπορεί παρά να είναι ο χρόνος ολόκληρος. Μήτε μια σπιθαμή λιγότερος. Μονάχα αυτός, στο δυσβάσταχτο μέγεθος του, μπορεί να ετυμηγορήσει για μένα και για τον καθένα μας. Δεν ζητάω λιγότερα από ότι αρμόζουν σε οποιονδήποτε κι οτιδήποτε ανάπνευσε ποτέ εδώ, στα μικρά μας λογύδρια,  στην άκρη της γλώσσας, στην άκρη του κύματος, στην άκρη του ουρανού. Ταυτοποιείται το όραμα μου με την διαδοχή των ζωών που θα κατακλύσουν την έρμη μου καρδιά. Μια ακόμη πρόταση, μια ακόμη ζωή ευαγγελίζεται την έξοδο από τον παράδεισο στο πάνδημο σύμπαν. Εκεί που εγώ, εσύ κι οι άλλοι, εναγκαλισμένοι σε μια οποιαδήποτε στιγμή, μες στο απειρόθμενο λεξιλόγιο της πλάσης, απαγγέλουμε τους εαυτούς μας, ως κάτι που δεν είναι τίποτα άλλο, ως αυτό που είναι τα πάντα.



Ο Α δεν γουστάρει τον Β
ο οποίος Β δεν γουστάρει τον Γ
ο οποίος Γ δεν γουστάρει τον Δ
και ούτω καθεξής.
Εγώ πάλι αγαπώ τον καθένα τους ξεχωριστά
και τους μισώ όλους μαζί.


 

Σουέτ


Ντυμένος σαν ψάρι στην έρημη πόλη
Είναι απόλυτη τρέλα
Κι όμως είμαι τόσο χαριτωμένος
O.D.

Ντυμένος σαν αναστολή στο δεξί σου μάτι
Είναι τόσο γλυκό
Κι όμως είμαι τόσο λυπημένος
O.D.

Είναι αλήθεια όλα όσα λέγονται
Και για τους δυο μας


 

ερωτηματικό είναι το μυστήριο


Είναι όταν καταλαβαίνω πως ζω που σε αγαπώ τόσο ή
μήπως είναι όταν καταλαβαίνω πως σε αγαπώ τόσο που ζω;
Είναι όταν νιώθω πως γίνομαι άνθρωπος που θέλω να γράψω ή
μήπως είναι όταν νιώθω πως θέλω να γράψω που γίνομαι άνθρωπος;
Είναι όταν αναγνωρίζω πως όλα απομακρύνονται σιγά σιγά που σιωπώ ή
μήπως είναι όταν αναγνωρίζω πως σιωπώ που όλα απομακρύνονται σιγά σιγά;


 


 

Ο ουρανός παύει τον ποιητή.
Το ίδιο κι η γη, με όλη της την ζωή.
Όταν αυτό είναι αυτό που είναι
κι όχι ότι σημαίνει ή ότι του μοιάζει.
Τότε που η γαλήνη ολούθε αντηχεί
ως το εξαίσιο τεκμήριο της δημιουργίας του.


το να τιτλοφορείς έχει τη χάρη του ασχέτως του κειμένου που ακολουθεί


Η εξίσωση της ποίησης δεν πρέπει να είναι αδύνατη.
Χίλιες φορές να είναι αόριστη παρά αδύνατη.
Τουλάχιστον έτσι θα ΄χούμε μια ζωή μπροστά μας.

Τα ζώα είναι σαν τη θάλασσα.
Σε μαθαίνουν να αναπνέεις.

Το μεσοδιάστημα είναι η μεγαλύτερη απόσταση.

Μπορούμε να προβάρουμε όλες τις αλήθειες του κόσμου
μα και πάλι θα κοιμηθούμε γυμνοί.

Με τόσο ξύλο που έχω φάει όταν δε σε δαγκώνω
πρέπει να θεωρείται αγάπη.

Όταν γεράσω και γίνω ανθρωπιστής μην παρερμηνεύσετε
την εξέλιξη αυτή ως κάτι άλλο από ενοχές.

Ο χρόνος σε τρώει κατάσαρκα. Ότι αγάπησες προβοκάρει το μίσος.

Σε όλη μου τη ζωή προσπάθησα να μην σκέφτομαι τίποτα.
Απέτυχα κι ιδού η απόδειξη.


 

η ποίηση τονίζεται στο γιώτα


Εδώ υπάρχω ως ποιητής, σ’ έναν χώρο που δεν μου ανήκει
και που αν πράγματι είναι χώρος δεν το γνωρίζω.
Ακριβώς έτσι συμβαίνει η γραφή
με πληρωμένο ρεύμα, με σπασμένο πρόγραμμα και με παροχή δικτύου
και δίχως την παραμικρή επίγνωση όλων αυτών.
Ακριβώς έτσι συμβαίνει κι η ανάγνωση
κι ως τώρα δεν θα μπορούσε να ‘χει γίνει αλλιώς.
Μα κυρίως έτσι καταφέρνω να υπάρχω ως ποιητής (γουάου)
αγνοώντας, στον κατάλληλο βαθμό, τι είναι αυτό που κάνω
και γιατί το κάνω, αφού μπορεί και γίνεται
δίχως κάποιον ιδιαίτερο σκοπό
δίχως απαραίτητο νόημα
δίχως να χρειαστεί να εξηγήσω οτιδήποτε
δίχως να χρειαστεί να αποδείξω οτιδήποτε
δίχως να χρειαστεί να αγοράσω και να αγοραστώ
δίχως το όνομα μου και τη διεύθυνση μου
δίχως γνωστούς κι άγνωστους
δίχως κολλητιλίκια
δίχως να σε χρειάζομαι άμεσα
δίχως να με χρειάζεσαι και συ
δίχως όλες αυτές οι λέξεις να αποτελούν ένα γαμημένο ποίημα.
Αν βέβαια βρεις κάτι να σ’ αρέσει ή
έτσι θες να πεις μια καλησπέρα θα είναι μεγάλη μου χαρά.


θα μπορούσα


Θα μπορούσα να γράφω μία και μόνο λέξη.
Μία και μόνο θα ήταν αρκετή, πιστέψτε με.
Και θα την έγραφα πάντα και παντού. Μόνο αυτή.
Θα την έγραφα ασταμάτητα. Με κάθε τρόπο δυνατό.
Αρκεί μονάχα να την γνώριζα λιγάκι.
Ή έστω, ρε γαμώτο, κάπως να μπορούσα να την πω.
Αντ’ αυτού πρέπει, ολοένα, να υπομένω τους στίχους μου.


 

Επεισόδιο 617


Ήξερα, δεν ήξερα, πως ήταν εκεί, ποιος ήταν εκεί, πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά, κάποιος, κάτι ήταν, δεν ήταν, δεν ήμουν σίγουρος για τίποτα πια. Αυτό ίσχυε κυρίως στο μικρό δωμάτιο στον 5ο όροφο της Ιλισίων για οποιοδήποτε πιστεύω και για οτιδήποτε είχα ποτέ σκεφτεί ή τώρα στις 4 π.μ. μπορούσα να υποθέσω. Πάραυτα κάτι σαν διάλογος είχε ήδη από καιρό αναπτυχθεί, ασαφής ως προς το αντικείμενο του και παντελώς απροσδιόριστος ως προς τον στόχο του κι έδειχνε πως θα συνεχιζόταν για πολύ ακόμα. Η σιωπή είχε προ πολλού απωλέσει την υφή της, καθώς κάθε στιγμή αποτελούσε κομμάτι αυτού του διαλόγου. Όταν έτεινα το χέρι μου στα τσιγάρα, όταν κουνούσα τα δάχτυλα των ποδιών μου ρυθμικά, όταν απλά ανέπνεα, αυτό σήμαινε κάτι που αργά ή γρήγορα θα έπαιρνε τη θέση που του ταίριαζε, δεν ταίριαζε, στην επικοινωνία, δεν ταίριαζε τίποτα κι όμως όλα επικοινωνούσαν, κολλούσαν πάνω μου, τρίβονταν το ένα στο άλλο, χάνονταν κάθε λέξη και κάθε έννοια κι απ’ την αρχή εφευρίσκονταν ο τρόπος να λέγονται όλα, να μην λέγεται τίποτα, να μην ξέρω τι κάνω, ποιος είμαι, ποιος είσαι, ποιοι είστε, γιατί δεν με αφήνετε ήσυχο; τι γυρεύει όλος αυτός ο κόσμος από μένα; σας το είπα χίλιες φορές πως το παιχνίδι αυτό κατάντησε κουραστικό, δεν ξέρω περί τίνος πρόκειται, δεν με ενδιαφέρει, δεν είμαι εδώ, που είμαι; η ώρα περνά, η ώρα πέρασε, αύριο θα ξυπνήσω αργά μα το υπόσχομαι θα βγω μια βόλτα, δεν θα σας ξέρω και δεν θα με ξέρετε, μην περιμένετε τίποτα άλλο, νύσταξα, θα κοιμηθώ, καληνύχτα, είπα καληνύχτα, καληνύχτα, λέω καληνύχτα, είπα καληνύχτα.


Επεισόδιο 242


Το μπιλιάρδο δεν ήταν καλή ιδέα. Αρκετές τρύπες είχαμε να διαχειριστούμε κι από μόνοι μας. Κι όλος αυτός ο περίγυρος με τα μπαστούνια στα χέρια με τρόμαζε περισσότερο. Στην κατάσταση που βρισκόμουν ήμουν το καλύτερο δυνατό θύμα. Ήμουν πεπεισμένος πως είμαι θύμα. Με τις διεσταλμένες κόρες μου, το μόνιμο σύγκρυο σε όλο το κορμί και τα λιγδιασμένα μου μαλλιά ένας άλλος προσδιορισμός θα ήταν τρελός. Προτιμούσα όμως αυτόν του θύματος κι αγωνιούσα ιδιαίτερα για την ανεύρεση, επιτέλους, του θύτη. Ίσως αν καθόμασταν εκεί και τρώγαμε και κάνα μπερντάκι ξύλο να ηρεμούσαμε. Εγώ τουλάχιστον. Αντ’ αυτού εσύ, πιθανώς περισσότερο τρομοκρατημένος από μένα, με πήρες και φύγαμε κι αφού τριγυρίσαμε λιγάκι στα πέριξ της πλατείας, βρήκαμε ένα μικρό παρκάκι και την πέσαμε στα παγκάκια. Τελικά, αν δεν μπορείς να αποφύγεις τη βία δεν πρέπει επ’ ουδενί να προσπαθήσεις να την παραπλανήσεις. Δεν πέρασαν λίγα λεπτά κι άρχισα να αφρίζω και να καίγομαι χειρότερα από πριν. Αρκούσαν τα μυρμήγκια που ανέβαιναν στα δέντρα να γίνουν η νέα χειρότερη απειλή μου, απροσδιόριστη ακόμη και για μένα αλλά αδιαπραγμάτευτη. Προσπαθούσες να με πείσεις πως θα χρειάζονταν εκατομμύρια από αυτά για να κινδυνεύσω, με κάποιο τρόπο, μα δυστυχώς το μισοσκόταδο της περιοχής πρόσφερε άμεσα ένα πλέον ακαταμάχητο επιχείρημα. Ρε μαλάκα δεν έχω σκιά. Δεν έχω σκιά. Κοίτα! Είναι αδύνατο κι όμως δεν έχω σκιά. Τι μου συμβαίνει; Φόρη δεν έχω σκιά. Είμαι νεκρός; Φόρη είσαι και συ νεκρός; Ρε μαλάκα φοβάμαι. Και συ φοβόσουν. Ίσως το αν είχα σκιά ή όχι να ήταν το λιγότερο που σε απασχολούσε. Μάλλον σκεφτόσουν τι στο διάολο έχω και γαμώ τις σκιές και πως επιτέλους ή θα σταματούσε όλο αυτό ή πως στο διάολο θα με ξεφορτωνόσουν ή τι να έκανες για να ηρεμήσω λιγάκι. Η πρόταση να πιούμε καμιά μπύρα με έκανε να αποσυντονιστώ κι όντως πήγες να αγοράσεις κι εγώ περίμενα να έρθεις, απλά λες κι όλα τα προηγούμενα δεν συνέβησαν ποτέ. Χτυπήσαμε από κάνα δυο κατά την διάρκεια των οποίων το φιλοσόφησα και σκέφτηκα πως το να μην έχω σκιά είναι το λιγότερο που θα μπορούσε να μου συμβεί εκείνο τον καιρό και στην τελική – γεία – δεν περνάμε κι άσχημα. Είμαστε φοιτητές, πίνουμε όλη μέρα, δεν έχουμε κάτι καλύτερο να κάνουμε κι η Κατερίνα μου δίνει που και που και κάνα γαμήσι οίκτου. Υπό το πρίσμα των τελευταίων σκέψεων κι επειδή κατάλαβα πως και συ ένιωσες άσχημα σου πρότεινα να κατέβουμε Εξάρχεια για καμιά μπύρα ακόμη. Και μόνο που χρειάστηκε λίγα λογάκια ακόμη του στυλ είμαι καλύτερα, λίγη μπυρίτσα ακόμα θα μου κάνει καλό, για να σε μεταπείσω από την αρχική σου άρνηση, απέδειξε τουλάχιστον για κείνο το βράδυ πως δεν πρέπει να είμασταν απόλυτα νεκροί.


Επεισόδιο 66


Στο λευκό φόντο αυτής της σελίδας παρατίθενται οι κατάλληλες ενοχές για κάθε λέξη που γράφεται. Κανένα άλλο σημάδι, πως τίποτα δεν αξίζει περισσότερο απ’ το τίποτα, δεν πρόκειται να ευαγγελιστεί κάτι διαφορετικό. Αν βέβαια θεωρηθεί πως οποιοδήποτε σημάδι θα μπορούσε να υπάρχει. Ακριβώς όπως οι φίλοι είναι μια αντανάκλαση που συμβαίνει ερήμην του ειδώλου. Με τον ίδιο τρόπο που η κοινωνία ανασυνθέτει όποιο εκλιπών κομμάτι της είναι αναγκαίο. Με τη δύναμη της αναντίρρητης αυταξίας της. Γιατί πως αλλιώς θα ήταν δυνατό το αποκύημα της φαντασίας αν αυτή δεν λογιζόταν ως ένα έγκλημα πολύ πρώτού ο θύτης το διαπράξει. Με άλλα λόγια αδιαφορώ παντελώς για την κατανόηση οποιασδήποτε έκφρασης μου, αναλαμβάνοντας βεβαίως το αντίτιμο ο περιβάλλοντας χώρος να γνωμοδοτήσει εναντίον μου.