μαθητής την Κυριακή
κρύβομαι στην κρεβατοκάμαρα
από παιδιά και γυναίκα
διαβάζοντας Μούτις
κι ακούγοντας Love Supreme
Δευτέρα στον πίνακα
ζηλεύω το τελευταίο θρανίο
όπως προσπαθεί να μου κρυφτεί
αδιαφορώντας για το αν πράγματι
τα καταφέρνει
κοιτώντας έξω από το παράθυρο
διαβάζοντας σύννεφα
κι ακούγοντας το αίμα του να σφυρίζει

το φορτηγό με την παναγιά
έρχεται καταπάνω μου
τσαλακωμένα
του θανάτου μου τα νέα
πεταμένα στην άκρη του δρόμου
σκάλα δεμένη
στον φράχτη ακίνητη βουβή
τι κοιτάνε οι πλούσιοι απ’ τον λόφο τους;
γατούλα στην στάση των σκουπιδιών
στον φακό κατάματα
δελτίο σίτισης η Κυριακή
μουδιασμένος εκλιπαρώ για βοήθεια
διανύω τον δρόμο
που για πρώτη φορά
πέταξα
μέσα στο μικρό μου όνειρο
αφήνω ένα αγριόχορτο
στο παρμπρίζ του γείτονα
χαμογελώ στον γεράκο από τον άλλο χρόνο
δεν ακούω
τι προσπαθεί να μου πει° γελάει κι αυτός
σκύβει ο φίλος το κεφάλι
απομακρύνεται σκυθρωπός
κι εγώ
ουρανός φτηνός τσίγκος στη στάνη
αποφθέγματα του κώλου

Είναι πιο εύκολο να απέχω από το να αρνηθώ.
Είναι πιο εύκολο να μην είμαι από το να εξηγήσω ποιος είμαι.
Είναι πιο εύκολο να μην απαντήσω από το να τους δείξω το φεγγάρι.
Είναι πιο εύκολο να σφίξω τα δόντια από το να αφεθώ.
Είναι πιο εύκολο να κλείσω τα μάτια από το να διασκεδάσω.
Είναι πιο εύκολο να γλιστρήσω από το να δεχτώ την φιλοφρόνηση.
Είναι πιο εύκολο να φύγω από το να επιστρέψω ο ίδιος.
Είναι πιο εύκολο να πνίγω από το να καταπιώ την γλώσσα σου.
Είναι πιο εύκολο να καώ από το να περιμένω την άνοιξη.
Είναι πιο εύκολο να χαθώ από το να γυρίσω πίσω.
Είναι πιο εύκολο να κλέψω από το να σου πω την αλήθεια.
Είναι πιο εύκολο να λείψω από το να δηλώνω παρόν.
Είναι πιο εύκολο να σβήσω από από το να γράψω το όνομά μου.
Είναι πιο εύκολο να τραγουδήσω από το να σε πείσω.
Είναι πιο εύκολο να ξεχαστώ από το να πάρω ότι μου ανήκει.

η φλόγα του καντηλιού στο κατώι της γιαγιάς
το μωβ του Νοέμβρη πίσω από το φανάρι
η ευγνωμοσύνη είναι ένας χώρος μικρός
δυο βήματα μέχρι την άκρη της προκυμαίας
ένα φιλί στην μυστική καρδιά της παλάμης
οι ήρωες που ξεχάστηκαν στην πίσω σελίδα
το αντίο απλώνει την τρίτη διάσταση της αγάπης
εγώ είμαι ο χρόνος που χρειάζομαι για να ξεχάσω
ένα παιδί είναι ο ιερός προορισμός κάθε ιστορίας

πετάνε τα πουλάκια πάνω
από τις ταράτσες
κάθονται οι γέροι στη σειρά
και περιμένουν να σωθούν
να πιάσει το ξόρκι
κι οι όγκοι να γίνουν κομπολόι
να μακρύνουν τα μαλλιά
να νοτίσουν τα βλέφαρα
να γυρίσει η μάνα τους
και να τους πιάσει το χέρι
βουβά και ανέκφραστα
όπως κάνει η δικιά μου
καθώς ξημερώνει και πάλι
ο γερανός στο βάθος
στροβιλίζεται και πάλι
πάνω από τις ταράτσες
τα βαριά περιστατικά
προχωράνε σιγά σιγά
σύννεφα προς την θάλασσα

χειροκροτήσαμε τα παιδιά
για την υπέροχη γιορτή τους
το πολυτεχνείο ζει
κι η μεταπολίτευση το ίδιο
και η μετατροπή του όχι
σε μια ρημαγμένη χώρα ζει
και η μαφία βασιλεύει!
και τα παιδιά το ξέρουν
πως μετά την συγκίνηση
ακολουθεί η απελπισία
και πως αυτή είναι σίγουρα
η τελευταία φορά στα αλήθεια
που κάποιοι τα χειροκροτούν
γιατί φωνάζουν δυνατά
ψωμί, παιδεία, ελευθερία
σε κάθε γωνία αστυνομία
1.3.1.2. μίσος κι αηδία
μια κοινωνία σε αφασία
φτάνει πρεσβεία η πορεία

το καφενείο της Περδικόβρυσης
ένα βράδυ φθινοπώρου με βροχή
αυτό είναι το μέρος το σωστό
να μας βρει εκεί, στο τραπεζάκι
δίπλα στη σόμπα, με γεμάτο ποτήρι
η Δευτέρα Παρουσία του Θεού
να μην ξέρει ο καημένος ο Χριστός
αν μόλις αναστηθήκαμε και μεις
ή είμαστε νεκροί εκεί στη γωνιά μας
εδώ και πολλά εκατομμύρια χρόνια

αυτό είναι το μέρος που νικάω
το μέρος από όπου θα επιστρέψω
σαν αυτό που πραγματικά είμαι
ο τελευταίος στίχος σε ένα έτσι
κάπως συννεφιασμένο ποίημα

τόσο μικρή η ζωή
και τόσο μεγάλα τα κύματα
αυτή η ερημιά καταμεσής του δρόμου

τόσο μικρή η ζωή
και τόσο μεγάλη η τρύπα που χορεύει
στο κέντρο του γαλαξία

πως να περάσεις απέναντι;
πέφτοντας με ορμή με τα μάτια κλειστά

Βοηθάω τα παιδιά να γράψουν ποιήματα.
Γράφουν για τη μάνα τους.
Η δική μου μητέρα με βοηθάει
να παραμείνω ζωντανός.
Δεν μιλάω ποτέ για αυτήν
αφού τα ποιήματά μου της ανήκουν.

να ξυπνάς Κυριακή από Σάββατο στο κρεβάτι
να ονειρεύεσαι Παρασκευή από Τρίτη στο φανάρι
να καταριέσαι Δευτέρα από Κυριακή στον καφέ
να τραγουδάς Παρασκευή από Δευτέρα στο αμάξι
να σιωπάς Τετάρτη από Τρίτη στον καναπέ
να πετάς Πέμπτη από Τετάρτη στο καφενείο
να γιορτάζεις Παρασκευή από Δευτέρα στον πίνακα
να βουλιάζεις Σάββατο από Κυριακή στο βουνό
να εύχεσαι Δευτέρα από Σάββατο στην λεκάνη
να ξεχνάς Κυριακή από Σάββατο στο κρεβάτι
να λυπάσαι Κυριακή από Παρασκευή στο παράθυρο

καθόταν και υπολόγιζε
το τέλος της ζωής του

μα όσο κι αν προσπαθούσε
και σημείωνε και τράβαγε γραμμές
πάντα του ξέφευγε

λίγο μπροστά, λίγο πίσω
αγαπώντας τους ανθρώπους πολύ
και μισώντας τους μετά περισσότερο

όσο κι αν προσπαθούσε
δεν έφτανε ποτέ εκεί

στο σημείο από όπου
τίποτα
πια δεν έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία

στο σημείο από όπου
μπορείς μονάχα να συνεχίσεις να ζεις

λίγο μπροστά, λίγο πίσω
μέσα στο τέλος

ανά πάσα στιγμή

αγαπώντας τους ανθρώπους
για αυτό που πραγματικά είναι

το νήμα
που ορίζει τον τερματισμό

ανά πάσα στιγμή

λίγο μπροστά, λίγο πίσω
μέσα σε αυτήν την καρδιά που σπάει
σε χιλιάδες κομμάτια ουρανό

βρέχει μες στο κεφάλι μου όλη τη γαμημένη νύχτα
λασπουριά και υγρασία που σφίγγει το λαιμό
χρειάζονται μερικά καλά πατήματα
για να φέξει το φεγγάρι πάνω στα βρωμόνερα

Υπάρχει ένα συγκεκριμένο σημείο στην αφήγηση από όπου μονάχα ένας πραγματικά καλός συγγραφέας μπορεί να σε γλυτώσει από όσα ήδη έχουν γραφτεί.

τις περισσότερες φόρες το αστείο είναι κρύο άλλα το γέλιο είναι ο μόνος τρόπος να συνεχίσεις και να ετοιμαστείς για το επόμενο