μια θέση

στο Περνώντας με πορτοκαλί

Σταματήσαμε στο κόκκινο φανάρι.
Εξαρχής γνωρίζαμε πως θα καθυστερήσει να αλλάξει χρώμα.
Τα πρώτα λεπτά ακινητοποιηθήκαμε στην πορφυρή σιγή του σηματοδότη.
Στις ώρες που έφτασαν διασχίσαμε την τρέλα σε όλες της τις αποστάσεις.
Γελάσαμε σαν μελλοθάνατοι , βρίσαμε πρωτόπλαστους Θεούς
ικετεύσαμε οτιδήποτε πληροί ικεσίας
ώσπου ο χρόνος αφανίστηκε
στην πιο λιτή απουσία
ασπάζοντας μας στο άπειρο μιας θέσης στο πουθενά.
Τα χρόνια που ακολούθησαν φέραν πολλές γενιές
στο ίδιο πάντα σημείο
να ατενίζουν, άλλοτε με λατρεία κι άλλοτε με απέχθεια
το αέναο κόκκινο φως
μα σε κάθε περίπτωση ελπίζοντας
σε έστω και ένα στιγμιαίο αναβόσβημα του λαμπτήρα.

Σήμερα φάνηκε όλοι να ξέρουν
ο ένας τον άλλο
και να διασκεδάζουν με αυτό.
Εγώ πάλι κοιτούσα δεξιά κι αριστερά
γυρεύοντας σε
ξέροντας καλά πως ευτυχώς
δεν υπάρχεις.
Έπειτα φιληθήκαμε
και γύρισα σπίτι
για να σε αγαπήσω.
Ή κάτι τέτοιο.
Ελπίζω αύριο να σε ξαναδώ.

Αηδία

Η πολιτική, το χρήμα, σε αρκετές περιπτώσεις
και το σεξ
δεν είναι παρά απλές προσόψεις
της βαθιάς αηδίας που τρέφουμε
ο ένας για τον άλλον.
Η λίστα οφείλει να συμπληρωθεί
με πολλές ακόμα λέξεις
που χαριτωμένα ξεστομίζεις ολοένα
με την ελπίδα
να μην αγοράσεις όπλο.
Ή τουλάχιστον να μην αγοράσει ο γείτονας.

φάρσα #2

08 11 14 22 28

Τα παιχνίδια στην κατανόηση τους αποζητάν το κατάλληλο μερίδιο μοναξιάς για όλους του πιθανούς συμπαίκτες. Όσοι περισσότεροι τόσο μεγαλύτερο το μερίδιο.

17 20 23 32 35

Όταν κάτι επιβεβαιώνει τον χαρακτήρα της συνήθειας επικαλείται ένα άλλο όνομα κάθε φορά για να αποζημιωθεί.

07 17 19 20 28

Κι υπάρχει ακριβώς το μεταίχμιο όλων των πιθανών λύσεων της ιστορίας που σε αποπληρώνει για όλες όσες εν τέλει θα αποτύχουν.

10 23 24 36 39

Τώρα όπως άλλωστε τότε είναι η καθημερινή δυσανεξία ενός επιπρόσθετου παρόντος που αδημονεί να κυριαρχήσει από αύριο.

Μπλε χάσμα

ble

Κοιτώ την βιβλιοθήκη μου. Ένα κήτος ξεβρασμένο στο δωμάτιο ενός διαμερίσματος μιας πολυκατοικίας που από συνήθεια αποκαλώ σπίτι. Όσο αδυνατώ να πιστέψω πως είναι νεκρό χαϊδεύω το μαλακό του δέρμα, ανασηκώνω τα πτερύγιά του κι όταν ολοένα υποθέτω πως αναγνωρίζω το κεφάλι του αρχίζω να απαγγέλω ότι μπορώ να ανακαλέσω από τα τόσα που μου έχει μάθει. Δεν ήταν πάντα φάλαινα, μήτε καν το επιδέξιο δελφίνι που για χρόνια συντρόφευε εκείνο το αέναο καλοκαίρι της πρώτης μου αγάπης για τον βυθό. Ξεκίνησε από ένα μικρό, φοβητσιάρικο ψαράκι, δώρο της μητέρας μου θαρρώ, κάτι για να περάσω δημιουργικά την ώρα μου. Πολύ αργότερα το ψαράκι απέκτησε φίλους, ιδιαίτερα, παράξενα πλάσματα της θάλασσας που δίχως να το ξέρω γινόμουν σιγά σιγά. Ήταν ακόμη ο ήλιος ψηλά όταν ένιωσα το ζώο να με προστατεύει και να με βοηθά να ξαναβρώ τον δρόμο μου προς τα ανοιχτά. Καθώς ο ορίζοντας πλάταινε και το κύμα θέριευε γεννήθηκαν αγέλες κι έπειτα οι αγέλες μεγάλωσαν και γίνηκε η φάλαινα που ακόμη σήμερα προσποιούμαι πως συντηρώ στην λακουβίτσα με νερό που μου αντιστοιχεί. Οι ωκεανοί που άλλοτε υποσχόμουν πως θα με ανακαλύψουν, με σύντροφο και οδηγό την μεγάλη μου μπλε φάλαινα, δεν υπολόγισαν ορθά την άρνηση του έρωτα στο χάος και στη γη να γίνουνε ζευγάρι κι αρκούσε μονάχα λίγη ζωή ακόμη με τα μάτια κλειστά και τα χέρια δεμένα για να βρεθώ ναυαγός και διψασμένος, ανήμπορος να φροντίσω τον μεγαλοπρεπή μου αδερφό και να εξαρτώμαι από λίγες σταγόνες βροχής για την ανάμνηση και μόνο όσων ποτέ κι αν καταφέραμε να είμαστε. Όσο κοιτώ τα βιβλία μου νιώθω το χάσμα μεταξύ μας να μεγαλώνει. Ξέρω πια πως το μόνο που μου μένει είναι να φτάσω ως την πρώτη ακροθαλασσιά και κει να αφήσω το κουφάρι τους να το πάρει το κύμα.

 

έχω ήδη σβηστεί

Από το μία παρά τέταρτο μαξιλάρι καμπάνα το χάος.
Τρέμει το σκοτάδι μην αγιάσει.
Οι άνθρωποι όπως το σύμφωνο διαδέχεται το φωνήεν.
Αν ήταν όμως άνθρωποι ή δεν ήταν μια σταγόνα νερό
στην πορεία της προς το χώμα.
Κάθε λέξη στην θέση της και μία θέση για κάθε λέξη.
Αν ήταν όμως λέξεις ή δεν ήταν η ίδια σταγόνα νερό
στην πορεία της προς τον ουρανό.
Την στιγμή που η επιθυμία αχνοφέγγει μισάνοιχτη πόρτα
έχω ήδη σβηστεί από την επιφάνεια του κρεβατιού.

φάρσα #1

07 09 12 18 24

Από παιδί σε παιδί σε ένα ακόμη παιδί το μόνο που παραμένει σταθερό είναι το κόστος που η αθωότητα απαιτεί για να παραμείνει μοιραία.

02 13 15 27 29

Λίγο λιγότερο παιδί είναι η συσσωρευμένη γεύση φθινοπώρου Μάη μήνα.

08 16 24 32 35

Μεταβαίνοντας στην τρίτη δεκάδα έχεις ήδη κατανοήσει τον ορισμό της απόστασης μα αρνείσαι να παραδεχτείς πως το αποψινό βράδυ δεν θα είναι μια ακόμη αφετηρία.

04 08 19 30 33

Ο συνεκτικός κρίκος κάθε στιγμής είναι η αδυναμία να επικοινωνήσεις την κάθε αυτή στιγμή με το παρόν. Τουλάχιστον έτσι γλυτώνεις μια διαδικασία επανανοηματοδότησης που μονάχα στην επανάληψη της αποτυχίας της κατορθώνει να συλλάβει το αδιανόητο του εγχειρήματός της. Καθώς προχωράς γνωρίζεις καλύτερα πως ένα λάθος λιγότερο θα αποτελέσει τον περίσσιο χώρο της επικείμενης ελεύθερης πτώσης.

Αυτή η αίσθηση δεν δικαιούται κάποιο
σκοτεινό δωμάτιο με ένα παράθυρο
στο βροχερό απόγευμα κι ένα
αργόσυρτο μπάσο κάτω απ’
την φωνή της καθώς σου
ψιθυρίζει πως σύντομα
αυτή η αίσθηση θα
ανήκει σε κάποιον
ή κάτι άλλο
από τον καθένα
μας.

Είναι αλήθεια πως αυτή η πρόταση ποτέ δεν θα προφερθεί.
Το ίδιο ισχύει και για αυτή.
Και για αυτή.
Μπορώ να είμαι σίγουρος και για αυτή.
Αν προσθέσω άλλη μία θα πέσω έξω;
Μάλλον όχι.
Οπότε κι αυτή.
Τι κρίμα που θα συναθροιστούν με άπειρες ακόμα καταπληκτικές, σιωπηλές προτάσεις.
Το κρίμα στο λαιμό μας.
Και στα δάχτυλά μου.

Αν δε μου γίνεις λίγο εγώ
θα μείνει πάντα μυστικό
το πόσο μ’ αγαπούσες.

Κι αν πάλι εγώ δεν είμαι εγώ
δεν θα μου είναι αρκετό
το σθένος για να σ’ αγαπώ.

Αν υποθέσουμε πως υπάρχει χρόνος
όλα θα παραμείνουν τα ίδια ακριβώς
σχεδόν σαν ο χρόνος να είναι η λάμπα
που κάποιος σαν εσένα κράτησε κλειστή
ένα τέτοιο απόγευμα Ιανουαρίου.

;Ένας φίλος

;Ένας φίλος πρέπει να πεθαίνει πριν γίνει φίλος σου.
!Ένας φίλος ανασταίνεται όταν τον αποχωριστείς.
;Ένας φίλος πρέπει να σε σκοτώσει πριν γίνει φίλος σου.
!Ένας φίλος είναι ο νεκρός σου εαυτός.
*Ένας φίλος είναι η λήθη που σφιχταγκαλιάζεις πριν ξυπνήσεις.
;Ένας φίλος δεν λείπει ποτέ απ’ την κηδεία σου.
!Ένας φίλος επιβεβαιώνει τον θάνατό σου.
;Ένας φίλος δεν σου επιτρέπει να αυτοκτονήσεις μακριά του.
!Ένας φίλος διπλασιάζει τους φίλους που έχασες.
;Ένας φίλος μονοπωλεί την ιδέα του θανάτου.
!Ένας φίλος αρκεί για να συντριβείς.
;Ένας φίλος απαιτείται για να πεθάνεις.

Αβίαστα ο χρόνος θα επιστρέψει
στις αληθινές σιωπές
και στις ακάματες σιωπηλές αλήθειες.

Ένας ακόμη δρόμος
θα επαναφέρει τα βήματά μας
στον ορισμό της απόστασής τους.

Η ίδια ευχή
θα αναδιανεμηθεί ξανά
προς όφελος
μιας ακόμα απουσίας.

Έπειτα το τραγούδι
το ποίημα
και το σκίτσο
θα αυτοκαταστραφούν
εκτοξεύοντας
την τιμή πώλησής τους.

Αβίαστα ο χρόνος θα επιστρέψει
στην πεποίθηση
κάποιου τέλους.

Κορίτσι της πόλης

Αυτή δεν είναι μια ιστορία αγάπης
Ο άντρας που μισώ είναι ζωντανός

Δεν υπήρχε ποτέ ένα κορίτσι
Ένα πολύ συνηθισμένο κανονικό κορίτσι

Λένε πως δεν περιπλανήθηκε πολύ μακριά
Πολύ μακριά πάνω στον αέρα

Ποτέ μια μέρα
Μια κανονική μέρα δεν πέρασε από μπροστά μου
Ενώ δεν μίλησε για τίποτα
Για έξυπνους και υποτελείς
Δεν μου το είπε αυτό

Το πιο ασήμαντο πράγμα
Που ποτέ δεν θα μάθεις
Είναι να μην αγαπάς
Και να μην αγαπιέσαι
Σε αντάλλαγμα

Νέα εικξηjjjap

Από όση σιωπή καταφέραμε να περισώσουμε από τον κάθε ένα που φιλοδοξήσαμε να είμαστε θα γεννηθεί ο κοινός νους της επερχόμενης φωνής μου. Όλες οι μοναξιές, αφού αποσυντεθούν από τα στοιχειά της ιστορίας, θα προσωποποιήσουν τον άγνωστο, που με περίσσεια εμπιστοσύνη, θα φιλοξενήσουμε στην καρδιά μας όταν επιστρέψουμε εδώ. Πριν από την απολογία εφευρίσκεται η σωστική λέμβος της τραγωδίας. Το πένθος προσομοιάζει την ακινησία του χρόνου. Ακατάσχετες πλήξεις συλλαμβάνουν τον δραπέτη στο όριο άνθρωπος. Επιβολές, καταβολές, ευφρόσυνες διακονίες νομοθετούν ακονισμένες συντέλειες στους ψίθυρους που εκβάλλουν πίσω από τον τοίχο. Συμβαίνει ξανά να μην ξέρεις πως λέγεται ότι δεν σου ανήκει. Επαναλαμβάνω το όνομά μου μέχρι να πειστώ και να πείσω για την απουσία του. Κρίνω αποβαίνει το μαράζι της χαραυγής. Ένα πράγμα  καθώς καίγεται μας καλωσορίζει στη μορφή του κόσμου.

Μικρό βράδυ κι απόλυτο
διατηρεί τις νουθεσίες του ορίζοντα
στο ακριβές τους μέτρο.
Όπως η γέννα σου ορίζει
θα βρίσκεις το φως.

14, 37, 6 κ.τ.λ.

Πριν λίγο σηκώθηκα από το κρεβάτι
έφτιαξα γρήγορα καφέ, βγήκα στο μπαλκόνι
άναψα τσιγάρο κι ευθύς, μαντεύοντας με ευκολία περίσσεια
τα κατάλληλα νούμερα, κέρδισα το Τζόκερ.
Το στομάχι μου σφίχτηκε κι ένα χαμόγελο
ταξίδεψε μέχρι τους πιο μακρινούς μου φίλους.
Υποσχέθηκα στον αέρα που περιτύλιγε το θαύμα
πως κάθε ευρώ θα είναι μια χαρά για όλους μας.
Ίσως λίγο παραπάνω για τα παιδιά.
Σίγουρα θα φτιάξω ένα σπίτι μακριά απ’ την πόλη.
Στην τελευταία τζούρα όλη αυτή η αναπάντεχη τύχη
επέστρεψε, όπως αναμένονταν, στο τασάκι
κι από κει ποιος ξέρει που αλλού
οπότε δίχως κάποια άλλη έγνοια
μπήκα στην κουζίνα να ετοιμάσω πρωινό
και να γράψω αυτό το ποίημα.

Έχω το χειρότερο κεφάλι για άνθρωπο.
Αλλά ευτυχώς δεν είναι δικό μου.
Ταιριάζει καλύτερα σε σένα το πρωί.
Κάποιες φορές δεν είναι καν κεφάλι.
Είναι μια κότα που κλώθει τα αυγά της.
Η γιαγιά μου την αγαπάει αυτή την κότα.
Την έχει σφάξει πάμπολλες φορές.
Κάθε φορά τα αυγά σπάνε.
Κατάρες χύνονται παντού.
Προσέχω ιδιαίτερα να τις κρατάω καθαρές.
Τα Σάββατα καλώ τους φίλους μου να τις δουν.
Ζηλεύουν και με σπάνε στο ξύλο.
Τότε πέφτω να κοιμηθώ και δεν ξυπνάω πριν πεθάνω.
Σύντομα θα έχω και την χειρότερη φωνή για άνθρωπο.
Αλλά ευτυχώς δεν θα ανήκει σε κανέναν.

Σε ένα τέτοιο καιρό βασίστηκε το μεγαλείο των Θεών.
Κρύο, σκοτάδι, ερημιά.
Μονάχο το σώμα μου μέχρι το δικό σου
προσπαθεί να επαναλάβει την στιγμή
που δρασκέλισε τον κόσμο
για να σ’ αγγίξει.
Ως εκεί που θα ξημερώσει
θα έρχονται πάντα οι ασύλληπτες φωνές του ονείρου.
Ως εκεί που βρίσκεσαι κι απόψε πάλι.

Το μέγεθος της καταστροφής θα χαρακτηρίσει
αυτό ως μνημείο ή σκουπίδι. Αφού
πραγματικότητα για να γράψουμε δεν υπάρχει.
Εγκλωβίστηκαν λέει Χριστός και Σία στους
διαδρόμους του jumbo. Επιτηρούμε την πλήξη.
Τα χρόνια επιστρέφουν όταν αποφασίζεις
να πεθάνεις. Ένα αμάξι που πάντα προπορεύεται
είναι η συγνώμη που θα ζητήσεις.
Κι όσο λύνεις εκείνο το χαμόγελο ένα
νέο δόντι ξεφυτρώνει. Απαιτούνται τριάντα
επιφανή δάκρυα για την απελευθέρωση.
Δως μου μια λεωφόρο να βάλω τα ψίχουλα.
Μέχρι το σπίτι έχουμε δέκα γιους και μία κόρη.
Μέχρι τη νύχτα έχουμε κάμποση ξεφτίλα
ακόμη. Οι λούπες επιδεικνύουν περίσσια
σύνεση τελευταία. Όταν δεν υπάρχει
διάθεση όλα έχουν ξανασυμβεί.
Για μια διάψευση ελπίδας συνεχίζουμε
να ζούμε. Αν δεν ποθείς να μετανοήσεις
ετοιμάσου να ηττηθείς.

Κοιτώ τον γέρο στο απέναντι σπίτι και ξέρω
πως είναι περισσότερο μόνος από μένα.

Χαϊδεύει τις σημαίες του όλη μέρα και ξέρω
πως όταν πεθάνει θα ευχηθώ να πάει στο διάολο.

Αν όμως πεθάνω εγώ το αρχίδι ούτε που θα το μάθει.

Κι ακόμα κι όταν θα έχεις καταφέρει
να πεις τα πράγματα με το όνομά τους
θα αρκεί μονάχα η στιγμή
για όλη εκείνη την σιωπή
που θα στα πάρει όλα πίσω.

Στην περίπτωση που κι αυτή η στιγμή
επαναλαμβάνεται για πάντα
θα ήθελα μόνο να πως
πως ούτε κι αυτή η στιγμή
χώρεσε την αλήθεια μας.
Μα δεν πειράζει.
Τουλάχιστον έτσι σας νιώθω κοντά μου.

eleytheria ston thanato

Τόση γνώση, τόση δύναμη, τόση αγάπη, τόση κι άλλη τόση, μα τόση
πίστη στην γλώσσα μας
καθώς με τόλμη απαγγέλει
τον ένα και μοναδικό σκοπό αυτής της πλάσης
που δεν είναι άλλος
από το δάκρυ ή το χαμόγελο
όταν η μπότα μας συντρίβει το πρόσωπο.

Μετά από την όποια τόση ιστορία που έχει προηγηθεί
ή που ευελπιστεί πως θα το κάνει
το μεσημέρι ετούτο
είναι μια υπέροχη ευκαιρία
να πληκτρολογήσω με χαρά
και με την πεποίθηση
πως κάτι τέτοιο δεν είναι αντίθετο
με την ποιότητα της ιστορίας μας
μια ολωσδιόλου ξένη λέξη
ως προς τους κύριους άξονες αυτής.
Πείνα.

Ιστορία υπό κατασκευή

Υπήρχε από πάντα η ιστορία που εξελίσσεται σε τούτο εδώ το κείμενο. Από όταν ακόμη οι χαρακτήρες της και η ευφάνταστη πλοκή της ήταν σκόρπιες και ενδόμυχες σκέψεις ενός συγγραφέα. Από όταν ακόμη ο συγγραφέας αυτός αγωνιούσε να πιστέψει στην δύναμη της γραφής. Από όταν το παιδί που ήταν ο συγγραφέας έγραψε τον έρωτά του για πρώτη του φόρα. Από όταν, ακόμη πιο παλιά, κάποιος ξεφύλλισε ένα βιβλίο. Από όταν κάποιος, κάποτε, θέλησε η φωνή του να ταξιδέψει ως την άκρη του ορίζοντα. Από όταν κάποιος, σε μια πρωτόφαντη στιγμή, αντίκρισε σε μια χαρακιά πάνω στην πέτρα ολόκληρο τον κόσμο. Ίσως, αυτή η ιστορία να ξεκινάει πολύ πιο πέρα από όσο μπορεί κανείς να φανταστεί, μα τουλάχιστον προς το παρόν δεν τελειώνει. Συνεχίζεται στην επόμενη γραμμή.

Ο τίτλος αυτής της ιστορίας δεν είναι αυτός

Υπήρχε από πάντα η ιστορία που εξελίσσεται σε τούτο εδώ το κείμενο, μα ποτέ, σε όλες τις  λέξεις που την συνθέτουν, δίχως τις οποίες, είναι σαφές, πως θα γνωρίζαμε μίαν άλλη τελείως διαφορετική ιστορία από αυτήν, κι υποθέτοντας πως δεν είναι αυτός ο σκοπός της παρούσας ιστορίας, οπότε εκπληρώνοντας το πεπρωμένο της, η ιστορία ετούτη, άγνωστο γιατί και από ποιον έγινε αυτή η επιλογή, δεν θα αποκαλυφθεί, σαν ένα σύνολο στοιχείων ή γεγονότων που καθιστούν μια οποιαδήποτε ιστορία ως τέτοια, καθώς βασίζεται στην αποφυγή κάθε έκφρασης που θα επιχειρούσε να αρθρώσει τον παραμικρό λόγο ώστε οι λιγοστές της αράδες να μην θεωρηθούν ως τίποτα άλλο πέραν από μιας ιστορίας απούσας, μα ως τέτοιας νοούμενης κ.λπ. , κ.λπ. , κ.λπ.

Μετρώντας ανάποδα από την αρχή

Αθώος κι έρημος, περιπλανιόταν σε μια πόλη που τον είχε εγκαταλείψει προ πολλού. Δεν ήξερε πως και κυρίως γιατί η φωνή του επέλεγε να έρχεται και να φεύγει, πέφτοντας από ψηλά, σε ύφος άλλοτε αστείο κι άλλοτε σοβαρό, σε γένος άλλοτε ανδρικό κι άλλοτε γυναικείο κι άλλοτε απροσδιόριστα ξένο, μια φωνή που παρά τις ακατανόητες διαθέσεις της ζητούσε απελπιστικά ένα σώμα για να μείνει. Σε κάθε του βήμα έλπιζε πως θα στεριώσει μια πρόταση ή έστω μια λέξη από όπου θα ξετυλιγόταν ο μίτος της επιστροφής στο μυαλό του ή στην καρδιά του ή όπου τέλος πάντων κατοικεί μια φωνή. Αναζητούσε εκείνη την αλήθεια που άθελά του είχε κρύψει και που τριγύρω της ρίζωσαν όλες οι εκατομμύρια αλήθειες που άξιζαν πια όσο κι ένα ψέμα. Σε ένα μικρό, σκοτεινό κι αναπάντεχο παρκάκι, από αυτά που οι άνθρωποι της πόλης για πάντα θα αναζητούν την προέλευσή τους, μπήκε το ίδιο απρόσκλητος όπως κι αν ήταν το σπίτι του. Έκατσε στο παγκάκι απέναντι από την είσοδο. Ένιωσε περίπου μια ευθύνη για ότι τόσο καιρό είχε συμβεί. Πριν να το καταλάβει πήρε την απόφαση πως σύντομα θα έπρεπε να αποφασίσει πως ακόμα κι αν ότι ως τώρα θεωρούσε ως ένα κομμάτι του εαυτού του, είτε αυτό λεγόταν φωνή, είτε καρδιά, είτε μυαλό, είτε άγιο πνεύμα, δίχως το οποίο θα έπρεπε να συνεχίσει να ζει, απαλλαγμένος από τα ερωτήματα ή τις απαντήσεις του θανάτου του, τώρα ήταν η στιγμή να πεθάνει. Στάθηκε κάμποση ώρα, γαλήνιος, να κοιτάζει την σκιά του να σαλεύει πάνω στις μελαγχολικές του ανάσες. Έπειτα σηκώθηκε κι έφυγε βαθιά μες στους δρόμους με μια μικρή ραγισματιά στα χείλη, παρόμοια με αυτή των ελάχιστων εκείνων ανθρώπων που προτιμούν να μην αποχαιρετούν σε κάθε τέλος.

τίτλος τέλους

Ας μην παραπονιόμαστε αγαπητοί μου
η πείνα πάλι μας τάισε
κι η φοβέρα πάλι μας έντυσε
κι η σιωπή θα κρατήσει ξανά το βράδυ στα πόδια του.
Μονάχα αύριο πάλι
να θυμηθεί κάποιος πρωί πρωί
να πεθάνει με τρόπο φρικτό κι ατέλειωτο.
Να ξημερώσει άλλη μια φορά.

Κλικ, κλικ, κλακ ή αναδιανέμοντας τον Μπουκ

Είναι σπουδαίο προτέρημα να ξυπνάς το πρωί παρθένα. Στο πλευρό σου η έξοδος του δωματίου, γάλα αμυγδάλου, τοστ διπλό τυρί, 3 φακελάκια εσπρέσο, χτύπημα, παγάκια, ντύνεσαι τα ρούχα που ‘χεις βγάλει αποβραδίς, εκεί ακριβώς το ξέστρωτο πλακάκι σου υπενθυμίζει να μην βγεις στο μπαλκόνι για τσιγάρο, 7 και 15, με το κεφάλι έξω από την μπαλκονόπορτα κλέβεις δυο τζούρες, ξαναμπαίνεις στο δωμάτιο, την ρωτάς αν είναι όλα καλά, ο μπέμπης ήταν ήσυχος, φορτώνεις τσέπες, ανοίγεις την πόρτα και κατεβαίνεις στο γκαράζ. Ένα ακόμη τσιγάρο έξω από το αμάξι πριν τη στροφή του σχολείου.

Καμία δεκαριά καλημέρες μέχρι να ανεβείς τις σκάλες, να αφήσεις την τσάντα, να ξανακατεβείς, την Πέμπτη έχεις εφημερία. Καλημέρα παιδιά, καλημέρα Μαρία, η Μαρία θα χρειαστεί άλλες δέκα καλημέρες μέχρι το μεσημέρι, κουδούνι, μπαίνεις σε μια τάξη, τα παιδιά νυστάζουν περισσότερο από εσένα, συμφωνείτε να λύσετε δυο ασκήσεις και μετά να χαλαρώσετε. Κουδούνι, πηγαινέλα πάλι, μέσα έξω, τα παιδιά κυνηγάν το ένα το άλλο, οι συνάδερφοι προσπαθούν να είναι σοβαρά αστείοι, εσύ κοιτάς τη δουλειά σου, κι αυτή κοιτάει το βουνό απέναντι.

Φεύγουν όλοι, επιστρέφεις σπίτι, αναρωτιέσαι τι πηγαίνει καλά στον κόσμο, τρως, φτιάχνεις καφέ, όσο κοιμούνται κοιτάς τον Πύντσον με μισό μάτι, δεν κάνεις τον κόπο ούτε να τον ξεφυλλίσεις, έπειτα το απόγευμα, έπειτα το βράδυ, χαίρεσαι για την σχετική ευκολία που σου παρέχει ο μισθός σου, κοιτάς τα νέα, αυτά κοιτάνε μακριά τον ορίζοντα, σαν απειλή, ξέρεις πως κι αυτή η μέρα είχε εκατομμύρια πράγματα που δεν έχεις καμία διάθεση να διανοηθείς, κλειδώνεις πάνω κάτω, την φιλάς και πέφτεις για ύπνο. Το πάπλωμα σου έρχεται κοντό.

Δεν πρέπει να φοβηθούμε την ώρα που κανείς δεν θα μας αγαπά

Από όταν κάποτε το γάβγισμα ήταν η μοναδική προσημείωση
μιας νύχτας που ποτέ δεν θα επιστρέψει τώρα
επιφέρει τον ίδιο πόνο με εκείνο το ανενδοίαστα δολοφονικό συνονθύλευμα
που παρά την όποια εύνοια σου τύχει συνεχίζεις να αποκαλείς επιβίωση.
Η κατάλληλη ευκαιρία για να κλείσει το μεσημέρι τις μπαλκονόπορτες
και να θυσιαστεί για μια ακόμη φορά στο απαράμιλλο μιας χιλιοειπωμένης έκφρασης.
Όσο αδυνατείς να εξιχνιάσεις κάποιον
από τους χιλιάδες τρόπους που και μόλις σήμερα έχεις πεθάνει
θα συνεχίζεις να συμπεριφέρεσαι σαν τον τελευταίο
ζωντανό άνθρωπο που ξέρεις.
Η δυστυχία του να αναπνέεις με πληρωμένα διόδια.
Η κατάρα του να αγαπιέσαι από όσους ποτέ δεν θα γνωρίσεις.
Η προσευχή που αρχίζει και τελειώνει με την λέξη θεός.
Η ανατριχίλα μιας αποστραγγισμένης ελπίδας που
τολμά ακόμη να γυρίζει στο άκουσμα ενός ηλεκτρικού ακόρντου
κι εκείνης της φωνής που ποτέ σου δεν επέτρεψες
να αποπληρώσει μια στιγμή
από ότι συσσωρεύτηκε στην κόλαση που εξευγενίζουμε ως παρελθόν.
Θα μπορούσες να αποκτήσεις χέρια για να θρέψεις
το μακρύτερο μίλι του κόσμου μα κανείς δεν αντιστέκεται
στην ευφράδεια ενός ακονισμένου δοντιού.
Σε παρακαλώ γύρνα πίσω στον τρόπο που το φως ξεδιπλώνει
την μαρτυρία του σκότους.
Σε ικετεύω πες το όνομά της τόσες φορές όσες είναι
απαραίτητη η αλήθεια για να δικάσει τα κρίματά μας.
Κοίτα πως ορθώνεται η καρδιά στην ελεύθερη παρερμηνεία του χρόνου
πως συνταιριάζεται ο φθόγγος στο στομάχι
με ένα αναρίθμητο φωνήεν στα πόδια.
Ω γλυκεία μου ήδη είμαι τόσο μόνος όσο μπορώ για να σε αγαπήσω.
Ω παιδί που αποκαλείσαι η λέξη πριν αυτή ενδυθεί το χρώμα
κι η θέση πριν αυτή καταποντιστεί στο χώρο
έλα κοντά μου κι άσε με να γείρω μακριά από το σώμα μου
μακριά από τα όνειρά μου.
Άσε με να εισέλθω στην αφερματισμένη ευχή όσων
ποτέ δεν θα γίνω κι όσων ποτέ δεν γίνονται.
Δεν πρέπει να φοβηθούμε την ώρα που κανείς δεν θα μας αγαπά.

υπερταχεία

στον Τάσο Λειβαδίτη

Ήταν μια οποιαδήποτε ενοχή, ένα τέτοιο οποιοδήποτε βράδυ
που καθιστούσε τα μάτια μου ικανά
να αποδέχονται το φως της λάμπας στο δωμάτιο
σαν την παραμικρή αλήθεια.

Ήδη ανθρώπινος
επιπλέω
πάνω στην αφθονία σώματος και νου.
Κοιτώ εχθρικά τον ουρανό
καθώς εύχομαι κι αναμένω
τα πάντα να συμβούν.

Μια πρόχειρη απονομή ρόλων

Στον Μήτσο Μήτσο

Στη θέση ενός καλά κουρδισμένου ρολογιού
ένας μικρός καθρέπτης.
Το τίμημα μιας ανόητης μοναξιάς.
Μες στην κατσαρόλα βράζει μια σημαία.
Το τίμημα του έλλογου μίσους.
Στη θέση του ποτηριού
μια νυχτερινή ικεσία.
Το τίμημα μιας αχόρταγης διάνοιας.
Πάνω στα βιβλία μου σαπίζει κρέας και ψάρια.
Το τίμημα ενός ακατάληπτου τραγουδιού.
Στη θέση της σιωπής
όλοι σας.
Το τίμημα ενός χαζού αστείου.
Στη θέση του συνοδηγού εγώ.
Στο τιμόνι μια άγνωστη φιγούρα, μάλλον ανθρώπινη.
Το τίμημα που αδημονώ να πληρώσω.

Η επόμενη επανάσταση θα είναι χρωματική

Ο επιθανάτιος ρόγχος αυτού του κόσμου έχει ήδη πληκτρολογηθεί.
Κανείς δεν κατάφερε να αντισταθεί στο φέγγος της άγραφης σελίδας.
Κανείς, ποτέ, δεν θέλησε να περιθάλψει την καταστροφή.
Κανείς, πια, δεν μπορεί να επινοηθεί.
Κανείς δεν το επιθυμεί, επίσης, για κανέναν.
Τα λίγα χρόνια που μείνανε μέχρι την ασήμαντη θλίψη
ενός μωβ διατάγματος
ή ενός χρυσαφί εραστή
ας σπαταληθούν με τις κατάλληλες λέξεις.

Πάντα εκκρεμεί μια εξέγερση.
Οπουδήποτε. Οποτεδήποτε.
Για οποιονδήποτε πιθανό λόγο.
Ποτέ δεν ξέρουμε όσα έχουμε γνωρίσει
με τον ίδιο τρόπο
που κάθε μοναξιά είναι έντιμη έναντι μιας άλλης.
Προηγουμένως είχα φανταστεί πως ότι κι αν έλεγα
θα είχε κάποιο νόημα ή τουλάχιστον σημασία.
Συνεχίζω να αντλώ από το όνειρο το γεγονός του ονείρου.
Στο σημείο αυτό αποχαιρετιόμαστε ξανά.

πολύ πιο σύντομα από τώρα

Όταν νιώθεις μια διαφήμιση οδοντόκρεμας
δεν αρκεί να αναβαπτίσει το μέλλον
όσο επιδέξια κι αν τύχει η υπόθεση

απαιτείται πρωτίστως ολόκληρο το σώμα
στην ίδια πλευρά με τη σιωπή

πως η ζωή παραμένει άφαντη εμπρός σου
το αναγκαίο κακό επίθετο που αναζητά την κλίση
όσο πιο σύντομα μέχρι τώρα.

η γραμμή φτάνει

Προσπάθησα, ειλικρινά πολύ, να μην αναπνέω αφού κανείς μας δεν το άξιζε Δρ. Μα έπειτα, υπάρχει το νερό κι η αφοσίωση σε κάτι που όλο υπόσχομαι πως θα γνωρίσω κι έπειτα πάλι προσπαθώ περισσότερο να το πω δικό μου, όπως δικά μου είναι τα σύννεφα κι η λίμνη στην άκρη της γης κι εσύ κι όλες οι λατρεμένες μου φωνές μου ψιθυρίζουν πως δεν χρειάζεται να βιάζομαι καθώς είναι ήδη εδώ, με περιμένει να του γλείψω τα δάχτυλα και να μετρήσω τον κόσμο στα κλειστά του μάτια, ω. Από δω και πέρα κάθε χαζομάρα θα ναι το επιστέγασμα της σοφίας μας. Από δω κι έπειτα ξέρω πως η ζωή είναι η αμοιβή της ομορφιάς μας και η άγρυπνη αποδοχή της αδυναμίας μας να μας αγαπήσω έξω από κάθε αιωνιότητα.2018-10-08 22.57.19

μαρς

Κάθε επιθυμία σε φωτογραφίζει στο σκοτάδι. Εξάλλου, όταν είμαι ήρεμος, δεν έχω την παραμικρή ανάμνηση από τον πατέρα. Όταν ξεδιπλώνεις φωνές να υπενθυμίζεις στον ήλιο να γελά. Μπορούμε, κάλλιστα, να ομολογήσουμε πως το καλύτερο αστείο είναι πως ποτέ δεν γελάσαμε όσο έπρεπε, στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε ο ένας τον άλλον και τον τρόπο που η θέα των δοντιών μας ανακατανέμει την αυριανή απελπισία. Ύστερα, πήρε μια γενναιόδωρη ποσότητα οπωροκηπευτικών και αφού την πολτοποίησε την έριξε στο σιφόνι του μπαλκονιού. Λιγότερη ελπίδα καταφέρνει πιο καίρια κρούσματα σε οποιαδήποτε νόσο. Ήταν η φωνή του θείου Τζιμ που περιέθαλψε την αχνοφεγγιά του τρόμου μπροστά στον ακρογωνιαίο βουκολικό βερμπαλισμό της οικογενειακής στοργής. Επισύρω φαντάσματα και μια έντονη αποφορά ψαρίλας. Καμιά αναφορά στο πλατάγισμα της ενότητας, παρακαλώ. Αφού, επιτέλους, κατορθώσαμε να ερωτευτούμε την πληγή ποιος ο λόγος της ύπαρξης ενός νέου πολέμου. Συνεχίζουμε τον χρόνο ακαταμάχητα μοναχικοί.  Χρησιμοποιήστε το αρχαίο σαν να κατέφτασε μόλις.

Ήταν εύστοχη
η φρίκη
ακριβώς όπως
σου ανήκει
με το γέρικο αμόνι
που στον ουρανό
φυτρώνει
και κανείς μας
δεν γλιτώνει
είτε κλαίει
είτε γελά
το κεφάλι του
όπως σπα
και απλώνει
τα μυαλά
και ριζώνει
την καρδιά
μια χαλκομανία
στο χώμα
ένα σκίτσο
δίχως χρώμα.

ένα ζώο πεθαίνει μες στην πόλη

Ένα ζώο πεθαίνει μες στην πόλη.
Αυτός που το σκότωσε δεν ξέρει πως το σκότωσες εσύ.
Εσύ δεν ξέρεις πως μετά θα πεθάνουμε όλοι.
Όλοι μας χτίζουμε μια πόλη για ότι απέμεινε.
Όλοι μας χρειαζόμαστε την πόλη πιο πολύ από ποτέ.
Ένα ζώο πεθαίνει μες στην πόλη.
Η πόλη γεννιέται μες στο νεκρό ζώο.
Η πόλη εξαπλώνεται έως το τελευταίο ζωντανό ζώο.
Το τελευταίο αυτό ζώο είναι ήδη άρρωστο και πληγωμένο.
Η πόλη περιμένει καρτερικά τον θάνατό του.

απ’ το να στόμα

γη.jpg

Απ’ το να στόμα στ’ άλλο η γλώσσα συρράπτεται με το χαμόγελο της ντροπής. Κανείς δεν διανοείται να υπερασπιστεί το δέος της αιματοβαμμένης του σάρκας, όπως λαμπυρίζει κι οδύρεται πάνω στις δοξασμένες νουθεσίες του τρόμου.

Άρα υπάρχω σαν η αποκρυσταλλωμένη ευχή του θανάτου μου. Εκτιμώ πως σύντομα κι αβίαστα όλα θα πανηγυρίσουν την θέρμη του ολονύκτιου πυρετού της πλάσης. Ευθυτενής και άμορφος ο Κύριος ημών ο εκδορέας μας, ο τερματικός σταθμός της ονειρεμένης μας θλίψης.

Περιμένω όπως ο χρόνος την στιγμή, κι ο βέβηλος την ελπίδα, η ρίζα που καλλιεργείς μες στο δειλό στομάχι σου να συστραφεί κι όλη την πορεία μέχρι την αγάπη σου να διανύσει και δίχως λέξη ή σιωπή να σε εκτοξεύσει μακριά πέρα απ’ τη λήθη του παραμικρού αστεριού.

Διανύει η τρέλα τον ίδιο κύκλο με την σοφία, αναιρώντας σιγά σιγά το αίμα που χάραξε τον δρόμο της. Όταν η αλήθεια σε γυρέψει μην φοβηθείς τον έρωτα που μας θέρισε.

Είναι πάνω στο μέτωπο,
με το μέτωπο γερμένο στη δύση,
που η φύση σε ανακαλεί.

Οι στίχοι του κάθε, του πρώτου έρωτα
φυλλοροούν ως το βαθύ το ακατανόμαστο,
τη γενετήσια τη λησμονιά να συστρατεύσουν,
λιγάκι πριν να αναστραφεί η ορμή
κι η πέτρα πριν δακρύσει,
τα κρίνα που στο σώμα της συσπώνται,
οι δεσμοί μας σαν επιτείνουν τη γεύση,
του πικρού, του αλάθητου, του κεραυνού,
ο υποδόριος πλους,
επαίρεται, ευφραίνεται και κλίνει
το ρήμα, το άρθρο, το επίθετο,
την ασύρματη υφή του ονείρου,
εν είδη πτωχής, ευκαταφρόνητης πυράς.

στοίχοι 16

Η αποκάλυψή μου ήταν εκπληκτικά ανώδυνη.
Οι διευθύνσεις σου μου έχουν επιστραφεί.
Κάθε στιγμή μεσολαβεί τα μάτια σου.
Η ανάγκη καταλάγιασε το μεγαλείο.
Μια νύχτα αποσυνθέτει τις παροιμίες.
Ανακατευθύνονται οι τόνοι σε χρώμα που αναπνέει.
Ακροβατεί στο σύνορο η ελευθερία.
Ο αγαπημένος μου θεός κατοικούσε σε ένα ανέκδοτο.
Σε είχα επιθυμήσει με χίλια ζόρια.
Οι φωτογραφίες μου εξελίσσονται μαζί μου.
Όλος ο χρόνος ο ίδιος πάντα τόπος.
Ξύπνησα για λίγο ακόμη.
Φόβος και απάθεια στο ελλάς βέγκας.
Μια διάσταση μου αρκεί για να εκφραστώ.
Λίγη ακόμα σιωπή κι ο ήλιος θα ανατείλει.
Κάθε που ‘βρεχε ξεφλούδιζα τα ψέματά μου.

στύχη 23

Στην παραμικρή αλήθεια μου λείπεις.
Καθώς ανηφορίζω προς το σπίτι η πόλη παριστάνει το θύμα.
Κανείς δεν μίλησε πρώτος.
Η μουσική διέκρινε τον καημό σου.
Χίλια μάτια θόλωσαν το τοπίο.
Ζωντανοί μαζί γιατί.
Έπρεπε να χειροκροτήσω για να γίνω αόρατος.
Με αποκάλεσε αδερφό για να ματώσω.
Διεύθυνε την ιστορία με δανεική ταυτότητα.
Γυαλίζοντας το μάτι μου είδα μια όραση.
Η σιωπή ανέθρεψε τον χρόνο.
Κάθε φάρμακο προσμετρά τον ορίζοντα.
Ένας νέος χρόνος είναι ήδη μια απώλεια.
Το πρώτο σύνθημα κάθε σκοπού είναι η μοναξιά.
Σε γνωρίζω καθώς η μέρα αναπλάθεται.
Καλλιεργούσα κάποιον σαν εσένα όταν ήρθες.
Είχα τιθασεύσει τις λέξεις στην άγνοια.
Μια ακόμα επιστροφή προτού αναχωρίσουμε.
Μετά την χιλιετία αναζητώ όνομα.
Στο δεξί μου αυτί φώλιασε η αθανασία.
Ο ενεστώτας λυσσομανούσε.
Αναφέρθηκα στο χάος με πίστη.
Γρήγορα μία τρύπα για την φωνή μου.

Πολύ προτού ξυπνήσω
να αχρηστέψω λέξεις κι αριθμούς
και τα πρόσωπα να σβήσω
με των προσώπων την απορία.

Να μην χρειαστεί να επιλέξω την μέρα
τον χρόνο και το χώρο της
μήτε καν όποιον κι αν τύχει
στο διάβα της να συναντήσω.

Να μην αναγκαστώ να μάθω
αν οτιδήποτε συμβαίνει
είναι κάποιου η ζωή ή η δική μου.
Να μην είμαι σίγουρος πως ζω.

Έτσι, ίσως καταφέρω να μην σου κάνω κακό.
Ίσως, έτσι, γίνουμε ευτυχισμένοι.

ησυχία κοινής διατάραξης

Νεκρός είσαι ούτως ή άλλως
καθώς όλοι σε αφουγκράζονται εάν
κι είναι μονάχα ο διάολος
τα αχανή νοήματα και τα φτιασίδια
που ακόμα σου επιτρέπουν να μιλάς.

Κράτα τους τόνους χαμηλούς
και θα πουλήσεις φωνήεντα
για ότι κι αν επιθυμείς.

Μα αν μπορείς να αποφύγεις κάτι
διάλεξε πρωτίστως
τον αγώνα
την τέχνη
και τον έρωτα.
Τίποτα δεν αξίζει να ζει
αν ολοένα κάποιο πρίσμα γυρεύει.

Το καημένο το βάσανο βρήκε την ποίηση
όπως η γεροντοκόρη τον θεό κι αλίμονο
σε όσους δεν πείστηκαν πως ένα θαύμα
συντελείται στα δυο της χέρια όταν παίρνουν
τον λόγο κι αραδιάζουν αναπνοές και βογγητά
χύσια αιωνόβια πάνω στο ρυτιδιασμένο χαρτί
το υπογεγραμμένο με την παρθενική της καύλα.

Μόλις η ιστορία διαπράξει τον ρόλο της
είτε με την θέλησή μας ή χωρίς αυτήν
έχουμε ήδη προσφέρει στην κρίση μας
κάθε πιθανή της αφήγηση
αδυνατώντας να μην συμπεριληφθούμε
στα πιο ζωτικά της μέρη.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο η κάθε ιστορία
αποτελεί μια διαδοχή προσώπων.
Κατά τον ίδιο τρόπο κάθε ιστορία
τελειώνει και αρχίζει με σένα.

σαλάχι

Ποτέ η πρώτη λέξη.
Όλες συμπυκνώνονται
στην τρίτη τελευταία ενός
οποιουδήποτε κειμένου. Ακόμη
κι αυτές καταλήγουν στο αποχαιρετιστήριο
μάτι του αναγνώστη. Πετάρισμα των βλεφάρων
/ αδημονεί να πλήξει ξανά στο επόμενο δευτερόλεπτο /
φλερτ με την πιθανότητα τίποτα να μην συμβεί ποτέ ξανά /
πετάρισμα των δαχτύλων. Η σιωπή είναι η μόνη ασφαλής οδός
προς ένα ανοιχτό παράθυρο. Έπειτα απομένει η παραδοχή της πτώσης
σου. Αφύπνιση, λήθαργος. Ανάποδα αντιστρέφονται ευκολότερα. Επιμένεις.
Τεμαχίζεις τoν αναδυόμενο χρόνο με σαρκασμό και ειρωνεία και με μια
μικρή αδιόρατη επιστροφή στην εποχή που το έλεος σε πλημμύριζε
προς τα έξω. Αρκεί μονάχα να λυπηθείς για να μεγαλουργήσεις.
Ένα ακόμη στοιχείο στην κυβέρνηση του αδιάστατου. Η
διακοπή της μοίρας / βόμβος συνυφαίνει βόμβο /
επιτέλους ένα τέλος πληρεξούσιο / καμιά
ανάγκη για αστραπές / καμιά θέληση
θεού / όλο καταπίνει όλο / ένα
αδιάλλακτο δάκρυ ισοδυναμεί
τη βροχή. Είναι μόλις έξι
μέτρα μέχρι το άπειρο.
Από εκεί η προσευχή
αντιπαρατίθεται
στον δημιουργό
της. Τίποτα δεν
μπορεί να σε
προσβάλλει.
Το ψέμα
Είναι
η
πορεία
μέσα
στον
γαλαξία.
Δεν
Υπάρχει
κρίση.
Δεν
Υπάρχει
χρόνος.

1.
Στην απολογία δεν επέστρεψε κανείς.
Ούτε κανείς ερωτεύτηκε στην ανάμνηση.
Από ότι κόπηκε πετάξτε μακριά τις κλωστές.

2.
Η μνήμη διατηρούσε τον πλανήτη σε τροχιά.
Όλα είχαν ξανασυμβεί.

3.
Κι όσο περίμενες το χρόνο να φανεί
η αιωνιότητα σε προσπέρασε.

Σε ζωντανή μετάδοση η αλφαβήτα
μας καθιστά υπεύθυνους κι αντάξιους
των μελλοντικών ποιημάτων.
Όποιος δεν συλλαβίσει το όνομά του
ορθά, κοφτά και καίρια
θα αρκεστεί στην καλοσύνη ενός άλλου αφεντικού.
Όπως πάντα η ποίηση αρέσκεται
στο να παράγει στρατιές χαμένων.

ατυχίες νο. 9

Στο αδιέξοδο δεν ρωτάς εγώ.

Ο αναστεναγμός είναι έλλειψη ιστορίας.

Τα απαλά χέρια σκοτώνουν παθιασμένα.

Δεν σε κοιτώ όταν σου μοιάζω.

Πριν θυμηθείς το όνειρό μου σε περιμένω να ρθεις.

Στον δρόμο δεν απαντάς εγώ.

Σε σέβομαι γι’ αυτό σε μισώ.

Το χιούμορ είναι σπαθί χωρίς λαβή.

Η ευγένεια είναι προίκα του θανάτου.

Στην φιλία δεν υπάρχει διάλογος.

Από όση ελευθερία μπορώ να ζήσω
μονάχα αυτή του ποιήματος που πάντοτε ποθώ να γράψω
νιώθω πραγματικά να μου ανήκει.
Όσο γράφω συνεχίζω να ελπίζω
πως αυτό το ποίημα δεν θα γραφτεί ποτέ.

Χάνουμε την πίστη μας στον αδερφό
Χάνουμε την πίστη μας στον φίλο
Χάνουμε την πίστη μας στον κόσμο
Χάνουμε την πίστη μας στον εαυτό μας
Μόνο και μόνο για να πεθάνουμε ήσυχα

31 Αυγούστου

Το καλοκαίρι τελειώνει πάντοτε ακριβώς όπως μια υπόσχεση διαδέχονται αναρίθμητες υποχρεώσεις. Εκείνος ο στίχος που φάνταζε ικανός να μετουσιώσει τον κόσμο σε αλήθεια και ηδονή συνάμα, κατέληξε μια μακροσκελής ωδή που αναζητά το θρασύ χάδι της πρώτης βροχής για να σφραγίσει τα χείλη της.

Το χρώμα που αποτίναζε τα μεγέθη και τα σχήματα από την ακατάσχετη ευρυθμία τους, και τους ανθρώπους από την συνήθεια της αναγγελίας τους, όταν και όσο φτάνουν, οπουδήποτε πέρα από τον εαυτό τους, φθίνει ολοένα, φανερώνοντας τις νέες κατακτήσεις της λησμονιάς πάνω στον χάρτη του αιώνια κρυμμένου θησαυρού.

Ο καθιερωμένος αναστοχασμός δεν δύναται να θριαμβεύσει, καθώς τίποτα από αυτή την άχρονη εποχή δεν μπορεί να προσαρτηθεί σε οποιαδήποτε στιγμή έξω από αυτήν. Είναι για αυτό, μονάχα ο βαθμός της έλλειψης, ή το γλυκό πένθος της απώλειας, που συντονίζει την πίστη σου με την ανεπίστρεπτη χαρά μιας στιγμής που έχει οριστικά παρέλθει.

Μπορείς στην παραμικρή διάθεση να πλάσεις το απέριττο χαμόγελο της αγάπης, να χαιρετήσεις, ξανά και ξανά, την αμετανόητη επιστροφή της φιλίας, να ενδυθείς τον μανδύα κάθε ξάστερης νύχτας, να συλλαβίσεις τις λέξεις που αποκόπηκαν από το στερέωμα για χάρη σου, ίσως ακόμη και να πλαγιάσεις στο ακάθαρτο μεσημέρι του ονείρου σου, μα όλα τούτα είναι εδώ ακόμα μονάχα για να σε καθοδηγούν στο πέρασμά σου.

Είναι μες στο παιχνίδι, εξ ορισμού, που φανταζόμαστε τους εαυτούς μας ως μια δυναμική του χώρου και του χρόνου, και τις διαστάσεις αυτές ανεξάντλητες προς όφελός μας. Εκεί ανακαλύπτουμε κάθε επόμενο βήμα προς την ευτυχία, κάθε δυνατότητα δημιουργίας, εκεί σφυρηλατούμε την αναγκαιότητα κάθε χειμώνα που αύριο πάλι θα πυρπολήσουμε για να βρεθούμε ξανά εκεί.

Φλώρα

Το ότι μου έδωσες κάθε λόγο
να ζω δεν σημαίνει
πως το δικαιούσουν.

Ο ίδιος χειμώνας
εδώ και εκατοντάδες χρόνια
από ένα μόνο καλοκαίρι.

Όχι πως το ποίημα σε γύρευε
μα έπρεπε κάποιος να είσαι.

Από την απόσταση
προσφέρθηκε κάθε νέο.
Κατέληξα άδοξα.

Αργεντίνοι ποιητές
μακροσκελείς σιωπές
ασύμφορες.

Αύριο είναι πάντα
λίγο πριν έρθεις.

Την αγάπη επικαλούμαστε
μονάχα όταν όλα τα άλλα
μοιάζουν πιθανά.

Κρύα νύχτα, άδεια η πόλη
γεννιέται μια ελπίδα
αν και πρόσκαιρη.

ψεύτικο το μεσημέρι, πλαστική η ακρογιαλιά

Ο πατέρας ήταν η συνειδητή επιλογή κλαμπ σάντουιτς έξτρα μπέικον είχε την σημασία μου πολύ πριν φύγει σως σως s.o.s. η πολιτική του παρακατα τα άλλα όλα μπορούσαν να είχαν συμβεί πολύ πριν από τα νερά του Νείλου παραταχθήκαμε στον νέο ορίζοντα σαν βρέφη βρέχει κανείς δεν μας πιστεύει στο γιάπι το πηλοφόρι το μυστρί χάρτινα καραβάκια επιπλέουν του μυαλού μου η ανεξάντλητη αποχώρηση στα δεξιά όχι όχι πιο πίσω ξέρει καλά να επιστρέφει από και προς που το είχα το ήθελα τα σχολεία υποτιμούν την διάθεση του της το ο μήνας των προσφορών ακριβώς ακριβώς θωρακισμένα τάκα τάκα νάλια στη Συγγρού έγινε ότι είχε να γίνει μητέρα μανούλα Μάμρα ο παντοτινός. Βρε παλιόπαιδα τι είχαμε; τι χάσαμε;

αγορά

Αγοράζω λέξεις. Όσες περισσότερες αρκούν για να μετονομαστώ σε μια υποτυπώδη επιθυμία. Χτίζω την κατά συρροήν δολοφονία μου. Αυτό αρκεί για κάθε αύριο που θα βρεθώ ζωντανός και πάλι να ανεμίζω τα τσακισμένα μου δάχτυλα στον πανεπόπτη οφθαλμό.

Η αλφαβήτα είναι το υπόβαθρο της αέναης μετάνοιάς μας. Καθένας ικετεύει για μια στιγμή παραφροσύνης. Ο μυθικός ενταφιασμός στον αλατισμένο ορίζοντα. Η μύηση στο εγκάρδιο τόξο της διάστασης. Λοιδορούμαστε και αυτοκτονούμε.

Αγοράζω την χώνεψη του πολέμου. Ανυπεράσπιστες, τυχαίες εκφάνσεις του απομεσήμερου. Ολονύκτιες σιωπές, εμβρόντητες από την σήμανση του δικτύου. Αναγγελίες μια διαλεκτικότητας ικανής να πυροδοτήσει τον όλεθρο. Αδικώ για να συμπεριληφθώ στις επερχόμενες κρίσεις.

Χρυσές οι τομές της ηλιθιότητας στο γράμμα, στο σύμβολο και τον αριθμό. Επιστρέφουν από το στόμα στον σκουπιδότοπο της ποίησης. Κανείς πια δεν τρέφεται με πτώματα. Η επέλαση των φρέσκων φρούτων ευνοεί την θνησιγένεια μας. Επιτέλους μια μοίρα κοινή και αναπόδραστη. Χαιρετίζω μας.

βράχια

Χιλιάδες ανόητες ερωτήσεις με εκατομμύρια εξίσου ανόητες απαντήσεις καθιστούν τον χρόνο ένα απολειφάδι της συνύπαρξής μας. Η αδιάρρηκτη απόστασή μας κηρύττει την μόνη υπόσχεση της ευτυχίας μας.

Αγάλλεται η πλάση στο τέλος των αισθήσεων. Σαν ιδέες προκύπτουν τα σώματά μας, οι λεωφόροι των ονείρων μας κι ευθύς εξαφανίζονται χωρίς ποτέ να υπήρξαν.

Ο ήλιος, ο περίφημος ήλιος, αντανακλάται κι επιστρέφει τυφλός.

Τόσα αστέρια, ακόμη, προσπαθούν να προσδώσουν το μέλλον στην όραση, το παρελθόν στην αφή, το παρόν σε μια ανυποχώρητη και ακραιφνή ελπίδα, να συνταιριάξουν το κενό με το πάθος, μα κάθε γεύση ανακαλείται μες στην στρυφνή μας μοναξιά.

άκρο αυγούστου

παρατεταμένο παίξιμο του ποδιού ενώ το πρόσωπο παγερά ανέκφραστο, τα μάτια στυλωμένα σε μια υγρή αδιαφορία πεταρίζουν νευρικά για λίγο στην κίνηση του χώρου κι ευθύς ανακάθονται ανέγγιχτα

φανατικά προσηλωμένα στην ιστορία που τους ανήκει και που ποτέ δεν θα καταφέρουν να πιστέψουν σαν μια ιστορία αποκλειστικά δική τους

αναζητώντας ολοένα τον συνεργό που θα τα απελευθερώσει από την ευθύνη της ανάμνησής της και της αιώνιας ανασύνταξής της

ίσως ακόμη κι αυτόν ή αυτήν που με το βαρύτιμο σθένος του ψεύτη αναλάβουν έστω και πρόσκαιρα να αφηγηθούν τον άνθρωπο που αυτός αδυνατεί πλέον να είναι

να υπερασπίζεται κόντρα σε ότι ο κόσμος καταλαβαίνει πως είναι ένας ακόμη παρίας της επίγνωσης του ακατανόμαστου μια δύναμη που προσμετράτε μονάχα στην απώλειά της ένα κενό που γεμίζει με κενό

ένα σπασμένο χαμόγελο και μια ραγισμένη καρδιά που ικετεύει την αρχέγονη λήθη για έναν ουρανό ασύνταχτο όπως τα όνειρα ενός μωρού.

νομίζουμε πως σε βίασαν

Άρχισα να πιστεύω στην κόλαση όταν συνειδητοποίησα τα όρια μου. Η αλλοτινή απόλαυση ενός αισθαντικού πρωινού ήλιου είχε μόλις μετατραπεί στο τέλος των σημαινομένων.

Ένας γέρος που μισεί τον εαυτό του και τον κόσμο καθαρίζει την αυλή του από νεκρά φύλλα. Ένας νεαρός άντρας αποζητά την συντροφικότητα σε βίντεο στο youtube. Μια μαμά εξασκεί το παιδί της στην αξία του κινδύνου καθηλώνοντας το στον καναπέ.

Ένας ήχος συρικτός και παντοτινά απρόσμενος εγκαθιδρύεται στο ενδιάμεσο κάθε σκέψης και κίνησης.

Από εκεί αναχαιτίζεται κάθε πιθανότητα ο κόσμος να πάψει να γυρνά. Όπως τότε κι όπως ξανά άλλοτε τα σύννεφα παίρναν τον λόγο που μου αναλογούσε και ξανά άλλοτε το χρώμα επενδυόταν με αγάπη.

Πρόσφατα τα αγκυροβόλια δέσαν με την θέληση για δύναμη. Εξάλλου κάθε πορεία περνά μέσα από σένα. Επιστρέφω κάθιδρος κι αμετανόητα ατελέσφορος.

Το σάλιο μου θα επιστρατεύσει τον ορίζοντα. Ο χρόνος θα πελεκήσει την καρδιά μου σε βέλος. Η αποστροφή ενός γέλιου ανίατα άγιου θα γεννήσει ορδές ποιητών. Ξεκινά να επιβιώνει όποιος ανενδοίαστα χαίρει ζωής.

 

να χα συρτάρι

Να χα συρτάρι.
Να χώραγε τα ποιήματά μου.
Να χώραγε και μένα.
Να ήταν μυστικό.
Όπως όλα τα όμορφα πράγματα που αγαπάς.
Να χα συρτάρι.
Να χα τρελαθεί επιτέλους.
Να χώραγε τα ποιήματά μου.
Να χώραγε και μένα.
Να έβαζες μια φωτιά άθελά σου
όπως σε όλα τα όμορφα πράγματα που αγαπάς
και να γινόμουνα ουρανός.
Ολοένα και απομακρύνομαι κι απ’ τους δυο μας.