τόση φασαρία
άνθρωποι διαφημίσεις
και συ τάντερα
που πάνω τους προβάλλεται το έργο
εγκαταλείπω την αίθουσα
μαθαίνω να μην απαντάω
στην σιωπή μου
μία μέρα πριν τελειώσει ο χρόνος
πάντα μια μέρα πριν
Μήνας: Δεκέμβριος 2025
στην παιδική χαρά τα παιδιά άλλαξαν
ο Νικόλας διαβάζει στο δωμάτιό του
πάλι φτάνει ένα ποίημα για σήμερα
η Μάρω παίζει με τα πεσμένα φύλλα
στην παιδική χαρά οι γονείς άλλαξαν
κάνα δυο παλιοί χαμογελάμε συνωμοτικά
Δισεκατομμύρια δώρα βγήκαν σήμερα έξω από το κουτάκι τους
Δισεκατομμύρια άνθρωποι για άλλη μια φορά δεν είχαν την ίδια τύχη
Δεν χρειάζεται κάποια ιδιαίτερη τεχνική
για να δηλώσεις ένοχος
Παραμένεις ο εαυτός σου
όταν δεν βλέπεις τίποτα γύρω σου
Λίγο παραπάνω με 120 χλμ την ώρα
Λίγο περισσότερο όταν ο ασθενής
επιζεί του αστείου
Δεχόμαστε την αλήθεια μονάχα
όταν αυτή κρέμεται πάνω από το κεφάλι μας
σαν σιωπή ή σαν υπόσχεση αυτής
Κάποιος βάζει τα λουλούδια στο βάζο
Κάποια επιστρέφει μες στη νύχτα
στο σπίτι δίπλα στο δάσος
Κανένας δεν θυμάται από που ξεκίνησε
όλο αυτό
Όλοι προσποιούνται πως δεν γνωρίζουν
το πως θα τελειώσει
Πολύ λίγος χρόνος για τόση βλακεία
Πάρα πολλά χέρια δείχνουν προς την ίδια
κατεύθυνση
Τρεις φιγούρες καταπίνουν κουτάλι
κουτάλι την παγωμένη λίμνη
Οι δυο αρρώστησαν κι ο άλλος ξεκίνησε
να σκάβει
Να χωρέσει το μυστικό
Το πιο συχνό λάθος
Την φτηνή λύση
Το ασήκωτο βάρος στην πλάτη του εργάτη
Τα τεμπέλικα χέρια του διαβόλου
Την ζωή που χτυπάει στις μπάρες
και πετάγεται ως το φεγγάρι
Μία στιγμή υπέρλαμπρου παρόντος
πριν όλες αυτές οι άχρηστες λέξεις
μας καταπιούν
Αμετανόητα δειλοί
Δεν θα υπάρξω ποτέ ξανά τόσο νέος
Ας ευχηθώ στην υγειά μου
Και στην δική σας
Έχω μεγαλώσει ήδη αρκετά
για να ελπίζω σε κάτι καλύτερο
Κοιτώ χαμηλά ουρανό ακούω
πάνω στα πεζοδρόμια
η αναπνοή του
στα ατσάλινα κύματα της λίμνης
το παρήγορο βουητό
Την φωνή του πατέρα μου σαν μιμείται
όπως εκλιπαρεί για τον θάνατό του
μες στα κλινοσκεπάσματα
Της μάνας μου την προσταγή
να παραμείνω ζωντανός· πάση θυσία
Κι άλλοτε του φίλου μου λαλιά
σκορπάει ψηλά
στης Κύρα Βγένας το αφράτο χιόνι
Να ψηθεί ο καημός στα σύγκρεμα
να στάξει η πίκρα κι ο θυμός
να λαγαρίσει ο νους μου
Κοιτώ πάντοτε χαμηλά βαθιά
και πάλι προς τα μέσα
Ουρανό να ακούω
Η άφιξη μαζί κι ο μισεμός μου
Τυφλά υπακούοντας
την βαριά απόρθητη σιωπή του
είναι κουραστικό να έχεις
πάντα άδικο
αλλά είναι προτιμότερο
απ το να υπερασπίζεσαι
τον τρόπο που η Κυριακή
γίνεται Δευτέρα
ή η Δευτέρα
αυτή η αβίαστη επιμονή σου
να αφήνεις
όλους τους μαλάκες
να κυβερνούν τον κόσμο
και την ζωή σου
αχ! η ζωούλα μου
έτσι απλά χωρίς νόημα
αργά και απολαυστικά
μαθαίνω πως χάνομαι
στο σπίτι της αγάπης ήταν υπερβολικά αισιόδοξοι
με τέτοια βιασύνη δεν θα χρειαστούν πάρα λίγοι μήνες
για να μην θυμάται κανείς πως πήγαμε και μεις στο φεγγάρι
Εκείνο το καλοκαίρι ήταν πολύ βαρύ. Σουρούπωνε κάθε τρεις και λίγο, άλλαζε σε μεσημέρι μες σε ένα αναστεναγμό και πάλι βράδυ, πρωί, μεσημέρι, απόγευμα, χρόνος ατελείωτος και από την αρχή τελειωμένος. Εκατό κιλά το σώμα μου, τριάντα τα φάρμακα. Το βλέμμα στραμμένο μόνιμα προς τον βορρά. Προς τα εσπεριδοειδή της Άρτας. Προσποιούμουν πως την φανταζόμουν, αλλά το μυαλό μου δεν έφτανε να αγγίξει ούτε την πρώτη μας φορά. Επέμενα να προσπαθώ να δω ακόμη και πως την φίλαγε, τώρα, αυτή την αδίστακτη στιγμή, εκείνο το κωλόπαιδο, εκείνος ο χωριάτης, ο παιδικός της φίλος, ίσα για να κάνω την καρδιά μου να σφιχτεί, να την νιώσω να πιέζεται μέσα στο στήθος μου. Μάταια. Ήμουν ήδη νεκρός. Με ένα τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλα που δεν πότιζε τα χείλη μου πότε. Ήμουν ένα άνυδρο και αφιλόξενο μέρος για κάθε υπόνοια ζωής. Σιχαινόμουν την ύπαρξη κι αυτή απλά αδιαφορούσε. Προσπάθησα να της τηλεφωνήσω μία φορά. Δεν πρέπει να ψέλλισα ούτε λέξη. Ήθελα απλά να δει, ή έστω να φανταστεί το πρόσωπό μου, δίπλα στο ακουστικό. Φανταζόμουν πως μπορούσε να καταλάβει πόσο πολύ λυπόμουν για την κατάστασή μου κι ήθελα κι αυτή να λυπηθεί μαζί μου. Αυτή θα ταν όλη κι όλη η αγάπη που ικέτευα να αποκτήσω από δαύτη. Δεν μπορούσα να έχω κάτι παραπάνω και δεν το ήθελα κιόλας. Από κανέναν. Ένα κρίμα το παιδί και ένα πω τον μαλάκα θα ήταν ικανά να μου χαρίσουν έναν ήσυχο κι ανονείρευτο ύπνο για τα επόμενα δύο χρόνια.
πάνε ολέ
φεύγουν
κανείς δεν έρχεται
και για ποιον λόγο άλλωστε;
Δεν παλιώνει αυτό, Ευγενία,
δεν παλιώνει ποτέ το κενό,
και ο τρόμος στα μάτια μας μένει
πως ψευδίζουμε σαν μαγεμένοι.
Οι άνθρωποι παλιώνουν, μαμά,
σε μια Κυριακή σιωπηλά,
ξεχνιούνται και φεύγουν μακριά ,
με μια ρημαγμένη καρδιά.
Δεν παλιώνει αυτό, Θανασάκη,
δεν παλιώνει ποτέ το κενό
και ο τρόμος στα μάτια μας μένει,
όπως λέμε έχε γειά πικραμένοι.
δεν παλιώνει αυτό, Ευγενία
ποτέ δεν παλιώνει το κενό
κι ο τρόμος στα μάτια μας
καθώς το κοιτάμε μαγεμένοι
οι άνθρωποι παλιώνουν, μαμά
σε δρόμους κυριακάτικους
ξεχνιούνται και φεύγουν
τραβάνε μακριά προς το κενό
με τα μάτια κλειστά
και την καρδιά ρημαγμένη
δεν παλιώνει αυτό, Θανασάκη
ποτέ δεν παλιώνει το κενό
κι ο τρόμος στα μάτια μας
καθώς κοιταζόμαστε πικραμένοι
να μάθω για την Κυριακή , από τι γράφεται ο αιώνας
αυτή η ατέλειωτη αναμονή, μέχρι να βγάλεις τις πιτζάμες
αόρατος, μες σε ένα πόλεμο παγερό και αδιάφορο
καραντίνα, νύχτα σε καράβι που μπάζει νερά
δεν έχει νόημα να πω πόσο ικανοποιημένος νιώθω
ζήτησαν τη βοήθειά μου
να τους μάθω μαθηματικά
για να υπολογίσουν τα λεφτά
να μπουν κρυφά στο αεροδρόμιο
να πάρουν ένα λεωφορείο
να πάνε στην Αυστραλία!
εκεί θα βρίσκανε τον χάκερ
κι άντε να τους εξηγήσω πως
εγώ είμαι απλά ένας καθηγητής
τι έγινε, Κωστάκη; σε γουστάρει το έρεβος;
Η δυσκολία όταν αρρωσταίνεις βαριά είναι πως είσαι αναγκασμένος να ωριμάσεις. Να μάθεις, άμεσα, να μετράς ανάποδα από οποιονδήποτε αριθμό, οποιουδήποτε συστήματος και να ξέρεις, ταυτόχρονα, πως ότι κι αν γίνει θα φτάσεις, εν τέλει, στην αγκαλιά του μηδενός. Να πατάς πάνω στο ελαφρύ χωμάτινο δρομάκι του πάρκου, καθώς το αεράκι σου φιλάει μυστικά το πρόσωπο, και να ξέρεις, ακαριαία, πως δεν πρόκειται να βρεις, ποτέ ξανά, τον δρόμο της επιστροφής. Να κοιτάς τους ανθρώπους, όπως και όσο μπορείς, και να αναγνωρίζεις στα μάτια τους όλα τα εκατομμύρια μακρινά αστέρια που τρίζουν πάνω στον παγωμένο χειμωνιάτικο ουρανό, δίχως να σημαίνουν τίποτα άλλο, από αυτό που για μια στιγμή είναι και χάνεται αμέσως μετά. Να νιώθεις αυτή την πραγματικότητα ως κάτι που σου ανήκει. Η δυσκολία όταν αρρωσταίνεις βαριά είναι πως πρέπει να σταματήσεις, επιτέλους, να είσαι παιδί. Πρέπει να μάθεις να κλαις από χαρά, γοερά και περήφανα, να μάθεις να υποφέρεις αβάσταχτα τον ήλιο που δύει μέσα στα φυλλώματα των δέντρων, να μάθεις να αποχωρίζεσαι κάθε στιγμή και για πάντα. Δεν μπορείς να πεθάνεις και να είσαι, ακόμα, παιδί. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει τίποτα. Κάθε γονιός το ξέρει. Όταν κάτι τέτοιο συμβαίνει, και συμβαίνει συχνά, το όνειρο διπλώνεται και ξεκινά, ξανά, από την αρχή. Πιο σκοτεινό, πιο άγριο, πιο παράδοξο κάθε επόμενη φορά. Συμβαίνει συχνότερα από ότι κάθε φυσικός νόμος θα μπορούσε να έχει προβλέψει. Κι, όμως, δεν μπορείς να πεθάνεις και να είσαι, ακόμη, παιδί. Πρέπει να μπορείς να προσθέτεις το άπειρο στην καρδιά σου και να κλείνεις τα μάτια, όταν ετοιμάζεσαι να καταβροχθιστείς από αυτό. Ένα παιδί είναι το άπειρο, αυτοπροσώπως, με τα μάτια ανοιχτά. Με τα χέρια απλωμένα. Με το στόμα ορθάνοιχτο. Δεν μπορεί το θαύμα να πλαγιάσει με τον Θεό. Μονάχα η καταστροφή κι ο όλεθρος μπορούν να ανεχθούν μια τέτοια αισχρή προδοσία. Εμείς, ευτυχώς, δεν θα χαρίσουμε πάρα την τρυφερή μας σιωπή στον χρόνο που κοιμάται στο κέντρο αυτής της μυστήριας σπείρας. Κάθε βράδυ, λίγο πριν κοιμηθώ, αναγνωρίζω τον πόνο και την απογοήτευση ως μια βεβαιότητα της ήδη προχωρημένης μου ηλικίας. Του, ήδη, έτοιμού μου οργανισμού. Ίσως, λιγάκι, λυπάμαι, ή ποθώ να ελπίζω πως ακόμη μπορώ, γιατί θυμάμαι, ακόμα, πως ήμουν παιδί. Είμαι, βεβαίως, ευγνώμων για όλα όσα έχω γίνει.
αφήνεις το χέρι ανθρώπων
που αγάπησες
δεν πέφτεις ή πετάς
δεν σημαίνεις ή σιωπάς
σημασία έχει πως χάνεσαι
Κυριακή πρωί
βαριά πλάτη αδέσποτη
σε σημαδεύει από μακριά
σηκώνεις τον γιακά
και τραβάς προς τον χαμό
ξημερώνει
ένας όρκος πίστης
στον εαυτό
που και πάλι θα σε προδώσει
δυο ποτήρια
που συνθλίβονται με δύναμη
το ένα πάνω στο άλλο
τα ρέστα
από ένα ποίημα
που ξοφλήθηκε χωρίς ντροπή