Υπήρχε μια εποχή που χειριζόμασταν τις λέξεις με ευκολία. Αγνοούσαμε την επίσημη ετυμηγορία τους και διαρκώς εφευρίσκαμε, ανάλογα με την στιγμή, αυτή που μας ταίριαζε περισσότερο. Φυσικά, αυτή η εποχή δεν μπορεί να περιγραφεί με σημερινούς όρους. Πλέον, ακόμα κι οι πιο δυσνόητες λέξεις έχουν αποσαφηνιστεί ανεπίστρεπτα. Ίσως γι’ αυτό, είναι τώρα, η θύμηση της εποχής εκείνης ότι απέμεινε από μια εικόνα των πραγμάτων, μα κι από μια δική μας εικόνα, δίχως το περιθώριο που η ζωή μας ενσάρκωσε και που αναπόφευκτα διατηρείται και διατηρεί την πρώτη ουσία κι ως πρώτη την ορίζουσα ουσία αυτού που είτε ήμασταν είτε φανταστήκαμε πως θα γίνουμε. Οτιδήποτε είναι αυτό που τελικά γινόμαστε, μέρα με τη μέρα, λέξη με τη λέξη, δεν θα υπήρχε δίχως εκείνη την εποχή της πρωτοκαθεδρίας των δίχως κανένα απαραίτητο νόημα εκφράσεων και ενεργειών μας, που ήλπιζαν να παραμείνουν κενές αν το όνειρο δεν συνηγορούσε υπέρ τους. Το όνειρο ήταν η μόνη δίοδος μας σε ένα κόσμο που ούτε θέλαμε ούτε μπορούσαμε να καταλάβουμε. Αναμασούσαμε το αφήγημα του κι αυτόματα το αλέθαμε στα ηρωικά μας στομάχια, ξερνώντας το κατόπιν σε ένα συνονθύλευμα συμφώνων και φωνηέντων που δεν αποζητούσαν αποδοχή μα την ευκαιρία να αναδυθούν, έστω και ελάχιστα, πάνω απ’ την βαριά στάθμη των κανόνων του κυριάρχου λόγου και των εφαρμογών του. Διασπούσαμε την νύχτα σε μέρα και το φως στα ανομολόγητα συστατικά του, με περίσσιο θράσος και έρωτα για κείνο το άγνωστο που καιροφυλακτούσε στην άκρη της γλώσσας μας. Ζούσαμε με την ελπίδα πως κάποτε θα μας καταπιεί και σαν άλλος Ιωνάς θα ταξιδέψουμε στις παρυφές του κόσμου μέσα απ’ τα σωθικά του. Μέσα από ένα μάτι κλειστό, ερωτευόμασταν τις απαράμιλλές σκιάσεις που αφήναν οι κραυγές μας, οι ψίθυροι κι οι σιωπές μας πάνω στα πεζούλια της πόλης, στους βρώμικους τοίχους και στις εξώπορτες των σπιτιών. Χωρούσαν παντού οι φωνές μας, σαν κάτι που ερμηνεύεται πολύ προτού συμβεί. Ήμασταν θαρραλέοι ως ετοιμοθάνατοι στην αρένα της μάχης, ανάμεσα σε μυθικά τέρατα και σε ένα κοινό που εξαρχής στάθηκε εναντίον μας και γνέφαμε νυχθημερόν στους βασιλιάδες την απιστία και το μίσος μας. Τελικά, η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που σε τρώει κι έτσι ασυναίσθητα περάσαμε απ’ τις εποχές, σταδιακά απ’ τη μία στην άλλη, απ’ την λιποψυχία στην προδοσία κι από εκεί στην συγκατάθεση. Το όνειρο ποτέ δεν αρκείται στην πίστη σου σε αυτό, προχωρά πάντα προς τα μέσα κι αν δεν είσαι έτοιμος να ταυτιστείς με την διαδρομή του, ένα μικρό, αδιόρατο βλέμμα προς τα πίσω σε πετά ξερό κι αισθητό στην πραγματικότητα. Κι έπειτα είναι πάντα αργά να αναγορευτείς νεκρός κι οι λέξεις δένονται πάνω σου ασφυκτικά και σε εγκαθιστούν σε σώματα που δεν αγάπησες και σε νοήματα που δεν ποθείς και πέφτουν βροχή πάνω στο έρμο σου κεφάλι και σε κρατούν ενήμερο αδιάλειπτα και πλέον είσαι εσύ, μια ακόμη συνήθης πρόταση, φτιαγμένη από συνήθεις λέξεις, ενός συνηθισμένου κόσμου με συνηθισμένους άλλους, σαν εσένα και μένα.


Σχόλια

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s