Ο ποιητής πήρε το μαχαίρι του, το έβαλε στο λαιμό του κι άρχισε να γράφει.

Έτσι, κατάφερνε να τηρεί την παλινδρόμηση του χρόνου, την ασάφεια του έρωτα και την ακρίβεια του θανάτου. Μπορούσε, με την πίεση της λεπίδας, να δει καθαρότερα τα σχήματα που προορίζονταν για τον ίδιο και τους αναγνώστες του. Η αγωνία του είχε μια αίσθηση κι ένα ξεκάθαρο σώμα να την εκκινεί και να την φέρει. Στην κόψη του μαχαιριού άνθιζαν τα ουσιαστικά και τα ρήματα κι οι λύσεις κάθε λογισμού του.

Έπειτα, όταν ο ποιητής αναγνώριζε πως το αίμα που ξανά δεν κύλησε μπορούσε να θεωρηθεί αρκετό και πως σαν δικό του μπορούσε πια να το τιμά, σταματούσε τις λέξεις, τραβούσε το μαχαίρι απ’ το λαιμό του, το καθάριζε ευλαβικά και το τοποθετούσε στην ιδιαίτερη θήκη του, δίπλα στα χαρτιά του.


Μια σκέψη σχετικά μέ το “

Σχόλια

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s